Φιλόσοφοι

Περιπατητικοί

Περιπατητικοί

ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΙΚΟΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ. 1. ΚΛΕΑΡΧΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ (4ος-3ος αιώνας π.Χ.) Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από τους Σόλους της Κύπρου. Ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Τα έργα του είναι επηρεασμένα από την ανατολική κουλτούρα και εκτιμάται ότι ταξίδεψε στην Βακτριανή και στην πόλη Αλεξάνδρεια, όπου και άφησε ένα δελφικό ρητό. Στα έργα του έχει αναπτύξει διάφορες θεωρίες για την σχέση μεταξύ των δυτικών και ανατολικών θρησκειών. 2. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (384-322 π.Χ.) Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλ

 

ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΙΚΟΙ




ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.


1. ΚΛΕΑΡΧΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ (4ος-3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από τους Σόλους της Κύπρου. Ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Τα έργα του είναι επηρεασμένα από την ανατολική κουλτούρα και εκτιμάται ότι ταξίδεψε στην Βακτριανή και στην πόλη Αλεξάνδρεια, όπου και άφησε ένα δελφικό ρητό. Στα έργα του έχει αναπτύξει διάφορες θεωρίες για την σχέση μεταξύ των δυτικών και ανατολικών θρησκειών.

2. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (384-322 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και πολυεπιστήμονας. Σε ηλικία 17 ετών εισέρχεται στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην Αθήνα, όπου παραμένει έως τα 37 του έτη. Εκεί συνδέεται τόσο με τον ίδιο τον Πλάτωνα όσο και με τον Εύδοξο, τον Ξενοκράτη και άλλους στοχαστές.Τα έργα του αναφέρονται σε πολλές επιστήμες, όπως Φυσική, Βιολογία, Ζωολογία, Μεταφυσική, Λογική, Ηθική, Ποίηση, Θέατρο, Μουσική, Ρητορική, Πολιτική κ.ά, και συνιστούν το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα στην Δυτική Φιλοσοφία. Η σκέψη και οι διδασκαλίες του Αριστοτέλη, που συνοπτικά περιγράφονται με τον όρο Αριστοτελισμός, επηρέασαν για αιώνες την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική σκέψη έως και τον ύστερο Μεσαίωνα.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ»

01 aristotelhsΑρχαίο κείμενο:


χει δ νν κατάστασις τς πολιτείας τόνδε τν τρόπον. μετέχουσιν μν τς πολιτείας ο ξ μφοτέρων γεγονότες στν, γγράφονται δ ες τος δημότας κτωκαίδεκα τη γεγονότες. ταν δ γγράφωνται διαψηφίζονται περ ατν μόσαντες ο δημόται, πρτον μν ε δοκοσι γεγονέναι τν λικίαν τν κ το νόμο[υ], κν μ δόξωσι, πέρχονται πάλιν ες παδας, δεύτερον δ ε λεύθερός στι κα γέγονε κατ τ[ο]ς νόμους. πειτ ν μν ποψηφίσωνται μ εναι λεύθερον, μν φίησιν ες τ δικαστήριον, ο δ δημόται κατηγόρους αρονται πέντε []νδρας ξ ατν, κν μν μ δόξ δικαίως γγράφεσ[θ]αι, πωλε τοτον πόλις· ἐὰν δ νικήσ, τος δημόταις πάναγκες γγράφειν. μετ δ τατα δ[ο]κιμάζει τος γγραφέντας βουλή, κν τις δόξ[] νεώτερος κτωκαίδεκ τν εναι, ζημιο τ[ο]ς δημότας τος γγράψαντας. πν δ δοκιμασθσιν ο φηβοι, συλλεγέντες ο πατέρες ατν κατ φυλς μόσαντες αρονται τρες κ τν φυλετν τν πρ τετταράκοντα τη γεγονότων, ος ν γνται βελτίστους εναι κα πιτηδειοτάτους πιμελεσθαι τν φήβων, κ δ τούτων δμος να τς [φ]υλς κάστης χειροτονε σωφρονιστν κα κοσμητν κ τν λλων θηναίων π πάντας. συλλαβόντες δ οτοι τος φήβους, πρτον μν τ ερ περιλθον, ετ ες Πειραιέα πορεύονται κα φρουροσιν ο μν τν Μουνιχίαν ο δ τν κτήν. χειροτ[ο]νε δ κα παιδοτρίβας ατος δύο, κα διδασκάλους, οτινες πλομαχεν κα τοξεύειν κα κοντίζειν κα[] καταπάλτην φιέναι διδάσκουσιν. δίδωσι δ κα ες τροφ[ν] τος μν σωφρονιστας δραχμν κάστ, τος δ φήβοις τέτταρας βολος κάστ· τ δ τν φυλετν τν ατο λαμβάνων σωφρονιστς καστος γοράζει τ πιτήδεια πσιν ες τ κοινόν, συσσιτοσι γρ κατ φυλάς, κα τν λλων πιμελεται πάντων. κα τν μν πρτον νιαυτν οτως διάγουσι· τν δεύτερον κκλησίας ν τ θεάτρ γενομένης ποδειξάμενοι τ δήμ τ περ τς τάξεις κα λαβόντες σπίδα κα δόρυ παρ τς πόλεως περιπολοσι τν χώραν κα διατρίβουσιν ν [τ]ος φυλακτηρίοις. φρουροσι δ τ δύο τη, χλαμύδας χοντες, κα τελες εσι πάντων· κα δίκ[η]ν οτε διδόασιν οτε λαμβάνουσιν, να μ πρό[φ]ασις τ[ο] πιέναι, πλν περ κλήρου κα πικλήρ[ου], κν τ[ι]νι κατ τ γένος ερωσύνη γένηται. διε[ξ]ελθόντων δ τν δυον τν δη μετ τν λλων εσίν.

Μετάφραση:


Η σημερινή οργάνωση του καθεστώτος είναι η εξής: Πολιτικά δικαιώματα έχουν όσοι είναι γεννημένοι από πατέρα και μητέρα Αθηναίους πολίτες, και εγγράφονται στους καταλόγους των δημοτών όταν γίνουν δέκα οκτώ χρόνων. Κατά τον χρόνο της εγγραφής τους, αφού οι δημότες δώσουν όρκο, αποφασίζουν γι αυτούς με ψηφοφορία, πρώτον, αν θεωρούν ότι αυτοί έχουν την ηλικία που προβλέπει ο νόμος (και, αν αποδειχθεί το αντίθετο, επιστρέφουν στην κατηγορία των παίδων) και, δεύτερον, αν είναι ελεύθερα και νόμιμα τέκνα. Κατόπιν, αν απορρίψουν κάποιον για τον λόγο ότι δεν είναι ελεύθερος, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να κάνει έφεση στο δικαστήριο και οι δημότες ορίζουν μεταξύ τους πέντε πρόσωπα κατηγόρους. Αν αποφασισθεί ότι δεν έχει το δικαίωμα εγγραφής, τότε η πολιτεία τον πουλάει ως δούλο. Αν ο ενδιαφερόμενος κερδίσει την δίκη, τότε οι δημότες είναι υποχρεωμένοι να τον εγγράψουν. Ύστερα η βουλή εξετάζει όσους έχουν εγγραφεί και αν αποδειχθεί ότι κάποιος δεν είναι δέκα οκτώ ετών, τότε η βουλή τιμωρεί με πρόστιμο τους δημότες που τον ενέγραψαν. Όταν οι έφηβοι περάσουν αυτήν την δοκιμασία, οι πατέρες τους συγκεντρώνονται κατά φυλές και, αφού ορκιστούν, εκλέγουν μεταξύ εκείνων που έχουν υπερβεί τα σαράντα χρόνια τρία πρόσωπα, που τα θεωρούν τα καλύτερα και καταλληλότερα για να φροντίζουν τους εφήβους. Από αυτούς ο δήμος εκλέγει με ανάταση χεριών ένα σωφρονιστή για κάθε φυλή και έναν επιμελητή για όλους τους εφήβους. Οι σωφρονιστές και ο επιμελητής, αφού συγκεντρώσουν τους εφήβους, περιέρχονται τους ιερούς χώρους και μετά πορεύονται στον Πειραιά, όπου θα φρουρούν άλλοι την Μουνιχία και άλλοι την Ακτή. Εκλέγουν με ανάταση χεριών και δύο προπονητές και ειδικούς εκπαιδευτές, που τους μαθαίνουν οπλομαχία, τόξευση, ακόντιο και χειρισμό καταπέλτη. Για ημερήσια αποζημίωση δίνουν μια δραχμή την ημέρα στους σωφρονιστές και στους εφήβους από τέσσερις οβολούς στον καθένα. Ο σωφρονιστής εισπράττει από την φυλή του όσα αναλογούν στους εφήβους της φυλής και αγοράζει όσα χρειάζονται για όλους (γιατί έχουν κοινό συσσίτιο κατά φυλές) και έχει την επιμέλεια για όλα τα άλλα ζητήματα. Τον πρώτο, λοιπόν, χρόνο τον περνούν έτσι. Τον δεύτερο χρόνο γίνεται συγκέντρωση του λαού στο θέατρο και οι έφηβοι κάνουν επίδειξη γυμνασίων σε πυκνή τάξη. Η πολιτεία τους δίνει ασπίδα και δόρυ και από τότε και ύστερα οι έφηβοι περιπολούν μέσα στην Αττική και μένουν στα φρούρια ως φύλακες. Στα δύο αυτά χρόνια υπηρεσίας φορούν χλαμύδα και δεν πληρώνουν κανένα φόρο. Δεν μπορούν ούτε να εναχθούν ούτε να εναγάγουν σε δικαστήριο, ώστε να μην έχουν πρόφαση να απουσιάσουν, εκτός αν πρόκειται για δίκες περί κληρονομιάς ή επικλήρου κόρης ή για οικογενειακό ιερατικό αξίωμα. Όταν περάσουν δύο χρόνια, γίνονται κανονικοί πολίτες όπως όλοι οι άλλοι.

(μετάφραση Α. Παναγόπουλος)


«ΠΕΡΙ ΠΟΗΤΙΚΗΣ»

Αρχαίο κείμενο:


φανερν δ κ τν ερημένων κα τι ο τ τ γενόμενα λέγειν, τοτο ποιητο ργον στίν, λλ οα ν γένοιτο κα τ δυνατ κατ τ εκς τ ναγκαον. γρ στορικς κα ποιητς ο τ μμετρα λέγειν μετρα διαφέρουσιν (εη γρ ν τ ροδότου ες μέτρα τεθναι κα οδν ττον ν εη στορία τις μετ μέτρου νευ μέτρων)· λλ τούτ διαφέρει, τ τν μν τ γενόμενα λέγειν, τν δ οα ν γένοιτο. δι κα φιλοσοφώτερον κα σπουδαιότερον ποίησις στορίας στίν· μν γρ ποίησις μλλον τ καθόλου, δ στορία τ καθ καστον λέγει. στιν δ καθόλου μέν, τ ποί τ ποα ττα συμβαίνει λέγειν πράττειν κατ τ εκς τ ναγκαον, ο στοχάζεται ποίησις νόματα πιτιθεμένη· τ δ καθ καστον, τί λκιβιάδης πραξεν τί παθεν. π μν ον τς κωμδίας δη τοτο δλον γέγονεν· συστήσαντες γρ τν μθον δι τν εκότων οτω τ τυχόντα νόματα ποτιθέασιν, κα οχ σπερ ο αμβοποιο περ τν καθ καστον ποιοσιν. π δ τς τραγδίας τν γενομένων νομάτων ντέχονται. ατιον δ τι πιθανόν στι τ δυνατόν· τ μν ον μ γενόμενα οπω πιστεύομεν εναι δυνατά, τ δ γενόμενα φανερν τι δυνατά· ο γρ ν γένετο, ε ν δύνατα. ο μν λλ κα ν τας τραγδίαις ν νίαις μν ν δύο τν γνωρίμων στν νομάτων, τ δ λλα πεποιημένα,ν νίαις δ οθέν, οον ν τ γάθωνος νθε· μοίως γρ ν τούτ τά τε πράγματα κα τ νόματα πεποίηται, κα οδν ττον εφραίνει. στ ο πάντως εναι ζητητέον τν παραδεδομένων μύθων, περ ος α τραγδίαι εσίν, ντέχεσθαι. κα γρ γελοον τοτο ζητεν, πε κα τ γνώριμα λίγοις γνώριμά στιν, λλ μως εφραίνει πάντας. δλον ον κ τούτων τι τν ποιητν μλλον τν μύθων εναι δε ποιητν τν μέτρων, σ ποιητς κατ τν μίμησίν στιν, μιμεται δ τς πράξεις. κν ρα συμβ γενόμενα ποιεν, οθν ττον ποιητής στι· τν γρ γενομένων νια οδν κωλύει τοιατα εναι οα ν εκς γενέσθαι {κα δυνατ γενέσθαι}, καθ κενος ατν ποιητής στιν.
πότερον δ
βελτίων ποποιικ μίμησις τραγική, διαπορήσειεν ν τις. ε γρ ττον φορτικ βελτίων, τοιαύτη δ πρς βελτίους θεατάς στιν εί, λίαν δλον τι παντα μιμουμένη φορτική· ς γρ οκ ασθανομένων ν μ ατς προσθ, πολλν κίνησιν κινονται, οον ο φαλοι αλητα κυλιόμενοι ν δίσκον δέ μιμεσθαι, κα λκοντες τν κορυφαον ν Σκύλλαν αλσιν. μν ον τραγδία τοιαύτη στίν, ς κα ο πρότερον τος στέρους ατν οντο ποκριτάς· ς λίαν γρ περβάλλοντα πίθηκον Μυννίσκος τν Καλλιππίδην κάλει, τοιαύτη δ δόξα κα περ Πινδάρου ν·ς δ οτοι χουσι πρς ατούς, λη τέχνη πρς τν ποποιίαν χει. τν μν ον πρς θεατς πιεικες φασιν εναι ‹ο› οδν δέονται τν σχημάτων, τν δ τραγικν πρς φαύλους· ε ον φορτική, χείρων δλον τι ν εη. πρτον μν ο τς ποιητικς κατηγορία λλ τς ποκριτικς, πε στι περιεργάζεσθαι τος σημείοις κα αψδοντα, περ {στ} Σωσίστρατος, κα διδοντα, περ ποίει Μνασίθεος πούντιος. ετα οδ κίνησις πασα ποδοκιμαστέα, επερ μηδ ρχησις, λλ φαύλων, περ κα Καλλιππίδ πετιμτο κα νν λλοις ς οκ λευθέρας γυνακας μιμουμένων. τι τραγδία κα νευ κινήσεως ποιε τ ατς, σπερ ποποιία· δι γρ το ναγινώσκειν φανερ ποία τίς στιν· ε ον στι τά γ λλα κρείττων, τοτό γε οκ ναγκαον ατ πάρχειν. πειτα διότι πάντ χει σαπερ ποποιία κα γρ τ μέτρ ξεστι χρσθαι), κα τι ο μικρν μέρος τν μουσικήν {κα τς ψεις}, δι ς α δονα συνίστανται ναργέστατα· ετα κα τ ναργς χει κα ν τ ναγνώσει κα π τν ργων· τι τ ν λάττονι μήκει τ τέλος τς μιμήσεως εναι (τ γρ θροώτερον διον πολλ κεκραμένον τ χρόν, λέγω δ οον ε τις τν Οδίπουν θείη τν Σοφοκλέους ν πεσιν σοις λιάς)· τι ττον μία μίμησις τν ποποιν (σημεον δέ, κ γρ ποιασον μιμήσεως πλείους τραγδίαι γίνονται), στε ἐὰν μν να μθον ποισιν, βραχέως δεικνύμενον μύουρον φαίνεσθαι, κολουθοντα τ το μέτρου μήκει δαρ· λέγω δ οον ἐὰν κ πλειόνων πράξεων συγκειμένη, σπερ λις χει πολλ τοιατα μέρη κα δύσσεια ‹› κα καθ αυτ χει μέγεθος· καίτοι τατα τ ποιήματα συνέστηκεν ς νδέχεται ριστα κα τι μάλιστα μις πράξεως μίμησις. ε ον τούτοις τε διαφέρει πσιν κα τι τ τς τέχνης ργ (δε γρ ο τν τυχοσαν δονν ποιεν ατς λλ τν ερημένην), φανερν τι κρείττων ν εη μλλον το τέλους τυγχάνουσα τς ποποιίας.

Μετάφραση:


Από όσα έχουν λεχθεί προκύπτει επίσης σαφώς ότι έργο του ποιητή δεν είναι να παρουσιάζει τα πραγματικά γεγονότα, αλλά αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν, δηλαδή τα δυνατά σύμφωνα με τους κανόνες της πιθανοφάνειας ή της αναγκαιότητας. Ο ιστορικός και ο ποιητής δεν διαφοροποιούνται κατά το ότι γράφουν έμμετρα ή χωρίς μέτρο (το έργο του Ηροδότου θα μπορούσε να στιχουργηθεί, αλλά και με μέτρο δεν θα ήταν λιγότερο ιστορία από ό,τι χωρίς το μέτρο)· η διαφορά τους είναι η εξής: ο ένας παρουσιάζει αυτά που έγιναν, ο άλλος αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν. Συνεπώς η ποίηση είναι και φιλοσοφικότερη και σπουδαιότερη από την ιστοριογραφία. Γιατί η ποίηση έχει ως θέμα της πιο πολύ τα καθόλου, ενώ η ιστοριογραφία τα καθ έκαστον. Το καθόλου έγκειται στο ότι σ έναν τύπο ανθρώπου προσιδιάζει να λέει ή να πράττει σύμφωνα με την πιθανοφάνεια και την αναγκαιότητα κάποιου είδους πράγματα. Σε αυτό ακριβώς αποβλέπει η ποίηση, έστω και αν δίνει κύρια ονόματα στα πρόσωπα. Το καθ έκαστον έγκειται, για παράδειγμα, στο τι έκανε ή τι έπαθε ο Αλκιβιάδης.
Στην κωμωδία αυτό έχει γίνει στις μέρες μας ήδη σαφές: οι ποιητές συνθέτουν πρώτα την πλοκή στηριζόμενοι στους κανόνες της πιθανοφάνειας και κατόπιν δίνουν στα πρόσωπα τυχαία ονόματα, όχι όπως οι ιαμβογράφοι, που συνθέτουν ποιήματα για συγκεκριμένα πρόσωπα.
Στην τραγωδία ωστόσο οι ποιητές διατηρούν τα παραδεδομένα ονόματα των προσώπων. Η αιτία έγκειται στο ότι πιστευτό είναι αυτό που είναι δυνατό· αυτά όμως που δεν έχουν πραγματικά συμβεί δεν πιστεύουμε εύκολα ότι είναι δυνατά, ενώ αντιθέτως όσα έχουν συμβεί είναι προφανές ότι είναι δυνατά (γιατί δεν θα είχαν συμβεί, εάν ήταν αδύνατα). Εντούτοις και μεταξύ των τραγωδιών υπάρχουν μερικές που διατηρούν ένα ή δύο γνωστά ονόματα, ενώ τα υπόλοιπα είναι επινοημένα· σε μερικές μάλιστα ούτε ένα όνομα δεν είναι γνωστό, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στον Ανθέα του Αγάθωνα. Στο έργο αυτό είναι επινοημένη τόσο η υπόθεση όσο και τα ονόματα, και παρ όλα αυτά δεν προσφέρει μικρότερη ευχαρίστηση. Κατά συνέπεια δεν πρέπει να επιδιώκει κανείς πάση θυσία να μένει προσκολλημένος στους παραδεδομένους μύθους, από τους οποίους αντλούν το υλικό τους οι τραγωδίες. Μια τέτοια επιδίωξη θα ήταν μάλιστα αστεία, αφού και οι γνωστοί μύθοι είναι μόνο σε λίγους γνωστοί, και παρ όλα αυτά προσφέρουν ευχαρίστηση σε όλους.
Από τα παραπάνω καθίσταται λοιπόν σαφές ότι ο ποιητής πρέπει να είναι περισσότερο ποιητής μύθων παρά στίχων, στο βαθμό που είναι ποιητής επειδή μιμείται και αντικείμενο της μίμησής του αποτελούν οι πράξεις. Ακόμη λοιπόν και αν ασχολείται στην ποίησή του με πραγματικά γεγονότα, δεν είναι λιγότερο ποιητής.
Διότι τίποτα δεν εμποδίζει κάποια από αυτά τα γεγονότα να συνάδουν προς το πιθανόν. Και βάσει αυτού του χαρακτηριστικού ο ποιητής τα επιλέγει για να τα πραγματευθεί.
Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς ποια μίμηση είναι ανώτερη, η επική ή η τραγική. Εάν ανώτερη είναι η λιγότερο αγοραία και αν τέτοια είναι πάντα αυτή που απευθύνεται σε υψηλότερο κοινό, τότε προφανώς εκείνη που αναπαριστά το καθετί είναι άκρως αγοραία. Οι ηθοποιοί στην περίπτωση αυτή, θεωρώντας ότι το κοινό δεν μπορεί να παρακολουθήσει, αν δεν προσθέσουν τα δικά τους, διαρκώς κινούνται,
όπως οι αξιοθρήνητοι εκείνοι αυλητές που κυλιούνται, όταν είναι να μιμηθούν έναν δίσκο, και τραβολογούν τον κορυφαίο, όταν παίζουν την Σκύλλα.
Στην τραγωδία λοιπόν απευθύνεται η ίδια κατηγορία, για την οποία και οι παλαιότεροι ηθοποιοί μέμφονταν τους νεότερους: ο Μυννίσκος αποκαλούσε τον Καλλιπίδη πίθηκο,
επειδή το παράκανε, ενώ παρόμοια άποψη επικρατούσε και για τον Πίνδαρο. Όποια σχέση έχουν αυτοί οι ηθοποιοί προς τους προγενέστερούς τους, την ίδια έχει η τραγική τέχνη ως σύνολο προς το έπος. Το έπος, λένε, απευθύνεται σε υψηλού επιπέδου κοινό, που δεν χρειάζεται τις χειρονομίες, η τραγική τέχνη αντιθέτως σε κοινό χαμηλού επιπέδου. Εάν συνεπώς η τραγωδία είναι αγοραία, τότε προφανώς είναι κατώτερη.
Πρώτον, όμως, η κατηγορία δεν απευθύνεται στην ποιητική τέχνη αλλά στην υποκριτική. Διότι υπερβολές σε εκφραστικές κινήσεις είναι δυνατές και κατά την εκτέλεση ενός έπους, όπως στην περίπτωση του Σωσίστρατου, καθώς και όταν τραγουδά κανείς σε μουσικό διαγωνισμό, όπως ο Μνασίθεος από τον Οπούντα.
Έπειτα, δεν είναι σωστό να αποδοκιμάζεται κάθε είδος μιμητικής κίνησης -εφόσον βέβαια ούτε ο χορός συνολικά αποδοκιμάζεται- αλλά μόνο εκείνες οι κινήσεις που εκτελούνται από χυδαίους ηθοποιούς. Αυτό έψεγαν και στον Καλλιπίδη και τώρα σε άλλους, πως δεν είναι δηλαδή σε θέση να παραστήσουν με τον τρόπο που ταιριάζει ελεύθερες γυναίκες. Επιπλέον, η τραγωδία επιτελεί το έργο της και χωρίς κίνηση, όπως ακριβώς το έπος. Αρκεί η ανάγνωσή της για να καταστεί φανερός ο χαρακτήρας της. Εάν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει ως προς τα υπόλοιπα, δεν της είναι απαραίτητο αυτό το στοιχείο.
Δεύτερον, η τραγωδία περιέχει όλα τα στοιχεία που περιέχει και το έπος -ακόμη και το δικό του μέτρο μπορεί να χρησιμοποιήσει- και εκτός αυτού σε βαθμό όχι ασήμαντο την μουσική, η οποία προκαλεί ζωηρότατες συγκινήσεις.
Έπειτα, το χαρακτηριστικό της ενάργειας υπάρχει και κατά την ανάγνωση και κατά την παράσταση. Υπερέχει επίσης με το να επιτυγχάνει τον σκοπό της μίμησης με μικρότερο μήκος. Το πιο συμπυκνωμένο προκαλεί μεγαλύτερη τέρψη από το διεσπαρμένο μέσα σε μακρά χρονική περίοδο. (Εννοώ την περίπτωση, για παράδειγμα, να επιδίωκε κανείς να συνθέσει τον Οιδίποδα του Σοφοκλή σε τόσους επικούς στίχους, όσους έχει η Ιλιάδα.) Η μίμηση επίσης των επικών ποιητών είναι λιγότερο ενιαία (απόδειξη γι αυτό αποτελεί το γεγονός ότι από οποιοδήποτε έπος μπορούν να προέλθουν αρκετές τραγωδίες). Το αποτέλεσμα είναι, ότι στην περίπτωση που οι επικοί ποιητές συνθέτουν μία πλοκή, τότε αυτή φαίνεται είτε κολοβωμένη (αν έχει εκτεθεί με συντομία) εί­τε πλαδαρή (αν συμβαδίζει με το μήκος που ταιριάζει στο επικό μέτρο). Μιλώ για ένα έπος που αποτελείται από περισσότερες πράξεις, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, έπη που περιλαμβάνουν πολλά τέτοια μέρη, καθένα από τα οποία έχει από μόνο του ικανό μέγεθος. Ωστόσο τα δυο αυτά ποιήματα έχουν συντεθεί κατά τον τελειότερο δυνατό τρόπο και αποτελούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό μίμηση μιας και μοναδικής πράξης.
Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει σε όλα αυτά και επιπλέον υπερέχει ως προς το καλλιτεχνικό της αποτέλεσμα (γιατί έπος και τραγωδία πρέπει να προκαλούν όχι οποιαδήποτε ηδονή αλλά την προαναφερθείσα),
τότε είναι φανερό ότι αυτή υπερτερεί του έπους, αφού βέβαια επιτυγχάνει καλύτερα τον επιδιωκόμενο σκοπό.


(μετάφραση Σταύρος Τσιτσιρίδης)


«ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ»

Αρχαίο κείμενο:

Τν καλν κα τιμων τν εδησιν πολαμβνοντες, μλλον δ' τραν τρας κατ' κρβειαν τ βελτινων τε κα θαυμασιωτρων εναι, δι' μφτερα τατα τν περ τς ψυχς στοραν ελγως ν ν πρτοις τιθεημεν. δοκε δ κα πρς λθειαν πασαν γνσις ατς μεγλα συμβλλεσθαι, μλιστα δ πρς τν φσιν· στι γρ οον ρχ τν ζων. πιζητομεν δ θεωρσαι κα γνναι τν τε φσιν ατς κα τν οσαν, εθ' σα συμββηκε περ ατν· ν τ μν δια πθη τς ψυχς εναι δοκε, τ δ δι' κενην κα τος ζοις πρχειν.

π
ντ δ πντως στ τν χαλεπωττων λαβεν τινα πστιν περ ατς. κα γρ, ντος κοινο το ζητματος κα πολλος τροις, λγω δ το περ τν οσαν κα τ τ στι, τχ' ν τ δξειε μα τις εναι μθοδος κατ πντων περ ν βουλμεθα γνναι τν οσαν, σπερ κα τν κατ συμβεβηκς δων πδειξις, στε ζητητον ν εη τν μθοδον τατην· ε δ μ στι μα τις κα κοιν μθοδος περ τ τ στιν, τι χαλεπτερον γνεται τ πραγματευθναι· δεσει γρ λαβεν περ καστον τς τρπος, ἐὰν δ φανερν πτερον πδειξς στιν διαρεσις κα τις λλη μθοδος, τι πολλς πορας χει κα πλνας, κ τνων δε ζητεν· λλαι γρ λλων ρχα, καθπερ ριθμν κα πιπδων.

πρτον δ' σως ναγκαον διελεν ν τνι τν γενν κα τ στι, λγω δ πτερον τδε τι κα οσα ποιν ποσν, κα τις λλη τν διαιρεθεισν κατηγοριν, τι δ πτερον τν ν δυνμει ντων μλλον ντελχει τις· διαφρει γρ ο τι μικρν.

σκεπτ
ον δ κα ε μεριστ μερς, κα πτερον μοειδς πασα ψυχ ο· ε δ μ μοειδς, πτερον εδει διαφρουσα γνει. νν μν γρ ο λγοντες κα ζητοντες περ ψυχς περ τς νθρωπνης μνης οκασιν πισκοπεν·

ε
λαβητον δ' πως μ λανθν πτερον ες λγος ατς στι, καθπερ ζου, καθ' καστον τερος, οον ππου, κυνς, νθρπου, θεο, τ δ ζον τ καθλου τοι οθν στιν στερον, μοως δ κν ε τι κοινν λλο κατηγοροτο·

τι δ, ε μ πολλα ψυχα λλ μρια, πτερον δε ζητεν πρτερον τν λην ψυχν τ μρια. χαλεπν δ κα τοτων διορσαι ποα πφυκεν τερα λλλων, κα πτερον τ μρια χρ ζητεν πρτερον τ ργα ατν, οον τ νοεν τν νον, κα τ ασθνεσθαι τ ασθητικν· μοως δ κα π τν λλων.

ε
δ τ ργα πρτερον, πλιν ν τις πορσειεν ε τ ντικεμενα πρτερον τοτων ζητητον, οον τ ασθητν το ασθητικο, κα τ νοητν το νο.

οικε δ' ο μνον τ τ στι γνναι χρσιμον εναι πρς τ θεωρσαι τς ατας τν συμβεβηκτων τας οσαις (σπερ ν τος μαθμασι τ τ εθ κα τ καμπλον, τ γραμμ κα ππεδον, πρς τ κατιδεν πσαις ρθας α το τριγνου γωναι σαι), λλ κα νπαλιν τ συμβεβηκτα συμβλλεται μγα μρος πρς τ εδναι τ τ στιν· πειδν γρ χωμεν ποδιδναι κατ τν φαντασαν περ τν συμβεβηκτων, πντων τν πλεστων, ττε κα περ τς οσας ξομεν λγειν κλλιστα· πσης γρ ποδεξεως ρχ τ τ στιν, στε καθ' σους τν ρισμν μ συμβανει τ συμβεβηκτα γνωρζειν, λλ μηδ' εκσαι περ ατν εμαρς, δλον τι διαλεκτικς ερηνται κα κενς παντες.

ποραν δ' χει κα τ πθη τς ψυχς, πτερν στι πντα κοιν κα το χοντος στι τι κα τς ψυχς διον ατς· τοτο γρ λαβεν μν ναγκαον, ο ῥᾴδιον δ. φανεται δ τν μν πλεστων οθν νευ το σματος πσχειν οδ ποιεν, οον ργζεσθαι, θαρρεν, πιθυμεν, λως ασθνεσθαι, μλιστα δ' οικεν δίῳ τ νοεν· ε δ' στ κα τοτο φαντασα τις μ νευ φαντασας, οκ νδχοιτ' ν οδ τοτ' νευ σματος εναι.

ε
μν ον στι τι τν τς ψυχς ργων παθημτων διον, νδχοιτ' ν ατν χωρζεσθαι· ε δ μηθν στιν διον ατς, οκ ν εη χωριστ, λλ καθπερ τ εθε, εθ, πολλ συμβανει, οον πτεσθαι τς [χαλκς] σφαρας κατ στιγμν, ο μντοι γ' ψεται οτως χωρισθν τι εθ· χριστον γρ, επερ ε μετ σματς τινος στιν. οικε δ κα τ τς ψυχς πθη πντα εναι μετ σματος, θυμς, πρατης, φβος, λεος, θρσος, τι χαρ κα τ φιλεν τε κα μισεν· μα γρ τοτοις πσχει τι τ σμα. μηνει δ τ ποτ μν σχυρν κα ναργν παθημτων συμβαινντων μηδν παροξνεσθαι φοβεσθαι, νοτε δ' π μικρν κα μαυρν κινεσθαι, ταν ργ τ σμα κα οτως χ σπερ ταν ργζηται. τι δ μλλον τοτο φανερν· μηθενς γρ φοβερο συμβανοντος ν τος πθεσι γνονται τος το φοβουμνου. ε δ' οτως χει, δλον τι τ πθη λγοι νυλο εσιν· στε ο ροι τοιοτοι οον "τ ργζεσθαι κνησς τις το τοιουδ σματος μρους δυνμεως π τοδε νεκα τοδε"...

Μετάφραση:

1. Μολονότι νομίζομεν, ότι πάσα γνώσις και επιστήμη είναι από τα ωραία και πολύτιμα πράγματα, αλλ' ότι άλλη εκ των επιστημών υπερέχει άλλης ή διά την ακρίβειαν αυτής (ως τα μαθηματικά), ή διότι είναι γνώσις πραγμάτων υψηλοτέρων και θαυμασιωτέρων (ως η αστρονομία), όμως την ψυχολογίαν δυνάμεθα και δια τους δύο τούτους λόγους δικαίως να θέσωμεν μεταξύ των πρώτων επιστημών. Φαίνεται δε ότι η γνώσις της ψυχής είναι μεγάλη συμβολή εις την γνώσιν της όλης αληθείας (της φιλοσοφίας) και μάλιστα της φύσεως (της φυσικής)· διότι η ψυχή είναι τρόπον τινά η αρχή των όντων, τα οποία έχουσι ζωήν. Ζητούμεν λοιπόν να εξετάσωμεν και να μάθωμεν πρώτον την φύσιν και την ουσίαν της ψυχής, έπειτα και πάντα τα συμβεβηκότα και τα φαινόμενα αυτής, από τα οποία άλλα μεν φαίνονται ότι είναι ιδιάζοντα της ψυχής πάθη, άλλα δε ότι υπάρχουσι και εις τα ζώα ένεκα της ψυχής.

2. Αλλ' οπωσδήποτε είναι βέβαια δυσκολώτατον πράγμα να αποκτήσωμεν αξιόπιστον (θετικήν) γνώσιν αυτής. Διότι, όπως και εις πολλά άλλα πράγματα, ούτω και εδώ προβάλλει το ζήτημα τί είναι η ουσία, τί είναι το πράγμα. Και ήθελε τις νομίσει αμέσως ότι μία μόνη μέθοδος υπάρχει δι' όλα τα πράγματα, των οποίων θέλομεν να γνωρίσωμεν την ουσίαν, όπως μία μόνη υπάρχει απόδειξις των ιδιαιτέρων ποιοτήτων αυτών, και ότι επομένως πρέπει ταύτην να ζητήσωμεν την μέθοδον. Αλλ' εάν δεν υπάρχη μέθοδος μία και κοινή προς γνώσιν του τί είναι τα πράγματα, ακόμη δυσκολωτέρα γίνεται η πραγματεία αύτη. Διότι τότε θα χρειασθή να εξετάσωμεν δι' έκαστον αυτών ποίαν ιδίαν οδόν θα ακολουθήσωμεν και όταν γείνη φανερόν ποία είναι η οδός αύτη, ή απόδειξις ή διαίρεσις ή και άλλη τις μέθοδος, πολλαί ακόμη πλάναι θα υπάρχωσι και απορίαι, από ποίας δηλαδή αρχάς πρέπει να ορμηθή η ζήτησις. Διότι αι αρχαί των διαφόρων πραγμάτων διαφέρουσιν αλλήλων·
άλλαι λ.χ. είναι αι αρχαί των αριθμών και άλλαι αι των επιπέδων. ακόμη πλάναι θα υπάρχωσι και απορίαι, από ποίας δηλαδή αρχάς πρέπει να ορμηθή η ζήτησις. Διότι αι αρχαί των διαφόρων πραγμάτων διαφέρουσιν αλλήλων· άλλαι λ.χ. είναι αι αρχαί των αριθμών και άλλαι αι των επιπέδων.

3. Πρώτον δε είναι ίσως αναγκαίον να διακρίνωμεν εις ποίον από τα γένη τού είναι ανήκει και τί είναι η ψυχή, αν δηλαδή είναι τούτο το (ατομικόν) πράγμα και ουσία ή είναι ποιόν ή ποσόν ή και άλλη τις από τας αλλαχού αριθμηθείσας
κατηγορίας. Προσέτι δε αν είναι εκ των εν δυνάμει όντων ή μάλλον εντελέχεια (εντελής πραγματικότης)· η διάκρισις δε αύτη έχει ουχί σμικράν σπουδαιότητα.

4. Πρέπει να εξετάσωμεν και αν η ψυχή διαιρείται εις μέρη ή είναι αμερής και αν είναι πάσαι αι ψυχαί του αυτού είδους ή όχι . Και, αν δεν είναι του αυτού είδους, τότε πρέπει να εξετασθή αν αύται είναι διάφορα είδη του αυτού γένους ή διάφορα γένη. Διότι σήμερον οι ομιλούντες και ερευνώντες περί ψυχής φαίνονται, ότι περί μόνης της ανθρωπίνης ψυχής πραγματεύονται.

5.
Πρέπει δε να προσέξωμεν και όπως μην μείνη ανεξέταστον, αν είς μόνος ορισμός της ψυχής είναι π. χ. του ζώου εν γένει, ή υπάρχει διάφορος εκάστης ψυχής ή εκάστου είδους ζώων, άλλος του ίππου λ. χ., άλλος του κυνός, άλλος του ανθρώπου, άλλος του θεού· διότι το καθόλου ζώον ή ουδέν πραγματικόν είναι ή είναί τι πολύ ύστερον παρά τα καθέκαστα (αφηρημένον). Το αυτό δε λέγομεν και αν εις άλλον (διάφορον του ζώου) κοινόν όρον ήθελεν αποδοθή η ψυχή.

6. Προσέτι, εάν δεν υπάρχωσι μεν πολλαί ψυχαί, υπάρχωσιν όμως πολλά μέρη (δυνάμεις) της ψυχής, τί εκ των δύο πρέπει να μελετήσωμεν, την όλην ψυχήν προ των μερών, ή αντιστρόφως πρότερον τα μέρη. Δύσκολον δε είναι και να προσδιορίσωμεν ποία είναι τα μέρη, τα οποία εκ φύσεως διαφέρουσιν απ' αλλήλων, και αν τα μέρη, καθ' εαυτά πρέπει να εξετάσωμεν πρότερον ή τα έργα, την ενέργειαν των μερών· λ.χ. την νόησιν πρότερον ή τον νουν, την αίσθησιν (ενέργειαν) πρότερον ή το αισθητικόν (δύναμιν)· ομοίως δε και περί των άλλων.

7. Εάν δε πρέπη να μελετώνται πρότερον αι ενέργειαι, πάλιν δύναται τις να ερωτήση αν πρέπει πρότερον αυτών να εξετάζωμεν τα αντικείμενα, το αισθητόν ον λ. χ. πρότερον του αισθητικού, το νοητόν προ του νου.

8. Είναι δε φανερόν, ότι ου μόνον η γνώσις του τι είναι τα πράγματα είναι χρήσιμος εις το να ίδωμεν τας αιτίας των συμβεβηκότων των όντων (ως λ.χ. εις τα μαθηματικά πρέπει να γνωρίζωμεν τί είναι το ευθύ και το καμπύλον, ή τί η γραμμή και το επίπεδον, δια να μάθωμεν με πόσας ορθάς είναι ίσαι αι γωνίαι του τριγώνου). Αλλά και τανάπαλιν η γνώσις των συμβεβηκότων συντελεί μεγάλως εις το να γνωρίσωμεν τί είναι το πράγμα. Διότι, όταν δυνάμεθα
κατά τας εικόνας των πραγμάτων τας οποίας σχηματίζει η φαντασία να εξηγώμεν τα συμβεβηκότα, ή πάντα ή τα πλείστα, τότε θα δυνάμεθα κάλλιστα να δίδωμεν λόγον και περί της ουσίας. Διότι η ουσία, το τί είναι το πράγμα, είναι η αρχή και βάσις πάσης αποδείξεως, και επομένως εκείνοι εκ των ορισμών, όπου συμβαίνει να μένωσιν αγνώριστα τα συμβεβηκότα και να μη είναι εύκολον μήτε εικόνα τινά να σχηματίση τις περί αυτών, είναι προφανές ότι άπαντες ελέχθησαν αντιλογικώς και κενολογικώς.

9. Απορίαν δε γεννώσι και τα πάθη της ψυχής, αν είναι πάντα κοινά και του σώματος του έχοντος αυτήν, ή υπάρχει και τι το οποίον ανήκει αποκλειστικώς εις την ψυχήν. Να μάθωμεν τούτο είναι αναγκαίον, αλλ' όχι εύκολον. Είναι όμως φανερόν, ότι κατά τα πλείστα ουδέν πάσχει, ουδέ ενεργεί η ψυχή άνευ του σώματος, ούτε οργίζεται, ούτε θαρρεί, ούτε επιθυμεί, ούτε όλως αισθάνεται άνευ αυτού. Ίδιον δε αυτής φαίνεται προ πάντων η νόησις· εάν δε και η νόησις είναι φαντασία ή δεν δύναται να υπάρχη άνευ φαντασίας, τότε ουδ' αυτή θα ηδύνατο να υπάρχη άνευ σώματος.

10. Εάν λοιπόν υπάρχη τι εκ των παθημάτων ή των ενεργειών της ψυχής, όπερ ανήκει αποκλειστικώς εις αυτήν, τότε αύτη θα ηδύνατο να χωρίζηται από του σώματος. Εάν όμως μηδέν ίδιον υπάρχη, δεν θα ηδύνατο να υπάρξη χωριστή. Αλλά καθώς το ευθύ, καθ' όσον είναι ευθύ (ευθεία γραμμή λ. χ.), δύναται να έχη πολλά συμβεβηκότα, λ.χ. να εφάπτηται της χαλκής σφαίρας είς τι σημείον, αλλ' όμως, εάν χωρισθή το ευθύ (η ευθύτης ως αφηρημένον) από του σώματος, δεν θα εφάπτηται της σφαίρας, διότι το ευθύ δεν υπάρχει χωριστόν, αλλ' είναι πάντοτε μετά τινος σώματος, ούτω και πάντα τα πάθη της ψυχής είναι ηνωμένα μετά του σώματος, ο θυμός, η πραότης, ο φόβος, ο έλεος, το θάρρος, η χαρά και η φιλία και το μίσος. Διότι συγχρόνως με τα παθήματα ταύτα της ψυχής συμπάσχει κατά τι και το σώμα. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι άλλοτε μεν, αν και ισχυρά και σαφή παθήματα συμβαίνουσιν είς τινα, ουδόλως ερεθίζεται ούτε φοβείται, ενίοτε όμως συγκινείται υπό μικρών και σκοτεινών παθημάτων, όταν το σώμα εξερεθίζηται και έχη την διάθεσιν τοιαύτην, οποίαν έχει όταν οργίζηταί τις. Έτι δε μάλλον φανερόν γίνεται τούτο εκ των εξής: ενώ δηλ. ουδέν συμβαίνει το προξενούν φόβον, πολλοί όμως περιπίπτουσιν εις πάθη ανθρώπου όστις φοβείται. Και, αν τούτο είναι αληθές, είναι φανερόν, ότι τα πάθη είναι λόγοι ένυλοι.
Και επομένως εκφράσεις τοιαύται, ως το οργίζεσθαι, σημαίνουσι κίνησιν του εν τοιαύτη διαθέσει όντος σώματος, ή κίνησιν μέρους τοιούτου ή δυνάμεως τοιαύτης υπό τούτου του πράγματος χάριν τούτου του σκοπού.

(μετάφραση Παύλος Γρατσιάτος)


3. ΕΥΔΗΜΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ
(β’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.)
Ο πρώτος ιστορικός των μαθηματικών, υπήρξε ένας διακεκριμένος μαθητής του Αριστοτέλους, ο οποίος τον περιέβαλλε με μεγάλη εκτίμηση. Ο Εύδημος υπήρξε πολυγραφότατος. Έγραψε έργα στην ιστορία των επιστημών, καθώς και στις θετικές και θεωρητικές επιστήμες. Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί των επιστημών αποδίδουν στον Εύδημο διασκευές διαφόρων αριστοτελικών έργων. Είναι πιθανόν το έργο «Ευδήμια ηθικά» που αποδίδεται στον Αριστοτέλη, να είναι έργο του Ευδήμου και να αποτελεί περίληψη της διδασκαλίας περί ηθικής του Σταγειρίτη φιλοσόφου. Από το μεγάλο συγγραφικό έργο του Ευδήμου δεν έχει σωθεί σχεδόν τίποτε. Ευτυχώς ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς και σχολιαστές, Πρόκλος, Πάππος, Θέων ο Σμυρναίος, Σιμπλίκιος, Αιλιανός, Βοήθιος και Πορφύριος, διέσωσαν ορισμένα αποσπάσματα.

4. ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ (370-287 π.Χ.)
Ήταν φιλόσοφος της αρχαιότητας. Θεωρείται συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη τον οποίο και διαδέχτηκε στην διεύθυνση της Περιπατητικής Σχολής. Τις περισσότερες πληροφορίες για βίο του Θεοφράστου αντλούμε από τον Διογένη, συγγραφέα των βίων των φιλοσόφων. Το έργο του Θεόφραστου ήταν ιδιαίτερα πλούσιο, καθώς εκτιμάται πως έγραψε συνολικά περίπου 240 έργα τα οποία πραγματεύονται ένα πλήθος θεμάτων γύρω από την Ηθική, την Λογική, την Ρητορική, την Ιστορία των επιστημών ή την Μεταφυσική και κυρίως την Βοτανική και την Ζωολογία. Σήμερα σώζονται κυρίως αποσπάσματα του έργου του αλλά και ορισμένα πλήρη κείμενα που είναι οι «Περί Φυτών Ιστορίας» (9 βιβλία), τα «Περί Φυτών Αιτιών» (6 βιβλία) καθώς και το πιο γνωστό του έργο, οι «Χαρακτήρες». 

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ»

02 theofrastosΑρχαίο κείμενο:

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

δη μν κα πρτερον πολλκις πιστσας τν δινοιαν θαμασα, σως δ οδ πασομαι θαυμζων, τ γρ δποτε, τς λλδος π τν ατν ἀέρα κειμνης κα πντων τν λλνων μοως παιδευομνων, συμββηκεν μν ο τν ατν τξιν τν τρπων χειν. γ γρ, Πολκλεις, συνθεωρσας κ πολλο χρνου τν νθρωπνην φσιν κα βεβιωκς τη νενκοντα ννα, τι δ μιληκς πολλας τε κα παντοδαπας φσεσι κα παρατεθεαμνος ξ κριβεας πολλς τος τε γαθος τν νθρπων κα τος φαλους πλαβον δεν συγγρψαι, κτεροι ατν πιτηδεουσιν ν τ βίῳ. κθσω δ σοι κατ γνος, σα τε τυγχνει γνη τρπων τοτοις προσκεμενα κα ν τρπον τ οκονομίᾳ χρνται· πολαμβνω γρ, Πολκλεις, τος υες μν βελτους σεσθαι, καταλειφθντων ατος πομνημτων τοιοτων, ος παραδεγμασι χρμενοι αρσονται τος εσχημονεσττοις συνενα τε κα μιλεν, πως μ καταδεστεροι σιν ατν. τρψομαι δ δη π τν λγον· σν δ παρακολουθσα τε [ρθς] κα εδσαι, ε ρθς λγω. πρτον μν ον ποισομαι <τν λγον π> τν τν ερωνεαν ζηλωκτων, φες τ προοιμιζεσθαι κα πολλ περ το πργματος λγειν. κα ρξομαι πρτον π τς ερωνεας κα ριομαι ατν, εθ' οτως τν ερωνα διξειμι, ποῖός τς στι κα ες τνα τρπον κατεννεκται· κα τ λλα δ τν παθημτων, σπερ πεθμην, πειρσομαι κατ γνος φανερ καθιστναι.

ΕΙΡΩΝΙΑΣ Α’

μν ον ερωνεα δξειεν ν εναι, ς τπ λαβεν, προσποησις π] χερον πρξεων κα λγων, δ ερων τοιοτς τις, οος προσελθν τος χθρος θλειν λαλεν, ο μισεν· κα παινεν παρντας, ος πθετο λθρα, κα τοτοις συλλυπεσθαι ττωμνοις· κα συγγνμην δ χειν τος ατν κακς λγουσι κα πσι] τος καθ' αυτο λεγομνοις. κα πρς τος δικουμνους κα γανακτοντας πρως διαλγεσθαι· κα τος ντυγχνειν κατ σπουδν βουλομνοις προστξαι πανελθεν. κα μηδν ν πρττει μολογσαι, λλ φσαι βουλεεσθαι κα προσποισασθαι ρτι παραγεγονναι κα ψ γενσθαι [ατν] κα μαλακισθναι. κα πρς τος δανειζομνους κα ρανζοντας πεν ς ο πλουτε· κα πωλν φσαι] ς ο πωλε· κα μ πωλν φσαι πωλεν·

κα κοσας τι μ προσποιεσθαι, κα δν φσαι μ ωρακναι, κα μολογσας μ μεμνσθαι· κα τ μν σκψεσθαι φσκειν, τ δ οκ εδναι, τ δ θαυμζειν, τ δ' δη ποτ κα ατς οτως διαλογσασθαι.

κα τ λον δεινς τ τοιοτ τρπ το λγου χρσθαι· Ο πιστεω· Οχ πολαμβνω· κπλττομαι· κα· Λγεις ατν τερον γεγονναι· Κα μν ο τατα πρς μ διεξει· Παρδοξν μοι τ πργμα· λλ τιν λγε· πως δ σο πιστσω κενου καταγν, πορομαι· λλ' ρα, μ σ θττον πιστεεις.

[Τοιατας φωνς κα πλοκς κα παλιλλογας ερεν στι τν ερνων. τ δ τν θν μ πλ λλ' πβουλα φυλττεσθαι μλλον δε τος χεις.]

ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ Ε’

δ ρσκει στι μν, ς ρ περιλαβεν, ντευξις οκ π τ βελτστ δονς παρασκευαστικ, δ ρεσκος μλει τοιοτς τις, οος πρρωθεν προσαγορεσας κα νδρα κρτιστον επν κα θαυμσας κανς, μφοτραις τας χερσ λαβμενος μ φιναι κα μικρν τι προπμψας κα ρωτσας, πτε ατν ψεται, παινν παλλττεσθαι. κα παρακληθες δ πρς δαιταν μ μνον πρεστι βολεσθαι ρσκειν, λλ κα τ ντιδκ, να κοινς τις εναι δοκ. κα τος ξνους δ επεν ς δικαιτερα λγουσι τν πολιτν. κα κεκλημνος δ π δεπνον κελεσαι καλσαι τ παιδα τν στιντα, κα εσιντα φσαι σκου μοιτερα εναι τ πατρ, κα προσαγμενος φιλσαι κα παρ' ατν καθστασθαι, κα τος μν συμπαζειν ατς λγων· σκς, πλεκυς, τ δ π τς γαστρς ἐᾶν καθεδειν μα θλιβμενος.

ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣ ΙΖ’

στι δ μεμψιμοιρα πιτμησις παρ τ προσκον τν δεδομνων, δ μεμψμοιρος τοισδε τις, οος ποστελαντος μερδα το φλου επεν πρς τν φροντα· φθνησς μοι το ζωμο κα το οναρου οκ π δεπνον καλσας.

κα π τς ταρας καταφιλομενος επεν· Θαυμζω, ε σ κα π τς ψυχς οτω με φιλες. κα τ Δι γανακτεν, ο διτι ει, λλ διτι στερον.

κα ερν ν τ δ βαλλντιν τι επεν· λλ' ο θησαυρν ερηκα οδποτε.

κα πριμενος νδρποδον ξιον κα πολλ δεηθες το πωλοντος· Θαυμζω, επεν, τι γις οτω ξιον ἐώνημαι.

κα πρς τν εαγγελιζμενον, τι Υἱός σοι γγονεν, επεν, τι ν προσθς· κα τς οσας τ μισυ πεστιν, ληθ ρες.

κα δκην νικσας κα λαβν πσας τς ψφους γκαλεν τ γρψαντι τν λγον ς πολλ παραλελοιπτι τν δικαων.

κα ρνου εσενεχθντος παρ τν φλων κα φσαντς τινος· λαρς σθι, Κα πς; επεν, τι δε τργριον ποδοναι κστ κα χωρς τοτων χριν φελειν ς εεργετημνον;

Μετάφραση:

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Κα προηγουμνως δη πολλκις πστησα τν προσοχν μου κα πρησα, σως δ κα δν θ πασω ν πορ, διατ ρ γε, ν λλς ερσκεται π τ ατ κλμα κα ν λοι ο λληνες λαμβνουν τν δαν γωγν, συμβανει ν μὴν χωμεν λοι τν ατν χαρακτρα. γ λοιπν, Πολυκλ, πειδ ξτασα πρ πολλο τν νθρωπνην φσιν κα χω ζσει νενντα ννα τη, προστι δ χω συναναστραφ πολλς κα διαφρους φσεις νθρπων κα χω παρατηρσει μ πολλν κρβειαν πολλος κα καλος κα κακος, νμισα τι πρεπε ν περιγρψω τν συμπεριφορν πο χουν κα ο μν κα ο δ ες τν βον των. Θ σο κθσω δ χωριστ κα σα γνη νκουν ες τος χαρακτρας τοτους κα τν τρπον, μ τν ποον τος φαρμζουν ες τν καθημερινν ζων των. Διτι νομζω, Πολυκλ, τι ο υο μας θ γνουν καλτεροι, ν φσωμεν ες ατος τοιατας ποδεξεις, τς ποας μεταχειριζμενοι ς παραδεγματα θ προτιμον ν συναναστρφωνται τος πρα πολ ξιοπρεπες, δι ν μὴν εναι καττερο των. Κα τρα θ λθω ες τ προκεμενον, δικν σου δ ργον εναι κα ν παρακολουθσς ρθς κα ν δς ν ρθς λγω. Πρτον μν λοιπν θ ναφρω κενους πο ξασκον μ ζλον τν ερωνεαν, φο φσω κατ μρος τ προομια κα τν πολυλογαν περ το ζητματος· θ ρχσω πρτον π τν ερωνεαν κα θ δσω ες ατν ρισμν, πειτα κατ τν ξς τρπον θ περιγρψω τν ερωνα, τ λογς νθρωπος εναι κα ες ποον χαρακτρα κατατσσεται· κα τ λλα δ πθη (λαττματα) θ προσπαθσω ν τ καταστσω φανερ ες κθε γνος, καθς πεσχθην.

ΕΙΡΩΝΙΑΣ Α’

ερωνεα, δι ν τν ρσωμεν γενικς, μπορε ν φαν τι εναι προσποιητ λττωσις πρξεων κα λγων . δο δ τ λογς νθρωπος εναι ερων. Πλησιζει τος χθρος του κα θλει ν μὴν φαν τι τος μισε· παινε, ταν εναι παρντα, κενα τ πρσωπα πο κρυφ τ χει προσβλει· ἐὰν χουν χσει δκην ες τ δικαστριον τος συλλυπεται· φανεται τι συγχωρε κενους πο τν κακολογον κα τι δν θυμνει δι' σα λγονται ναντον του·, ες κενους που χουν δικηθ π ατν κα ρχονται ν παραπονεθον μιλε μ πρατητα· ες τος πιμνοντας ν τν δουν μσως λγει ν πιστρψουν ργτερα. Δι τς ποθσεις του δν φανερνει τποτε, λλ λγει τι δν λαβε κμη πφασιν κα προσποιεται τι δν εναι πολς καιρς πο πανλθε, τι φθασε ργ, τι το σθενς· μες κενους πο ζητον δανεικ χρματα ρανον...

ταν ες τν γορν πωλ κτι, λγει τι δν πωλε· ταν δ πλιν δν πωλε, λγει τι πωλε.

ν κουσε κτι, προσποιεται τι δν κουσε, ν εδεν, τι δν εδεν, ν συμφνησε, λγει τι δν νθυμεται. λλοτε λγει τι θ σκεφθ, λλοτε τι δν γνωρζει, λλοτε τι πορε, λλοτε τι κα ατς καμε ατν τν σκψιν.

Κα ν γνει εναι νθρωπος πο μεταχειρζεται μ διαιτραν τχνην τς φρσεις· “δν πιστεω”, “δν νομζω”, “θαυμζω”, “φανεται κατ τ λγια σου τι ατς λλαξε πολ”, “κα μως δν μο παρστησε τσι τ πργμα”, “μο φανεται παρδοξον”, “ες λλον ν τ πς”, “ερσκομαι ες ποραν πς ν μ σ πιστεσω ν καταδικσω κενον”, “πρσεξε μπως εσαι εκολπιστος”.

Ατ εναι γλσσα κα τ κλωθογυρσματα κα α ντιλογαι πο ερσκει κανες ες τν ερωνα· π ατος λοιπν τος χι πλος λλ πονηρος χαρακτρας πρπει ν προφυλττεσαι περισστερον παρ' σον π τς χδνας .

ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ Ε’

ρσκεια εναι, ν θλ τις ν τν ρσ, συνντησις καν ν προξενσ εχαρστησιν λλ' χι μ ελικρνειαν. δο δ τ λογς νθρωπος εναι ρεσκος. ταν δ π μακρν να πρσωπον, τ χαιρετ μ τ νομ του, τ γκωμιζει, το κμνει ρκετς φιλοφρονσεις, τ κρατε μ τ δο χρια χωρς ν τ φν κα, φο τ συνοδεσ λγον κα τ ρωτσ πτε θ τ ξαναδ, τ φνει τλος παινντας το κμη μαν φορν ταν προσκληθ ς διαιτητς , προσπαθε ν ρσ χι μνον ες κενον πο ντιπροσωπεει λλ κα ες τν ντδικον, δι ν φαν μερληπτος· ες τος ξνους λγει τι χουν περισστερον δκαιον π τος συμπολτας του· ταν προσκληθ ες δεπνον, παρακαλε τν οκοδεσπτην ν καλσ τ τκνα του, κα ταν εσλθουν λγει τι εναι παρλλακτα μ τν πατρα των (μοιζουν σν σκο μ σκο)· φο δ τ σρ κοντ του, τ φιλε κα τ τοποθετε στ πλγι του κα μ λλα μν συμπαζει λγων 'σκς πλεκυς', λλα δ φνει ν κοιμηθον πνω ες τν κοιλαν του, ν κα πιζεται.

ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣ ΙΖ’

μεμψιμοιρα εναι κατηγορα παρ τ πρπον τν δρων πο λαμβνει κανες. δο δ τ λογς νθρωπος εναι μεμψμοιρος .ν φλος του θυσισας στελ ες ατν μερδα κρατος, λγει ες τν φροντα ‘λυπθη κρις σου ν μ φγω κα γ π τν ζωμν το κρατος κα ν πι λγο κρασκι, δι τοτο δν μ κλεσε ες τ δεπνον’.

ν π τν ρωμνην του λαμβν φιλματα, τς λγει ‘πορ ν ατ προρχωνται π τν καρδι σου’· θυμνει κατ το Δις χι διτι δν βρχει λλ διτι βρχει ργ.

ν ερ ες τν δρμον βαλλντιον, λγει· ‘καλ, λλ δν χω ερει ποτ θησαυρ’.

φο μ πολλς παρακλσεις γορσ εθην να δολον, λγει ες τν πωλητν ‘πορ τι χω γορσει κτι χωρς λττωμα τσο φθην’·

Ες κενον πο το φρει τν καλν γγελαν τι πκτησε υἱὸν λγει ‘λλ πρσθεσε τι χθη κα τ μισυ τς περιουσας μου’.

ταν ες τ δικαστριον κερδσ παμψηφε δκην, κατηγορε τν γρψαντα τν πολογαν του τι χει παραλπει πολλ πιχειρματα.

ταν ο φλοι του κμουν συνεισφορν δι’ ατν κα κποιος το επ! τρα πρπει ν εσαι χαρομενος’, παντ πς ; φο πρπει κα τ χρματα ν δσω πσω ες τν καθνα κα κτς τοτου ν χρεωστ χριν ς εεργετημνος;"

(μετάφραση Εμμανουήλ Δαυΐδ)


5. ΣΤΡΑΤΩΝ Ο ΛΑΜΨΑΚΗΝΟΣ
(355-269 π.Χ.)
Ήταν ένας φιλόσοφος της Περιπατητικής Σχολής, ο τρίτος κατά χρονική σειρά διευθυντής (σχολάρχης) του Λυκείου του Αριστοτέλη μετά τον θάνατο του Θεοφράστου. Αφοσιώθηκε ιδιαίτερα στην μελέτη των φυσικών επιστημών, αυξάνοντας τα νατουραλιστικά στοιχεία του αριστοτελισμού σε σημείο που αρνήθηκε την ανάγκη να υπάρχει ένας θεός που ενέργησε για την δημιουργία του Σύμπαντος, προτιμώντας την άποψη ότι το Σύμπαν κυβερνάται από την ασυνείδητη δύναμη της φύσης και μόνο. Έγραψε πολλά συγγράμματα και, υπό την επίδραση του Δημόκριτου, ερμήνευσε εμπειριο-φυσιοκρατικά την Αριστοτελική φιλοσοφία. Στο σώμα των Αριστοτελικών έργων έχουν συμπεριληφθεί τα μη γνήσια συγγράμματα «Περί ακουστών» και «Περί θαυμασίων ακουσμάτων», τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν με απόλυτη βεβαιότητα στον Στράτωνα.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

03 stratwnΣυνοπτικά:

Α.
Τόνιζε την ανάγκη για έρευνα με ακρίβεια και έδινε ως παράδειγμα την παρατήρηση του πώς το νερό που χύνεται από ένα στόμιο διασπάται σε ξεχωριστές σταγόνες ως απόδειξη ότι τα σώματα που πέφτουν επιταχύνονται.

Β. Ενώ ο Αριστοτέλης όριζε τον χρόνο ως την αριθμήσιμη πλευρά της κινήσεως, ο Στράτων υπεστήριξε ότι, επειδή η κίνηση και ο χρόνος είναι συνεχείς ενώ ο αριθμός διακριτός, ο χρόνος έχει μία ύπαρξη ανεξάρτητα από την κίνηση. Ο Στράτων ήταν επιφυλακτικός ως προς την αριστοτελική έννοια του τόπου ως «περιβάλλουσας επιφάνειας, προτιμώντας να τον θεωρεί ως τον χώρο που καταλαμβάνει ένα σώμα. Απέρριπτε επίσης την ύπαρξη του αριστοτελικού «αιθέρα».

Γ. Υπερτόνιζε τον ρόλο του πνεύματος στην λειτουργία της ψυχής, της οποίας οι δραστηριότητες εξηγούνταν από το πνεύμα που εκτεινόταν σε όλο το ανθρώπινο σώμα από το «κυβερνόν μέρος» που βρισκόταν μέσα στο κεφάλι. Για τον Στράτωνα όλες οι αισθήσεις «νιώθονται» στον εγκέφαλο: όλο το «αισθάνομαι» εμπεριέχει σκέψη, και δεν υπάρχει σκέψη που να μην προέρχεται από τις αισθήσεις. Παράλληλα, δεν αποδεχόταν την αθανασία της ψυχής και προσέβαλε τις «αποδείξεις» που έδινε ο Πλάτων μέσω του έργου του «Φαίδωνα», ενώ πίστευε ότι η ύλη αποτελείται από μικροσκοπικά σωμάτια, απορρίπτοντας, όμως, την δημοκρίτεια θεωρία για τον κενό χώρο.

Δ. Ανέπτύξε μια περίφημη θεωρία περί κενού, κατά την οποία όλες οι ουσίες περιείχαν κενό και οι διαφορές βάρους τους οφείλονταν στις διαφορές έκτασης του κενού. Αξιοσημείωτο είναι, δε, ότι αυτή η θεωρία του Στράτωνα αποτέλεσε την κύρια θεωρητική βάση για την κατασκευή μηχανών αέρος και ατμού κατά την Ελληνιστική Περίοδο, τις οποίες περιέγραψε με παραστατικότητα και ακρίβεια ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς.


6. ΑΡΙΣΤΟΞΕΝΟΣ Ο ΤΑΡΑΝΤΙΝΟΣ (354-300 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος φιλόσοφος από τον Τάραντα, μαθητής του Αριστοτέλη. Λέγεται ότι το έργο του περιελάμβανε 453 συγγράμματα, στο ύφος του Αριστοτέλη, όσον αφορά στο φιλοσοφικό, ηθικό και μουσικό τους περιεχόμενο. Η θεωρία που ανέπτυξε βασιζόταν στην ιδέα, ότι το σώμα και η ψυχή του ανθρώπου συνδέονται μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο όπως η αρμονία της μουσικής συνδέεται με τα μέλη του μουσικού οργάνου. Ο Αριστόξενος κατά τον Διογένη του Λαέρτιο (Βίοι Φιλοσόφων) που αναφέρεται σε μαρτυρία του Παρμενίδη που έχει χαθεί, ο Αριστόξενος είναι ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι ο πλανήτης Αφροδίτη είναι το ίδιο αστρονομικό σώμα που εμφανίζεται το πρωί πριν τον Ήλιο ή το βράδυ μετά την δύση του.

7. ΔΙΚΑΙΑΡΧΟΣ (350-290 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος, χαρτογράφος, γεωγράφος, μαθηματικός και συγγραφέας από την Μεσσήνη της Σικελέας. Ο Δικαίαρχος ήταν μαθητής στο Λύκειον του Αριστοτέλους. Πολύ λίγα πράγματα από το έργο του έχουν διασωθεί. Έγραψε για την ιστορία και την γεωγραφία της Ελλάδος, και το πιο σημαντικό έργο του ήταν το "Βίος Ελλάδος". Έκανε σημαντικές συνεισφορές στον τομέα της χαρτογραφίας, όπου ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν γεωγραφικές συντεταγμένες. Επίσης έγραψε βιβλία για την φιλοσοφία και την πολιτική. Ο Δικαίαρχος εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους αρχαίους ως φιλόσοφος και ως άνθρωπος που είχε εκτενείς γνώσεις σε μεγάλη ποικιλία τομέων. Το έργο του είναι γνωστό μόνο από τις πολλές αποσπασματικές αναφορές των μεταγενέστερων συγγραφέων.

8. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΦΑΛΗΡΕΥΣ (345-280 π.Χ.)
Ήταν πολιτικός και περιπατητικός φιλόσοφος της αρχαίας Αθήνας. Ο Δημήτριος συνέγραψε πολλά συγγράμματα, που όμως δεν έφθασαν στα χέρια μας. Ως ρήτορας εισήγαγε στην ρητορική τέχνη το ασιατικό ύφος. Ήταν μαθητής του Θεόφραστου της Ερέσου. Λόγω της ρητορικής του ικανότητας απόκτησε στην Αθήνα τόσο μεγάλη επιρροή, που διορίσθηκε από τον βασιλιά Κάσσανδρο ως “επιστάτης” των Αθηναίων. Κυβέρνησε για δέκα ολόκληρα χρόνια. Έθεσε τα θεμέλια της γραμματικής και της κριτικής φιλολογίας καθώς και την ίδρυση της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνρειας απο τον Πτολεμαίος Α’. Βοήθησε με τις συμβουλές του στην μετάφραση των ιερογλυφικών χρονικών της Αιγύπτου και των απόκρυφων ιουδαϊκών βιβλίων. Εξορίστηκε από τον Πτολεμαίο Β' (διάδοχος του Πτολεμαίου Α') και κατέφυγε στην Άνω Αίγυπτο, όπου και πέθανε το 283 π.Χ. από τσίμπημα φιδιού.

9. ΞΕΝΑΡΧΟΣ Ο ΣΕΛΕΥΚΙΟΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
Περιπατητικός φιλόσοφος και γραμματικός από την Σελεύκεια της Κιλικίας. Δίδαξε στην γενέτειρά του, στην Αλεξάνδρεια, στην Αθήνα και στην Ρώμη. Ανάμεσα στους Αθηναίους μαθητές του ήταν και ο Στράβων, ο οποίος αναφέρθηκε στον δάσκαλό του επαινετικά.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.

10. ΕΡΜΙΠΠΟΣ Ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΕΙΟΣ
(3ος-2ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν περιπατητικός φιλόσοφος από την Σμύρνη. Από την ονομασία Καλλιμάχειος, πιστεύεται ότι ήταν μαθητής του Καλλιμάχου, περίπου στα μέσα του 3ου αιώνα. Από τα γραπτά του, «Ο βίος του Χρυσίππου» (279 – 206 π.Χ.) υποδεικνύει ότι ο Έρμιππος έζησε προς το τέλος του 3ου αιώνα. Το έργο του «Βίοι των εν παιδεία διαλαμψάντων» ήταν ιδιαίτερα γνωστό και παρόλο που έχει χαθεί, πολλοί συγγραφείς έκαναν αναφορά σε αυτό. Από αυτούς, ο Διογένης ο Λαέρτιος, το έχει χρησιμοποιήσει πολύ συχνά ως πηγή και το αναφέρει πολλές φορές στο έργο του που σημερα ονομάζουμε «Βίοι φιλοσόφων». Από τις πηγές που έχουμε στην διάθεσή μας, γνωρίζουμε ότι περιείχε βιογραφίες για τους πολλούς συγγραφείς, φιλοσόφους, ρήτορες και ιστορικούς.

11. ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (285-194 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας μαθηματικός, γεωγράφος, αστρονόμος, γεωδαίτης, ιστορικός και φιλόλογος. Θεωρείται ο πρώτος που υπολόγισε το μέγεθος της Γης και κατασκεύασε ένα σύστημα συντεταγμένων με παράλληλους και μεσημβρινούς. Ακόμα κατασκεύασε έναν χάρτη του κόσμου όπως τον θεωρούσε. Για τις θεωρίες του περί γεωγραφίας κατηγορήθηκε αργότερα από τον Στράβωνα, ότι δεν παρείχε τις αναγκαίες αποδείξεις. Από τα ποικίλα έργα του δεν σώθηκε κανένα εκτός από λίγους τίτλους, όπως «Χρονογραφίαι», «Γεωγραφικά», «Περί της Αρχαίας κωμωδίας», «Καταστερισμοί» και «Περί Μεσοτήτων».

12. ΚΡΙΤΟΛΑΟΣ (α’ μισό του 2ου αιώνα π.Χ.)
Φιλόσοφος από την Φασήλιδα της Λυκίας. Έγινε στην Αθήνα διευθυντής της Περιπατητικής σχολής, ως διάδοχος του Αρίστωνα του Κείου. Το 155 π.Χ. πήγε ως πρεσβευτής στην Ρώμη, για να παρακαλέσει την σύγκλητο να απαλλάξει τους Αθηναίους από το πρόστιμο των 500 ταλάντων για την καταστροφή του Ωρωπού. Εκεί, στις δημόσιες διδασκαλίες του, προκάλεσε το θαυμασμό των Ρωμαίων για τις ρητορικές του ικανότητες. Στην αρχή ήταν οπαδός της αριστοτελικής ηθικής, αργότερα όμως απομακρύνθηκε από αυτήν και ανέμειξε τις θεωρίες των στωικών και των επικούρειων. Πίστευε ότι η ζωή, η σύμφωνη με την φύση, βρίσκει την πραγμάτωσή της με τρία είδη αγαθών: ψυχικά, σωματικά, εξωτερικά. Από τα συγγράμματά του δεν σώθηκε κανένα.

13. ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους περιπατητικούς και αριστοτελικούς φιλοσόφους. Ως αριστοτελικός, ο Ανδρόνικος ενδιαφέρθηκε για το έργο του Σταγειρίτη, εκδίδοντας μάλιστα και σχολιάζοντας όσα συνέγραψε. Αξιοσημείωτο είναι ότι από αυτόν έγινε η πρώτη και βασική κατάταξη των αριστοτελικών έργων. Η συναγωγή των συγγραμμάτων που ακολουθούσαν τα «Φυσικά» οδήγησε στην τοποθέτησή τους στο συνολικό έργο «Μετά τα Φυσικά», που δεν παρέπεμπε στον καθαυτό όρο μεταφυσική, απλώς συνόψιζε όσα συγγράμματα αναφέρονταν στο «ν».

14. ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (64-4 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας ιστορικός και περιπατητικός φιλόσοφος με καταγωγή από την Δαμασκό, ο οποίος παρήγαγε ιδιαίτερα πλούσιο έργο από το οποίο διασώζονται πολύ λίγα αποσπάσματα. ο συγγραφικό του έργο υπήρξε γιγαντιαίο, αλλά διασώζεται πολύ μικρό τμήμα από αυτό. Το κύριο μέρος του έργο του ήταν η παγκόσμια ιστορία που έγραψε και αποτελούνταν από 144 τόμους. Τα υπόλοιπα γραπτά του αποτελούνται από την αυτοβιογραφία του, βιογραφίες για τον καίσαρα Αύγουστο και τον Ηρώδη τον Μέγα με τους οποίους διατηρούσε στενές προσωπικές σχέσεις, κάποια φιλοσοφικά έργα, καθώς και μερικές κωμωδίες και τραγωδίες.

ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.

15. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ Ο ΚΛΑΥΔΙΟΣ
(90-168 μ.Χ.)
Ήταν ονομαστός Έλληνας φυσικός φιλόσοφος ο οποίος γεννήθηκε στην ρωμαϊκή Αίγυπτο και έζησε στην Αλεξάνδρεια. Το σπουδαιότερο έργο του, Η «Μεγίστη» Μαθηματική Σύνταξις), σώθηκε στα αραβικά ως «Αλμαγέστη» και στηρίζεται στις παρατηρήσεις διάφορων προγενέστερων αστρονόμων και ιδίως του Ιππάρχου. Στο έργο του συνόψισε και παρουσίασε συστηματικά τα επιτεύγματα των προγενέστερων στους διάφορους τομείς της επιστήμης, ελέγχοντας μεθόδους και μετρήσεις και προσθέτοντας δικά του συμπεράσματα. Επίσης ο Πτολεμαίος ασχολήθηκε με την Μουσική, την Οπτική, την Μαντική αστρολογία και την Γεωγραφία.

16. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΑΦΡΟΔΙΣΙΕΥΣ (τέλη 2ου – μέσα 3ου αιώνα μ.Χ.)
Υπήρξε Έλληνας περιπατητικός φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Αφροδισιάδα της Καρίας, και από εκεί πήρε το επώνυμό του. Θεωρείται ο σημαντικότερος σχολιαστής του Αριστοτέλη (σώζονται τα υπομνήματά του στα «Αναλυτικά πρότερα»). Ιδιαίτερη επίδραση στην μεταγενέστερη φιλοσοφική σκέψη άσκησε η ερμηνεία του αναφορικά με την αριστοτελική αντίληψη περί του νου την οποία αναπτύσσει στα δύο βιβλία του «Περί ψυχής».­

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΣΧΟΛΙΑ»


Αρχαίο κείμενο:

Σχόλια Αλέξανδρου, στο Αριστοτέλους Μετά τα Φυσικά από απόσπασμα του Εύδημου στο Περί Λέξεων:
83.34 -84.7 «Ο δε λόγος ο τον τρίτον άνθρωπον εισάγων τοιούτος. Λέγουσι τα κοινώς κατηγορούμενα των ουσιών κυρίως τε είναι τοιάυτα, και ταύτα είναι ιδέας. Έτι τα όμοια αλλήλοις του αυτού τινος μετουσία όμοια αλλήλοις είναι, ο κυρίως εστί τούτο, και τούτο είναι την ιδέαν.

αλλ’ ει τούτο, και το κατηγορούμενον τινων κοινώς, αν μή ταυτόν ή εκείνων τινί ών κατηγορείται, άλλο τι έστι παρ’ εκείνα (δια τούτο γάρ γένος ο αυτοάνθρωπος, ότι κατηγορούμενος των καθ’ έκαστα ουδενί αυτών ην ο αυτός), τρίτος άνθρωπος έσται τις παρά τε τον καθ’ έκαστα, οίον Σωκράτη και Πλάτων, και παρά την ιδέαν, ήτις και αυτή μία κατ’ αριθμόν έστιν.»

Σχόλια Αλέξανδρου, στο Αριστοτέλους Μετά τα Φυσικά από αποσπάσματα του Αριστοτέλους στο Περί Ιδεών:
84.21 – 85.3 «δείκνυται και ούτως ο τρίτος άνθρωπος, ει το κατηγορούμενον τινων πλειόνων αληθώς και έστιν άλλο παρά τα ων κατηγορείται, κεχωρισμένον αυτών (τούτο γάρ ηγούνται δεικνύναι οι τας ιδέας τιθέμενοι, διά τούτο γάρ έστι τι αυτοάνθρωπος κατ’ αυτούς, ότι ο άνθρωπος κατά των καθ’ έκαστα ανθρώπων εστίν) – αλλ’ ει τούτο, έσται τις τρίτος άνθρωπος, ει γάρ άλλος ο κατηγορούμενος ων κατηγορείται, και κατ’ ιδίαν υφεστώς κατηγορείται δέ κατά τε των καθ’ έκαστα και κατά της ιδέας ο άνθρωπος, έσται τρίτος τις άνθρωπος παρά τε τους καθ’ έκαστα και την ιδέαν. Ούτως δέ και τέταρτος ο κατά τε τούτου και της ιδέας και των καθ’ έκαστα κατηγορούμενος, ομοίως ε και πέμπτος, και τούτο επ’ άπειρον.»

«έστι δε ο λόγος ούτος τω πρώτω ο αυτός, επεί έθεντο τα όμοια του αυτού τινος μετουσία όμοια είναι
».

Μετάφραση:


83.34 -84.7 Η αιτία για την οποία εμφανίζεται ο «Τρίτος Άνθρωπος» είναι η ακόλουθη: Λένε ότι οι ιδέες είναι αυτές οι οποίες χαρακτηρίζουν τα πράγματα με ένα κοινό γνώρισμα, και επιπλέον τα όμοια πράγματα γίνονται όμοια λόγω της συμμετοχής τους σε κάτι το ίδιο, και αυτό εν είναι τίποτε άλλο παρά η ιδέα.

Αλλά άν η ιδέα αυτή είναι ξεχωριστή από τα πράγματα τα οποία χαρακρηρίζει, τότε θα εμφανισθεί επ’ αυτών (δηλαδή επί της ιδέας και των αισθητών πραγμάτων) κάποια άλλη ιδέα, δηλαδή κάποιος «τρίτος Άνθρωπος» τόσο επί των αισθητών άνθρώπων (όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων) όσο και επί της ιδέας, η οποία είναι και αυτή μία στον αριθμό.)

84.21 – 85.3 Καταγράφεται και κατά τον ακόλουθο τρόπο ο τρίτος άνθρωπος: Εάν το κοινό γνώρισμα πολλών πραγμάτων είναι κάτι διαφορετικό και χωριστό από τα αισθητά αυτά πράγματα προς τα οποία αποίδεται το γνώρισμα αυτό (γιατί αυτή είναι η άποψη των υποστηρικτών της θεωρίας των ιδεών. Γι’ αυτό λοπόν υπάρχει η ιδέα του ανθρώπου σύμφωνα με αυτούς, δηλαδή η ιδέα του ανθρώπου αποδίδεται στους αισθητούς ανθρώπους και είναι διαφορετική απ’ αυτούς), αν λοιπόν συμβαίνει αυτό, θα εμφανίζεται κάποιος τρίτος άνθρωπος.

Διότι αν είναι άλλη η ιδέα του ανθρώπου που υφίσταται ξεχωριστά από τους (αισθητούς) ανθρώπους, και το γνώρισμα του ανθρώπου αποδίδεται και στους αισθητούς ανθρώπους και στην ιδέα του ανθρώπου, τότε θα υπάρχει κάποιος τρίτος άνθρωπος αναφερόμενος και στους αισθητούς και στην ιδέα του ανθρώπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εμφανισθεί και τέταρτος άνθρωπος αναφερόμενος στον τρίτο, στην ιδέα του ανθρώπου και στους αισθητούς ανθρώπους, ομοίως και πέμπτος, και αυτό θα συνεχίσθεί επ’ άπειρο.)

Η αιτιολογία αυτής της εκδοχής είναι ίδια με την αιτιολογία της πρώτης εκδοχής. Αυτό συμβαίνει διότι τα όμοια πράγματα καθίστανται όμοια λόγω της συμμετοχής τους σε κάτι (δηλαή στην ιδέα).



****************


Πηγές:

https://el.wikipedia.org
http://www.livepedia.gr
http://www.ygeiaonline.gr
http://www.deepi.gr
http://www.biblionet.gr
http://www.greek-language.gr
http://www.schooltime.gr
https://www.mikrosapoplous.gr
http://antepithesi.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2103:pneyma-athanaton-93&Itemid=410
http://www.math.uoa.gr
http://theseus-aegean.blogspot.gr/2014_11_01_archive.html
http://www.cinesite.com/computer-graphics-world-cinesite-builds-an-empire/
http://mythiki-anazitisi.blogspot.gr/2014_05_01_archive.html