ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
1. ΦΑΙΔΩΝ Ο ΗΛΕΙΟΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Αφοσιωμένος μαθητής και εταίρος του Σωκράτη, ο οποίος μετά τον θάνατο του διδασκάλου του μετέβη στην πατρίδα του Ήλιδα όπου ίδρυσε δική του Σωκρατική Σχολή, την λεγόμενη Ηλειακή. Για την Σχολή αυτή τίποτα δεν γνωρίζουμε. Ο ίδιος έγραψε διαλόγους, από τους οποίους όμως κανείς δεν έφτασε ως εμάς.
2. ΣΙΜΜΙΑΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ (5ος-4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν μαθητής του Σωκράτη και φίλος του Κέβη. Αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, στον κύκλο του Σωκράτη. Επίσης αναφέρεται στα έργα του Πλάτωνα, Φαίδων, Κρίτων, Φαίδρος και στις δώδεκα επιστολές. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο ο Σιμμίας ήταν συγγραφέας εικοσιτριών σύντομων διαλόγων που δεν σώζονται σήμερα.
3. ΣΩΚΡΑΤΗΣ (469-399 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας Αθηναίος φιλόσοφος και μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού και παγκόσμιου πνεύματος και πολιτισμού και ένας από τους ιδρυτές της Δυτικής φιλοσοφίας.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
Συνοπτικά:
Α. Eίναι ο πρώτος φιλόσοφος που ασχολήθηκε συστηματικά με την ηθική, προσπαθώντας να εξετάσει με ποιον τρόπο πρέπει να ζούμε. Πρότεινε ένα ιδεώδες φιλοσόφου που είναι αφιερωμένος στην καλλιέργεια της ψυχής και στον διαρκή αυτοέλεγχο. Με αυτόν η φιλοσοφία στρέφεται στην μελέτη του ανθρώπου και γίνεται ανθρωποκεντρική. O άνθρωπος στρέφεται από έξω προς τα μέσα, από την εξέταση της φύσης και του κόσμου προς την ψυχή και τον νου του. H αυτοσυνειδησία είναι σκοπός της ζωής και της ηθικής του Σωκράτη.
Β. Ο Σωκράτης δίδασκε με τον διάλογο. Η φιλοσοφική μέθοδος που χρησιμοποιούσε ήταν η “διαλεκτική”, τρόπος συζήτησης ενός θέματος με ερωτήσεις και απαντήσεις, που στηριζόταν στην ανταλλαγή σύντομων λόγων, ορισμών και επιχειρημάτων, και αποσκοπούσε στην διατύπωση γενικών θέσεων. Η σωκρατική διαλεκτική ήταν μια μέθοδος ελεγκτική, με την οποία εξέταζε τους άλλους για ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Στόχευε όχι μόνο στην ανακάλυψη της αλήθειας αλλά και στην διερεύνηση ποικίλων θεμάτων (ηθικών, πολιτικών, κοινωνικών) και στην αγωγή των συνομιλητών. Η συζήτηση γινόταν στην αγορά της Αθήνας, στα γυμναστήρια, στις παλαίστρες και στους περιπάτους, στα συμπόσια και σε μέρη όπου συγκεντρώνονταν κυρίως νέοι. Στις φιλοσοφικές του συζητήσεις, που στηρίζονταν στον ζωντανό διάλογο, ο Σωκράτης προσποιούταν ότι δε γνωρίζει αλλά ενδιαφέρεται να μάθει. Η προσποίηση άγνοιας λέγεται “σωκρατική ειρωνεία”. Η μέθοδος επίσης που χρησιμοποιούσε, προσπαθώντας να κεντρίσει τον συνομιλητή του με ερωτήσεις, ώστε να ανακαλύψει τις γνώσεις που είχε μέσα του, λέγεται “μαιευτική”, επειδή, όπως η μαία μητέρα του, διευκόλυνε τηn γέννηση της κριτικής επισκόπησης. O ίδιος παρομοίαζε τον εαυτό του με την αλογόμυγα, γιατί με τηn μέθοδο διδασκαλίας του γεννούσε την αμφιβολία και την απορία στους συνομιλητές του.
Γ. Ήταν ο πρώτος που έθεσε ερωτήματα της μορφής «τι είναι χ;» όπως τι είναι ανδρεία, τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι ευσέβεια, τι είναι αρετή και αντιλήφθηκε την αξία του ορισμού των εννοιών. Η περιγραφή π.χ. της ανδρείας πρέπει να παρέχει ένα «πρότυπο» αναφοράς, μια μοναδική «μορφή» ή «χαρακτήρα» (εἶδος, ἰδέα) που μοιράζονται όλοι οι ανδρείοι άνθρωποι. Επιδιώκοντας να ορίσει τις ηθικές έννοιες στηριζόταν στην πεποίθηση ότι η αρετή είναι γνώση και διδάσκεται.
4. ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Ο ΜΕΓΑΡΕΥΣ (450-380 π.Χ.)
Ήταν ένας αρχαίος Έλληνας σωκρατικός φιλόσοφος από τα Μέγαρα. Ήταν μαθητής του μεγάλου φιλοσόφου, Σωκράτη, και ήταν παρών στοn θάνατό του. Ίδρυσε την «Εριστική Σχολή» (αλλού αναγράφεται και ως “Μεγαρική Σχολή”), όπου δίδασκε την ελεατική και σωκρατική φιλοσοφία, με κατεύθυνση κυρίως λογική - γνωσιοθεωρητική. Επίσης είναι ο πρώτος ιδρυτής των «Αξιωμάτων». Μνημειώδες έργο του τα «Στοιχεία». Έγραψε ακόμα τα «Αρμονική Εισαγωγή», «Φαινόμενα», «Οπτικά», «Κάτοπτρα» κ.α.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΦΡΑΣΕΙΣ»
«Το καλό είναι ένα και παίρνει πολλά ονόματα. Άλλοτε λέγεται σύνεση, άλλοτε Θεός, άλλοτε νους και τα υπόλοιπα».
«Όταν παλεύουμε για έναν σκοπό πρέπει να προσέχουμε ώστε αντικείμενο των επιθυμιών μας να είναι το«είναι»κι όχι το«φαίνεσθαι». Αν κάποιος θέλει να κυβερνήσει ένα κράτος γιατί νιώθει την ανάγκη να βελτιώσει την ζωή των συμπολιτών του, πλησιάζει το «είναι» της δουλειάς τού κυβερνήτη. Αν όμως κίνητρό του είναι το γόητρο, το προσωπικό κέρδος και οι τιμές τις εξουσίας, τότε πάει να πει πως τον έλκυσε το «φαίνεσθαι» του ρόλου.
Στην τελευταία περίπτωση, κατά τον Ευκλείδη, δεν έχει καμία ελπίδα να φτάσει στο Αγαθό.
5. ΑΡΙΣΤΙΠΠΟΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (435-355 π.Χ.)
Ήταν φιλόσοφος, μαθητής του Σωκράτη και ιδρυτής της Κυρηναϊκής Σχολής ή Ηδονιστικής Σχολής. Σε νεαρή ηλικία γνώρισε την διδασκαλία του Πρωταγόρα. Αργότερα γοητεύτηκε από την διδασκαλία του Σωκράτη, ήλθε στην Αθήνα και συνδέθηκε στενά μαζί του. Η φιλοσοφία όμως του Σωκράτη δεν είχε αποφασιστική σημασία για την ζωή του. Είναι ο πρώτος μαθητής του Σωκράτη ο οποίος μετά τον θάνατο του δασκάλου εμφανίστηκε ως σοφιστής, δηλαδή επαγγελματίας και αμειβόμενος δάσκαλος, αρχικά στην Αθήνα και αργότερα σε άλλες πόλεις. Η ηθική που διακηρύσσει ο Αρίστιππος είναι καθαρά ατομική, εγωιστική και χρησιμοθηρική. Διάδοχοί του είναι ο Ηγησίας, ο Αννίκερις, ο Θεόδωρος ο άθεος, η κόρη του Αρήτη, που δίδαξε την φιλοσοφία του πατέρα της στο γιο της Αρίστιππο τον Μητροδίδακτο, ο οποίος προήγαγε την Κυρηναϊκή φιλοσοφία.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
Συνοπτικά:
Α. Θεμελιώδες αξίωμα του Αρίστιππου ήταν το περίφημο "έχω και ουκ έχομαι". Κατά το αξίωμα αυτό, που υποδηλώνει την κυριαρχία του ανθρώπου επί των πραγμάτων και των καταστάσεων και όχι αντιστρόφως, μπορούμε να οδηγηθούμε προς την εσωτερική ελευθερία, η οποία και αποτελεί τον προορισμό της φιλοσοφίας.
Β. Θεωρεί ως σκοπό της ζωής την ηδυπάθεια και γι'αυτό ακριβώς επεδόθη στην απόλαυση των ηδονών, επιδιώκοντας να απολαμβάνει ηδονικώς το παρόν, διότι όπως ο ίδιος έλεγε, οι αναμνήσεις, που αναφέρονται σε ευχαριστήσεις του παρελθόντος ή οι προσδοκίες ευχαριστήσεων για το μέλλον είναι άσχετες προς τον εαυτό μας, επειδή στην μία περίπτωση το παρελθόν δεν υπάρχει, ενώ στην άλλη το μέλλον βρίσκεται πέραν του υπαρκτού παρόντος "το πλέον,δε απολελαυκέναι και απολαύσειν ουδέν νομίζω προς αυτόν,το μεν ουκ ετ'ον το δε ως ούπω".
Γ. Κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι αγαθό είναι η ηδονή του τώρα, η οποία χαρακτηρίζεται ως "μονοχρόνιος" δηλαδή συγκεκριμένη παρούσα ηδονή και ως "σωματική κατάσταση" καθ'όσον οι σωματικές ηδονές είναι ανώτερες των ψυχικών: "πολύ μέντοι των ψυχικών τας σωματικάς αμείνους είναι". Η επιδίωξη για αυτήν την απόλαυση της ηδονής, δίδαξε ο Αρίστιππος, συνιστά γενικό φαινόμενο και κανόνα ζωής, και απαντάται όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στα ζώα ακόμη. Ο άνθρωπος οφείλει επομένως να χρησιμοποιεί την φρόνηση του σταθμίζοντας τα πράγματα, ώστε να επιλέγει όσα θα του προσφέρουν ηδονή, ικανοποιώντας έτσι την φυσική του κλίση προς εκείνη. Η ηδονή του Αρίστιππου είναι τελείως διαφορετική από την ηδονή του Επίκουρου. Ο πρώτος τάσσεται υπέρ της θετικής εν κινήσει ηδονής, πιστεύοντας ότι η απουσία λύπης δεν είναι ηδονή. Ενώ ο δεύτερος θεωρεί ως ηδονή την κατάσταση εκείνη, η οποία δεν προέρχεται από την κίνηση, αλλά από την ηρεμία, την γαλήνη.
6. ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ (444-365 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος, ρήτορας και ιδρυτής της σχολής των Κυνικών Φιλοσόφων. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Υπήρξε αρχικά μαθητής του Γοργία και στην συνέχεια του Σωκράτη. Είχε την φήμη εγκρατή ανθρώπου. Οι γενικές έννοιες κατά τον Αντισθένη είναι ανύπαρκτες, γι’ αυτόν τον λόγο ο Αντισθένης απέρριπτε και τον ορισμό που στηρίζεται πάνω στα ουσιώδη γνωρίσματα.
7. ΞΕΝΟΦΩΝ (430-354 π.Χ.)
Ήταν ιστορικός συγγραφέας και σωκρατικός φιλόσοφος. Γιος του Γρύλλου από τον δήμο Ερχιάς (σημερινός δήμος Σπάτων), κονωνικά ανήκε στην τάξη των ιππέων και πολιτικά έδρασε ως ολιγαρχικός και φιλολάκων. Μετά το 410 π.Χ. γνωρίστηκε με τον Σωκράτη και μπήκε στον κύκλο των μαθητών του. Ο Ξενοφών ανέπτυξε πλούσια και πολυμερή δραστηριότητα, φαινόμενο που βέβαια δεν αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα της προσωπικότητάς του, αλλά γενικότερο χαρακτηριστικό των λογίων της εποχής του. Στον τομέα της ιστοριογραφίας με τα «Ελληνικά» του, που διαιρούνται σε 7 βιβλία, συνεχίζει συνειδητά το έργο του Θουκυδίδη και καλύπτει την περίοδο από το 411 π.Χ. ως 361 π.Χ.. Γενικότερη σημασία για την πολιτική φιλοσοφία έχει η «Κύρου παιδεία», σε 8 βιβλία, όπου, στο πνεύμα της σοφιστικής και της σωκρατικής ιδεολογίας και με πρότυπο την λίγο ιστορική και πολύ μυθιστορηματική προσωπογραφία του ιδρυτή της περσικής αυτοκρατορίας Κύρου Β΄, συνθέτει την προσφιλή του εικόνα του ιδανικού μονάρχη.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Θαυμάζω δὲ τῶν σοφιστῶν καλουμένων ὅτι φασὶ μὲν ἐπ’ ἀρετὴν ἄγειν οἱ πολλοὶ τοὺς νέους, ἄγουσι δ’ ἐπὶ τοὐναντίον· οὔτε γὰρ [ἂν] ἄνδρα που ἑωράκαμεν ὅντιν’ οἱ νῦν σοφισταὶ ἀγαθὸν ἐποίησαν, οὔτε γράμματα παρέχονται ἐξ ὧν χρὴ ἀγαθοὺς γίγνεσθαι, ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν ματαίων πολλὰ αὐτοῖς γέγραπται, ἀφ’ ὧν τοῖς νέοις αἱ μὲν ἡδοναὶ κεναί, ἀρετὴ δ’ οὐκ ἔνι· διατρίβειν δ’ ἄλλως παρέχει τοῖς ἐλπίσασί τι ἐξ αὐτῶν μαθήσεσθαι [μάτην] καὶ ἑτέρων κωλύει χρησίμων καὶ διδάσκει κακά. μέμφομαι οὖν αὐτοῖς τὰ μὲν μεγάλα μειζόνως· περὶ δὲ ὧν γράφουσιν, ὅτι τὰ μὲν ῥήματα αὐτοῖς ἐζήτηται, γνῶμαι δὲ ὀρθῶς ἔχουσαι, αἷς ἂν παιδεύοιντο οἱ νεώτεροι ἐπ’ ἀρετήν, οὐδαμοῦ. ἐγὼ δὲ ἰδιώτης μέν εἰμι, οἶδα δὲ ὅτι κράτιστον μέν ἐστι παρὰ τῆς αὑτοῦ φύσεως τὸ ἀγαθὸν διδάσκεσθαι, δεύτερον δὲ παρὰ τῶν ἀληθῶς ἀγαθόν τι ἐπισταμένων μᾶλλον ἢ ὑπὸ τῶν ἐξαπατᾶν τέχνην ἐχόντων. ἴσως οὖν τοῖς μὲν ὀνόμασιν οὐ σεσοφισμένως λέγω· οὐδὲ γὰρ ζητῶ τοῦτο· ὧν δὲ δέονται εἰς ἀρετὴν οἱ καλῶς πεπαιδευμένοι ὀρθῶς ἐγνωσμένα ζητῶ λέγειν· ὀνόματα μὲν γὰρ οὐκ ἂν παιδεύσειε, γνῶμαι δέ, εἰ καλῶς ἔχοιεν. ψέγουσι δὲ καὶ ἄλλοι πολλοὶ τοὺς νῦν σοφιστὰς καὶ οὐ [τοὺς] φιλοσόφους, ὅτι ἐν τοῖς ὀνόμασι σοφίζονται, οὐκ ἐν τοῖς νοήμασιν. οὐ λανθάνει δέ με ὅτι <τὰ μὴ> καλῶς καὶ ἑξῆς γεγραμμένα φήσει τις ἴσως τῶν τοιούτων οὐ καλῶς οὐδ’ ἑξῆς γεγράφθαι· ῥᾴδιον γὰρ ἔσται αὐτοῖς <τὸ> ταχὺ μὴ ὀρθῶς μέμψασθαι· καίτοι γέγραπταί γε οὕτως, ἵνα ὀρθῶς ἔχῃ, καὶ μὴ σοφιστικοὺς ποιῇ ἀλλὰ σοφοὺς καὶ ἀγαθούς· οὐ γὰρ δοκεῖν αὐτὰ βούλομαι μᾶλλον ἢ εἶναι χρήσιμα, ἵνα ἀνεξέλεγκτα ᾖ εἰς ἀεί. οἱ σοφισταὶ δ’ ἐπὶ τῷ ἐξαπατᾶν λέγουσι καὶ γράφουσιν ἐπὶ τῷ ἑαυτῶν κέρδει, καὶ οὐδένα οὐδὲν ὠφελοῦσιν· οὐδὲ γὰρ σοφὸς αὐτῶν ἐγένετο οὐδεὶς οὐδ’ ἔστιν, ἀλλὰ καὶ ἀρκεῖ ἑκάστῳ σοφιστὴν κληθῆναι, ὅ ἐστιν ὄνειδος παρά γε εὖ φρονοῦσι. τὰ μὲν οὖν τῶν σοφιστῶν παραγγέλματα παραινῶ φυλάττεσθαι, τὰ δὲ τῶν φιλοσόφων ἐνθυμήματα μὴ ἀτιμάζειν· οἱ μὲν γὰρ σοφισταὶ πλουσίους καὶ νέους θηρῶνται, οἱ δὲ φιλόσοφοι πᾶσι κοινοὶ καὶ φίλοι· τύχας δὲ ἀνδρῶν οὔτε τιμῶσιν οὔτε ἀτιμάζουσι.
Μετάφραση:
Αυτό που με εκπλήσσει με τους αποκαλούμενους σοφιστές είναι που ισχυρίζονται, οι περισσότεροι απ' αυτούς, ότι οδηγούν τους νέους στην αρετή, ενώ τους οδηγούν στο ακριβώς αντίθετο· γιατί πουθενά δεν έχουμε δει κάποιον άνδρα τον οποίο οι σύγχρονοι σοφιστές έκαναν ενάρετο, ούτε προσφέρουν αυτοί συγγράμματα από τα οποία να αισθάνεται κανείς την υποχρέωση να γίνει ενάρετος. Αντιθέτως, για ανώφελα θέματα έχουν γράψει πληθώρα έργων, τα οποία παρέχουν στους νέους κάποια επιπόλαιη ευχαρίστηση, αρετή όμως δεν διαθέτουν· το αποτέλεσμα είναι να προκαλούν ανώφελο χάσιμο χρόνου σε όσους ελπίζουν ότι θα μάθουν κάτι από αυτά, απομακρύνοντάς τους από άλλες χρήσιμες ασχολίες και διδάσκοντάς τους την αδικία. Δεν μπορώ, λοιπόν, παρά να τους κατηγορώ για κάποια βαριά σφάλματά τους με μομφές βαρύτερες από το συνηθισμένο· όσο για τα συγγράμματά τους, τους μέμφομαι γιατί χρησιμοποιούν εξεζητημένη φρασεολογία, δεν διαθέτουν όμως ούτε ίχνος από ορθές απόψεις, με τις οποίες θα μπορούσαν οι νέοι να μορφωθούν στην αρετή.
Εγώ, βέβαια, δεν είμαι ειδικός, γνωρίζω όμως ότι το καλύτερο είναι να διδάσκεται κανείς την αρετή από την ίδια του την φύση, κι η δεύτερη καλύτερη λύση να την διδάσκεται από όσους πραγματικά γνωρίζουν κάτι για την αρετή, κι όχι από αυτούς που κατέχουν την τέχνη της απάτης. Εκφράζομαι ίσως με γλώσσα που δεν είναι επιτηδευμένη, γιατί ούτε καν επιδιώκω κάτι τέτοιο· αυτό που επιδιώκω είναι να εκφράσω κάποιες σκέψεις αποδεδειγμένα ορθές, που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες αυτών που έχουν λάβει μια ευγενή παιδεία με στόχο την αρετή. Γιατί δεν είναι οι λέξεις που μπορούν να προσφέρουν παιδεία, αλλά οι ιδέες, όταν είναι ωραίες.
Και πολλοί άλλοι απευθύνουν στους σύγχρονους σοφιστές ―δεν θα τους αποκαλέσω φιλοσόφους― την κατηγορία ότι είναι ικανοί στην εξεζητημένη φρασεολογία και όχι στις ιδέες. Ξέρω, βέβαια, καλά ότι κάποιος από τους σοφιστές θα ισχυριστεί ίσως πως ό,τι δεν είναι γραμμένο με ωραία και μεθοδική διατύπωση, δεν έχει γραφτεί ούτε ωραία ούτε μεθοδικά· γιατί γι' αυτούς είναι εύκολη η γρήγορη και άδικη κριτική. Σκοπός μου, ωστόσο, είναι γράφοντας να παραγάγω ένα έργο που να διαθέτει ορθές απόψεις και να μην κάνω τους αναγνώστες μου δοκησίσοφους, αλλά σοφούς και ενάρετους· θέλω, δηλαδή, αυτά που γράφω να μην φαίνονται, αλλά να είναι χρήσιμα, για να μην μπορεί κανείς ποτέ να τα ανατρέψει.
Οι σοφιστές, αντιθέτως, μιλάνε και γράφουν για να εξαπατήσουν, με απώτερο σκοπό το προσωπικό τους κέρδος και δεν ωφελούν κανέναν σε τίποτε· γιατί κανείς ανάμεσά τους ούτε υπήρξε σοφός ούτε είναι, αλλά είναι και ικανοποιημένοι να τους αποκαλούν σοφιστές, ονομασία που είναι ντροπή για τους συνετούς ανθρώπους. Σας συμβουλεύω, λοιπόν, να είστε επιφυλακτικοί απέναντι στα διδάγματα των σοφιστών και να εκτιμάτε τις ιδέες των φιλοσόφων· γιατί οι σοφιστές κυνηγάνε τους πλούσιους και νέους, ενώ οι φιλόσοφοι είναι εξίσου φιλικοί προς όλους· κι επιπλέον, δεν δείχνουν ούτε εκτίμηση ούτε περιφρόνηση προς τις τύχες των ανθρώπων.
(μετάφραση Σ. Τσέλικας)
8. ΠΛΑΤΩΝΑΣ (427-347 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με την μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο. Άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στην δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι και σήμερα. To σύνολο του έργου του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με την μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του, Σωκράτη, και τον μαθητή του, Αριστοτέλη.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ»
Αρχαίο κείμενο:
1. ὅτι μὲν ὑμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πεπόνθατε ὑπὸ τῶν ἐμῶν κατηγόρων, οὐκ οἶδα· ἐγὼ δ᾽ οὖν καὶ αὐτὸς ὑπ᾽ αὐτῶν ὀλίγου ἐμαυτοῦ ἐπελαθόμην, οὕτω πιθανῶς ἔλεγον. καίτοι ἀληθές γε ὡς ἔπος εἰπεῖν οὐδὲν εἰρήκασιν. μάλιστα δὲ αὐτῶν ἓν ἐθαύμασα τῶν πολλῶν ὧν ἐψεύσαντο, τοῦτο ἐν ᾧ ἔλεγον ὡς χρῆν ὑμᾶς εὐλαβεῖσθαι μὴ ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐξαπατηθῆτε ὡς δεινοῦ ὄντος λέγειν. τὸ γὰρ μὴ αἰσχυνθῆναι ὅτι αὐτίκα ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐξελεγχθήσονται ἔργῳ, ἐπειδὰν μηδ᾽ ὁπωστιοῦν φαίνωμαι δεινὸς λέγειν, τοῦτό μοι ἔδοξεν αὐτῶν ἀναισχυντότατον εἶναι, εἰ μὴ ἄρα δεινὸν καλοῦσιν οὗτοι λέγειν τὸν τἀληθῆ λέγοντα· εἰ μὲν γὰρ τοῦτο λέγουσιν, ὁμολογοίην ἂν ἔγωγε οὐ κατὰ τούτους εἶναι ῥήτωρ. οὗτοι μὲν οὖν, ὥσπερ ἐγὼ λέγω, ἤ τι ἢ οὐδὲν ἀληθὲς εἰρήκασιν, ὑμεῖς δέ μου ἀκούσεσθε πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν--οὐ μέντοι μὰ Δία, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κεκαλλιεπημένους γε λόγους, ὥσπερ οἱ τούτων, ῥήμασί τε καὶ ὀνόμασιν οὐδὲ κεκοσμημένους, ἀλλ᾽ ἀκούσεσθε εἰκῇ λεγόμενα τοῖς ἐπιτυχοῦσιν ὀνόμασιν--πιστεύω γὰρ δίκαια εἶναι ἃ λέγω--καὶ μηδεὶς ὑμῶν προσδοκησάτω ἄλλως· οὐδὲ γὰρ ἂν δήπου πρέποι, ὦ ἄνδρες, τῇδε τῇ ἡλικίᾳ ὥσπερ μειρακίῳ πλάττοντι λόγους εἰς ὑμᾶς εἰσιέναι. καὶ μέντοι καὶ πάνυ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο ὑμῶν δέομαι καὶ παρίεμαι· ἐὰν διὰ τῶν αὐτῶν λόγων ἀκούητέ μου ἀπολογουμένου δι᾽ ὧνπερ εἴωθα λέγειν καὶ ἐν ἀγορᾷ ἐπὶ τῶν τραπεζῶν, ἵνα ὑμῶν πολλοὶ ἀκηκόασι, καὶ ἄλλοθι, μήτε θαυμάζειν μήτε θορυβεῖν τούτου ἕνεκα. ἔχει γὰρ οὑτωσί. νῦν ἐγὼ πρῶτον ἐπὶ δικαστήριον ἀναβέβηκα, ἔτη γεγονὼς ἑβδομήκοντα· ἀτεχνῶς οὖν ξένως ἔχω τῆς ἐνθάδε λέξεως. ὥσπερ οὖν ἄν, εἰ τῷ ὄντι ξένος ἐτύγχανον ὤν, συνεγιγνώσκετε δήπου ἄν μοι εἰ ἐν ἐκείνῃ τῇ φωνῇ τε καὶ τῷ τρόπῳ ἔλεγον ἐν οἷσπερ ἐτεθράμμην, καὶ δὴ καὶ νῦν τοῦτο ὑμῶν δέομαι δίκαιον, ὥς γέ μοι δοκῶ, τὸν μὲν τρόπον τῆς λέξεως ἐᾶν--ἴσως μὲν γὰρ χείρων, ἴσως δὲ βελτίων ἂν εἴη--αὐτὸ δὲ τοῦτο σκοπεῖν καὶ τούτῳ τὸν νοῦν προσέχειν, εἰ δίκαια λέγω ἢ μή· δικαστοῦ μὲν γὰρ αὕτη ἀρετή, ῥήτορος δὲ τἀληθῆ λέγειν.
2. πρῶτον μὲν οὖν δίκαιός εἰμι ἀπολογήσασθαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τὰ πρῶτά μου ψευδῆ κατηγορημένα καὶ τοὺς πρώτους κατηγόρους, ἔπειτα δὲ πρὸς τὰ ὕστερον καὶ τοὺς ὑστέρους. ἐμοῦ γὰρ πολλοὶ κατήγοροι γεγόνασι πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλαι πολλὰ ἤδη ἔτη καὶ οὐδὲν ἀληθὲς λέγοντες, οὓς ἐγὼ μᾶλλον φοβοῦμαι ἢ τοὺς ἀμφὶ Ἄνυτον, καίπερ ὄντας καὶ τούτους δεινούς· ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι δεινότεροι, ὦ ἄνδρες, οἳ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς ἐκ παίδων παραλαμβάνοντες ἔπειθόν τε καὶ κατηγόρουν ἐμοῦ μᾶλλον οὐδὲν ἀληθές, ὡς ἔστιν τις Σωκράτης σοφὸς ἀνήρ, τά τε μετέωρα φροντιστὴς καὶ τὰ ὑπὸ γῆς πάντα ἀνεζητηκὼς καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιῶν. οὗτοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, <οἱ> ταύτην τὴν φήμην κατασκεδάσαντες, οἱ δεινοί εἰσίν μου κατήγοροι· οἱ γὰρ ἀκούοντες ἡγοῦνται τοὺς ταῦτα ζητοῦντας οὐδὲ θεοὺς νομίζειν. ἔπειτά εἰσιν οὗτοι οἱ κατήγοροι πολλοὶ καὶ πολὺν χρόνον ἤδη κατηγορηκότες, ἔτι δὲ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ἡλικίᾳ λέγοντες πρὸς ὑμᾶς ἐν ᾗ ἂν μάλιστα ἐπιστεύσατε, παῖδες ὄντες ἔνιοι ὑμῶν καὶ μειράκια, ἀτεχνῶς ἐρήμην κατηγοροῦντες ἀπολογουμένου οὐδενός. ὃ δὲ πάντων ἀλογώτατον, ὅτι οὐδὲ τὰ ὀνόματα οἷόν τε αὐτῶν εἰδέναι καὶ εἰπεῖν, πλὴν εἴ τις κωμῳδοποιὸς τυγχάνει ὤν. ὅσοι δὲ φθόνῳ καὶ διαβολῇ χρώμενοι ὑμᾶς ἀνέπειθον--οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ πεπεισμένοι ἄλλους πείθοντες--οὗτοι πάντες ἀπορώτατοί εἰσιν· οὐδὲ γὰρ ἀναβιβάσασθαι οἷόν τ᾽ ἐστὶν αὐτῶν ἐνταυθοῖ οὐδ᾽ ἐλέγξαι οὐδένα, ἀλλ᾽ ἀνάγκη ἀτεχνῶς ὥσπερ σκιαμαχεῖν ἀπολογούμενόν τε καὶ ἐλέγχειν μηδενὸς ἀποκρινομένου. ἀξιώσατε οὖν καὶ ὑμεῖς, ὥσπερ ἐγὼ λέγω, διττούς μου τοὺς κατηγόρους γεγονέναι, ἑτέρους μὲν τοὺς ἄρτι κατηγορήσαντας, ἑτέρους δὲ τοὺς πάλαι οὓς ἐγὼ λέγω, καὶ οἰήθητε δεῖν πρὸς ἐκείνους πρῶτόν με ἀπολογήσασθαι· καὶ γὰρ ὑμεῖς ἐκείνων πρότερον ἠκούσατε κατηγορούντων καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τῶνδε τῶν ὕστερον.
εἶεν· ἀπολογητέον δή, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἐπιχειρητέον ὑμῶν ἐξελέσθαι τὴν διαβολὴν ἣν ὑμεῖς ἐν πολλῷ χρόνῳ ἔσχετε ταύτην ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ. βουλοίμην μὲν οὖν ἂν τοῦτο οὕτως γενέσθαι, εἴ τι ἄμεινον καὶ ὑμῖν καὶ ἐμοί, καὶ πλέον τί με ποιῆσαι ἀπολογούμενον· οἶμαι δὲ αὐτὸ χαλεπὸν εἶναι, καὶ οὐ πάνυ με λανθάνει οἷόν ἐστιν. ὅμως τοῦτο μὲν ἴτω ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον, τῷ δὲ νόμῳ πειστέον καὶ ἀπολογητέον.
Μετάφραση:
1. Ποίαν μεν εντύπωσιν, ω άνδρες Αθηναίοι, σας έκαμαν οι λόγοι των κατηγόρων μου, δεν γνωρίζω. Σο βέβαιον είνε ότι εγώ ο ίδιος, εξ αιτίας των λόγων των αυτών, σχεδόν ελησμόνησα τον εαυτόν μου, πιστεύσας προς στιγμήν ότι δεν είμαι αυτός οπού είμαι. Με τόσον πειστικόν τρόπον ωμίλησαν. Και όμως ημπορώ να σας βεβαιώσω ότι καμμίαν σχεδόν αλήθειαν δεν είπαν. Από τα πολλά δε εκείνα ψεύδη, τα οποία αυτοί εφεύρον, έν προ πάντων εθαύμασα, εκεί όπου έλεγαν, ότι πρέπει σεις να προσέξητε μήπως εξαπατηθήτε από εμέ, διότι, κατά τους λόγους των, είμαι δεινός ρήτωρ. Επειδή το να μη φοβηθούν αυτοί την εντροπήν, διότι ευθύς αμέσως θ' αποδειχθούν από εμέ ότι πραγματικώς ψεύδονται, όταν και κατ' ελάχιστον δεν φανώ ότι είμαι δεινός ρήτωρ, τούτο το θάρρος αυτών μου εφάνη ότι είνε αναισχυντότατον. Εκτός αν ίσως δεινόν ρήτορα και εύγλωττον ονομάζουν αυτοί εκείνον, ο οποίος λέγει την αλήθειαν. Διότι, αν αυτό εννοούν, ήθελον ομολογήσει ότι εγώ βεβαίως είμαι δεινός ρήτωρ, όχι όμως καθ' όν τρόπον αυτοί εννοούσι και μετέρχονται την ρητορικήν. Διότι ούτοι μεν, επαναλέγω, κανέν σχεδόν αληθές δεν είπον, σεις δε από εμέ θ' ακούσητε μετ' ολίγον καθαράν την αλήθειαν. Αλλ' όμως, μα τον Δία, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν θα ακούσητε από εμέ λόγους καλλωπισμένους βεβαίως, καθώς είνε οι λόγοι των κατηγόρων μου, με φράσεις κομψάς και λέξεις εκλεκτάς, ουδέ εστολισμένους με ρητορικά σχήματα και περιόδους εντέχνους, αλλά θ' ακούσητε λόγους εκ του προχείρου, με απλότητα και με τας τυχούσας εις τον νουν μου ερχομένας λέξεις. Διότι έχω πεποίθησιν ότι είνε δίκαια, όσα θα είπω, κανείς δε από σας ας μη περιμένη τίποτε άλλο από εμέ. Διότι και δεν θα ήτο πρέπον βέβαια, καθώς φρονώ, εις την παρούσαν ηλικίαν μου, να εμφανίζωμαι ενώπιον του δικαστηρίου απαγγέλλων τορνευτούς λόγους ως κανέν μειράκιον. Και διά τούτο αύτη μάλιστα είνε η μόνη παράκλησίς μου, την οποίαν σας κάμνω, ω άνδρες Αθηναίοι, και αυτά μόνον ζητώ από σας. Εάν με ακούσητε ότι εις την απολογίαν μου μεταχειρίζομαι τους ιδίους λόγους και τον ίδιον τρόπον, με τον οποίον συνήθως ομιλώ δημοσία και παρά τους τραπεζίτας της αγοράς, εις την οποίαν θέσιν οι περισσότεροι από σας με έχουσιν ακούσει, και εις κάθε άλλο μέρος της πόλεως, εις τας παλαίστρας και εις τα εργαστήρια, να μη παραξενεύεσθε, μήτε να με χλευάζετε δι' αυτό, κάμνοντες θόρυβον. Διότι συμβαίνει το εξής: Σώρα πρώτην φοράν εγώ εμφανίζομαι ενώπιον δικαστηρίου, ενώ είμαι πλέον των εβδομήκοντα ετών. Όθεν εις εμέ είνε όλως διόλου ξένος και ασυνήθιστος ο τρόπος του λόγου, με τον οποίον ομιλούν εδώ. Καθώς λοιπόν, αν ετύχαινε να είμαι πραγματικώς ξένος, θα ηθέλετε με συγχωρήσει βεβαίως, καθώς φρονώ, εάν ωμίλουν με εκείνην την διάλεκτον και τον τρόπον, με τον οποίον είχον ανατραφή εις τον τόπον μου, τοιουτοτρόπως και τώρα εις την περίστασιν αυτήν σας παρακαλώ, και πιστεύω ότι η παράκλησίς μου είνε δικαία, εις μεν τον τρόπον του λόγου μου να μη προσέξητε, κακός ή καλός είνε· τούτο δε μόνον να παρατηρήτε, και εις τούτο να επιστήσητε όλην σας την προσοχήν, αν λέγω δίκαια ή όχι· διότι εις τούτο συνίσταται η αρετή του δικαστού, του δε ρήτορος αρετή είνε να λέγη μόνον την αλήθειαν.
2. Πρώτον μεν λοιπόν είναι δίκαιον να απολογηθώ, ω άνδρες Αθηναίοι, εις τας πρώτας εναντίον μου κατηγορίας ως ψευδείς και εις τους πρώτους κατηγόρους μου, έπειτα δε εις τας τελευταίας και εις τους τελευταίους κατηγόρους. Διότι εναντίον μου πολλοί υπήρξαν ενώπιόν σας κατήγοροι, οι οποίοι και από πολλά ακόμη έτη πρωτύτερα με κατηγόρησαν και καμμίαν αλήθειαν δεν είπαν. Αυτούς δε εγώ περισσότερον φοβούμαι παρά τον Άνυτον και τους συντρόφους του, αν και αυτοί οι τελευταίοι είνε πολύ φοβεροί· αλλ' εκείνοι οι άλλοι είνε πολύ φοβερώτεροι, ω άνδρες· διότι αυτοί τους περισσοτέρους εξ υμών σας παρελάμβανον, ως δι' εκπαίδευσιν, από την παιδικήν σας ηλικίαν, καθώς οι παιδαγωγοί, και προσεπάθουν να σας πείσουν με τας ψευδείς εναντίον μου κατηγορίας των να έχητε εσφαλμένην δι' εμέ γνώμην, λέγοντες ότι υπάρχει κάποιος εκεί Σωκράτης, σοφός άνθρωπος, ο οποίος καταγίνεται με τα μετέωρα, εξετάζων τον αέρα, τας βροντάς και τας αστραπάς, και έχει κάμει ερεύνας εις όλα, όσα υπάρχουν εις τους κόλπους της γης, και ημπορεί με τους λόγους του να κάμη δικαίαν μίαν άδικον υπόθεσιν. Ούτοι, ω άνδρες Αθηναίοι, επειδή διέσπειραν αυτήν την φήμην, είναι οι πλέον φοβεροί και επικίνδυνοι κατήγοροί μου. Διότι όσοι τους ήκουσαν, νομίζουν ότι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι ενασχολούνται εις αυτά τα ζητήματα, όχι μόνον είνε επιβλαβείς, αλλά και θεούς δεν πιστεύουν. Προσέτι οι κατήγοροι ούτοι είνε πολυάριθμοι και πολύν καιρόν τόρα εργάζονται εις την διάδοσιν αυτών των κατηγοριών, και προς τούτοις ωμίλουν προς υμάς, εις τοιαύτην μάλιστα ηλικίαν, κατά την οποίαν ευκολώτατα ηδύνασθε να τους πιστεύσητε, διότι ήσθε τότε παίδες οι περισσότεροι από σας, τινές δε και μειράκια, όταν με κατηγόρουν όλως διόλου ερήμην, χωρίς να ημπορή ο κατηγορούμενος να απολογηθή. Ό,τι δε είνε πολύ αδικώτατον πράγμα από όλα είνε τούτο, ότι και τα ονόματά των δεν είνε δυνατόν να τα γνωρίζητε και να είπητε αυτά, εκτός αν τύχη να είνε κανείς κωμωδοποιός βέβαια. όσοι δε με φθόνον ή με συκοφαντίαν σας εξηπάτων, και όσοι, διότι οι ίδιοι είχαν πεισθή, προσεπάθουν να πείσουν και άλλους, όλοι αυτοί μένουν άγνωστοι, και είνε διά τούτο παντάπασιν απρόσβλητοι· διότι δεν ημπορώ να εγκαλέσω εδώ τώρα ενώπιόν σας κανένα από αυτούς, ουδέ να εξελέγξω κανένα και να τον αποδείξω ψεύστην. Αλλ' είνε ανάγκη, διά να υπερασπίσω τον εαυτόν μου, όλως διόλου να σκιαμαχώ, καθώς λέγουν, και προς υπεράσπισίν μου να αντικρούω ενταύθα χωρίς να φαίνεται κανένας αντίπαλος. Παραδεχθήτε λοιπόν και σεις ότι, καθώς είπα, δύο ειδών υπήρξαν οι κατήγοροί μου· άλλοι μεν εκείνοι, οι οποίοι προ ολίγου τόρα με κατηγόρησαν, άλλοι δε εκείνοι, οι οποίοι προ πολλών ετών, διά τους οποίους τελευταίον ωμίλησα, και στοχασθήτε, σας παρακαλώ, ότι είνε ανάγκη πρώτον να απολογηθώ προς εκείνους τους πρώτους. Διότι ίσα-ίσα και σεις εκείνους πρωτύτερα ηκούσατε να με κατηγορούν και εκείνοι σας έκαμαν πολύ μεγαλυτέραν εντύπωσιν παρά αυτοί εδώ οι τελευταίοι.
Καλά λοιπόν. Πρέπει να απολογηθώ εις υπεράσπισίν μου, ω άνδρες Αθηναίοι, και να επιχειρήσω εις τόσον μικρόν χρονικόν διάστημα, όσον μου επιτρέπεται από τον νόμον να ομιλήσω, να εκβάλω από το πνεύμα σας την κακήν υπόληψιν, την οποίαν εκ των κατ' εμού συκοφαντιών εσχηματίσατε δι' εμέ εις τόσον μακρόν χρονικόν διάστημα, ώστε έχει πλέον κάμει βαθείας ρίζας. Θα επεθύμουν μεν βεβαίως με όλην την καρδίαν μου να κατορθώσω τούτο, το οποίον είνε καλόν και διά σας και δι' εμέ, και μάλιστα ακόμη περισσότερον από αυτό θα επεθύμουν, να κατορθώσω διά της απολογίας μου, ώστε όχι μόνον να αποβάλετε την κακήν περί εμού ιδέαν, αλλά περιπλέον και να σχηματίσετε καλήν γνώμην δι' εμέ. Αλλά στοχάζομαι ότι αυτό είνε δύσκολον, και δεν με διαφεύγει πολύ πόσην μεγάλην σπουδαιότητα τούτο έχει. Όμως αυτό μεν ας αποβή όπως είνε ευάρεστον εις τον θεόν, ημείς δε πρέπει να υπακούσωμεν εις τον νόμον και να απολογηθώμεν.
(μετάφραση Αλέξανδρος Μωραϊτίδης)
9. ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ (404 ή 411-322 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Φέρεται να γεννήθηκε στην Σινώπη. Θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κυνικής Φιλοσοφίας. Χρησιμοποιούσε τον αστεϊσμό και το λογοπαίγνιο ως μέσον για τα διδάγματά του. Πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στην φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί κανείς να την εξασφαλίσει.
10. ΕΥΗΜΕΡΟΣ Ο ΜΕΣΣΗΝΙΟΣ (330-250 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος της Κυρηναϊκής Σχολής, φίλος του βασιλιά Κασσάνδρου. Με παραγγελία του Κασσάνδρου, ο Ευήμερος ταξίδεψε στην νήσο Παγχαία του Περσικού Κόλπου. Στο έργο του Ιερή Αναγραφή περιγράφει την ζωή των κατοίκων του νησιού αυτού, ισχυριζόμενος ότι ήταν Κρητικοί που μεταφέρθηκαν εκεί με εντολή του ίδιου του Δία, και ζούσαν στην Παγχαία με καθεστώς κοινοκτημοσύνης. ο Ευήμερος διαμόρφωσε την θεωρία που έγινε γνωστή ως “Ευημερισμός”, δηλαδή την θεωρία ότι οι θεοί ήταν κάποτε άνθρωποι και στην συνέχεια θεοποιήθηκαν. Η θεωρία αυτή μεταφράστηκε από τον Κόιντο Έννιο στα λατινικά. Ο Ευήμερος δέχθηκε ιδιαίτερη κριτική, συγκεκριμένα ο Πλούταρχος στο έργο του «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» τον αποκαλεί άθεο. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης διέσωσε μερικά αποσπάσματα του έργου του Ευήμερου.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΙΕΡΑ ΑΝΑΓΡΑΦΗ»
«οι θεοί ήσαν άνθρωποι και απελευθερώθηκαν δια τας αρετάς αυτών».
«τους Παγχαίους μετεκόμισεν εκεί ο Ζευς εκ της Κρήτης και παρήγγειλε να έχωσι κοινωνίαν εμπορικήν με τους Κρήτας, τους προγόνους αυτών».
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C119/464/3084,12336/
http://www.logiosermis.net/2014/10/blog-post_459.html
http://art-hellas.blogspot.gr
https://master-lista.blogspot.gr/2011/01/blog-post_6839.html
http://enneaetifotos.blogspot.gr/2010/11/blog-post_7490.html
http://pixbam.com/consciousness/consciousness-shift/24196
https://master-lista.blogspot.gr/2015/04/blog-post_79.html
http://www.zeno.org/Kunstwerke/B/Ricci,+Sebastiano%3A+Opfer+für+die+Göttin+Vesta
http://bostinno.streetwise.co/topic/museum-of-fine-arts/
http://www.greek-language.gr
http://huntingingreece.blogspot.gr/2010/06/blog-post_06.html