ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.
1. ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ (341-271 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος. Ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή, με το όνομα Κήπος του Επίκουρου, η οποία θεωρείται από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνικής φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία του Επίκουρου αποτέλεσε την βάση της ατομιστικής αντίληψης για το σύμπαν και της υλιστικής μεταφυσικής. Από την Επικούρεια φιλοσοφική σχολή στην Αθήνα, τον Κήπο, διαδόθηκαν οι αρχές της Επικούρειας φιλοσοφίας σε όλο τον ελληνικό και αργότερα ρωμαϊκό κόσμο. Ο Επίκουρος, ήταν από τους πολυγραφότερους φιλοσόφους της Ιστορίας. Είχε συγγράψει έργα τα οποία αναπτύσσονταν σε 300 κυλίνδρους.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Ἐπίκουρος Μενοικεῖ χαίρειν.
μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν, μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν. οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. ὁ δὲ λέγων ἢ μήπω τοῦ φιλοσοφεῖν ὑπάρχειν ὥραν ἢ παρεληλυθέναι τὴν ὥραν, ὅμοιός ἐστιν τῷ λέγοντι πρὸς εὐδαιμονίαν ἢ μὴ παρεῖναι τὴν ὥραν ἢ μηκέτι εἶναι. ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι, τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων, τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων· μελετᾶν οὖν χρὴ τὰ ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν, εἴπερ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν.
ἃ δέ σοι συνεχῶς παρήγγελλον, ταῦτα καὶ πρᾶττε καὶ μελέτα,στοιχεῖα τοῦ καλῶς ζῆν ταῦτ᾽ εἶναι διαλαμβάνων. πρῶτον μὲν τὸν θεὸν ζῷον ἄφθαρτον καὶ μακάριον νομίζων, ὡς ἡ κοινὴ τοῦ θεοῦ νόησις ὑπεγράφη, μηθὲν μήτε τῆς ἀφθαρσίας ἀλλότριον μήτε τῆς μακαριότητος ἀνοίκειον αὐτῷ πρόσαπτε· πᾶν δὲ τὸ φυλάττειν αὐτοῦ δυνάμενον τὴν μετὰ ἀφθαρσίας μακαριότητα περὶ αὐτὸν δόξαζε. θεοὶ μὲν γὰρ εἰσίν· ἐναργὴς γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἡ γνῶσις· οἵους δ᾽ αὐτοὺς ‹οἱ› πολλοὶ νομίζουσιν, οὐκ εἰσίν· οὐ γὰρ φυλάττουσιν αὐτοὺς οἵους νοοῦσιν. ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν, ἀλλ᾽ ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας θεοῖς προσάπτων. οὐ γὰρ προλήψεις εἰσὶν ἀλλ᾽ ὑπολήψεις ψευδεῖς αἱ τῶν πολλῶν ὑπὲρ θεῶν ἀποφάσεις. ἔνθεν αἱ μέγισται βλάβαι ἐκ θεῶν ἐπάγονται καὶ ὠφέλειαι. ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται, πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες.
Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον· ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸνκαὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος. ὅθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν, οὐκ ἄπειρον προστιθεῖσα χρόνον, ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον.οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών, ἀλλ᾽ ὅτι λυπεῖ μέλλων. ὃ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ, προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ. τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν, ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ᾽ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας, ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν, οἳ δ᾽ οὐκέτι εἰσίν. ἀλλ᾽ οἱ πολλοὶ τὸν θάνατον ὁτὲ μὲν ὡς μέγιστον τῶν κακῶν φεύγουσιν, ὁτὲ δὲ ὡς ἀνάπαυσιν τῶν ἐν τῷ ζῆν ‹κακῶν αἱροῦνται. ὁ δὲ σοφὸς οὔτε παραιτεῖται τὸ ζῆν› οὔτε φοβεῖται τὸ μὴ ζῆν· οὔτε γὰρ αὐτῷ προσίσταται τὸ ζῆν οὔτε δοξάζεται κακὸν εἶναί τι τὸ μὴ ζῆν. ὥσπερ δὲ τὸ σιτίον οὐ τὸ πλεῖστον πάντως ἀλλὰ τὸ ἥδιστον αἱρεῖται, οὕτω καὶ χρόνον οὐ τὸν μήκιστον ἀλλὰ τὸν ἥδιστον καρπίζεται. ὁ δὲ παραγγέλλων τὸν μὲν νέον καλῶς ζῆν, τὸν δὲ γέροντα καλῶς καταστρέφειν, εὐήθης ἐστὶν οὐ μόνον διὰ τὸ τῆς ζωῆς ἀσπαστόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τὴν αὐτὴν εἶναι μελέτην τοῦ καλῶς ζῆν καὶ τοῦ καλῶς ἀποθνῄσκειν. πολὺ δὲ χείρων καὶ ὁ λέγων καλὸν μὴ φῦναι,
φύντα δ᾽ ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀίδαο περῆσαι.
εἰ μὲν γὰρ πεποιθὼς τοῦτό φησιν, πῶς οὐκ ἀπέρχεται ἐκ τοῦ ζῆν; ἐν ἑτοίμῳ γὰρ αὐτῷ τοῦτ᾽ ἐστίν, εἴπερ ἦν βεβουλευμένον αὐτῷ βεβαίως· εἰ δὲ μωκώμενος, μάταιος ἐν τοῖς οὐκ ἐπιδεχομένοις.
Μνημονευτέον δὲ ὡς τὸ μέλλον οὔτε πάντως ἡμέτερον οὔτε πάντως οὐχ ἡμέτερον,ἵνα μήτε πάντως προσμένωμεν ὡς ἐσόμενον μήτε ἀπελπίζωμεν ὡς πάντως οὐκ ἐσόμενον.
Ἀναλογιστέον δὲ ὡς τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαί, αἱ δὲ κεναί, καὶ τῶνφυσικῶν αἱ μὲν ἀναγκαῖαι, αἱ δὲ φυσικαὶ μόνον· τῶν δὲ ἀναγκαίων αἱ μὲν πρὸς εὐδαιμονίαν εἰσὶν ἀναγκαῖαι, αἱ δὲ πρὸς τὴν τοῦ σώματος ἀοχλησίαν, αἱ δὲ πρὸς αὐτὸ τὸ ζῆν.τούτων γὰρ ἀπλανὴς θεωρία πᾶσαν αἵρεσιν καὶ φυγὴν ἐπανάγειν οἶδεν ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ὑγίειαν καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν, ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος. τούτου γὰρ χάριν πάντα πράττομεν, ὅπως μήτε ἀλγῶμεν μήτε ταρβῶμεν. ὅταν δὲ ἅπαξ τοῦτο περὶ ἡμᾶς γένηται, λύεται πᾶς ὁ τῆς ψυχῆς χειμών, οὐκ ἔχοντος τοῦ ζῴου βαδίζειν ὡς πρὸς ἐνδέον τι καὶ ζητεῖν ἕτερον ᾧ τὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀγαθὸν συμπληρώσεται. τότε γὰρ ἡδονῆς χρείαν ἔχομεν, ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν· ‹ὅταν δὲ μὴ ἀλγῶμεν› οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα.
Μετάφραση:
Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ούτε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μην φιλοσοφεί. Κανένας δεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να φιλοσοφήσει ή ότι ο καιρός αυτός έχει περάσει πια, μοιάζει σ᾽ εκείνον ο οποίος λέει ότι δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για την ευτυχία ή ότι δεν είναι πια καιρός γι᾽ αυτήν. Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος: ο ένας για να μείνει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να ᾽ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύσει φόβος για τα μελλούμενα. Είναι λοιπόν ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε.
Τα πράγματα, που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι ξεχωρίζοντάς τα ως θεμελιώδεις αρχές της ευτυχισμένης ζωής. Πρώτ᾽ απ᾽ όλα, πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό, αθάνατο και ευτυχισμένο, σύμφωνα με την παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις σ᾽ αυτόν τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του, τίποτε αταίριαστο στην μακαριότητά του· απεναντίας, να πιστεύεις γι᾽ αυτόν οτιδήποτε είναι ικανό να διαφυλάξει την μακαριότητά του, την διαπλεγμένη με αθανασία. Οι θεοί υπάρχουν· πρόδηλη είναι η γνώση γι᾽ αυτούς. Ωστόσο δεν είναι, οι θεοί, όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος· γιατί δεν υπάρχει λογική συνοχή σε όσα πρεσβεύει ο πολύς κόσμος γι᾽ αυτούς. Και ασεβής δεν είναι όποιος αρνείται τους θεούς των πολλών ανθρώπων αλλά όποιος αποδίδει στους θεούς όσα οι πολλοί πιστεύουν γι᾽ αυτούς. Γιατί δεν είναι στέρεες παραστάσεις όσα οι πολλοί λένε για τους θεούς αλλά εικασίες δίχως αλήθεια, ότι δηλαδή οι μεγαλύτερες συμφορές και τα μεγαλύτερα ωφελήματα προέρχονται από τους θεούς. Γιατί οι άνθρωποι, εξοικειωμένοι πέρα για πέρα με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται μόνο τους όμοιούς τους, θεωρώντας ξένο ό,τι δεν είναι τέτοιας υφής.
Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα· γιατί κάθε καλό και κάθε κακό έγκειται στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αισθητό και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνωση, έτσι, ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα μας κάνει ευχάριστη την θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ᾽ αυτήν αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτε μέσα στην ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ᾽ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μην ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται νά ᾽ρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το ᾽χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ᾽ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για μας ένα τίποτε, ακριβώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι κοντά μας, κι όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση. Βέβαια, οι πολλοί από την μια πασχίζουν να αποφύγουν τον θάνατο ως την πιο μεγάλη, κατ᾽ αυτούς, συμφορά, κι από την άλλη τον αναζητούν ως ανάπαυση από τα δεινοπαθήματα της ζωής. Ωστόσο ο σοφός ούτε την ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί ούτε αποτελεί γι᾽ αυτόν ενόχληση το ότι ζει ούτε πάλι νομίζει ότι είναι κακό να μην ζει κανείς. Κι όπως στο φαγητό δεν προτιμά με κανέναν τρόπο την μεγαλύτερη ποσότητα αλλά το πιο εύγευστο, όμοια κι εδώ δεν απολαμβάνει τον διαρκέστερο χρόνο αλλά τον όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο. Κι αυτός πάλι που προτρέπει τον νέο να ζει όμορφα και τον γέροντα να δώσει όμορφο τέλος στην ζωή του είναι ανόητος, όχι μόνο επειδή η ζωή είναι κάτι επιθυμητό αλλά και επειδή το να ζει κανείς όμορφα και να πεθαίνει όμορφα είναι ένα και το αυτό εγχείρημα. Πολύ χειρότερος όμως είναι αυτός που λέει πως καλό είναι να μην γεννηθεί κανείς.
κι άμα γεννηθεί, γοργά
τις πύλες του Άδη να διαβεί.
Αν το λέει από πεποίθηση, γιατί δεν φεύγει από την ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν αυτό αποτελεί εδραία πεποίθησή του. Αν πάλι το λέει έτσι στ᾽ αστεία, δείχνει ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν το σηκώνουν.
Κι ακόμη πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι εντελώς δικό μας αλλά ούτε κι εντελώς όχι δικό μας, ώστε μήτε να το προσμένουμε ως εντελώς βέβαιο μήτε πάλι να απελπιζόμαστε πως δεν πρόκειται νά ᾽ρθει ποτέ!
Ας αναλογιστούμε ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές κι άλλες χωρίς ουσία, και ότι από τις φυσικές επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές· από τις αναγκαίες, τέλος, επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για την αποφυγή σωματικών ενοχλήσεων, και άλλες για την ίδια την ζωή. Η σωστή θεώρηση αυτών των πραγμάτων ξέρει να ανάγει καθετί που επιλέγουμε και καθετί που αποφεύγουμε στην υγεία του σώματος και την ηρεμία της ψυχής, αφούσε τούτο συνίσταται ο σκοπός της ευτυχισμένης ζωής. Για χάρη αυτού του στόχου κάνουμε ό,τι κάνουμε: για να μην αισθανόμαστε πόνο και να μην μας κυριεύει ο φόβος. Κι όταν κάποια στιγμή το κατορθώσουμε αυτό, αμέσως καταλαγιάζει όλη η θύελλα της ψυχής, αφού το ζωντανό πλάσμα δεν έχει πια ανάγκη να κατευθύνει τα βήματά του σε κάτι που του λείπει και να αναζητήσει κάτι με το οποίο θα ολοκληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Την ηδονή, βλέπεις, την χρειαζόμαστε όταν η στέρησή της μας προξενεί πόνο· όταν δεν αισθανόμαστε πόνο, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.
(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)
«ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ»
Αρχαίο κείμενο:
ἀνάγκη γὰρ τὸ πρῶτον ἐννόημα καθ' ἕκαστον φθόγγον βλέπεσθαι καὶ μηθὲν ἀποδείξεως προσδεῖσθαι, εἴπερ ἕξομεν τὸ ζητούμενον ἢ ἀπορούμενον καὶ δοξαζόμενον ἐφ' ὃ ἀνάξομεν. "Ἔτι τε κατὰ τὰς αἰσθήσεις δεῖ πάντα τηρεῖν καὶ ἁπλῶς τὰς παρούσας ἐπιβολὰς εἴτε διανοίας εἴθ' ὅτου δήποτε τῶν κριτηρίων, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ὑπάρχοντα πάθη, ὅπως ἂν καὶ τὸ προσμένον καὶ τὸ ἄδηλον ἔχωμεν οἷς σημειωσόμεθα. "Ταῦτα δεῖ διαλαβόντας συνορᾶν ἤδη περὶ τῶν ἀδήλων· πρῶτον μὲν ὅτι οὐθὲν γίνεται ἐκ τοῦ μὴ ὄντος. πᾶν γὰρ ἐκ παντὸςἐγίνετ' ἂν σπερμάτων γε οὐθὲν προσδεόμενον. καὶ εἰ ἐφθείρετο δὲ τὸ ἀφανιζόμενον εἰς τὸ μὴ ὄν, πάντα ἂν ἀπωλώλει τὰ πράγματα, οὐκ ὄντων εἰς ἃ διελύετο. καὶ μὴν καὶ τὸ πᾶν ἀεὶ τοιοῦτον ἦν οἷον νῦν ἐστι, καὶ ἀεὶ τοιοῦτον ἔσται. οὐθὲν γάρ ἐστιν εἰς ὃ μεταβάλλει. παρὰ γὰρ τὸ πᾶν οὐθέν ἐστιν ὃ ἂν εἰσελθὸν εἰς αὐτὸ τὴν μεταβολὴν ποιήσαιτο. "Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῦτο (fg. 24 Us.) καὶ ἐν τῇ Μεγάλῃ ἐπιτομῇ φησι κατ' ἀρχὴν καὶ ἐν τῇ αʹ Περὶ φύσεως τὸ πᾶν ἐστι <σώματα καὶ κενόν>· σώματα μὲν γὰρ ὡς ἔστιν, αὐτὴ ἡ αἴσθησις ἐπὶ πάντων μαρτυρεῖ, καθ' ἣν ἀναγκαῖον τὸ ἄδηλον τῷ λογισμῷ τεκμαίρεσθαι, ὥσπερ προεῖπον τὸ πρόσθεν. εἰ <δὲ> μὴ ἦν ὃ κενὸν καὶ χώραν καὶ ἀναφῆ φύσιν ὀνομάζομεν, οὐκ ἂν εἶχε τὰ σώματα ὅπου ἦν οὐδὲ δι' οὗ ἐκινεῖτο, καθάπερ φαίνεται κινούμενα. παρὰ δὲ ταῦτα οὐθὲν οὐδ' ἐπινοηθῆναι δύναται οὔτε περιληπτικῶς οὔτε ἀναλόγως τοῖς περιληπτοῖς ὡς καθ' ὅλας φύσεις λαμβανόμενα καὶ μὴ ὡς τὰ τούτων συμπτώματα ἢ συμβεβηκότα λεγόμενα. "Καὶ μὴν καὶ τῶν τοῦτο καὶ ἐν τῇ πρώτῃ Περὶ φύσεως καὶ τῇ ιδʹ καὶ ιεʹ καὶ τῇ Μεγάλῃ ἐπιτομῇ σωμάτων τὰ μέν ἐστι συγκρίσεις, τὰ δ' ἐξ ὧν αἱ συγκρίσεις πεποίηνται· ταῦτα δέ ἐστιν ἄτομα καὶ ἀμετάβλητα, εἴπερ μὴ μέλλει πάντα εἰς τὸ μὴ ὂν φθαρήσεσθαι, ἀλλ' ἰσχύοντα ὑπομένειν ἐν ταῖς διαλύσεσι τῶν συγκρίσεων, πλήρη τὴν φύσιν ὄντα, οὐκ ἔχοντα ὅπῃ ἢ ὅπως διαλυθήσεται. ὥστε τὰς ἀρχὰς ἀτόμους ἀναγκαῖον εἶναι σωμάτων φύσεις. "Ἀλλὰ μὴν καὶ τὸ πᾶν ἄπειρόν ἐστι. τὸ γὰρ πεπερασμένον ἄκρον ἔχει· τὸ δὲ ἄκρον παρ' ἕτερόν τι θεωρεῖται. ὥστε οὐκ ἔχον ἄκρον πέρας οὐκ ἔχει· πέρας δὲ οὐκ ἔχον ἄπειρον ἂν εἴη καὶ οὐ πεπερασμένον. "Καὶ μὴν καὶ τῷ πλήθει τῶν σωμάτων ἄπειρόν ἐστι τὸ πᾶν καὶ τῷ μεγέθει τοῦ κενοῦ. εἴ τε γὰρ ἦν τὸ κενὸν ἄπειρον τὰ δὲ σώματα ὡρισμένα, οὐθαμοῦ ἂν ἔμενε τὰ σώματα, ἀλλ' ἐφέρετο κατὰ τὸ ἄπειρον κενὸν διεσπαρμένα, οὐκ ἔχοντα τὰ ὑπερείδοντα καὶ στέλλοντα κατὰ τὰς ἀνακοπάς· εἴ τε τὸ κενὸν ἦν ὡρισμένον, οὐκ ἂν εἶχε τὰ ἄπειρα σώματα ὅπου ἐνέστη. "Πρός τε τούτοις τὰ ἄτομα τῶν σωμάτων καὶ μεστά, ἐξ ὧν καὶ αἱ συγκρίσεις γίνονται καὶ εἰς ἃ διαλύονται, ἀπερίληπτά ἐστι ταῖς διαφοραῖς τῶν σχημάτων· οὐ γὰρ δυνατὸν γενέσθαι τὰς τοσαύτας διαφορὰς ἐκ τῶν αὐτῶν σχημάτων περιειλημμένων. καὶ καθ' ἑκάστην δὲ σχημάτισιν ἁπλῶς ἄπειροί εἰσιν αἱ ὅμοιαι, ταῖς δὲ διαφοραῖς οὐχ ἁπλῶς ἄπειροι ἀλλὰ μόνον ἀπερίληπτοι, οὐδὲ γάρ φησιν ἐνδοτέρω εἰς ἄπειρον τὴν τομὴν τυγχάνειν. λέγει δέ, ἐπειδὴ αἱ ποιότητες μεταβάλλονται, εἰ μέλλει τις μὴ καὶ τοῖς μεγέθεσιν ἁπλῶς εἰς ἄπειρον αὐτὰς ἐκβάλλειν. "Κινοῦνταί τε συνεχῶς αἱ ἄτομοι φησὶ δὲ ἐνδοτέρω καὶ ἰσοταχῶς αὐτὰς κινεῖσθαι τοῦ κενοῦ τὴν εἶξιν ὁμοίαν παρεχομένου καὶ τῇ κουφοτάτῃ καὶ τῇ βαρυτάτῃ. τὸν αἰῶνα, καὶ αἱ μὲν εἰς μακρὰν ἀπ' ἀλλήλων διιστάμεναι, αἱ δὲ αὖ τὸν παλμὸν ἴσχουσιν ὅταν τύχωσι τῇ περιπλοκῇ κεκλειμέναι ἢ στεγαζόμεναι παρὰ τῶν πλεκτικῶν. "Ἥ τε γὰρ τοῦ κενοῦ φύσις ἡ διορίζουσα ἑκάστην αὐτὴν τοῦτο παρασκευάζει, τὴν ὑπέρεισιν οὐχ οἵα τε οὖσα ποιεῖσθαι· ἥ τε στερεότης ἡ ὑπάρχουσα αὐταῖς κατὰ τὴν σύγκρουσιν τὸν ἀποπαλμὸν ποιεῖ, ἐφ' ὁπόσον ἂν ἡ περιπλοκὴ τὴν ἀποκατάστασιν ἐκ τῆς συγκρούσεως διδῷ. ἀρχὴ δὲ τούτων οὐκ ἔστιν, ἀιδίων τῶν ἀτόμων οὐσῶν καὶ τοῦ κενοῦ. φησὶ δ' ἐνδοτέρω μηδὲ ποιότητά τινα περὶ τὰς ἀτόμους εἶναι πλὴν σχήματος καὶ μεγέθους καὶ βάρους· τὸ δὲ χρῶμα παρὰ τὴν θέσιν τῶν ἀτόμων ἀλλάττεσθαι ἐν ταῖς Δώδεκα στοιχειώσεσί φησι. πᾶν τε μέγεθος μὴ εἶναι περὶ αὐτάς· οὐδέποτε γοῦν ἄτομος ὤφθη αἰσθήσει.
Μετάφραση:
Πράγματι, είναι αναγκαίο η αρχική σημασία κάθε λέξης να είναι φανερή και να μην χρειάζεται καθόλου απόδειξη, εάν βέβαια θέλουμε να έχουμε κάτι στο οποίο να μπορούμε να ανάγουμε το αντικείμενο της έρευνας ή το θέμα της απορίας ή την γνώμη. Πρέπει επιπλέον οπωσδήποτε να στηριζόμαστε στις αισθήσεις μας, προσηλωμένοι στις παρούσες παραστάσεις που μας δίνουν είτε ο νους είτε οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, καθώς επίσης και στα υπαρκτά συναισθήματα, ώστε να μπορούμε, με την βοήθειά τους, να αποδεικνύουμε αυτά που προσμένουν επιβεβαίωση και αυτά που είναι αφανή. Αφού καθορίσαμε αυτά τα σημεία, πρέπει τώρα να εστιάσουμε την προσοχή στα αφανή. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να πούμε ότι τίποτα δεν γίνεται από το μη ον, διαφορετικά το κάθε τι θα μπορούσε να γίνει από το κάθε τι χωρίς να έχει ανάγκη από κάποιο σπέρμα. Και αν αυτό που εξαφανίζεται καταστρεφόταν στο μη ον, όλα τα πράγματα θα είχαν ήδη χαθεί, δεδομένου ότι αυτά στα οποία θα διαλύονταν δεν θα υπήρχαν. Και όμως το σύμπαν ήταν πάντα το ίδιο που είναι τώρα και θα είναι το ίδιο επ’ άπειρον. Πράγματι, δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο θα μπορούσε να μεταβληθεί, επειδή δεν υπάρχει τίποτα έξω από το σύμπαν που θα μπορούσε να εισδύσει και να προκαλέσει αλλαγή. Αλλά και το σύμπαν αποτελείται από σώματα και από κενό. Ότι υπάρχουν τα σώματα, το επιβεβαιώνει πριν απ’ όλα σε κάθε περίπτωση η αίσθηση, με βάση την οποίαν είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτόμαστε και να βγάζουμε συμπεράσματα για τα αφανή, όπως είπα πιο πάνω. Εάν, από την άλλη μεριά, δεν υπήρχε αυτό που ονομάζουμε κενό, ή χώρο ή αμετάβλητη φύση, τότε τα σώματα δεν είχαν που να σταθούν ούτε που να κινηθούν, κάτι που όπως φαίνεται κάνουν. Και πέραν από αυτά τα πράγματα, τα σώματα και το κενό, δεν μπορούμε τίποτα να διανοηθούμε, ούτε μέσω της άμεσης αντίληψης ούτε σε αναλογία με τις άμεσες αντιλήψεις, που θα μπορούσαν να εκληφθούν σαν ολοκληρωμένες φυσικές οντότητες και όχι σαν αυτά που ονομάζουν μόνιμες ή παροδικές ιδιότητες των σωμάτων ή του κενού. Και μάλιστα ανάμεσα στα σώματα υπάρχουν κάποια που είναι σύνθετα και κάποια άλλα από τα οποία αποτελούνται τα σύνθετα. Αυτά εδώ, που κάνουν τα σύνθετα, είναι άτμητα και αμετάβλητα, εφόσον δεν θέλουμε όλα τα πράγματα να καταλήξουν στο μη ον, αλλά να παραμείνουν, μετά την διάλυση των συνθέτων, ανθεκτικά στοιχεία μιας συμπαγούς φύσης και να μην μπορούν με κανένα τρόπο να διαλυθούν. Συνεπώς, τα πρωταρχικά στοιχεία είναι κατ’ ανάγκην οι άτμητες ουσίες. Επιπλέον το σύμπαν είναι άπειρο. Πράγματι, κάθε τι που είναι περιορισμένο, έχει όριο, και αυτό εδώ το όριο γίνεται αντιληπτό σε σχέση με κάτι που είναι έξω από αυτό, κατά τρόπο που εάν δεν υπάρχει όριο δεν υπάρχει πέρας, αλλά εάν δεν υπάρχει πέρας είναι άπειρο και δεν είναι περιορισμένο. Το σύμπαν είναι επίσης άπειρο σε σχέση με την ποσότητα των σωμάτων και την έκταση του κενού. Επειδή, εάν το κενό ήταν άπειρο και ο αριθμός των σωμάτων πεπερασμένος, αυτά εδώ δεν θα παρέμεναν πουθενά, αλλά θα μεταφέρονταν διεσπαρμένα μέσα στον άπειρο κενό, επειδή δεν θα είχαν σημείο στήριξης και δεν θα συγκρατούνταν από την σύγκρουση. Εάν από την άλλη μεριά, το κενό ήταν περιορισμένο, δεν θα υπήρχε χώρος για να περιλάβει τα άπειρα σε αριθμό σώματα. Επιπλέον, τα άτμητα και συμπαγή σώματα, από τα οποία σχηματίζονται τα σύνθετα σώματα και στα οποία αποσυντίθενται, έχουν απροσδιόριστη ποικιλία σχημάτων. Δεν είναι δυνατόν, πράγματι, να προκύψει τέτοια ατελείωτη ποικιλία από τα ίδια σχήματα σε περιορισμένο αριθμό. Τα άτομα από κάθε σχήμα, τα όμοια δηλαδή, είναι άπειρα, στις διαφορές όμως κατά το σχήμα δεν είναι εντελώς άπειρα, αλλά μόνο απροσδιόριστα.
[Διότι, όπως το λέει πιο κάτω, δεν είναι καθόλου δυνατή η διαίρεση μέχρι το άπειρο, επειδή, λέει, οι ιδιότητες μεταβάλλονται], εάν δεν πρόκειται κανείς να ανάγει τα μεγέθη τους στο άπειρο. Τα άτομα κινούνται συνεχώς στην αιωνιότητα, [και πιο κάτω λέει ότι τα άτομα κινούνται με ίση ταχύτητα, διότι το κενό παρέχει την ίδια δυνατότητα και στο πολύ ελαφρύ και στο πολύ βαρύ], και άλλα μεν απέχοντας μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο, άλλα δε αρχίζοντας να πάλλονται μόλις τύχει να λοξέψουν για να συνδεθούν περιπλεκόμενα σε σύνθετα σώματα ή όταν καλύπτονται από άτομα κατάλληλα να περιπλακούν. Επειδή είναι στην φύση του κενού να διαχωρίζει τα άτομα τα μεν από τα δε, καθώς δεν μπορεί να τα συγκρατήσει. Και η στερεότητα που είναι σύμφυτη στα άτομα παράγει την αναπήδηση μετά την σύγκρουση, στο μέτρο που η συμπλοκή τους επιτρέπει να επανέλθουν μετά την σύγκρουση στην προηγούμενη κατάσταση. Δεν υπάρχει αρχή σε αυτήν την διαδικασία, δεδομένου ότι τα άτομα και το κενό υπάρχουν σε όλη την αιωνιότητα. Ποτέ, είναι αλήθεια, κανένα άτομο δεν έγινε αντιληπτό με τις αισθήσεις.
«ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Τὸ μακάριον καὶ ἄφθαρτον οὔτε αὐτὸ πράγματα ἔχει οὔτε ἄλλῳ παρέχει, ὥστε οὔτε ὀργαῖς οὔτε χάρισι συνέχεται· ἐν ἀσθενεῖ γὰρ πᾶν τὸ τοιοῦτον. ἐν ἄλλοις δέ φησι τοὺς θεοὺς λόγῳ θεωρητούς, οὓς μὲν κατ' ἀριθμὸν ὑφεστῶτας, οὓς δὲ καθ' ὁμοείδειαν ἐκ τῆς συνεχοῦς ἐπιρρύσεως τῶν ὁμοίων εἰδώλων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀποτετελεσμένων, ἀνθρωποειδεῖς.
Τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ καὶ (ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ φυσικαὶ καὶ) οὐκ ἀναγκαῖαι͵ αἱ δὲ οὔτε φυσικαὶ οὔτε ἀναγκαῖαι͵ ἀλλὰ παρὰ κενὴν δόξαν γινόμεναι. (φυσικὰς καὶ ἀναγκαίας ἡγεῖται ὁ Ἐπίκουρος τὰς ἀλγηδόνος ἀπολυούσας͵ ὡς ποτὸν ἐπὶ δίψους· φυσικὰς δὲ οὐκ ἀναγκαίας δὲ τὰς ποικιλλούσας μόνον τὴν ἡδονὴν͵ μὴ ὑπεξαιρουμένας δὲ τὸν ἄλγημα͵ ὡς πολυτελῆ σιτία· οὔτε δὲ φυσικὰς οὔτε ἀναγκαίας͵ ὡς στεφάνους καὶ ἀνδριάντων ἀναθέσεις).
Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως, <οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως> ἄνευ τοῦ ἡδέως. ὅτῳ δὲ τοῦτο μὴ ὑπάρχει ἐξ οὗ ζῆν φρονίμως, καὶ καλῶς καὶ δικαίως ὑπάρχει, οὐκ ἔστι τοῦτον ἡδέως ζῆν.
Πειρᾶσθαι τὴν ὑστέραν τῆς προτέρας κρείττω ποιεῖν, ἕως ἂν ἐν ὁδῷ ὦμεν ἐπειδὰν δ ἐπὶ πέρας ἔλθωμεν, ὁμαλῶς εὐφραίνεσθαι.
Τὸ τῆς ψυχῆς ἀχάριστον λίχνον ἐποίησε τὸ ζῷον εἰς ἄπειρον τῶν ἐν διαίτῃ ποικιλμάτων.
Μετάφραση:
Το μακάριο και το άφθαρτο ον (ο Θεός) ούτε το ίδιο έχει έγνοιες, ούτε σε άλλον δημιουργεί. Κατά συνέπεια, ούτε οργίζεται ούτε κάνει χάρες. Διότι αυτά είναι γνωρίσματα ασθενούς όντος. [Σε άλλα σημεία λέει ότι οι θεοί γίνονται αντιληπτοί με τον νου, ότι άλλοι μεν υφίστανται κατ' αριθμόν (δηλ. ως ατομικότητες), άλλοι δε κατά την ομοιότητά τους, ότι σχηματίσθηκαν από την συνεχή (προσθετική) ροή των ομοίων ειδώλων που καταλήγουν στο ίδιο σημείο, (και) ότι είναι ανθρωπόμορφοι..]
(μετάφραση Χρήστος Γιαπιτζάκης - Αρχοντία Λιοντάκη)
Από τις επιθυμίες, οι μεν είναι φυσικές και αναγκαίες, άλλες φυσικές αλλά μη αναγκαίες και άλλες ούτε φυσικές ούτε και αναγκαίες, αλλά δημιουργούνται από τις κενές δόξες (κενές γνώμες). Οι φυσικές και αναγκαίες, λέει ο Επίκουρος, είναι αυτές που διώχνουν τον πόνο όπως το ποτό διώχνει την δίψα. Οι φυσικές και μη αναγκαίες είναι αυτές που ποικίλλουν μόνον την ηδονή και δεν διώχνουν τον πόνο, όπως τα πολυτελή γεύματα. Οι δε μη φυσικές και μη αναγκαίες είναι όπως αυτές για στεφάνια και αναθέσεις ανδριάντων.
Δεν ζει κανείς ηδονικά δίχως φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη, ούτε δίχως την ηδονή μπορεί κανείς να ζει με φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη. Όταν δεν υπάρχει αυτό, δεν υπάρχει ηδονική ζωή.
(μετάφραση Τάκης Παναγιωτόπουλος)
Να προσπαθούμε την επόμενη μέρα να την κάνουμε καλύτερη απ’ την προηγούμενη, όσο βρισκόμαστε στο δρόμο (της ζωής). Κι όταν φτάνουμε στο τέρμα, να ηρεμούμε με ευχαρίστηση.
Το ανικανοποίητο της ψυχής έκανε να ποθεί κανείς απεριόριστα την ποικιλία της ζωής.
(μετάφραση Θανάσης Γιαπιτζάκης - Μπάμπης Πατζόγλου)
2. ΜΗΤΡΟΔΩΡΟΣ Ο ΛΑΜΨΑΚΗΝΟΣ (331/330-278/277 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας επικούρειος φιλόσοφος τον οποίον ο Κικέρων αποκαλούσε "Δεύτερο Επίκουρο". Γεννήθηκε στην Λάμψακο στην περιοχή του Ελλησπόντου. Υπήρξε ο προσφιλέστερος μαθητής και ο καλύτερος φίλος του Επίκουρου ο οποίος και του αφιέρωσε πολλά συγγράμματά του. Ο Μητρόδωρος ήταν θεματοφύλακας της φιλοσοφίας του Επίκουρου. Συνέγραψε σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο 12 έργα. Από τα έργα του που μνημονεύει ο Διογένης ο Λαέρτιος ελάχιστα αποσπάσματα διέσωσαν ο Πλούταρχος, ο Σενέκας και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ»

Αρχαίο κείμενο:
Χ. Μέμνησο ὅτι θνητὸς ὢν τῇ φύσει καὶ λαβὼν χρόνον ὡρισμένον ἀνέβης τοῖς περὶ φύσεως διαλογισμοῖς ἐπὶ τὴν ἀπειρίαν καὶ τὸν αἰῶνα καὶ κατεῖδες τὸ τ’ ἐοντα τὰ τ’ ἐσσόμενα πρὸ τὰ ἐοντα. (Μητρόδωρος)
XLVII. Προκατείλημμαι σέ, ὦ τύχῃ, καὶ πᾶσαν σήν παρείσδυσιν ἐνέφραξα, καὶ οὔτε σοὶ οὔτε ἅλλῃ οὐδεμιᾷ περιστάσει δώσομεν ἑαυτοὺς ἐκδότους ἀλλ ὅταν ἡμᾶς τὸ χρεὼν ἐξάγῃ, μέγα προπτύσαντες τῷ ζῆν καὶ τοῖς αὐτῷ κενῶς περιπλαττομένοις ἀπίμεν ἐκ τοῦ ζῆν μετὰ καλοῦ παιῶνος ἐπιφωνοῦντες ὡς ἠμῖν βεβίωται. (Μητρόδωρος)
Μετάφραση:
Να θυμάσαι ότι αν και είσαι θνητός σύμφωνα με την φύση και έχεις λάβει μια περιορισμένη διάρκεια ζωής, ανέβηκες με τους διαλογισμούς περί της φύσης τόσο στην άπειρία της, όσο και στην αιωνιότητά της και είδες καθαρά τα τωρινά, τα μελλούμενα και τα παρελθόντα.
(μετάφραση Τάκης Παναγιωτόπουλος)
Ω τύχη, σε έχω προκαταλάβει και έχω φράξει κάθε σου παρείσφρηση. Και ούτε σε σένα, ούτε σε καμία άλλη περίσταση, θα αφήσουμε τους εαυτούς μας εκτεθειμένους. Αλλά όταν θα πρέπει να τελειώσουμε, αφού φτύσουμε και την ζωή αλλά και εκείνους που προσκολλούνται σ’ αυτήν κενολογώντας, θα αποχωρήσουμε από την ζωή, τραγουδώντας έναν όμορφο ύμνο για το πόσο ωραία ζήσαμε.
(μετάφραση Χρήστος Γιαπιτζάκης)
«ΑΝΥΠΟΠΤΟΝ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Προς μέν τ’ άλλα δυνατόν ασφαλείαν πορίσασθαι, χάριν δε θανάτου ανθρώποι πόλιν ατείχιστον οικούμεν.
Μετάφραση:
Για όλα τα άλλα είναι δυνατόν να εξασφαλιστούμε, χάρη στον θάνατο όμως όλοι οι άνθρωποι κατοικούμε σε ατείχιστη πόλη.
(μετάφραση Τάκης Παναγιωτόπουλος)
3. ΜΕΝΙΠΠΟΣ (310-255 π.Χ.)
Ήταν ηδονικόςκυνικός φιλόσοφος και σατιρικός συγγραφέας που γεννήθηκε στα Γάδαρα, αρχαία Ελληνική πόλη της Συρίας (Μένιππος εκ Γαδάρων). Τα έργα του, τα οποία δεν σώζονται σήμερα, επηρέασαν σημαντικά τα έργα του Βάρρωνα και του Λουκιανού. Η Μενίππεια σάτιρα πήρε το όνομα της από αυτόν.
4. ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ (240-210 π.Χ.)
Ο Πολύστρατος ήταν μαθητής του Επίκουρου. Ανέλαβε ως καθηγεμόνας τον Κήπο μετά τον Έρμαρχο. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο γι’ αυτόν. Από τα έργα του, σώζονται μόνο όσα βρέθηκαν στην βίλα των παπύρων στο Herkulaneum και είναι τα εξής: Μερικά αποσπάσματα από το περίφημο βιβλίο του "Περί αλόγου καταφρονήσεως", και ίχνη από το βιβλίο του «Περί Φιλοσοφίας».
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΕΡΙ ΑΛΟΓΟΥ ΚΑΤΑΦΡΟΝΗΣΕΩΣ»

Αρχαίο κείμενο:
“Φυσιολογήσαντας δ’ ορθώς περί πάντων τούτων μόνως έστι [τ]ην αλήθειαν συνιδείν. Και γαρ τα δυνατά και αδύνατα, είτε κατά ουσίαν ε[ιτε κα]τα δ[ύν]αμιν ή [ενε]ργειαν [ην]τιναούν, ούτως μόνως έστιν κατ[α]νοήσαι και τα μέχρ[ι π]οσού δυνατά ή μη [δυ]νατά υ[πά]ρχειν ή ποιεί[ν] τι ή μ[ή πο]ιείν και τα ψευ[δή των] κατά τους μύθ[ους ή τα]ς των πολλ[ών] δόξ[ας παραδ]εδομένων ή και [κε]ν[ώς κ]ατά ονδήπο[τε] π[αρ]αδεδομ[ένων…] * * * π[ά]ντα φόβ[ο]ν ή πάσα υποψίαν μ[ά]τα[ι]ον αφαιρεί. Ωσαύτω[ς δ]ε και τα λοιπά ψυχής πάθη πανθ’ όσα παρά κενάς και ψευδείς δόξας εγγ[ί]νεται. Και μόνη τον ελεύθερον βίον παρασκευάζει θαρρήσασης της διανοίας εκ πάντων των αιτιών όσα ταραχήν επιφέρει κ[εν]ώς και πάσης αγνοίας τε και απάτης και ψευδοδοξία[ς] απολυθ[είσ]ης, όπερ ην [τ]έλος [τ]ου [αρί]στου βίου.
Μετάφραση:
Και όσοι ασχολούνται με την φύση ορθολογικά , υπάρχει μόνο ένας τρόπος να καταλάβουν από κοινού την αλήθεια για όλα αυτά. Επειδή και τα δυνατά και τα αδύνατα είτε στην ουσία τους είτε στην δυναμική τους είτε στην ενέργειά τους μερικά ήταν ανέκαθεν έτσι, λοιπόν, ώστε έτσι μόνο κατανοούνται και εκείνα που είναι μέχρι ενός ορίου δυνατόν ή δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν ή να δημιουργούν κάτι ή να μην δημιουργούν κάτι και τα ψέματα που μας παραδίδονται στους μύθους και στις απόψεις των πολλών ή και τα κατά οποιονδήποτε τρόπο κούφια λόγια που μεταδίδονται… Αφαιρεί κάθε φόβο και κάθε μάταιη υποψία. Και με τον ίδιο τρόπο μεταβάλλει και τα υπόλοιπα πάθη της ψυχής, όλα όσα προκύπτουν σε κούφιες και ψευδείς απόψεις. Και ετοιμάζει αυτή η ίδια μόνη της την ελεύθερη ζωή όταν ο νους με θάρρος αντιμετωπίζει όσα απ’ όλες αυτές τις αιτίες φέρνουν ταραχή με κενό τρόπο και αφού εγκαταλείπει και κάθε άγνοια και απάτη και ψεύτικη δοξασία, το οποίο ήταν το τέλος της άριστης ζωής.
(μετάφραση Μπάμπης Πατζόγλου)
5. ΦΙΛΩΝΙΔΗΣ (200-130 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος της σχολής των Επικούρειων και μαθηματικός με καταγωγή από την Λαοδίκεια της Συρίας (σημερινή Λαττάκεια), και ήταν μέλος της βασιλικής αυλής της δυναστείας των Σελευκιδών υπό τον Αντίοχο Δ´ Επιφανή και τον Δημήτριο Α´ Σωτήρ. Είναι γνωστός κυρίως μέσω του έργου Βίος Φιλονίδου ο οποίος ανακαλύφθηκε ανάμεσα στους παπύρους του Ερκολάνο στην βίλα των παπύρων στο Ερκολάνο, αρχαία Ηράκλεια κοντά στη Νάπολη. Ήταν διάσημος ως μαθηματικός και αναφορά σε αυτόν γίνεται και από τον Απολλώνιο τον Περγαίο στο εισαγωγικό σημείωμα του δεύτερου βιβλίου του έργου των Κωνικών. Συνέλεγε επίσης με ιδιαίτερη θέρμη τα έργα του Επίκουρου και των συνεργατών του, και αναφέρεται πως εξέδωσε πάνω από 100 πραγματείες οι οποίες πιθανώς ήταν συλλογές των κειμένων που συνέλεγε.
6. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΛΑΚΩΝ (2ος αιώνας π.Χ.)
Επικούρειος φιλόσοφος. Κατά τον Στράβωνα, μαθήτευσε κοντά στον επίσης Επικούρειο Πρώταρχο. Ο Διογένης ο Λαέρτιος τον αναφέρει στον κατάλογο των επικούρειων, ως σύγχρονο του Ζήνωνα του Σιδώνιου. Από επιστημονικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι ο Δημήτριος έγραψε μεγάλο αριθμό έργων, τα κυριότερα από τα οποία είναι, «Εξήγησις γλωσσών Ιπποκράτους», «Περί ποιημάτων», «Περί ρητορικής» και «Περί γεωμετρίας».
7. ΖΗΝΩΝ Ο ΣΙΔΩΝΙΟΣ (150-70 π.Χ.)
Ήταν επικούρειος φιλόσοφος. Έχει χαρακτηριστεί ως ο «κορυφαίος επικούρειος». κείμενα του Ζήνωνα δεν έχουν διασωθεί, αλλά ανάμεσα στα απανθρακωμένα απομεινάρια των παπύρων της Βίλλας των Παπύρων στο Herculaneum (Ηράκλειο), βρέθηκε μία “Επιτομή της Συμπεριφοράς και του Χαρακτήρα” από τις Διδασκαλίες του Ζήνωνα γραμμένη από τον μαθητή του Φιλόδημο.
8. ΦΑΙΔΡΟΣ (138-70 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας επικούρειος φιλόσοφος που άκμασε περί το τέλος του 2ου και αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. Ήταν μαθητής του Απολλόδωρου και του Ζήνωνα του Σιδωνίου. Μαθητής του ήταν ο Κικέρων οοποίος στο έργο του «Περί φύσεως των Θεών» χρησιμοποίησε αντίστοιχο θεολογικό σύγγραμα του δασκάλου του Φαίδρου «Περί Θεών».
9. ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ Ο ΓΑΔΑΡΗΝΟΣ (110-40 π.Χ.)
Γεννήθηκε στα Γάδαρα της Παλαιστίνης και ήταν Έλληνας επικούρειος φιλόσοφος και ποιητής, με πλούσιο συγγραφικό έργο. Φιλοσοφικά κείμενά του ανακαλύφθηκαν σχετικά πρόσφατα, όταν στα μέσα του 18ου αιώνα στο Ηράκλειο σημερινό Ερκολάνο, μια παραθαλάσσια πόλη πλησίον της Πομπηίας, η αρχαιολογική ανασκαφή έφερε στο φως 1100 περίπου παπυρικά κείμενα που βρέθηκαν θαμμένα (αποτέλεσμα της γνωστής ηφαιστιακής έκρηξης) στο εσωτερικό μιας επιβλητικής ρωμαϊκής βίλας.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΡΟΣ ΣΟΦΙΣΤΑΣ – ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΤΕΤΡΑΦΑΡΜΑΚΟΣ»

Αρχαίο κείμενο:
Ἄφοβον ὁ θεός,
ἀνύποπτον ὁ θάνατος,
καὶ τἀγαθόν μὲν εὔκτητον.
τὸ δὲ δεινόν εὐεκκαρτέρητον.
Μετάφραση:
Ο θεός δεν εμπνέει φόβο,
ο θάνατος δε φέρνει ταραχή,
το αγαθό αποκτιέται εύκολα
και το κακό υποφέρεται εύκολα.
(μετάφραση Τάκης Παναγιωτόπουλος)
«ΠΕΡΙ ΠΑΡΡΗΣΙΑΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Μετά πολλής πεποιθήσεως άλλους νουθετήσομεν
και νυν και διαπρέψαντες οι καθηγητών
ούτως απότομοι γενηθέντες και το συνέχον
και κυριότατον επικούρωι καθ’ ον ζην
ηιρήμεθα πειθαρχήσομεν ως και παρρησίαι.
Μετάφραση:
Ως Επικούρειοι έχουμε την πρόθεση ότι με πολλή πεποίθηση
θα διδάξουμε τους άλλους και τώρα και όταν διαπρέψουμε,
όσοι έτσι απότομα γεννηθούμε από τους καθηγητές,
αλλά το ενωτικό και πιο σημαντικό είναι ότι θα πειθαρχούμε στον Επίκουρο, σύμφωνα με τον οποίο επιλέξαμε να ζούμε
καθώς και στην ελεύθερη και θαρρετή έκφραση γνώμης.
(μετάφραση Χρήστος Γιαπιτζάκης)
10. ΜΑΡΚΟΣ ΤΥΛΛΙΟΣ ΚΙΚΕΡΩΝ (106-47 π.Χ.)
Γνωστός και ως Κικέρων, ήταν Ρωμαίος Φιλόσοφος, Πολιτικός, Δικηγόρος, Ρήτορας, Ύπατος και συνταγματολόγος. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια και θεωρείται ευρέως ως ένας από τους μεγαλύτερους ρήτορες και πεζογράφους. Γεννήθηκε στην έπαυλη της οικογενείας του στο Αρπίνο. Μορφώθηκε στη Ρώμη με δασκάλους τον γραμματικό Λεύκιο Αίλιο (Πραικονίνο Στίλωνα), τον Απολλώνιο Μόλωνα, έναν από τους μεγαλύτερους ρήτορες της Σχολής της Ρόδου, τον Αρχηγό της αποκαλούμενης τετάρτης ακαδημίας Λαρισαίο Φίλωνα, τον επικούρειο Φαίδρο και τον στωικό Διόδοτο. Τα συγγράμματα του Κικέρωνα μπορούν να διαιρεθούν στις παρακάτω κατηγορίες: Ρητορικοί λόγοι, τεχνολογικά συγγράμματα, φιλοσοφικά συγγράμματα, επιστολές. Από τους συνολικά 107 λόγους του, μόνο πενήντα επτά σώζονται σήμερα.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΚΑΚΑ»

Βιβλίο 1ο Κεφάλαιο 6:
Ο Επίκουρος, εκεί όπου ακολουθεί τον Δημόκριτο, δεν κάνει σχεδόν κανένα λάθος. Αλλά, πέραν από το ότι δεν συμφωνώ ούτε με τον έναν , ούτε με τον άλλο σε πολλά θέματα, διαφωνώ ακόμα περισσότερο με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την φύση. Αν και υπάρχουν στη φύση δύο συστατικά, αφ’ ενός η ύλη από την οποία έχουν όλα κατασκευασθεί, και αφετέρου αυτό που δίνει την μορφή σε κάθε πράγμα, ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος έχουν μιλήσει μόνο για την ύλη και δεν έχουν μιλήσει καθόλου για την πραγματική αιτία των πάντων. Να τι παρέλειψαν και ο ένας και ο άλλος: Αλλά να τα λάθη του ίδιου του Επίκουρου.
Ισχυρίζεται ότι τα άτομα κινούνται από μόνα τους κατευθείαν προς τα κάτω, και ότι αυτή είναι η φυσική κίνηση όλων των σωμάτων. Κατόπιν ο επιτήδειος φιλόσοφος σκεπτόμενος ότι, εάν όλα τα άτομα κινούνταν προς τα κάτω σε ευθεία γραμμή, δεν θα συνέβαινε ποτέ κάποιο άτομο να μπορεί να αγγίξει κάποιο άλλο, φαντάστηκε με επιδεξιότητα μια αδιόρατη κίνηση παρέκκλισης, με αποτέλεσμα μόλις τα άτομα συναντήσουν το ένα το άλλο να ενώνονται, να ζευγαρώνουν και να προσκολλώνται μεταξύ τους. Εδώ διακρίνω μια παιδαριώδη φαντασία, και συγχρόνως βλέπω ότι αυτή δεν μπορεί καθόλου να είναι αποτελεσματική για το σύστημά του. Πράγματι, πρόκειται για καθαρή φαντασία, που δίνει στα άτομα μια ελαφρά κίνηση παρέκκλισης, για την οποία δεν επικαλείται καμία αιτία, πράγμα που είναι ντροπή για ένα φυσικό φιλόσοφο, και συγχρόνως, αφαιρεί από τα άτομα, χωρίς καμία αιτία, την ευθύγραμμη κίνηση από πάνω προς τα κάτω, που είχε δεχθεί ως φυσική κίνηση για όλα τα σώματα. Και όμως, παρ’ όλες αυτές τις υποθέσεις που εφευρίσκει, δεν μπορεί να φτάσει στο αποτέλεσμα που ισχυρίζεται. Επειδή, εάν όλα τα άτομα έχουν εξίσου μια κίνηση παρέκκλισης, δεν πρόκειται ποτέ να συμπλεχτούν μεταξύ τους. Ή, εάν κάποια παρεκκλίνουν, ενώ κάποια άλλα κινούνται σε ευθεία γραμμή προς τα κάτω: αλλά η ίδια τους η φυσική τάση, κατά πρώτο λόγο θα είναι ισοδύναμη να καθορίζει στα άτομα τις διαφορετικές λειτουργίες τους, κάποια να κινούνται σε ευθεία γραμμή και κάποια να έχουν πλάγια κίνηση. Και κατά δεύτερο λόγο, (τον ίδιο ψόγο μπορούμε να αποδώσουμε και στο Δημόκριτο), δεν θα ήταν ποτέ λιγότερο απίθανο αυτή η τυχαία συνάντηση των ατόμων να παράγει την τάξη και την ομορφιά στο σύμπαν που γνωρίζουμε. Δεν αρμόζει σε έναν φυσικό φιλόσοφο να πιστεύει σε σώματα τόσο μικροσκοπικά που να είναι αδιαίρετα: ποτέ δεν θα πίστευε κάτι τέτοιο, εάν είχε προτιμήσει να μάθει την γεωμετρία του Πολύαινου του φίλου του, αντί να κάνει τον Πολύαινο να την ξεμάθει.
Κεφάλαιο 9:
Θα ξεκινήσω καταρχήν, είπε, ακολουθώντας την μέθοδο του Επίκουρου, με την οποία εξετάζουμε τις δοξασίες του και θα εκθέσω αυτό που είναι το αντικείμενο της διαφωνίας μας, όχι επειδή νομίζω ότι τις αγνοείς, αλλά για να προχωρήσω συστηματικά.
Ερευνούμε λοιπόν ποιο είναι το μεγαλύτερο από τα αγαθά και σύμφωνα με όλους τους φιλοσόφους, πρέπει να είναι εκείνο στο οποίο όλα τα άλλα αγαθά πρέπει να ανάγονται, και που αυτό δεν ανάγεται σε κανένα άλλο αγαθό. Αυτό λοιπόν το αγαθό, κατά τον Επίκουρο, είναι η ηδονή και ισχυρίζεται ότι είναι το υπέρτατο αγαθό. Και θεωρεί τον πόνο ως το πιο μεγάλο από τα κακά και να ο τρόπος που το αποδεικνύει:
Κάθε ζώο, από την γέννησή του, αγαπά την ηδονή και την επιδιώκει ως το μεγαλύτερο αγαθό. Μισεί τον πόνο και τον αποφεύγει όσο μπορεί, σαν πολύ μεγάλο κακό. Και όλα αυτά τα κάνει επειδή η φύση του δεν έχει ακόμη καθόλου διαφθαρεί, και μπορεί να κρίνει πιο ορθά. Δεν χρειαζόμαστε, λοιπόν, ούτε επιχειρήματα ούτε αποδείξεις για να καταδείξουμε ότι η ηδονή πρέπει να επιδιώκεται και ο πόνος πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό το αισθανόμαστε με τις αισθήσεις μας, όπως αισθανόμαστε ότι η φωτιά καίει, το χιόνι είναι λευκό και το μέλι είναι γλυκό. Και είναι ανώφελο να στηρίζουμε με επιχειρήματα αυτό που γίνεται αισθητό με επάρκεια από μόνο του. Γιατί υπάρχει διαφορά, λέει ο Επίκουρος, ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να αποδειχθεί μόνο με την δύναμη της λογικής και σε αυτό που ζητά μόνο την απλή παρατήρηση. Τα αφηρημένα πράγματα και όπως είναι καλυμμένα απαιτούν μελέτη για να ξεμπλέξουν και να γίνουν κατανοητά. Τα άλλα, είναι αρκετό να τα δείξει κανείς. Όπως, λοιπόν, αφαιρώντας από τον άνθρωπο τις αισθήσεις, δεν μένει πλέον τίποτα, είναι αναγκαίο η ίδια η φύση του να κρίνει αυτό που είναι σύμφωνο ή αντίθετο με την φύση: τι μπορεί, συνεπώς, να αντιληφθεί ή να κρίνει η φύση εκτός από την ηδονή και τον πόνο, για να οδηγήσει τις πράξεις της στην επιθυμία ή την αποφυγή;
Υπάρχουν άνθρωποι μεταξύ μας, που προχωρούν το επιχείρημα ακόμα πιο μακριά: δεν είναι μόνο οι αισθήσεις, λένε, με τις οποίες κρίνουμε τι είναι αγαθό, και τι είναι κακό. Αλλά μπορούμε επίσης να γνωρίσουμε, με το πνεύμα και την λογική, ότι η ηδονή πρέπει να επιλέγεται για αυτήν την ίδια και ο πόνος πρέπει να αποφεύγεται για αυτόν το ίδιο: έτσι, λοιπόν, η επιλογή της μιας και η αποφυγή του άλλου είναι φυσικά και σαν σύμφυτα στην ψυχή μας.
Τέλος υπάρχουν και άλλοι, και εγώ σκέφτομαι όπως αυτοί, οι οποίοι βλέποντας ένα μεγάλο αριθμό φιλοσόφων να υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να κατατάξουμε την ηδονή στην τάξη των αγαθών, ούτε τον πόνο στην τάξη των κακών, λένε ότι δεν πρέπει να υπάρχει εφησυχασμός για την επάρκεια των θέσεων μας, αλλά να εξετάσουμε με προσοχή κάθε τι που μπορεί να λεχθεί για την ηδονή και τον πόνο.
Κεφάλαιο 13:
Αυτοί που αντιλαμβάνονται το υπέρτατο αγαθό στην αρετή, και που, γοητευμένοι μόνο από την λάμψη της λέξης, δεν αντιλαμβάνονται αυτό που απαιτεί η φύση, θα είχαν απελευθερωθεί από μεγάλη πλάνη εάν ήθελαν να πιστέψουν τον Επίκουρο. Για τις αρετές σας, που είναι τόσο εξαιρετικές και τόσο ωραίες, ποιος θα μπορούσε να τις βρει ωραίες και επιθυμητές εάν δεν παρείχαν την ηδονή; Δεν εκτιμούμε καθόλου την ιατρική επιστήμη εξ’ αιτίας της ίδιας της επιστήμης, αλλά εξ’ αιτίας της υγείας που μας προσφέρει. Και, σε ένα πλοηγό, δεν εκτιμούμε καθόλου την τέχνη της πλοήγησης, αλλά την ωφέλεια που μας προσφέρει: Το ίδιο συμβαίνει και με την φρόνηση, που είναι η τέχνη της ζωής. Εάν δεν ήταν καλή σε τίποτα, δεν θα την θέλαμε. Την θέλουμε επειδή μας παρέχει το απόκτημα και την απόλαυση της ηδονής. Βλέπεις ποια είναι η φύση της ηδονής, για την οποία ακούω εδώ να μιλούν, έτσι ώστε να μην μειώσεις τον λόγο μου εξ’ αιτίας της κακής έννοιας που αποδίδεται συχνά στην λέξη.
Η άγνοια για το τι είναι καλό ή κακό είναι το κύριο μειονέκτημα της ζωής. Και καθώς η πλάνη στην οποία βρίσκεται κάποιος στερεί συχνά από τους ανθρώπους τις μεγαλύτερες ηδονές και επίσης τους παραδίδει σε αδιανόητους πόνους, δεν υπάρχει παρά μόνο η φρόνηση που, απαλλάσσοντας μας από κάθε είδους κακές δοξασίες και κακές επιθυμίες, και αφαιρώντας τις παρωπίδες των λανθασμένων πεποιθήσεων, μπορεί σίγουρα να μας οδηγήσει στην ηδονή. Δεν υπάρχει παρά η φρόνηση που αφαιρεί την λύπη από το νου μας, που μας εμποδίζει να εγκαταλειφθούμε στον τρόμο και που, σβήνοντας από μέσα μας με τις διδαχές της την σφοδρότητα των επιθυμιών, μπορεί να μας κάνει να περάσουμε ήσυχη ζωή: γιατί οι επιθυμίες είναι ακόρεστες, και δεν καταστρέφουν μόνο τα άτομα, αλλά συχνά καταστρέφουν ολόκληρες οικογένειες, ακόμα και πολιτείες.
Από αυτές προέρχονται τα μίση, οι διαφωνίες, οι διχόνοιες, οι στάσεις, οι πόλεμοι. Και οι ακόρεστες επιθυμίες που ενεργούν με τυφλή σφοδρότητα καθόλου δεν βρίσκονται μόνο εκτός μας. Μάχονται μεταξύ τους μέσα σ’ εμάς τους ίδιους, και δεν συμφωνούν ποτέ. Καθώς λοιπόν με αυτό το τρόπο θα ήταν αδύνατο να μην γίνεται πικρή η ζωή, μόνο ο μυαλωμένος άνθρωπος, περικόπτοντας από τον εαυτό του κάθε είδους κούφιου φόβου και πλάνης, και περιοριζόμενος στα όρια που θέτει η φύση, μπορεί να περάσει μια ζωή απαλλαγμένη από φόβο και πόνο.
Πράγματι, τι πιο χρήσιμο και πιο σωστό που οδηγεί σε μια ευτυχισμένη ζωή, από την διαίρεση που έκανε ο Επίκουρος για τις επιθυμίες: άλλες φυσικές και αναγκαίες, άλλες φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, και οι άλλες ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες; Ικανοποιούμε τις αναγκαίες χωρίς κόπο και χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Οι φυσικές επίσης δεν απαιτούν μεγάλη προσπάθεια, γιατί τα πράγματα που ικανοποιεί η φύση, αποκτώνται εύκολα, και έχουν όρια, αλλά η ανώφελη πλεονεξία δεν έχει κανένα όριο.
Βιβλίο 2ο Κεφάλαιο 2:
Ο Επίκουρος έχει εγκρίνει πολύ αυτή τη μέθοδο που ο Πλάτων καθιέρωσε στον «Φαίδρο» του, και πίστευε ότι έπρεπε να την χρησιμοποιεί το ίδιο σε κάθε είδος αντιπαράθεσης αλλά παραμέλησε ένα πράγμα που είναι η απαραίτητη συνέπεια. Δεν θέλει να δίνουμε ορισμό σε τίποτα, χωρίς τον οποίον εντούτοις είναι δύσκολο για τα πρόσωπα που συζητούν μεταξύ τους να συμφωνούν πλήρως για το αντικείμενο της συζήτησής τους, όπως συμβαίνει με μας τώρα. Γιατί αυτό που αναζητούμε, είναι το υπέρτατο αγαθό. Και μπορούμε ποτέ να συμφωνήσουμε μεταξύ μας για το τι είναι αυτό, αν προηγουμένως δεν εξετάσουμε τι εννοούμε με το υπέρτατο αγαθό; Ή, αυτό το είδος της έρευνας και της αποσαφήνισης των αδήλων, με την οποίαν αποδεικνύουμε αυτό που είναι η ουσία κάθε πράγματος, και αυτό είναι που ονομάζουμε ορισμό. Και συ ο ίδιος έδωσες κάποιους ορισμούς χωρίς να το σκεφθείς. Είπες, για παράδειγμα, γι’ αυτόν τον τελικό σκοπό που προτείνουμε σε όλες μας τις ενέργειες και στον οποίο ανάγονται όλα αυτά που πράττουμε, και που ο ίδιος δεν ανάγεται σε τίποτα άλλο, όποιο και αν είναι αυτό. Δεν μπορούμε τίποτα καλύτερο. Δεν αμφιβάλλω καθόλου ακόμα και αν, εάν ήταν αναγκαίο, δεν είχες ορίσει το αγαθό, και δεν είχες πει ότι το αγαθό είναι αυτό που η φύση μας κάνει να επιθυμούμε, ή αυτό που είναι πλεονεκτικό και χρήσιμο για μας, ή τελικά αυτό που μας ευχαριστεί περισσότερο. Και επειδή δεν απεχθάνεσαι τους ορισμούς, θα επιθυμούσα, αν το θεωρείς σωστό, να μου όριζες επίσης τι είναι η ηδονή για την οποία μιλάμε σήμερα.
- Όπως εάν υπήρχε κάποιος, μου απάντησε, που δεν γνώριζε τι είναι η ηδονή, ή που, για να την διδαχθεί καλύτερα, χρειαζόταν έναν ορισμό!
-Θα έλεγα ότι εγώ δεν την γνωρίζω καθόλου, του απάντησα τότε, εάν δεν νόμιζα ότι έχει εντυπωθεί καλά στο μυαλό μου τι είναι αυτή. Αλλά σου λέω ότι ο ίδιος ο Επίκουρος δεν γνωρίζει τίποτα γι’ αυτήν, και ταλαντεύεται γι’ αυτό το ζήτημα. Και αυτός, που επαναλαμβάνει συχνά ότι πρέπει να φροντίζουμε να εκφράζουμε τις έννοιες των όρων, συχνά δεν εννοεί την έννοια της λέξης ηδονή.
Κεφάλαιο 13:
Το λογικό αποκλείει από το υπέρτατο αγαθό κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να αλλάξει την ιδέα της ποιότητας της ψυχής. Επίσης αυτό είναι που θέλω να κάνω, ακολουθώντας το δρόμο που το λογικό φαίνεται να με οδηγεί. Και για να μειώσω τις φιλονικίες, αρχίζω λέγοντας ότι πρέπει αποκόψουμε τελείως από την φιλοσοφία τις γνώμες αυτών που αποκόβουν την αρετή από το υπέρτατο αγαθό. Και κυρίως αυτήν του Αρίστιππου και των κυρηναϊκών, των ομοϊδεατών του, που δεν ντρέπονται καθόλου να το τοποθετούν στην ηδονή εκείνη που γαργαλά τις αισθήσεις, κατακρίνοντας την απουσία αυτήν του πόνου για την οποία μιλά ο Επίκουρος.
Αυτοί εκεί δεν έχουν αντιληφθεί, πως η φύση έχει φτιάξει κατά κάποιο τρόπο μόνη της το άλογο για τους αγώνες, το βόδι για το όργωμα και το σκύλο για το κυνήγι, και δημιούργησε τον άνθρωπο, ως θνητό θεό, για δυο πράγματα σύμφωνα με την σκέψη του Αριστοτέλη : για την νόηση και για την πράξη. Αυτοί, αντίθετα, ισχυρίζονται ότι αυτό το θείο πλάσμα δεν γεννήθηκε παρά για να τρώει και για να αναπαράγεται, όπως τα ζώα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει τίποτα πιο ανόητο.
Να οι προσεγγίσεις του Αρίστιππου, που θεωρούσε αυτό που όλοι αντιλαμβάνονται ως ηδονή όχι μόνο ως το υπέρτατο αγαθό, αλλά ως το μόνο πραγματικό αγαθό. Χωρίς αμφιβολία οι φιλόσοφοί σας καθόλου δεν συμμερίζονται αυτό το λάθος. Αλλά το λάθος του, το δικό του, είναι πραγματικά ασυγχώρητο. Πράγματι, η ίδια η όψη του ανθρώπινουσώματος, και η ευφυΐα με την οποία ο άνθρωπος είναι προικισμένος, κάνουν φανερό ότι δεν έχει γεννηθεί μόνο για να απολαμβάνει τις ηδονές των αισθήσεων. Δεν πρέπει να σταθούμε πολύ περισσότερο σοβαρά στον Ιερώνυμο, που τοποθετεί το υπέρτατο αγαθό στην απουσία πόνου, όπως κάνουν κάποτε, και πολύ συχνά μάλιστα οι επικούρειοι : διότι, εάν ο πόνος είναι κάτι κακό, δεν συνεπάγεται ότι για να ζούμε ευτυχισμένα είναι αρκετό να μην έχουμε καθόλου πόνο. Και πρέπει να πούμε στον Αιννία:
Είναι αρκετά μεγάλο αγαθό όσο η απουσία του κακού.
Εμείς, κρίνουμε την ευτυχία της ζωής, όχι μόνο από την απομάκρυνση του πόνου, αλλά από την απόκτηση του αληθινού αγαθού. Και εφαρμόζουμε για την επιδίωξη του, όχι την μαλθακότητα και την ηδονή, όπως ο Αρίστιππος, ούτε την απουσία πόνου, όπως ο Ιερώνυμος, αλλά την άσκηση ενάρετων πράξεων και σοφών διαλογισμών.
Αυτό που μόλις είπα για το υπέρτατο αγαθό σύμφωνα και με τον ένα και με τον άλλο, μπορεί να λεχθεί και για την γνώμη του Καρνεάδη, παρ’ ότι την προώθησε περισσότερο για να υπερνικήσει τους στωικούς, με τους οποίους ήταν σε πόλεμο, παρά για να υποστηρίξει τις ίδιες του τις αντιλήψεις. Διότι το υπέρτατο αγαθό για το οποίο μιλά έχει τέτοια φύση, που συνδεόμενο με την αρετή, όχι μόνο θα του άξιζε να γίνει αποδεκτό, αλλά θα μπορούσε να καλύψει την ευτυχία στην ζωή. Και εδώ είναι το αντικείμενο του θέματος.
Όσο γι’ αυτούς που προσθέτουν στην αρετή, ή την ηδονή που η αρετή επικρίνει, ή την απουσία πόνου, που δεν έχει τίποτα κακό από μόνη της, αλλά που ποτέ δεν μπορεί να είναι το υπέρτατο αγαθό, προσθέτουν σ’ αυτήν πράγματα που δεν αξίζουν τον κόπο, και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί είναι σ’ αυτό το θέμα τόσο οικονόμοι και τόσο τσιγκούνηδες. Όπως εάν έπρεπε να αγοράσουν με τα χρήματά τους να ντύσουν με κάτι την αρετή, της δίνουν μόνο πράγματα χωρίς αξία, και της δίνουν μόνο ένα ή δύο, αντί να την συνοδεύσουν με όλα αυτά που είναι σύμφωνα με τις αρχικές απαιτήσεις της φύσης.
Ο Πύρρων και ο Αρίστων θεωρώντας χωρίς αξία αυτές τις φυσικές αρχές, στον βαθμό που δεν δημιουργείται καμία διαφορά μεταξύ του να είναι κάποιος καλά και του να είναι άρρωστος, έχουμε σταματήσει να φιλονικούμε μαζί τους εδώ και πολύ καιρό. Θέλοντας να μειώσουν τα πάντα από την αρετή μόνο, μέχρι να της αφαιρέσουν την επιλογή των πραγμάτων και να μην της αφήσουν ούτε αρχή ούτε υπόσταση, έχουν καταστρέψει την ίδια την αρετή που επεδίωκαν να αγκαλιάσουν. Ο Ήριλλος, που θέλησε να τα περιλάβει όλα στην επιστήμη, είχε πραγματικά κάποιο αγαθό για το θέμα, αλλά όχι το υπέρτατο αγαθό, ούτε αγαθό που θα μπορούσε να χρησιμεύσει για όλη μας την συμπεριφορά στην ζωή. Και αυτόν επίσης τον εγκαταλείψαμε, και από την εποχή του Χρύσιππου, κανείς δεν φιλονίκησε μαζί του.
11. ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ (97-55 π.Χ.)
Ήταν Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος. Το μόνο γνωστό του έργο είναι το εκτενές φιλοσοφικό ποίημα «De Rerum Natura», («Περί της φύσεως των πραγμάτων»), 7.415 στίχων με επικούρεια θεματολογία. Παρότι η άνθιση του λατινικού εξάμετρου συνήθως αποδίδεται στον Βιργίλιο, είναι αναμφισβήτητη η επίδραση του «De Rerum Natura» στον τελευταίο και σε άλλους, μεταγενέστερους ποιητές. Είναι επίσης σημαντικό για τον ρόλο που έπαιξε στη μετάδοση των ελληνικών φιλοσοφικών ιδεών και στην εκλέπτυνση της λατινικής γλώσσας. Η διάσωση όλων των κειμένων του ποιήματος είναι αξιοσημείωτο γεγονός, δεδομένης της εχθρότητας της χριστιανικής Εκκλησίας, η οποία και ήταν το μόνο μέσο μετάδοσης για λατινικά κείμενα σχετικά με τον Λουκρήτιο και τον Επίκουρο. Παρά ταύτα, τα διασωθέντα κείμενα είναι συνήθως παραποιημένα και έχουν γίνει επίπονες προσπάθειες για την αποκατάστασή τους.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ»

«Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από την στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. Όχι βέβαια γιατί ηδονίζεσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλιτώσει εσύ ο ίδιος. Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος.
Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στα ύψη τα οχυρωμένα από τις γνώσεις και την διδασκαλία των σοφών, κι από τις γαλήνιες αυτές κατοικίες σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους άλλους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία.
Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;
Το βλέπουμε πως δε χρειάζεται το κορμί πολλά πράγματα. Κάθε τι που διώχνει τον πόνο, μπορεί και πολλές απολαύσεις να προσφέρει. Η ίδια η φύση τότε δεν ζητά μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Αν το σπίτι δεν έχει χρυσά αγάλματα εφήβων να κρατούν στο δεξί το χέρι αναμμένες δάδες και να φωτίζουν τα νυχτερινά φαγοπότια, αν το σπίτι δεν αστραποβολεί από ασήμια και χρυσάφια, αν δεν αντιλαλούν κιθάρες μες στα στολισμένα σαλόνια, εμάς μας είναι αρκετό να ξαπλώνουμε στο τρυφερό χορτάρι, φίλοι με φίλους στην ακροποταμιά, κάτω από τα σκιερά κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου μας είναι αρκετό να μπορούμε να διασκεδάζουμε με λίγα έξοδα, ιδίως αν μας χαμογελά ο καιρός, κι η εποχή ραίνει το καταπράσινο χορτάρι με λουλούδια. Ο καυτός πυρετός δεν αφήνει γρηγορότερα το κορμί που ξαπλώνει πάνω σε κεντητά στρώματα και σε άλικες πορφύρες, απ' o’τι το κορμί που 'ναι ξαπλωμένο σ' ένα φτωχικό στρωσίδι.
Κι αφού τα πλούτη κι η ευγενική καταγωγή κι η δόξα του θρόνου δεν ωφελούν σε τίποτα το κορμί, θα πρέπει να σκεφτούμε πως ούτε και το πνεύμα ωφελούν. Μήπως τάχα, την ώρα που βλέπεις τις λεγεώνες σου να κάνουν πολεμικές ασκήσεις στο πεδίο του Άρεως και να προελαύνουν ορμητικά, και μήπως, την ώρα που παρακολουθείς τα γυμνάσια του στόλου σου στην ανοιχτή θάλασσα, θα τρομάξουν οι δεισιδαιμονίες σου και θα πάρουν δρόμο και θα φύγει απ' την ψυχή σου ο φόβος του θανάτου, αφήνοντας την λεύτερη, απαλλαγμένη από το άγχος;»
«Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ»
Κι όποιος νομίζει ότι τίποτα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, ομολογεί ο ίδιος ότι δεν μπορεί να ισχυριστεί ούτε καν αυτό. Δεν αξίζει. τώρα ν ανοίξω διάλογο μ έναν άνθρωπο που στην θέση των ποδιών έβαλε το κεφάλι. Μα ας το δεχτούμε πως ξέρει καλά ότι τίποτα δεν είναι γνωστό. Θα τον ρωτούσα αφού δεν βλέπεις πουθενά την αλήθεια, πώς μπορείς να ξέρεις τι μπορεί να γίνει γνωστό και τι όχι, και ποια είναι τα σημάδια του αληθινού και του ψεύτικου, και τι σου έδωσε την δυνατότητα να ξεχωρίζεις το αμφίβολο από το βέβαιο; Θα βρεις ότι οι αισθήσεις μας είναι εκείνες που πρωτοδημιούργησαν το κριτήριο της αλήθειας, και πως οι αισθήσεις δε γίνεται να βγουν ψεύτικες: θα πρέπει να θεωρούμε πιο αξιόπιστο ό,τι από μόνο του μπορεί με το αληθινό να νικήσει το ψεύτικο. Και τι μπορεί να θεωρηθεί πιο αξιόπιστο από τις αισθήσεις; Είναι δυνατόν, ένας συλλογισμός βασισμένος σε ψευδείς αισθήσεις, να αντικρούσει τις αισθήσεις; Αφού κι ο ίδιος απο αυτές πηγάζει οπότε, αν αυτές δεν είναι αληθινές, τότε ολόκληρος ο συλλογισμός είναι επίσης ψευδής.
ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.
12. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ (180-240 μ.Χ.)
Ήταν Επικούρειος ιστοριογράφος της φιλοσοφίας της αρχαιότητας, συγγραφέας του έργου «Βίοι φιλοσόφων» και της χαμένης συλλογής επιγραμμάτων την οποία ονόμαζε «Πάμμετρο». Ήταν ελληνικής καταγωγής, γεννημένος μάλλον στην πόλη Λαέρτη της Κιλικίας. Για την ζωή του, την μόρφωση του, το σύνολο του έργου του, την προσωπικότητα του, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε, ενώ δεν υπάρχουν και αντίστοιχα σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία, καθώς οι αρχαίοι συγγραφείς δεν δίνουν σχετικές πληροφορίες. Χρησιμοποίησε πρωτότυπα στοιχεία από διαθήκες, επιστολές (όχι πάντα γνήσιες) και δικαστικά κείμενα. Κατά δεύτερο λόγο, χρησιμοποίησε λογοτεχνικά στοιχεία, όπως αναφορές από κωμωδίες εναντίον φιλοσόφων και στίχους από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Τέλος, άντλησε πληροφορίες από φιλοσοφικές πηγές, όπως επιμέρους συγγραφές για τους φιλοσόφους, τις “αιρέσεις” τους, τους καταλόγους μελών και ηγετών τους ή δοξογραφικές συλλογές που περιείχαν τα ουσιώδη σημεία της διδασκαλίας κάθε αιρέσεως.
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.epicuros.gr
http://www.deepi.gr
http://www.ygeiaonline.gr
http://epicurosblog.blogspot.gr/2011_11_27_archive.html
www.prosvasimo.gr
http://antikleidi.com/2016/07/11/epikuros_epithimies_esiodoxia/
http://www.mlahanas.de/Greeks/Bios/MetrodorosGlyptothekMunich.html
http://gnosisbrasil.com/taro-e-cabala-preparacao/
http://www.taringa.net/posts/arte/19146430/Sensualidad-y-elegancia-la-obra-de-Gerard-Daran.html
http://digilander.libero.it/elam/corrispondenza_utf.htm