ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΙΚΟΙ
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
1. ΚΛΕΑΡΧΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ (4ος-3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από τους Σόλους της Κύπρου. Ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Τα έργα του είναι επηρεασμένα από την ανατολική κουλτούρα και εκτιμάται ότι ταξίδεψε στην Βακτριανή και στην πόλη Αλεξάνδρεια, όπου και άφησε ένα δελφικό ρητό. Στα έργα του έχει αναπτύξει διάφορες θεωρίες για την σχέση μεταξύ των δυτικών και ανατολικών θρησκειών.
2. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (384-322 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και πολυεπιστήμονας. Σε ηλικία 17 ετών εισέρχεται στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην Αθήνα, όπου παραμένει έως τα 37 του έτη. Εκεί συνδέεται τόσο με τον ίδιο τον Πλάτωνα όσο και με τον Εύδοξο, τον Ξενοκράτη και άλλους στοχαστές.Τα έργα του αναφέρονται σε πολλές επιστήμες, όπως Φυσική, Βιολογία, Ζωολογία, Μεταφυσική, Λογική, Ηθική, Ποίηση, Θέατρο, Μουσική, Ρητορική, Πολιτική κ.ά, και συνιστούν το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα στην Δυτική Φιλοσοφία. Η σκέψη και οι διδασκαλίες του Αριστοτέλη, που συνοπτικά περιγράφονται με τον όρο Αριστοτελισμός, επηρέασαν για αιώνες την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική σκέψη έως και τον ύστερο Μεσαίωνα.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ»
Αρχαίο κείμενο:
ἔχει δ᾽ ἡ νῦν κατάστασις τῆς πολιτείας τόνδε τὸν τρόπον. μετέχουσιν μὲν τῆς πολιτείας οἱ ἐξ ἀμφοτέρων γεγονότες ἀστῶν, ἐγγράφονται δ᾽ εἰς τοὺς δημότας ὀκτωκαίδεκα ἔτη γεγονότες. ὅταν δ᾽ ἐγγράφωνται διαψηφίζονται περὶ αὐτῶν ὀμόσαντες οἱ δημόται, πρῶτον μὲν εἰ δοκοῦσι γεγονέναι τὴν ἡλικίαν τὴν ἐκ τοῦ νόμο[υ], κἂν μὴ δόξωσι, ἀπέρχονται πάλιν εἰς παῖδας, δεύτερον δ᾽ εἰ ἐλεύθερός ἐστι καὶ γέγονε κατὰ τ[ο]ὺς νόμους. ἔπειτ᾽ ἂν μὲν ἀποψηφίσωνται μὴ εἶναι ἐλεύθερον, ὁ μὲν ἐφίησιν εἰς τὸ δικαστήριον, οἱ δὲ δημόται κατηγόρους αἱροῦνται πέντε [ἄ]νδρας ἐξ αὑτῶν, κἂν μὲν μὴ δόξῃ δικαίως ἐγγράφεσ[θ]αι, πωλεῖ τοῦτον ἡ πόλις· ἐὰν δὲ νικήσῃ, τοῖς δημόταις ἐπάναγκες ἐγγράφειν. μετὰ δὲ ταῦτα δ[ο]κιμάζει τοὺς ἐγγραφέντας ἡ βουλή, κἄν τις δόξ[ῃ] νεώτερος ὀκτωκαίδεκ᾽ ἐτῶν εἶναι, ζημιοῖ τ[ο]ὺς δημότας τοὺς ἐγγράψαντας. ἐπὰν δὲ δοκιμασθῶσιν οἱ ἔφηβοι, συλλεγέντες οἱ πατέρες αὐτῶν κατὰ φυλὰς ὀμόσαντες αἱροῦνται τρεῖς ἐκ τῶν φυλετῶν τῶν ὑπὲρ τετταράκοντα ἔτη γεγονότων, οὓς ἂν ἡγῶνται βελτίστους εἶναι καὶ ἐπιτηδειοτάτους ἐπιμελεῖσθαι τῶν ἐφήβων, ἐκ δὲ τούτων ὁ δῆμος ἕνα τῆς [φ]υλῆς ἑκάστης χειροτονεῖ σωφρονιστὴν καὶ κοσμητὴν ἐκ τῶν ἄλλων Ἀθηναίων ἐπὶ πάντας. συλλαβόντες δ᾽ οὗτοι τοὺς ἐφήβους, πρῶτον μὲν τὰ ἱερὰ περιῆλθον, εἶτ᾽ εἰς Πειραιέα πορεύονται καὶ φρουροῦσιν οἱ μὲν τὴν Μουνιχίαν οἱ δὲ τὴν Ἀκτήν. χειροτ[ο]νεῖ δὲ καὶ παιδοτρίβας αὐτοῖς δύο, καὶ διδασκάλους, οἵτινες ὁπλομαχεῖν καὶ τοξεύειν καὶ ἀκοντίζειν κα[ὶ] καταπάλτην ἀφιέναι διδάσκουσιν. δίδωσι δὲ καὶ εἰς τροφ[ὴν] τοῖς μὲν σωφρονισταῖς δραχμὴν ᾱ ἑκάστῳ, τοῖς δ᾽ ἐφήβοις τέτταρας ὀβολοὺς ἑκάστῳ· τὰ δὲ τῶν φυλετῶν τῶν αὑτοῦ λαμβάνων ὁ σωφρονιστὴς ἕκαστος ἀγοράζει τὰ ἐπιτήδεια πᾶσιν εἰς τὸ κοινόν, συσσιτοῦσι γὰρ κατὰ φυλάς, καὶ τῶν ἄλλων ἐπιμελεῖται πάντων. καὶ τὸν μὲν πρῶτον ἐνιαυτὸν οὕτως διάγουσι· τὸν δεύτερον ἐκκλησίας ἐν τῷ θεάτρῳ γενομένης ἀποδειξάμενοι τῷ δήμῳ τὰ περὶ τὰς τάξεις καὶ λαβόντες ἀσπίδα καὶ δόρυ παρὰ τῆς πόλεως περιπολοῦσι τὴν χώραν καὶ διατρίβουσιν ἐν [τ]οῖς φυλακτηρίοις. φρουροῦσι δὲ τὰ δύο ἔτη, χλαμύδας ἔχοντες, καὶ ἀτελεῖς εἰσι πάντων· καὶ δίκ[η]ν οὔτε διδόασιν οὔτε λαμβάνουσιν, ἵνα μὴ πρό[φ]ασις ᾖ τ[ο]ῦ ἀπιέναι, πλὴν περὶ κλήρου καὶ ἐπικλήρ[ου], κἄν τ[ι]νι κατὰ τὸ γένος ἱερωσύνη γένηται. διε[ξ]ελθόντων δὲ τῶν δυοῖν ἐτῶν ἤδη μετὰ τῶν ἄλλων εἰσίν.
Μετάφραση:
Η σημερινή οργάνωση του καθεστώτος είναι η εξής: Πολιτικά δικαιώματα έχουν όσοι είναι γεννημένοι από πατέρα και μητέρα Αθηναίους πολίτες, και εγγράφονται στους καταλόγους των δημοτών όταν γίνουν δέκα οκτώ χρόνων. Κατά τον χρόνο της εγγραφής τους, αφού οι δημότες δώσουν όρκο, αποφασίζουν γι᾽ αυτούς με ψηφοφορία, πρώτον, αν θεωρούν ότι αυτοί έχουν την ηλικία που προβλέπει ο νόμος (και, αν αποδειχθεί το αντίθετο, επιστρέφουν στην κατηγορία των παίδων) και, δεύτερον, αν είναι ελεύθερα και νόμιμα τέκνα. Κατόπιν, αν απορρίψουν κάποιον για τον λόγο ότι δεν είναι ελεύθερος, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να κάνει έφεση στο δικαστήριο και οι δημότες ορίζουν μεταξύ τους πέντε πρόσωπα κατηγόρους. Αν αποφασισθεί ότι δεν έχει το δικαίωμα εγγραφής, τότε η πολιτεία τον πουλάει ως δούλο. Αν ο ενδιαφερόμενος κερδίσει την δίκη, τότε οι δημότες είναι υποχρεωμένοι να τον εγγράψουν. Ύστερα η βουλή εξετάζει όσους έχουν εγγραφεί και αν αποδειχθεί ότι κάποιος δεν είναι δέκα οκτώ ετών, τότε η βουλή τιμωρεί με πρόστιμο τους δημότες που τον ενέγραψαν. Όταν οι έφηβοι περάσουν αυτήν την δοκιμασία, οι πατέρες τους συγκεντρώνονται κατά φυλές και, αφού ορκιστούν, εκλέγουν μεταξύ εκείνων που έχουν υπερβεί τα σαράντα χρόνια τρία πρόσωπα, που τα θεωρούν τα καλύτερα και καταλληλότερα για να φροντίζουν τους εφήβους. Από αυτούς ο δήμος εκλέγει με ανάταση χεριών ένα σωφρονιστή για κάθε φυλή και έναν επιμελητή για όλους τους εφήβους. Οι σωφρονιστές και ο επιμελητής, αφού συγκεντρώσουν τους εφήβους, περιέρχονται τους ιερούς χώρους και μετά πορεύονται στον Πειραιά, όπου θα φρουρούν άλλοι την Μουνιχία και άλλοι την Ακτή. Εκλέγουν με ανάταση χεριών και δύο προπονητές και ειδικούς εκπαιδευτές, που τους μαθαίνουν οπλομαχία, τόξευση, ακόντιο και χειρισμό καταπέλτη. Για ημερήσια αποζημίωση δίνουν μια δραχμή την ημέρα στους σωφρονιστές και στους εφήβους από τέσσερις οβολούς στον καθένα. Ο σωφρονιστής εισπράττει από την φυλή του όσα αναλογούν στους εφήβους της φυλής και αγοράζει όσα χρειάζονται για όλους (γιατί έχουν κοινό συσσίτιο κατά φυλές) και έχει την επιμέλεια για όλα τα άλλα ζητήματα. Τον πρώτο, λοιπόν, χρόνο τον περνούν έτσι. Τον δεύτερο χρόνο γίνεται συγκέντρωση του λαού στο θέατρο και οι έφηβοι κάνουν επίδειξη γυμνασίων σε πυκνή τάξη. Η πολιτεία τους δίνει ασπίδα και δόρυ και από τότε και ύστερα οι έφηβοι περιπολούν μέσα στην Αττική και μένουν στα φρούρια ως φύλακες. Στα δύο αυτά χρόνια υπηρεσίας φορούν χλαμύδα και δεν πληρώνουν κανένα φόρο. Δεν μπορούν ούτε να εναχθούν ούτε να εναγάγουν σε δικαστήριο, ώστε να μην έχουν πρόφαση να απουσιάσουν, εκτός αν πρόκειται για δίκες περί κληρονομιάς ή επικλήρου κόρης ή για οικογενειακό ιερατικό αξίωμα. Όταν περάσουν δύο χρόνια, γίνονται κανονικοί πολίτες όπως όλοι οι άλλοι.
(μετάφραση Α. Παναγόπουλος)
«ΠΕΡΙ ΠΟΗΤΙΚΗΣ»
Αρχαίο κείμενο:
φανερὸν δὲ ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ ὅτι οὐ τὸ τὰ γενόμενα λέγειν, τοῦτο ποιητοῦ ἔργον ἐστίν, ἀλλ᾽ οἷα ἂν γένοιτο καὶ τὰ δυνατὰ κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον. ὁ γὰρ ἱστορικὸς καὶ ὁ ποιητὴς οὐ τῷ ἢ ἔμμετρα λέγειν ἢ ἄμετρα διαφέρουσιν (εἴη γὰρ ἂν τὰ Ἡροδότου εἰς μέτρα τεθῆναι καὶ οὐδὲν ἧττον ἂν εἴη ἱστορία τις μετὰ μέτρου ἢ ἄνευ μέτρων)· ἀλλὰ τούτῳ διαφέρει, τῷ τὸν μὲν τὰ γενόμενα λέγειν, τὸν δὲ οἷα ἂν γένοιτο. διὸ καὶ φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν· ἡ μὲν γὰρ ποίησις μᾶλλον τὰ καθόλου, ἡ δ᾽ ἱστορία τὰ καθ᾽ ἕκαστον λέγει. ἔστιν δὲ καθόλου μέν, τῷ ποίῳ τὰ ποῖα ἄττα συμβαίνει λέγειν ἢ πράττειν κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον, οὗ στοχάζεται ἡ ποίησις ὀνόματα ἐπιτιθεμένη· τὸ δὲ καθ᾽ ἕκαστον, τί Ἀλκιβιάδης ἔπραξεν ἢ τί ἔπαθεν. ἐπὶ μὲν οὖν τῆς κωμῳδίας ἤδη τοῦτο δῆλον γέγονεν· συστήσαντες γὰρ τὸν μῦθον διὰ τῶν εἰκότων οὕτω τὰ τυχόντα ὀνόματα ὑποτιθέασιν, καὶ οὐχ ὥσπερ οἱ ἰαμβοποιοὶ περὶ τὸν καθ᾽ ἕκαστον ποιοῦσιν. ἐπὶ δὲ τῆς τραγῳδίας τῶν γενομένων ὀνομάτων ἀντέχονται. αἴτιον δ᾽ ὅτι πιθανόν ἐστι τὸ δυνατόν· τὰ μὲν οὖν μὴ γενόμενα οὔπω πιστεύομεν εἶναι δυνατά, τὰ δὲ γενόμενα φανερὸν ὅτι δυνατά· οὐ γὰρ ἂν ἐγένετο, εἰ ἦν ἀδύνατα. οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς τραγῳδίαις ἐν ἐνίαις μὲν ἓν ἢ δύο τῶν γνωρίμων ἐστὶν ὀνομάτων, τὰ δὲ ἄλλα πεποιημένα, ἐν ἐνίαις δὲ οὐθέν, οἷον ἐν τῷ Ἀγάθωνος Ἀνθεῖ· ὁμοίως γὰρ ἐν τούτῳ τά τε πράγματα καὶ τὰ ὀνόματα πεποίηται, καὶ οὐδὲν ἧττον εὐφραίνει. ὥστ᾽ οὐ πάντως εἶναι ζητητέον τῶν παραδεδομένων μύθων, περὶ οὓς αἱ τραγῳδίαι εἰσίν, ἀντέχεσθαι. καὶ γὰρ γελοῖον τοῦτο ζητεῖν, ἐπεὶ καὶ τὰ γνώριμα ὀλίγοις γνώριμά ἐστιν, ἀλλ᾽ ὅμως εὐφραίνει πάντας. δῆλον οὖν ἐκ τούτων ὅτι τὸν ποιητὴν μᾶλλον τῶν μύθων εἶναι δεῖ ποιητὴν ἢ τῶν μέτρων, ὅσῳ ποιητὴς κατὰ τὴν μίμησίν ἐστιν, μιμεῖται δὲ τὰς πράξεις. κἂν ἄρα συμβῇ γενόμενα ποιεῖν, οὐθὲν ἧττον ποιητής ἐστι· τῶν γὰρ γενομένων ἔνια οὐδὲν κωλύει τοιαῦτα εἶναι οἷα ἂν εἰκὸς γενέσθαι {καὶ δυνατὰ γενέσθαι}, καθ᾽ ὃ ἐκεῖνος αὐτῶν ποιητής ἐστιν.
πότερον δὲ βελτίων ἡ ἐποποιικὴ μίμησις ἢ ἡ τραγική, διαπορήσειεν ἄν τις. εἰ γὰρ ἡ ἧττον φορτικὴ βελτίων, τοιαύτη δ᾽ ἡ πρὸς βελτίους θεατάς ἐστιν ἀεί, λίαν δῆλον ὅτι ἡ ἅπαντα μιμουμένη φορτική· ὡς γὰρ οὐκ αἰσθανομένων ἂν μὴ αὐτὸς προσθῇ, πολλὴν κίνησιν κινοῦνται, οἷον οἱ φαῦλοι αὐληταὶ κυλιόμενοι ἂν δίσκον δέῃ μιμεῖσθαι, καὶ ἕλκοντες τὸν κορυφαῖον ἂν Σκύλλαν αὐλῶσιν. ἡ μὲν οὖν τραγῳδία τοιαύτη ἐστίν, ὡς καὶ οἱ πρότερον τοὺς ὑστέρους αὐτῶν ᾤοντο ὑποκριτάς· ὡς λίαν γὰρ ὑπερβάλλοντα πίθηκον ὁ Μυννίσκος τὸν Καλλιππίδην ἐκάλει, τοιαύτη δὲ δόξα καὶ περὶ Πινδάρου ἦν·ὡς δ᾽ οὗτοι ἔχουσι πρὸς αὐτούς, ἡ ὅλη τέχνη πρὸς τὴν ἐποποιίαν ἔχει. τὴν μὲν οὖν πρὸς θεατὰς ἐπιεικεῖς φασιν εἶναι ‹οἳ› οὐδὲν δέονται τῶν σχημάτων, τὴν δὲ τραγικὴν πρὸς φαύλους· εἰ οὖν φορτική, χείρων δῆλον ὅτι ἂν εἴη. πρῶτον μὲν οὐ τῆς ποιητικῆς ἡ κατηγορία ἀλλὰ τῆς ὑποκριτικῆς, ἐπεὶ ἔστι περιεργάζεσθαι τοῖς σημείοις καὶ ῥαψῳδοῦντα, ὅπερ {ἐστὶ} Σωσίστρατος, καὶ διᾴδοντα, ὅπερ ἐποίει Μνασίθεος ὁ Ὀπούντιος. εἶτα οὐδὲ κίνησις ἅπασα ἀποδοκιμαστέα, εἴπερ μηδ᾽ ὄρχησις, ἀλλ᾽ ἡ φαύλων, ὅπερ καὶ Καλλιππίδῃ ἐπετιμᾶτο καὶ νῦν ἄλλοις ὡς οὐκ ἐλευθέρας γυναῖκας μιμουμένων. ἔτι ἡ τραγῳδία καὶ ἄνευ κινήσεως ποιεῖ τὸ αὑτῆς, ὥσπερ ἡ ἐποποιία· διὰ γὰρ τοῦ ἀναγινώσκειν φανερὰ ὁποία τίς ἐστιν· εἰ οὖν ἐστι τά γ᾽ ἄλλα κρείττων, τοῦτό γε οὐκ ἀναγκαῖον αὐτῇ ὑπάρχειν. ἔπειτα διότι πάντ᾽ ἔχει ὅσαπερ ἡ ἐποποιία καὶ γὰρ τῷ μέτρῳ ἔξεστι χρῆσθαι), καὶ ἔτι οὐ μικρὸν μέρος τὴν μουσικήν {καὶ τὰς ὄψεις}, δι᾽ ἧς αἱ ἡδοναὶ συνίστανται ἐναργέστατα· εἶτα καὶ τὸ ἐναργὲς ἔχει καὶ ἐν τῇ ἀναγνώσει καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων· ἔτι τῷ ἐν ἐλάττονι μήκει τὸ τέλος τῆς μιμήσεως εἶναι (τὸ γὰρ ἀθροώτερον ἥδιον ἢ πολλῷ κεκραμένον τῷ χρόνῳ, λέγω δ᾽ οἷον εἴ τις τὸν Οἰδίπουν θείη τὸν Σοφοκλέους ἐν ἔπεσιν ὅσοις ἡ Ἰλιάς)· ἔτι ἧττον μία ἡ μίμησις ἡ τῶν ἐποποιῶν (σημεῖον δέ, ἐκ γὰρ ὁποιασοῦν μιμήσεως πλείους τραγῳδίαι γίνονται), ὥστε ἐὰν μὲν ἕνα μῦθον ποιῶσιν, ἢ βραχέως δεικνύμενον μύουρον φαίνεσθαι, ἢ ἀκολουθοῦντα τῷ τοῦ μέτρου μήκει ὑδαρῆ· λέγω δὲ οἷον ἐὰν ἐκ πλειόνων πράξεων ᾖ συγκειμένη, ὥσπερ ἡ Ἰλιὰς ἔχει πολλὰ τοιαῦτα μέρη καὶ ἡ Ὀδύσσεια ‹ἃ› καὶ καθ᾽ ἑαυτὰ ἔχει μέγεθος· καίτοι ταῦτα τὰ ποιήματα συνέστηκεν ὡς ἐνδέχεται ἄριστα καὶ ὅτι μάλιστα μιᾶς πράξεως μίμησις. εἰ οὖν τούτοις τε διαφέρει πᾶσιν καὶ ἔτι τῷ τῆς τέχνης ἔργῳ (δεῖ γὰρ οὐ τὴν τυχοῦσαν ἡδονὴν ποιεῖν αὐτὰς ἀλλὰ τὴν εἰρημένην), φανερὸν ὅτι κρείττων ἂν εἴη μᾶλλον τοῦ τέλους τυγχάνουσα τῆς ἐποποιίας.
Μετάφραση:
Από όσα έχουν λεχθεί προκύπτει επίσης σαφώς ότι έργο του ποιητή δεν είναι να παρουσιάζει τα πραγματικά γεγονότα, αλλά αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν, δηλαδή τα δυνατά σύμφωνα με τους κανόνες της πιθανοφάνειας ή της αναγκαιότητας. Ο ιστορικός και ο ποιητής δεν διαφοροποιούνται κατά το ότι γράφουν έμμετρα ή χωρίς μέτρο (το έργο του Ηροδότου θα μπορούσε να στιχουργηθεί, αλλά και με μέτρο δεν θα ήταν λιγότερο ιστορία από ό,τι χωρίς το μέτρο)· η διαφορά τους είναι η εξής: ο ένας παρουσιάζει αυτά που έγιναν, ο άλλος αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν. Συνεπώς η ποίηση είναι και φιλοσοφικότερη και σπουδαιότερη από την ιστοριογραφία. Γιατί η ποίηση έχει ως θέμα της πιο πολύ τα καθόλου, ενώ η ιστοριογραφία τα καθ’ έκαστον. Το καθόλου έγκειται στο ότι σ᾽ έναν τύπο ανθρώπου προσιδιάζει να λέει ή να πράττει σύμφωνα με την πιθανοφάνεια και την αναγκαιότητα κάποιου είδους πράγματα. Σε αυτό ακριβώς αποβλέπει η ποίηση, έστω και αν δίνει κύρια ονόματα στα πρόσωπα. Το καθ᾽ έκαστον έγκειται, για παράδειγμα, στο τι έκανε ή τι έπαθε ο Αλκιβιάδης.
Στην κωμωδία αυτό έχει γίνει στις μέρες μας ήδη σαφές: οι ποιητές συνθέτουν πρώτα την πλοκή στηριζόμενοι στους κανόνες της πιθανοφάνειας και κατόπιν δίνουν στα πρόσωπα τυχαία ονόματα, όχι όπως οι ιαμβογράφοι, που συνθέτουν ποιήματα για συγκεκριμένα πρόσωπα. Στην τραγωδία ωστόσο οι ποιητές διατηρούν τα παραδεδομένα ονόματα των προσώπων. Η αιτία έγκειται στο ότι πιστευτό είναι αυτό που είναι δυνατό· αυτά όμως που δεν έχουν πραγματικά συμβεί δεν πιστεύουμε εύκολα ότι είναι δυνατά, ενώ αντιθέτως όσα έχουν συμβεί είναι προφανές ότι είναι δυνατά (γιατί δεν θα είχαν συμβεί, εάν ήταν αδύνατα). Εντούτοις και μεταξύ των τραγωδιών υπάρχουν μερικές που διατηρούν ένα ή δύο γνωστά ονόματα, ενώ τα υπόλοιπα είναι επινοημένα· σε μερικές μάλιστα ούτε ένα όνομα δεν είναι γνωστό, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στον Ανθέα του Αγάθωνα. Στο έργο αυτό είναι επινοημένη τόσο η υπόθεση όσο και τα ονόματα, και παρ᾽ όλα αυτά δεν προσφέρει μικρότερη ευχαρίστηση. Κατά συνέπεια δεν πρέπει να επιδιώκει κανείς πάση θυσία να μένει προσκολλημένος στους παραδεδομένους μύθους, από τους οποίους αντλούν το υλικό τους οι τραγωδίες. Μια τέτοια επιδίωξη θα ήταν μάλιστα αστεία, αφού και οι γνωστοί μύθοι είναι μόνο σε λίγους γνωστοί, και παρ᾽ όλα αυτά προσφέρουν ευχαρίστηση σε όλους.
Από τα παραπάνω καθίσταται λοιπόν σαφές ότι ο ποιητής πρέπει να είναι περισσότερο ποιητής μύθων παρά στίχων, στο βαθμό που είναι ποιητής επειδή μιμείται και αντικείμενο της μίμησής του αποτελούν οι πράξεις. Ακόμη λοιπόν και αν ασχολείται στην ποίησή του με πραγματικά γεγονότα, δεν είναι λιγότερο ποιητής. Διότι τίποτα δεν εμποδίζει κάποια από αυτά τα γεγονότα να συνάδουν προς το πιθανόν. Και βάσει αυτού του χαρακτηριστικού ο ποιητής τα επιλέγει για να τα πραγματευθεί.
Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς ποια μίμηση είναι ανώτερη, η επική ή η τραγική. Εάν ανώτερη είναι η λιγότερο αγοραία και αν τέτοια είναι πάντα αυτή που απευθύνεται σε υψηλότερο κοινό, τότε προφανώς εκείνη που αναπαριστά το καθετί είναι άκρως αγοραία. Οι ηθοποιοί στην περίπτωση αυτή, θεωρώντας ότι το κοινό δεν μπορεί να παρακολουθήσει, αν δεν προσθέσουν τα δικά τους, διαρκώς κινούνται, όπως οι αξιοθρήνητοι εκείνοι αυλητές που κυλιούνται, όταν είναι να μιμηθούν έναν δίσκο, και τραβολογούν τον κορυφαίο, όταν παίζουν την Σκύλλα.
Στην τραγωδία λοιπόν απευθύνεται η ίδια κατηγορία, για την οποία και οι παλαιότεροι ηθοποιοί μέμφονταν τους νεότερους: ο Μυννίσκος αποκαλούσε τον Καλλιπίδη πίθηκο, επειδή το παράκανε, ενώ παρόμοια άποψη επικρατούσε και για τον Πίνδαρο. Όποια σχέση έχουν αυτοί οι ηθοποιοί προς τους προγενέστερούς τους, την ίδια έχει η τραγική τέχνη ως σύνολο προς το έπος. Το έπος, λένε, απευθύνεται σε υψηλού επιπέδου κοινό, που δεν χρειάζεται τις χειρονομίες, η τραγική τέχνη αντιθέτως σε κοινό χαμηλού επιπέδου. Εάν συνεπώς η τραγωδία είναι αγοραία, τότε προφανώς είναι κατώτερη.
Πρώτον, όμως, η κατηγορία δεν απευθύνεται στην ποιητική τέχνη αλλά στην υποκριτική. Διότι υπερβολές σε εκφραστικές κινήσεις είναι δυνατές και κατά την εκτέλεση ενός έπους, όπως στην περίπτωση του Σωσίστρατου, καθώς και όταν τραγουδά κανείς σε μουσικό διαγωνισμό, όπως ο Μνασίθεος από τον Οπούντα. Έπειτα, δεν είναι σωστό να αποδοκιμάζεται κάθε είδος μιμητικής κίνησης -εφόσον βέβαια ούτε ο χορός συνολικά αποδοκιμάζεται- αλλά μόνο εκείνες οι κινήσεις που εκτελούνται από χυδαίους ηθοποιούς. Αυτό έψεγαν και στον Καλλιπίδη και τώρα σε άλλους, πως δεν είναι δηλαδή σε θέση να παραστήσουν με τον τρόπο που ταιριάζει ελεύθερες γυναίκες. Επιπλέον, η τραγωδία επιτελεί το έργο της και χωρίς κίνηση, όπως ακριβώς το έπος. Αρκεί η ανάγνωσή της για να καταστεί φανερός ο χαρακτήρας της. Εάν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει ως προς τα υπόλοιπα, δεν της είναι απαραίτητο αυτό το στοιχείο.
Δεύτερον, η τραγωδία περιέχει όλα τα στοιχεία που περιέχει και το έπος -ακόμη και το δικό του μέτρο μπορεί να χρησιμοποιήσει- και εκτός αυτού σε βαθμό όχι ασήμαντο την μουσική, η οποία προκαλεί ζωηρότατες συγκινήσεις. Έπειτα, το χαρακτηριστικό της ενάργειας υπάρχει και κατά την ανάγνωση και κατά την παράσταση. Υπερέχει επίσης με το να επιτυγχάνει τον σκοπό της μίμησης με μικρότερο μήκος. Το πιο συμπυκνωμένο προκαλεί μεγαλύτερη τέρψη από το διεσπαρμένο μέσα σε μακρά χρονική περίοδο. (Εννοώ την περίπτωση, για παράδειγμα, να επιδίωκε κανείς να συνθέσει τον Οιδίποδα του Σοφοκλή σε τόσους επικούς στίχους, όσους έχει η Ιλιάδα.) Η μίμηση επίσης των επικών ποιητών είναι λιγότερο ενιαία (απόδειξη γι᾽ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι από οποιοδήποτε έπος μπορούν να προέλθουν αρκετές τραγωδίες). Το αποτέλεσμα είναι, ότι στην περίπτωση που οι επικοί ποιητές συνθέτουν μία πλοκή, τότε αυτή φαίνεται είτε κολοβωμένη (αν έχει εκτεθεί με συντομία) είτε πλαδαρή (αν συμβαδίζει με το μήκος που ταιριάζει στο επικό μέτρο). Μιλώ για ένα έπος που αποτελείται από περισσότερες πράξεις, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, έπη που περιλαμβάνουν πολλά τέτοια μέρη, καθένα από τα οποία έχει από μόνο του ικανό μέγεθος. Ωστόσο τα δυο αυτά ποιήματα έχουν συντεθεί κατά τον τελειότερο δυνατό τρόπο και αποτελούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό μίμηση μιας και μοναδικής πράξης.
Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει σε όλα αυτά και επιπλέον υπερέχει ως προς το καλλιτεχνικό της αποτέλεσμα (γιατί έπος και τραγωδία πρέπει να προκαλούν όχι οποιαδήποτε ηδονή αλλά την προαναφερθείσα), τότε είναι φανερό ότι αυτή υπερτερεί του έπους, αφού βέβαια επιτυγχάνει καλύτερα τον επιδιωκόμενο σκοπό.
(μετάφραση Σταύρος Τσιτσιρίδης)
«ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Τῶν καλῶν καὶ τιμίων τὴν εἴδησιν ὑπολαμβάνοντες, μᾶλλον δ' ἑτέραν ἑτέρας ἢ κατ' ἀκρίβειαν ἢ τῷ βελτιόνων τε καὶ θαυμασιωτέρων εἶναι, δι' ἀμφότερα ταῦτα τὴν περὶ τῆς ψυχῆς ἱστορίαν εὐλόγως ἂν ἐν πρώτοις τιθείημεν. δοκεῖ δὲ καὶ πρὸς ἀλήθειαν ἅπασαν ἡ γνῶσις αὐτῆς μεγάλα συμβάλλεσθαι, μάλιστα δὲ πρὸς τὴν φύσιν· ἔστι γὰρ οἷον ἀρχὴ τῶν ζῴων. ἐπιζητοῦμεν δὲ θεωρῆσαι καὶ γνῶναι τήν τε φύσιν αὐτῆς καὶ τὴν οὐσίαν, εἶθ' ὅσα συμβέβηκε περὶ αὐτήν· ὧν τὰ μὲν ἴδια πάθη τῆς ψυχῆς εἶναι δοκεῖ, τὰ δὲ δι' ἐκείνην καὶ τοῖς ζῴοις ὑπάρχειν.
πάντῃ δὲ πάντως ἐστὶ τῶν χαλεπωτάτων λαβεῖν τινα πίστιν περὶ αὐτῆς. καὶ γάρ, ὄντος κοινοῦ τοῦ ζητήματος καὶ πολλοῖς ἑτέροις, λέγω δὲ τοῦ περὶ τὴν οὐσίαν καὶ τὸ τί ἐστι, τάχ' ἄν τῳ δόξειε μία τις εἶναι μέθοδος κατὰ πάντων περὶ ὧν βουλόμεθα γνῶναι τὴν οὐσίαν, ὥσπερ καὶ τῶν κατὰ συμβεβηκὸς ἰδίων ἀπόδειξις, ὥστε ζητητέον ἂν εἴη τὴν μέθοδον ταύτην· εἰ δὲ μὴ ἔστι μία τις καὶ κοινὴ μέθοδος περὶ τὸ τί ἐστιν, ἔτι χαλεπώτερον γίνεται τὸ πραγματευθῆναι· δεήσει γὰρ λαβεῖν περὶ ἕκαστον τίς ὁ τρόπος, ἐὰν δὲ φανερὸν ᾖ πότερον ἀπόδειξίς ἐστιν ἢ διαίρεσις ἢ καί τις ἄλλη μέθοδος, ἔτι πολλὰς ἀπορίας ἔχει καὶ πλάνας, ἐκ τίνων δεῖ ζητεῖν· ἄλλαι γὰρ ἄλλων ἀρχαί, καθάπερ ἀριθμῶν καὶ ἐπιπέδων.
πρῶτον δ' ἴσως ἀναγκαῖον διελεῖν ἐν τίνι τῶν γενῶν καὶ τί ἐστι, λέγω δὲ πότερον τόδε τι καὶ οὐσία ἢ ποιὸν ἢ ποσόν, ἢ καί τις ἄλλη τῶν διαιρεθεισῶν κατηγοριῶν, ἔτι δὲ πότερον τῶν ἐν δυνάμει ὄντων ἢ μᾶλλον ἐντελέχειά τις· διαφέρει γὰρ οὔ τι μικρόν.
σκεπτέον δὲ καὶ εἰ μεριστὴ ἢ ἀμερής, καὶ πότερον ὁμοειδὴς ἅπασα ψυχὴ ἢ οὔ· εἰ δὲ μὴ ὁμοειδής, πότερον εἴδει διαφέρουσα ἢ γένει. νῦν μὲν γὰρ οἱ λέγοντες καὶ ζητοῦντες περὶ ψυχῆς περὶ τῆς ἀνθρωπίνης μόνης ἐοίκασιν ἐπισκοπεῖν·
εὐλαβητέον δ' ὅπως μὴ λανθάνῃ πότερον εἷς ὁ λόγος αὐτῆς ἐστι, καθάπερ ζῴου, ἢ καθ' ἕκαστον ἕτερος, οἷον ἵππου, κυνός, ἀνθρώπου, θεοῦ, τὸ δὲ ζῷον τὸ καθόλου ἤτοι οὐθέν ἐστιν ἢ ὕστερον, ὁμοίως δὲ κἂν εἴ τι κοινὸν ἄλλο κατηγοροῖτο·
ἔτι δέ, εἰ μὴ πολλαὶ ψυχαὶ ἀλλὰ μόρια, πότερον δεῖ ζητεῖν πρότερον τὴν ὅλην ψυχὴν ἢ τὰ μόρια. χαλεπὸν δὲ καὶ τούτων διορίσαι ποῖα πέφυκεν ἕτερα ἀλλήλων, καὶ πότερον τὰ μόρια χρὴ ζητεῖν πρότερον ἢ τὰ ἔργα αὐτῶν, οἷον τὸ νοεῖν ἢ τὸν νοῦν, καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι ἢ τὸ αἰσθητικόν· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων.
εἰ δὲ τὰ ἔργα πρότερον, πάλιν ἄν τις ἀπορήσειεν εἰ τὰ ἀντικείμενα πρότερον τούτων ζητητέον, οἷον τὸ αἰσθητὸν τοῦ αἰσθητικοῦ, καὶ τὸ νοητὸν τοῦ νοῦ.
ἔοικε δ' οὐ μόνον τὸ τί ἐστι γνῶναι χρήσιμον εἶναι πρὸς τὸ θεωρῆσαι τὰς αἰτίας τῶν συμβεβηκότων ταῖς οὐσίαις (ὥσπερ ἐν τοῖς μαθήμασι τί τὸ εὐθὺ καὶ τὸ καμπύλον, ἢ τί γραμμὴ καὶ ἐπίπεδον, πρὸς τὸ κατιδεῖν πόσαις ὀρθαῖς αἱ τοῦ τριγώνου γωνίαι ἴσαι), ἀλλὰ καὶ ἀνάπαλιν τὰ συμβεβηκότα συμβάλλεται μέγα μέρος πρὸς τὸ εἰδέναι τὸ τί ἐστιν· ἐπειδὰν γὰρ ἔχωμεν ἀποδιδόναι κατὰ τὴν φαντασίαν περὶ τῶν συμβεβηκότων, ἢ πάντων ἢ τῶν πλείστων, τότε καὶ περὶ τῆς οὐσίας ἕξομεν λέγειν κάλλιστα· πάσης γὰρ ἀποδείξεως ἀρχὴ τὸ τί ἐστιν, ὥστε καθ' ὅσους τῶν ὁρισμῶν μὴ συμβαίνει τὰ συμβεβηκότα γνωρίζειν, ἀλλὰ μηδ' εἰκάσαι περὶ αὐτῶν εὐμαρές, δῆλον ὅτι διαλεκτικῶς εἴρηνται καὶ κενῶς ἅπαντες.
ἀπορίαν δ' ἔχει καὶ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, πότερόν ἐστι πάντα κοινὰ καὶ τοῦ ἔχοντος ἢ ἔστι τι καὶ τῆς ψυχῆς ἴδιον αὐτῆς· τοῦτο γὰρ λαβεῖν μὲν ἀναγκαῖον, οὐ ῥᾴδιον δέ. φαίνεται δὲ τῶν μὲν πλείστων οὐθὲν ἄνευ τοῦ σώματος πάσχειν οὐδὲ ποιεῖν, οἷον ὀργίζεσθαι, θαρρεῖν, ἐπιθυμεῖν, ὅλως αἰσθάνεσθαι, μάλιστα δ' ἔοικεν ἰδίῳ τὸ νοεῖν· εἰ δ' ἐστὶ καὶ τοῦτο φαντασία τις ἢ μὴ ἄνευ φαντασίας, οὐκ ἐνδέχοιτ' ἂν οὐδὲ τοῦτ' ἄνευ σώματος εἶναι.
εἰ μὲν οὖν ἔστι τι τῶν τῆς ψυχῆς ἔργων ἢ παθημάτων ἴδιον, ἐνδέχοιτ' ἂν αὐτὴν χωρίζεσθαι· εἰ δὲ μηθέν ἐστιν ἴδιον αὐτῆς, οὐκ ἂν εἴη χωριστή, ἀλλὰ καθάπερ τῷ εὐθεῖ, ᾗ εὐθύ, πολλὰ συμβαίνει, οἷον ἅπτεσθαι τῆς [χαλκῆς] σφαίρας κατὰ στιγμήν, οὐ μέντοι γ' ἅψεται οὕτως χωρισθέν τι εὐθύ· ἀχώριστον γάρ, εἴπερ ἀεὶ μετὰ σώματός τινος ἐστιν. ἔοικε δὲ καὶ τὰ τῆς ψυχῆς πάθη πάντα εἶναι μετὰ σώματος, θυμός, πραότης, φόβος, ἔλεος, θάρσος, ἔτι χαρὰ καὶ τὸ φιλεῖν τε καὶ μισεῖν· ἅμα γὰρ τούτοις πάσχει τι τὸ σῶμα. μηνύει δὲ τὸ ποτὲ μὲν ἰσχυρῶν καὶ ἐναργῶν παθημάτων συμβαινόντων μηδὲν παροξύνεσθαι ἢ φοβεῖσθαι, ἐνίοτε δ' ὑπὸ μικρῶν καὶ ἀμαυρῶν κινεῖσθαι, ὅταν ὀργᾷ τὸ σῶμα καὶ οὕτως ἔχῃ ὥσπερ ὅταν ὀργίζηται. ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦτο φανερόν· μηθενὸς γὰρ φοβεροῦ συμβαίνοντος ἐν τοῖς πάθεσι γίνονται τοῖς τοῦ φοβουμένου. εἰ δ' οὕτως ἔχει, δῆλον ὅτι τὰ πάθη λόγοι ἔνυλοί εἰσιν· ὥστε οἱ ὅροι τοιοῦτοι οἷον "τὸ ὀργίζεσθαι κίνησίς τις τοῦ τοιουδὶ σώματος ἢ μέρους ἢ δυνάμεως ὑπὸ τοῦδε ἕνεκα τοῦδε"...
Μετάφραση:
1. Μολονότι νομίζομεν, ότι πάσα γνώσις και επιστήμη είναι από τα ωραία και πολύτιμα πράγματα, αλλ' ότι άλλη εκ των επιστημών υπερέχει άλλης ή διά την ακρίβειαν αυτής (ως τα μαθηματικά), ή διότι είναι γνώσις πραγμάτων υψηλοτέρων και θαυμασιωτέρων (ως η αστρονομία), όμως την ψυχολογίαν δυνάμεθα και δια τους δύο τούτους λόγους δικαίως να θέσωμεν μεταξύ των πρώτων επιστημών. Φαίνεται δε ότι η γνώσις της ψυχής είναι μεγάλη συμβολή εις την γνώσιν της όλης αληθείας (της φιλοσοφίας) και μάλιστα της φύσεως (της φυσικής)· διότι η ψυχή είναι τρόπον τινά η αρχή των όντων, τα οποία έχουσι ζωήν. Ζητούμεν λοιπόν να εξετάσωμεν και να μάθωμεν πρώτον την φύσιν και την ουσίαν της ψυχής, έπειτα και πάντα τα συμβεβηκότα και τα φαινόμενα αυτής, από τα οποία άλλα μεν φαίνονται ότι είναι ιδιάζοντα της ψυχής πάθη, άλλα δε ότι υπάρχουσι και εις τα ζώα ένεκα της ψυχής.
2. Αλλ' οπωσδήποτε είναι βέβαια δυσκολώτατον πράγμα να αποκτήσωμεν αξιόπιστον (θετικήν) γνώσιν αυτής. Διότι, όπως και εις πολλά άλλα πράγματα, ούτω και εδώ προβάλλει το ζήτημα τί είναι η ουσία, τί είναι το πράγμα. Και ήθελε τις νομίσει αμέσως ότι μία μόνη μέθοδος υπάρχει δι' όλα τα πράγματα, των οποίων θέλομεν να γνωρίσωμεν την ουσίαν, όπως μία μόνη υπάρχει απόδειξις των ιδιαιτέρων ποιοτήτων αυτών, και ότι επομένως πρέπει ταύτην να ζητήσωμεν την μέθοδον. Αλλ' εάν δεν υπάρχη μέθοδος μία και κοινή προς γνώσιν του τί είναι τα πράγματα, ακόμη δυσκολωτέρα γίνεται η πραγματεία αύτη. Διότι τότε θα χρειασθή να εξετάσωμεν δι' έκαστον αυτών ποίαν ιδίαν οδόν θα ακολουθήσωμεν και όταν γείνη φανερόν ποία είναι η οδός αύτη, ή απόδειξις ή διαίρεσις ή και άλλη τις μέθοδος, πολλαί ακόμη πλάναι θα υπάρχωσι και απορίαι, από ποίας δηλαδή αρχάς πρέπει να ορμηθή η ζήτησις. Διότι αι αρχαί των διαφόρων πραγμάτων διαφέρουσιν αλλήλων· άλλαι λ.χ. είναι αι αρχαί των αριθμών και άλλαι αι των επιπέδων. ακόμη πλάναι θα υπάρχωσι και απορίαι, από ποίας δηλαδή αρχάς πρέπει να ορμηθή η ζήτησις. Διότι αι αρχαί των διαφόρων πραγμάτων διαφέρουσιν αλλήλων· άλλαι λ.χ. είναι αι αρχαί των αριθμών και άλλαι αι των επιπέδων.
3. Πρώτον δε είναι ίσως αναγκαίον να διακρίνωμεν εις ποίον από τα γένη τού είναι ανήκει και τί είναι η ψυχή, αν δηλαδή είναι τούτο το (ατομικόν) πράγμα και ουσία ή είναι ποιόν ή ποσόν ή και άλλη τις από τας αλλαχού αριθμηθείσας κατηγορίας. Προσέτι δε αν είναι εκ των εν δυνάμει όντων ή μάλλον εντελέχεια (εντελής πραγματικότης)· η διάκρισις δε αύτη έχει ουχί σμικράν σπουδαιότητα.
4. Πρέπει να εξετάσωμεν και αν η ψυχή διαιρείται εις μέρη ή είναι αμερής και αν είναι πάσαι αι ψυχαί του αυτού είδους ή όχι . Και, αν δεν είναι του αυτού είδους, τότε πρέπει να εξετασθή αν αύται είναι διάφορα είδη του αυτού γένους ή διάφορα γένη. Διότι σήμερον οι ομιλούντες και ερευνώντες περί ψυχής φαίνονται, ότι περί μόνης της ανθρωπίνης ψυχής πραγματεύονται.
5. Πρέπει δε να προσέξωμεν και όπως μην μείνη ανεξέταστον, αν είς μόνος ορισμός της ψυχής είναι π. χ. του ζώου εν γένει, ή υπάρχει διάφορος εκάστης ψυχής ή εκάστου είδους ζώων, άλλος του ίππου λ. χ., άλλος του κυνός, άλλος του ανθρώπου, άλλος του θεού· διότι το καθόλου ζώον ή ουδέν πραγματικόν είναι ή είναί τι πολύ ύστερον παρά τα καθέκαστα (αφηρημένον). Το αυτό δε λέγομεν και αν εις άλλον (διάφορον του ζώου) κοινόν όρον ήθελεν αποδοθή η ψυχή.
6. Προσέτι, εάν δεν υπάρχωσι μεν πολλαί ψυχαί, υπάρχωσιν όμως πολλά μέρη (δυνάμεις) της ψυχής, τί εκ των δύο πρέπει να μελετήσωμεν, την όλην ψυχήν προ των μερών, ή αντιστρόφως πρότερον τα μέρη. Δύσκολον δε είναι και να προσδιορίσωμεν ποία είναι τα μέρη, τα οποία εκ φύσεως διαφέρουσιν απ' αλλήλων, και αν τα μέρη, καθ' εαυτά πρέπει να εξετάσωμεν πρότερον ή τα έργα, την ενέργειαν των μερών· λ.χ. την νόησιν πρότερον ή τον νουν, την αίσθησιν (ενέργειαν) πρότερον ή το αισθητικόν (δύναμιν)· ομοίως δε και περί των άλλων.
7. Εάν δε πρέπη να μελετώνται πρότερον αι ενέργειαι, πάλιν δύναται τις να ερωτήση αν πρέπει πρότερον αυτών να εξετάζωμεν τα αντικείμενα, το αισθητόν ον λ. χ. πρότερον του αισθητικού, το νοητόν προ του νου.
8. Είναι δε φανερόν, ότι ου μόνον η γνώσις του τι είναι τα πράγματα είναι χρήσιμος εις το να ίδωμεν τας αιτίας των συμβεβηκότων των όντων (ως λ.χ. εις τα μαθηματικά πρέπει να γνωρίζωμεν τί είναι το ευθύ και το καμπύλον, ή τί η γραμμή και το επίπεδον, δια να μάθωμεν με πόσας ορθάς είναι ίσαι αι γωνίαι του τριγώνου). Αλλά και τανάπαλιν η γνώσις των συμβεβηκότων συντελεί μεγάλως εις το να γνωρίσωμεν τί είναι το πράγμα. Διότι, όταν δυνάμεθα κατά τας εικόνας των πραγμάτων τας οποίας σχηματίζει η φαντασία να εξηγώμεν τα συμβεβηκότα, ή πάντα ή τα πλείστα, τότε θα δυνάμεθα κάλλιστα να δίδωμεν λόγον και περί της ουσίας. Διότι η ουσία, το τί είναι το πράγμα, είναι η αρχή και βάσις πάσης αποδείξεως, και επομένως εκείνοι εκ των ορισμών, όπου συμβαίνει να μένωσιν αγνώριστα τα συμβεβηκότα και να μη είναι εύκολον μήτε εικόνα τινά να σχηματίση τις περί αυτών, είναι προφανές ότι άπαντες ελέχθησαν αντιλογικώς και κενολογικώς.
9. Απορίαν δε γεννώσι και τα πάθη της ψυχής, αν είναι πάντα κοινά και του σώματος του έχοντος αυτήν, ή υπάρχει και τι το οποίον ανήκει αποκλειστικώς εις την ψυχήν. Να μάθωμεν τούτο είναι αναγκαίον, αλλ' όχι εύκολον. Είναι όμως φανερόν, ότι κατά τα πλείστα ουδέν πάσχει, ουδέ ενεργεί η ψυχή άνευ του σώματος, ούτε οργίζεται, ούτε θαρρεί, ούτε επιθυμεί, ούτε όλως αισθάνεται άνευ αυτού. Ίδιον δε αυτής φαίνεται προ πάντων η νόησις· εάν δε και η νόησις είναι φαντασία ή δεν δύναται να υπάρχη άνευ φαντασίας, τότε ουδ' αυτή θα ηδύνατο να υπάρχη άνευ σώματος.
10. Εάν λοιπόν υπάρχη τι εκ των παθημάτων ή των ενεργειών της ψυχής, όπερ ανήκει αποκλειστικώς εις αυτήν, τότε αύτη θα ηδύνατο να χωρίζηται από του σώματος. Εάν όμως μηδέν ίδιον υπάρχη, δεν θα ηδύνατο να υπάρξη χωριστή. Αλλά καθώς το ευθύ, καθ' όσον είναι ευθύ (ευθεία γραμμή λ. χ.), δύναται να έχη πολλά συμβεβηκότα, λ.χ. να εφάπτηται της χαλκής σφαίρας είς τι σημείον, αλλ' όμως, εάν χωρισθή το ευθύ (η ευθύτης ως αφηρημένον) από του σώματος, δεν θα εφάπτηται της σφαίρας, διότι το ευθύ δεν υπάρχει χωριστόν, αλλ' είναι πάντοτε μετά τινος σώματος, ούτω και πάντα τα πάθη της ψυχής είναι ηνωμένα μετά του σώματος, ο θυμός, η πραότης, ο φόβος, ο έλεος, το θάρρος, η χαρά και η φιλία και το μίσος. Διότι συγχρόνως με τα παθήματα ταύτα της ψυχής συμπάσχει κατά τι και το σώμα. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι άλλοτε μεν, αν και ισχυρά και σαφή παθήματα συμβαίνουσιν είς τινα, ουδόλως ερεθίζεται ούτε φοβείται, ενίοτε όμως συγκινείται υπό μικρών και σκοτεινών παθημάτων, όταν το σώμα εξερεθίζηται και έχη την διάθεσιν τοιαύτην, οποίαν έχει όταν οργίζηταί τις. Έτι δε μάλλον φανερόν γίνεται τούτο εκ των εξής: ενώ δηλ. ουδέν συμβαίνει το προξενούν φόβον, πολλοί όμως περιπίπτουσιν εις πάθη ανθρώπου όστις φοβείται. Και, αν τούτο είναι αληθές, είναι φανερόν, ότι τα πάθη είναι λόγοι ένυλοι. Και επομένως εκφράσεις τοιαύται, ως το οργίζεσθαι, σημαίνουσι κίνησιν του εν τοιαύτη διαθέσει όντος σώματος, ή κίνησιν μέρους τοιούτου ή δυνάμεως τοιαύτης υπό τούτου του πράγματος χάριν τούτου του σκοπού.
(μετάφραση Παύλος Γρατσιάτος)
3. ΕΥΔΗΜΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ (β’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.)
Ο πρώτος ιστορικός των μαθηματικών, υπήρξε ένας διακεκριμένος μαθητής του Αριστοτέλους, ο οποίος τον περιέβαλλε με μεγάλη εκτίμηση. Ο Εύδημος υπήρξε πολυγραφότατος. Έγραψε έργα στην ιστορία των επιστημών, καθώς και στις θετικές και θεωρητικές επιστήμες. Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί των επιστημών αποδίδουν στον Εύδημο διασκευές διαφόρων αριστοτελικών έργων. Είναι πιθανόν το έργο «Ευδήμια ηθικά» που αποδίδεται στον Αριστοτέλη, να είναι έργο του Ευδήμου και να αποτελεί περίληψη της διδασκαλίας περί ηθικής του Σταγειρίτη φιλοσόφου. Από το μεγάλο συγγραφικό έργο του Ευδήμου δεν έχει σωθεί σχεδόν τίποτε. Ευτυχώς ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς και σχολιαστές, Πρόκλος, Πάππος, Θέων ο Σμυρναίος, Σιμπλίκιος, Αιλιανός, Βοήθιος και Πορφύριος, διέσωσαν ορισμένα αποσπάσματα.
4. ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ (370-287 π.Χ.)
Ήταν φιλόσοφος της αρχαιότητας. Θεωρείται συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη τον οποίο και διαδέχτηκε στην διεύθυνση της Περιπατητικής Σχολής. Τις περισσότερες πληροφορίες για βίο του Θεοφράστου αντλούμε από τον Διογένη, συγγραφέα των βίων των φιλοσόφων. Το έργο του Θεόφραστου ήταν ιδιαίτερα πλούσιο, καθώς εκτιμάται πως έγραψε συνολικά περίπου 240 έργα τα οποία πραγματεύονται ένα πλήθος θεμάτων γύρω από την Ηθική, την Λογική, την Ρητορική, την Ιστορία των επιστημών ή την Μεταφυσική και κυρίως την Βοτανική και την Ζωολογία. Σήμερα σώζονται κυρίως αποσπάσματα του έργου του αλλά και ορισμένα πλήρη κείμενα που είναι οι «Περί Φυτών Ιστορίας» (9 βιβλία), τα «Περί Φυτών Αιτιών» (6 βιβλία) καθώς και το πιο γνωστό του έργο, οι «Χαρακτήρες».
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Ἤδη μὲν καὶ πρότερον πολλάκις ἐπιστήσας τὴν διάνοιαν ἐθαύμασα, ἴσως δὲ οὐδὲ παύσομαι θαυμάζων, τί γὰρ δήποτε, τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀέρα κειμένης καὶ πάντων τῶν Ἑλλήνων ὁμοίως παιδευομένων, συμβέβηκεν ἡμῖν οὐ τὴν αὐτὴν τάξιν τῶν τρόπων ἔχειν. ἐγὼ γάρ, ὦ Πολύκλεις, συνθεωρήσας ἐκ πολλοῦ χρόνου τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ βεβιωκὼς ἔτη ἐνενήκοντα ἐννέα, ἔτι δὲ ὡμιληκὼς πολλαῖς τε καὶ παντοδαπαῖς φύσεσι καὶ παρατεθεαμένος ἐξ ἀκριβείας πολλῆς τούς τε ἀγαθοὺς τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς φαύλους ὑπέλαβον δεῖν συγγράψαι, ἃ ἑκάτεροι αὐτῶν ἐπιτηδεύουσιν ἐν τῷ βίῳ. ἐκθήσω δέ σοι κατὰ γένος, ὅσα τε τυγχάνει γένη τρόπων τούτοις προσκείμενα καὶ ὃν τρόπον τῇ οἰκονομίᾳ χρῶνται· ὑπολαμβάνω γάρ, ὦ Πολύκλεις, τοὺς υἱεῖς ἡμῶν βελτίους ἔσεσθαι, καταλειφθέντων αὐτοῖς ὑπομνημάτων τοιούτων, οἷς παραδείγμασι χρώμενοι αἱρήσονται τοῖς εὐσχημονεστάτοις συνεῖναί τε καὶ ὁμιλεῖν, ὅπως μὴ καταδεέστεροι ὦσιν αὐτῶν. τρέψομαι δὲ ἤδη ἐπὶ τὸν λόγον· σὸν δὲ παρακολουθῆσαί τε [ὀρθῶς] καὶ εἰδῆσαι, εἰ ὀρθῶς λέγω. πρῶτον μὲν οὖν ποιήσομαι <τὸν λόγον ἀπὸ> τῶν τὴν εἰρωνείαν ἐζηλωκότων, ἀφεὶς τὸ προοιμιάζεσθαι καὶ πολλὰ περὶ τοῦ πράγματος λέγειν. καὶ ἄρξομαι πρῶτον ἀπὸ τῆς εἰρωνείας καὶ ὁριοῦμαι αὐτήν, εἶθ' οὕτως τὸν εἴρωνα διέξειμι, ποῖός τίς ἐστι καὶ εἰς τίνα τρόπον κατενήνεκται· καὶ τὰ ἄλλα δὴ τῶν παθημάτων, ὥσπερ ὑπεθέμην, πειράσομαι κατὰ γένος φανερὰ καθιστάναι.
ΕΙΡΩΝΙΑΣ Α’
Ἡ μὲν οὖν εἰρωνεία δόξειεν ἂν εἶναι, ὡς τύπῳ λαβεῖν, προσποίησις ἐπὶ [τὸ] χεῖρον πράξεων καὶ λόγων, ὁ δὲ εἴρων τοιοῦτός τις, οἷος προσελθὼν τοῖς ἐχθροῖς ἐθέλειν λαλεῖν, οὐ μισεῖν· καὶ ἐπαινεῖν παρόντας, οἷς ἐπέθετο λάθρα, καὶ τούτοις συλλυπεῖσθαι ἡττωμένοις· καὶ συγγνώμην δὲ ἔχειν τοῖς αὑτὸν κακῶς λέγουσι καὶ ἐπὶ [πᾶσι] τοῖς καθ' ἑαυτοῦ λεγομένοις. καὶ πρὸς τοὺς ἀδικουμένους καὶ ἀγανακτοῦντας πράως διαλέγεσθαι· καὶ τοῖς ἐντυγχάνειν κατὰ σπουδὴν βουλομένοις προστάξαι ἐπανελθεῖν. καὶ μηδὲν ὧν πράττει ὁμολογῆσαι, ἀλλὰ φῆσαι βουλεύεσθαι καὶ προσποιήσασθαι ἄρτι παραγεγονέναι καὶ ὀψὲ γενέσθαι [αὐτὸν] καὶ μαλακισθῆναι. καὶ πρὸς τοὺς δανειζομένους καὶ ἐρανίζοντας [εἰπεῖν ὡς οὐ πλουτεῖ· καὶ πωλῶν φῆσαι] ὡς οὐ πωλεῖ· καὶ μὴ πωλῶν φῆσαι πωλεῖν·
καὶ ἀκούσας τι μὴ προσποιεῖσθαι, καὶ ἰδὼν φῆσαι μὴ ἑωρακέναι, καὶ ὁμολογήσας μὴ μεμνῆσθαι· καὶ τὰ μὲν σκέψεσθαι φάσκειν, τὰ δὲ οὐκ εἰδέναι, τὰ δὲ θαυμάζειν, τὰ δ' ἤδη ποτὲ καὶ αὐτὸς οὕτως διαλογίσασθαι.
καὶ τὸ ὅλον δεινὸς τῷ τοιούτῳ τρόπῳ τοῦ λόγου χρῆσθαι· Οὐ πιστεύω· Οὐχ ὑπολαμβάνω· Ἐκπλήττομαι· καὶ· Λέγεις αὐτὸν ἕτερον γεγονέναι· Καὶ μὴν οὐ ταῦτα πρὸς ἐμὲ διεξῄει· Παράδοξόν μοι τὸ πρᾶγμα· Ἄλλῳ τινὶ λέγε· Ὅπως δὲ σοὶ ἀπιστήσω ἢ ἐκείνου καταγνῶ, ἀποροῦμαι· Ἀλλ' ὅρα, μὴ σὺ θᾶττον πιστεύεις.
[Τοιαύτας φωνὰς καὶ πλοκὰς καὶ παλιλλογίας εὑρεῖν ἔστι τῶν εἰρώνων. τὰ δὴ τῶν ἠθῶν μὴ ἁπλᾶ ἀλλ' ἐπίβουλα φυλάττεσθαι μᾶλλον δεῖ ἢ τοὺς ἔχεις.]
ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ Ε’
Ἡ δὲ ἀρέσκειά ἐστι μέν, ὡς ὅρῳ περιλαβεῖν, ἔντευξις οὐκ ἐπὶ τῷ βελτίστῳ ἡδονῆς παρασκευαστική, ὁ δὲ ἄρεσκος ἀμέλει τοιοῦτός τις, οἷος πόρρωθεν προσαγορεύσας καὶ ἄνδρα κράτιστον εἰπὼν καὶ θαυμάσας ἱκανῶς, ἀμφοτέραις ταῖς χερσὶ λαβόμενος μὴ ἀφιέναι καὶ μικρὸν ἔτι προπέμψας καὶ ἐρωτήσας, πότε αὐτὸν ὄψεται, ἐπαινῶν ἀπαλλάττεσθαι. καὶ παρακληθεὶς δὲ πρὸς δίαιταν μὴ μόνον ᾧ πάρεστι βούλεσθαι ἀρέσκειν, ἀλλὰ καὶ τῷ ἀντιδίκῳ, ἵνα κοινός τις εἶναι δοκῇ. καὶ τοὺς ξένους δὲ εἰπεῖν ὡς δικαιότερα λέγουσι τῶν πολιτῶν. καὶ κεκλημένος δὲ ἐπὶ δεῖπνον κελεῦσαι καλέσαι τὰ παιδία τὸν ἑστιῶντα, καὶ εἰσιόντα φῆσαι σύκου ὁμοιότερα εἶναι τῷ πατρί, καὶ προσαγόμενος φιλῆσαι καὶ παρ' αὑτὸν καθίστασθαι, καὶ τοῖς μὲν συμπαίζειν αὐτὸς λέγων· Ἀσκός, πέλεκυς, τὰ δὲ ἐπὶ τῆς γαστρὸς ἐᾶν καθεύδειν ἅμα θλιβόμενος.
ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣ ΙΖ’
Ἔστι δὲ ἡ μεμψιμοιρία ἐπιτίμησις παρὰ τὸ προσῆκον τῶν δεδομένων, ὁ δὲ μεμψίμοιρος τοιόσδε τις, οἷος ἀποστείλαντος μερίδα τοῦ φίλου εἰπεῖν πρὸς τὸν φέροντα· Ἐφθόνησάς μοι τοῦ ζωμοῦ καὶ τοῦ οἰναρίου οὐκ ἐπὶ δεῖπνον καλέσας.
καὶ ὑπὸ τῆς ἑταίρας καταφιλούμενος εἰπεῖν· Θαυμάζω, εἰ σὺ καὶ ἀπὸ τῆς ψυχῆς οὕτω με φιλεῖς. καὶ τῷ Διὶ ἀγανακτεῖν, οὐ διότι ὕει, ἀλλὰ διότι ὕστερον.
καὶ εὑρὼν ἐν τῇ ὁδῷ βαλλάντιόν τι εἰπεῖν· Ἀλλ' οὐ θησαυρὸν εὕρηκα οὐδέποτε.
καὶ πριάμενος ἀνδράποδον ἄξιον καὶ πολλὰ δεηθεὶς τοῦ πωλοῦντος· Θαυμάζω, εἰπεῖν, ὅ τι ὑγιὲς οὕτω ἄξιον ἐώνημαι.
καὶ πρὸς τὸν εὐαγγελιζόμενον, ὅτι Υἱός σοι γέγονεν, εἰπεῖν, ὅτι Ἂν προσθῇς· καὶ τῆς οὐσίας τὸ ἥμισυ ἄπεστιν, ἀληθῆ ἐρεῖς.
καὶ δίκην νικήσας καὶ λαβὼν πάσας τὰς ψήφους ἐγκαλεῖν τῷ γράψαντι τὸν λόγον ὡς πολλὰ παραλελοιπότι τῶν δικαίων.
καὶ ἐράνου εἰσενεχθέντος παρὰ τῶν φίλων καὶ φήσαντός τινος· Ἱλαρὸς ἴσθι, Καὶ πῶς; εἰπεῖν, Ὅτι δεῖ τἀργύριον ἀποδοῦναι ἑκάστῳ καὶ χωρὶς τούτων χάριν ὀφείλειν ὡς εὐεργετημένον;
Μετάφραση:
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Καὶ προηγουμένως ἤδη πολλάκις ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου καὶ ἠπόρησα, ἴσως δὲ καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ ἀπορῶ, διατί ἆρά γε, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ αὐτὸ κλῖμα καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ Ἕλληνες λαμβάνουν τὴν ἰδίαν ἀγωγήν, συμβαίνει νὰ μὴν ἔχωμεν ὅλοι τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα. Ἐγὼ λοιπόν, Πολυκλῆ, ἐπειδὴ ἐξήτασα πρὸ πολλοῦ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ ἔχω ζήσει ἐνενῆντα ἐννέα ἔτη, προσέτι δὲ ἔχω συναναστραφῆ πολλὰς καὶ διαφόρους φύσεις ἀνθρώπων καὶ ἔχω παρατηρήσει μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν πολλοὺς καὶ καλοὺς καὶ κακούς, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ περιγράψω τὴν συμπεριφορὰν ποὺ ἔχουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἰς τὸν βίον των. Θὰ σοῦ ἐκθέσω δὲ χωριστὰ καὶ ὅσα γένη ἀνήκουν εἰς τοὺς χαρακτῆρας τούτους καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τοὺς ἐφαρμόζουν εἰς τὴν καθημερινὴν ζωήν των. Διότι νομίζω, Πολυκλῆ, ὅτι οἱ υἱοί μας θὰ γίνουν καλύτεροι, ἂν ἀφήσωμεν εἰς αὐτοὺς τοιαύτας ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας μεταχειριζόμενοι ὡς παραδείγματα θὰ προτιμοῦν νὰ συναναστρέφωνται τοὺς πάρα πολὺ ἀξιοπρεπεῖς, διὰ νὰ μὴν εἶναι κατώτεροί των. Καὶ τώρα θὰ ἔλθω εἰς τὸ προκείμενον, ἰδικόν σου δέ ἔργον εἶναι καὶ νὰ παρακολουθήσῃς ὀρθῶς καὶ νὰ ἴδῃς ἂν ὀρθῶς λέγω. Πρῶτον μὲν λοιπὸν θὰ ἀναφέρω ἐκείνους ποὺ ἐξασκοῦν μέ ζῆλον τὴν εἰρωνείαν, ἀφοῦ ἀφήσω κατὰ μέρος τὰ προοίμια καὶ τὴν πολυλογίαν περὶ τοῦ ζητήματος· θὰ ἀρχίσω πρῶτον ἀπὸ τὴν εἰρωνείαν καὶ θὰ δώσω εἰς αὐτὴν ὁρισμόν, ἔπειτα κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον θὰ περιγράψω τὸν εἴρωνα, τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι καὶ εἰς ποῖον χαρακτῆρα κατατάσσεται· καὶ τὰ ἄλλα δὲ πάθη (ἐλαττώματα) θὰ προσπαθήσω νὰ τὰ καταστήσω φανερὰ εἰς κάθε γένος, καθὼς ὑπεσχέθην.
ΕΙΡΩΝΙΑΣ Α’
Ἡ εἰρωνεία, διὰ νὰ τὴν ὁρίσωμεν γενικῶς, ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι προσποιητὴ ἐλάττωσις πράξεων καὶ λόγων . Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ εἴρων. Πλησιάζει τοὺς ἐχθρούς του καὶ θέλει νά μὴν φανῇ ὅτι τοὺς μισεῖ· ἐπαινεῖ, ὅταν εἶναι παρόντα, ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ποὺ κρυφὰ τὰ ἔχει προσβάλει· ἐὰν ἔχουν χάσει δίκην εἰς τὸ δικαστήριον τοὺς συλλυπεῖται· φαίνεται ὅτι συγχωρεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν κακολογοῦν καὶ ὅτι δὲν θυμώνει δι' ὅσα λέγονται ἐναντίον του·, εἰς ἐκείνους που ἔχουν ἀδικηθῆ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἔρχονται νὰ παραπονεθοῦν ὁμιλεῖ μὲ πραότητα· εἰς τοὺς ἐπιμένοντας νὰ τὸν ἶδουν ἀμέσως λέγει νὰ ἐπιστρέψουν ἀργότερα. Διὰ τὰς ὑποθέσεις του δὲν φανερώνει τίποτε, ἀλλὰ λέγει ὅτι δὲν ἔλαβε ἀκόμη ἀπόφασιν καὶ προσποιεῖται ὅτι δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς ποὺ ἐπανῆλθε, ὅτι ἔφθασε ἀργά, ὅτι ἦτο ἀσθενής· μεἰς ἐκείνους ποὺ ζητοῦν δανεικὰ χρήματα ἢ ἔρανον...
Ὅταν εἰς τὴν ἀγορὰν πωλῇ κάτι, λέγει ὅτι δὲν πωλεῖ· ὅταν δὲ πάλιν δὲν πωλεῖ, λέγει ὅτι πωλεῖ.
Ἂν ἤκουσε κάτι, προσποιεῖται ὅτι δὲν ἤκουσε, ἂν εἶδεν, ὅτι δὲν εἶδεν, ἂν ἐσυμφώνησε, λέγει ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται. Ἄλλοτε λέγει ὅτι θὰ σκεφθῇ, ἄλλοτε ὅτι δὲν γνωρίζει, ἄλλοτε ὅτι ἀπορεῖ, ἄλλοτε ὅτι καὶ αὐτός ἔκαμε αὐτὴν τὴν σκέψιν.
Καὶ ἐν γένει εἶναι ἄνθρωπος ποὺ μεταχειρίζεται μὲ ἰδιαιτέραν τέχνην τὰς φράσεις· “δὲν πιστεύω”, “δὲν νομίζω”, “θαυμάζω”, “φαίνεται κατὰ τὰ λόγια σου ὅτι αὐτὸς ἤλλαξε πολὺ”, “καὶ ὅμως δὲν μοῦ παρέστησε ἔτσι τὸ πρᾶγμα”, “μοῦ φαίνεται παράδοξον”, “εἰς ἄλλον νὰ τὰ πῇς”, “εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν πῶς νὰ μὴ σὲ πιστεύσω ἢ νὰ καταδικάσω ἐκεῖνον”, “πρόσεξε μήπως εἶσαι εὐκολόπιστος”.
Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα καὶ τὰ κλωθογυρίσματα καὶ αἱ ἀντιλογίαι ποὺ εὑρίσκει κανεὶς εἰς τὸν εἴρωνα· ἀπὸ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ὄχι ἁπλοὺς ἀλλὰ πονηροὺς χαρακτῆρας πρέπει νὰ προφυλάττεσαι περισσότερον παρ' ὅσον ἀπὸ τὰς ἐχίδνας .
ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ Ε’
Ἡ ἀρέσκεια εἶναι, ἂν θέλῃ τις νὰ τὴν ὁρίσῃ, συνάντησις ἱκανὴ νὰ προξενήσῃ εὐχαρίστησιν ἀλλ' ὄχι μὲ εἰλικρίνειαν. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄρεσκος. Ὅταν ἴδῃ ἀπὸ μακρὰν ἕνα πρόσωπον, τὸ χαιρετᾷ μὲ τὸ ὄνομά του, τὸ ἐγκωμιάζει, τοῦ κάμνει ἀρκετὰς φιλοφρονήσεις, τὸ κρατεῖ μὲ τὰ δύο χέρια χωρὶς νὰ τὸ ἀφήνῃ καὶ, ἀφοῦ τὸ συνοδεύσῃ ὀλίγον καὶ τὸ ἐρωτήσῃ πότε θὰ τὸ ξαναδῇ, τὸ ἀφήνει τέλος ἐπαινώντας το ἀκόμη μίαν φοράν ὅταν προσκληθῇ ὡς διαιτητής , προσπαθεῖ νὰ ἀρέσῃ ὄχι μόνον εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἀντίδικον, διὰ νὰ φανῇ ἀμερόληπτος· εἰς τοὺς ξένους λέγει ὅτι ἔχουν περισσότερον δίκαιον ἀπὸ τοὺς συμπολίτας του· ὅταν προσκληθῇ εἰς δεῖπνον, παρακαλεῖ τὸν οἰκοδεσπότην νὰ καλέσῃ τὰ τέκνα του, καὶ ὅταν εἰσέλθουν λέγει ὅτι εἶναι ἀπαράλλακτα μὲ τὸν πατέρα των (ὁμοιάζουν σὰν σῦκο μὲ σῦκο)· ἀφοῦ δὲ τὰ σύρῃ κοντά του, τὰ φιλεῖ καὶ τὰ τοποθετεῖ στὸ πλάγι του καὶ μὲ ἄλλα μὲν συμπαίζει λέγων 'ἀσκὸς ἢ πέλεκυς', ἄλλα δὲ ἀφήνει νὰ κοιμηθοῦν ἐπάνω εἰς τὴν κοιλίαν του, ἂν καὶ πιέζεται.
ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣ ΙΖ’
Ἡ μεμψιμοιρία εἶναι κατηγορία παρὰ τὸ πρέπον τῶν δῶρων ποὺ λαμβάνει κανείς. Ἰδοὺ δέ τὶ λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ μεμψίμοιρος .Ἂν φὶλος του θυσιάσας στείλῃ εἰς αὐτὸν μερίδα κρέατος, λέγει εἰς τὸν φέροντα ‘ἐλυπήθη ὁ κύριός σου νὰ μὴ φάγω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν ζωμὸν τοῦ κρέατος καὶ νὰ πιῶ ὀλίγο κρασάκι, διὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐκάλεσε εἰς τὸ δεῖπνον’.
Ἂν ἀπὸ τὴν ἐρωμένην του λαμβάνῃ φιλήματα, τῆς λέγει ‘ἀπορῶ ἂν αὐτὰ προέρχωνται ἀπὸ τὴν καρδιά σου’· θυμώνει κατὰ τοῦ Διὸς ὄχι διότι δὲν βρέχει ἀλλὰ διότι βρέχει ἀργά.
Ἂν εὕρῃ εἰς τὸν δρόμον βαλλάντιον, λέγει· ‘καλά, ἀλλὰ δὲν ἔχω εὕρει ποτὲ θησαυρό’.
Ἀφοῦ μὲ πολλὰς παρακλήσεις ἀγοράσῃ εὐθηνὰ ἕνα δοῦλον, λέγει εἰς τὸν πωλητὴν ‘ἀπορῶ ὅτι ἔχω ἀγοράσει κάτι χωρὶς ἐλάττωμα τόσο φθηνά’·
Εἰς ἐκεῖνον ποὺ τοῦ φέρει τὴν καλὴν ἀγγελίαν ὅτι ἀπέκτησε υἱὸν λέγει ‘ἀλλὰ πρόσθεσε ὅτι ἐχάθη καὶ τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου’.
Ὅταν εἰς τὸ δικαστήριον κερδίσῃ παμψηφεὶ δίκην, κατηγορεῖ τὸν γράψαντα τὴν ἀπολογίαν του ὅτι ἔχει παραλίπει πολλὰ ἐπιχειρήματα.
Ὅταν οἱ φίλοι του κάμουν συνεισφορὰν δι’ αὐτὸν καὶ κἄποιος τοῦ εἴπῃ ‘ἔ! τώρα πρέπει νὰ εἶσαι χαρούμενος’, ἀπαντᾷ "μὰ πῶς ; ἀφοῦ πρέπει καὶ τὰ χρήματα νὰ δώσω ὀπίσω εἰς τὸν καθένα καὶ ἐκτὸς τούτου νὰ χρεωστῶ χάριν ὡς εὐεργετημένος;"
(μετάφραση Εμμανουήλ Δαυΐδ)
5. ΣΤΡΑΤΩΝ Ο ΛΑΜΨΑΚΗΝΟΣ (355-269 π.Χ.)
Ήταν ένας φιλόσοφος της Περιπατητικής Σχολής, ο τρίτος κατά χρονική σειρά διευθυντής (σχολάρχης) του Λυκείου του Αριστοτέλη μετά τον θάνατο του Θεοφράστου. Αφοσιώθηκε ιδιαίτερα στην μελέτη των φυσικών επιστημών, αυξάνοντας τα νατουραλιστικά στοιχεία του αριστοτελισμού σε σημείο που αρνήθηκε την ανάγκη να υπάρχει ένας θεός που ενέργησε για την δημιουργία του Σύμπαντος, προτιμώντας την άποψη ότι το Σύμπαν κυβερνάται από την ασυνείδητη δύναμη της φύσης και μόνο. Έγραψε πολλά συγγράμματα και, υπό την επίδραση του Δημόκριτου, ερμήνευσε εμπειριο-φυσιοκρατικά την Αριστοτελική φιλοσοφία. Στο σώμα των Αριστοτελικών έργων έχουν συμπεριληφθεί τα μη γνήσια συγγράμματα «Περί ακουστών» και «Περί θαυμασίων ακουσμάτων», τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν με απόλυτη βεβαιότητα στον Στράτωνα.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
Συνοπτικά:
Α. Τόνιζε την ανάγκη για έρευνα με ακρίβεια και έδινε ως παράδειγμα την παρατήρηση του πώς το νερό που χύνεται από ένα στόμιο διασπάται σε ξεχωριστές σταγόνες ως απόδειξη ότι τα σώματα που πέφτουν επιταχύνονται.
Β. Ενώ ο Αριστοτέλης όριζε τον χρόνο ως την αριθμήσιμη πλευρά της κινήσεως, ο Στράτων υπεστήριξε ότι, επειδή η κίνηση και ο χρόνος είναι συνεχείς ενώ ο αριθμός διακριτός, ο χρόνος έχει μία ύπαρξη ανεξάρτητα από την κίνηση. Ο Στράτων ήταν επιφυλακτικός ως προς την αριστοτελική έννοια του τόπου ως «περιβάλλουσας επιφάνειας, προτιμώντας να τον θεωρεί ως τον χώρο που καταλαμβάνει ένα σώμα. Απέρριπτε επίσης την ύπαρξη του αριστοτελικού «αιθέρα».
Γ. Υπερτόνιζε τον ρόλο του πνεύματος στην λειτουργία της ψυχής, της οποίας οι δραστηριότητες εξηγούνταν από το πνεύμα που εκτεινόταν σε όλο το ανθρώπινο σώμα από το «κυβερνόν μέρος» που βρισκόταν μέσα στο κεφάλι. Για τον Στράτωνα όλες οι αισθήσεις «νιώθονται» στον εγκέφαλο: όλο το «αισθάνομαι» εμπεριέχει σκέψη, και δεν υπάρχει σκέψη που να μην προέρχεται από τις αισθήσεις. Παράλληλα, δεν αποδεχόταν την αθανασία της ψυχής και προσέβαλε τις «αποδείξεις» που έδινε ο Πλάτων μέσω του έργου του «Φαίδωνα», ενώ πίστευε ότι η ύλη αποτελείται από μικροσκοπικά σωμάτια, απορρίπτοντας, όμως, την δημοκρίτεια θεωρία για τον κενό χώρο.
Δ. Ανέπτύξε μια περίφημη θεωρία περί κενού, κατά την οποία όλες οι ουσίες περιείχαν κενό και οι διαφορές βάρους τους οφείλονταν στις διαφορές έκτασης του κενού. Αξιοσημείωτο είναι, δε, ότι αυτή η θεωρία του Στράτωνα αποτέλεσε την κύρια θεωρητική βάση για την κατασκευή μηχανών αέρος και ατμού κατά την Ελληνιστική Περίοδο, τις οποίες περιέγραψε με παραστατικότητα και ακρίβεια ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς.
6. ΑΡΙΣΤΟΞΕΝΟΣ Ο ΤΑΡΑΝΤΙΝΟΣ (354-300 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος φιλόσοφος από τον Τάραντα, μαθητής του Αριστοτέλη. Λέγεται ότι το έργο του περιελάμβανε 453 συγγράμματα, στο ύφος του Αριστοτέλη, όσον αφορά στο φιλοσοφικό, ηθικό και μουσικό τους περιεχόμενο. Η θεωρία που ανέπτυξε βασιζόταν στην ιδέα, ότι το σώμα και η ψυχή του ανθρώπου συνδέονται μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο όπως η αρμονία της μουσικής συνδέεται με τα μέλη του μουσικού οργάνου. Ο Αριστόξενος κατά τον Διογένη του Λαέρτιο (Βίοι Φιλοσόφων) που αναφέρεται σε μαρτυρία του Παρμενίδη που έχει χαθεί, ο Αριστόξενος είναι ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι ο πλανήτης Αφροδίτη είναι το ίδιο αστρονομικό σώμα που εμφανίζεται το πρωί πριν τον Ήλιο ή το βράδυ μετά την δύση του.
7. ΔΙΚΑΙΑΡΧΟΣ (350-290 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος, χαρτογράφος, γεωγράφος, μαθηματικός και συγγραφέας από την Μεσσήνη της Σικελέας. Ο Δικαίαρχος ήταν μαθητής στο Λύκειον του Αριστοτέλους. Πολύ λίγα πράγματα από το έργο του έχουν διασωθεί. Έγραψε για την ιστορία και την γεωγραφία της Ελλάδος, και το πιο σημαντικό έργο του ήταν το "Βίος Ελλάδος". Έκανε σημαντικές συνεισφορές στον τομέα της χαρτογραφίας, όπου ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν γεωγραφικές συντεταγμένες. Επίσης έγραψε βιβλία για την φιλοσοφία και την πολιτική. Ο Δικαίαρχος εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους αρχαίους ως φιλόσοφος και ως άνθρωπος που είχε εκτενείς γνώσεις σε μεγάλη ποικιλία τομέων. Το έργο του είναι γνωστό μόνο από τις πολλές αποσπασματικές αναφορές των μεταγενέστερων συγγραφέων.
8. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΦΑΛΗΡΕΥΣ (345-280 π.Χ.)
Ήταν πολιτικός και περιπατητικός φιλόσοφος της αρχαίας Αθήνας. Ο Δημήτριος συνέγραψε πολλά συγγράμματα, που όμως δεν έφθασαν στα χέρια μας. Ως ρήτορας εισήγαγε στην ρητορική τέχνη το ασιατικό ύφος. Ήταν μαθητής του Θεόφραστου της Ερέσου. Λόγω της ρητορικής του ικανότητας απόκτησε στην Αθήνα τόσο μεγάλη επιρροή, που διορίσθηκε από τον βασιλιά Κάσσανδρο ως “επιστάτης” των Αθηναίων. Κυβέρνησε για δέκα ολόκληρα χρόνια. Έθεσε τα θεμέλια της γραμματικής και της κριτικής φιλολογίας καθώς και την ίδρυση της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνρειας απο τον Πτολεμαίος Α’. Βοήθησε με τις συμβουλές του στην μετάφραση των ιερογλυφικών χρονικών της Αιγύπτου και των απόκρυφων ιουδαϊκών βιβλίων. Εξορίστηκε από τον Πτολεμαίο Β' (διάδοχος του Πτολεμαίου Α') και κατέφυγε στην Άνω Αίγυπτο, όπου και πέθανε το 283 π.Χ. από τσίμπημα φιδιού.
9. ΞΕΝΑΡΧΟΣ Ο ΣΕΛΕΥΚΙΟΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
Περιπατητικός φιλόσοφος και γραμματικός από την Σελεύκεια της Κιλικίας. Δίδαξε στην γενέτειρά του, στην Αλεξάνδρεια, στην Αθήνα και στην Ρώμη. Ανάμεσα στους Αθηναίους μαθητές του ήταν και ο Στράβων, ο οποίος αναφέρθηκε στον δάσκαλό του επαινετικά.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.
10. ΕΡΜΙΠΠΟΣ Ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΕΙΟΣ (3ος-2ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν περιπατητικός φιλόσοφος από την Σμύρνη. Από την ονομασία Καλλιμάχειος, πιστεύεται ότι ήταν μαθητής του Καλλιμάχου, περίπου στα μέσα του 3ου αιώνα. Από τα γραπτά του, «Ο βίος του Χρυσίππου» (279 – 206 π.Χ.) υποδεικνύει ότι ο Έρμιππος έζησε προς το τέλος του 3ου αιώνα. Το έργο του «Βίοι των εν παιδεία διαλαμψάντων» ήταν ιδιαίτερα γνωστό και παρόλο που έχει χαθεί, πολλοί συγγραφείς έκαναν αναφορά σε αυτό. Από αυτούς, ο Διογένης ο Λαέρτιος, το έχει χρησιμοποιήσει πολύ συχνά ως πηγή και το αναφέρει πολλές φορές στο έργο του που σημερα ονομάζουμε «Βίοι φιλοσόφων». Από τις πηγές που έχουμε στην διάθεσή μας, γνωρίζουμε ότι περιείχε βιογραφίες για τους πολλούς συγγραφείς, φιλοσόφους, ρήτορες και ιστορικούς.
11. ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (285-194 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας μαθηματικός, γεωγράφος, αστρονόμος, γεωδαίτης, ιστορικός και φιλόλογος. Θεωρείται ο πρώτος που υπολόγισε το μέγεθος της Γης και κατασκεύασε ένα σύστημα συντεταγμένων με παράλληλους και μεσημβρινούς. Ακόμα κατασκεύασε έναν χάρτη του κόσμου όπως τον θεωρούσε. Για τις θεωρίες του περί γεωγραφίας κατηγορήθηκε αργότερα από τον Στράβωνα, ότι δεν παρείχε τις αναγκαίες αποδείξεις. Από τα ποικίλα έργα του δεν σώθηκε κανένα εκτός από λίγους τίτλους, όπως «Χρονογραφίαι», «Γεωγραφικά», «Περί της Αρχαίας κωμωδίας», «Καταστερισμοί» και «Περί Μεσοτήτων».
12. ΚΡΙΤΟΛΑΟΣ (α’ μισό του 2ου αιώνα π.Χ.)
Φιλόσοφος από την Φασήλιδα της Λυκίας. Έγινε στην Αθήνα διευθυντής της Περιπατητικής σχολής, ως διάδοχος του Αρίστωνα του Κείου. Το 155 π.Χ. πήγε ως πρεσβευτής στην Ρώμη, για να παρακαλέσει την σύγκλητο να απαλλάξει τους Αθηναίους από το πρόστιμο των 500 ταλάντων για την καταστροφή του Ωρωπού. Εκεί, στις δημόσιες διδασκαλίες του, προκάλεσε το θαυμασμό των Ρωμαίων για τις ρητορικές του ικανότητες. Στην αρχή ήταν οπαδός της αριστοτελικής ηθικής, αργότερα όμως απομακρύνθηκε από αυτήν και ανέμειξε τις θεωρίες των στωικών και των επικούρειων. Πίστευε ότι η ζωή, η σύμφωνη με την φύση, βρίσκει την πραγμάτωσή της με τρία είδη αγαθών: ψυχικά, σωματικά, εξωτερικά. Από τα συγγράμματά του δεν σώθηκε κανένα.
13. ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους περιπατητικούς και αριστοτελικούς φιλοσόφους. Ως αριστοτελικός, ο Ανδρόνικος ενδιαφέρθηκε για το έργο του Σταγειρίτη, εκδίδοντας μάλιστα και σχολιάζοντας όσα συνέγραψε. Αξιοσημείωτο είναι ότι από αυτόν έγινε η πρώτη και βασική κατάταξη των αριστοτελικών έργων. Η συναγωγή των συγγραμμάτων που ακολουθούσαν τα «Φυσικά» οδήγησε στην τοποθέτησή τους στο συνολικό έργο «Μετά τα Φυσικά», που δεν παρέπεμπε στον καθαυτό όρο μεταφυσική, απλώς συνόψιζε όσα συγγράμματα αναφέρονταν στο «ὂν».
14. ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (64-4 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας ιστορικός και περιπατητικός φιλόσοφος με καταγωγή από την Δαμασκό, ο οποίος παρήγαγε ιδιαίτερα πλούσιο έργο από το οποίο διασώζονται πολύ λίγα αποσπάσματα. ο συγγραφικό του έργο υπήρξε γιγαντιαίο, αλλά διασώζεται πολύ μικρό τμήμα από αυτό. Το κύριο μέρος του έργο του ήταν η παγκόσμια ιστορία που έγραψε και αποτελούνταν από 144 τόμους. Τα υπόλοιπα γραπτά του αποτελούνται από την αυτοβιογραφία του, βιογραφίες για τον καίσαρα Αύγουστο και τον Ηρώδη τον Μέγα με τους οποίους διατηρούσε στενές προσωπικές σχέσεις, κάποια φιλοσοφικά έργα, καθώς και μερικές κωμωδίες και τραγωδίες.
ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.
15. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ Ο ΚΛΑΥΔΙΟΣ (90-168 μ.Χ.)
Ήταν ονομαστός Έλληνας φυσικός φιλόσοφος ο οποίος γεννήθηκε στην ρωμαϊκή Αίγυπτο και έζησε στην Αλεξάνδρεια. Το σπουδαιότερο έργο του, Η «Μεγίστη» (ή Μαθηματική Σύνταξις), σώθηκε στα αραβικά ως «Αλμαγέστη» και στηρίζεται στις παρατηρήσεις διάφορων προγενέστερων αστρονόμων και ιδίως του Ιππάρχου. Στο έργο του συνόψισε και παρουσίασε συστηματικά τα επιτεύγματα των προγενέστερων στους διάφορους τομείς της επιστήμης, ελέγχοντας μεθόδους και μετρήσεις και προσθέτοντας δικά του συμπεράσματα. Επίσης ο Πτολεμαίος ασχολήθηκε με την Μουσική, την Οπτική, την Μαντική αστρολογία και την Γεωγραφία.
16. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΑΦΡΟΔΙΣΙΕΥΣ (τέλη 2ου – μέσα 3ου αιώνα μ.Χ.)
Υπήρξε Έλληνας περιπατητικός φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Αφροδισιάδα της Καρίας, και από εκεί πήρε το επώνυμό του. Θεωρείται ο σημαντικότερος σχολιαστής του Αριστοτέλη (σώζονται τα υπομνήματά του στα «Αναλυτικά πρότερα»). Ιδιαίτερη επίδραση στην μεταγενέστερη φιλοσοφική σκέψη άσκησε η ερμηνεία του αναφορικά με την αριστοτελική αντίληψη περί του νου την οποία αναπτύσσει στα δύο βιβλία του «Περί ψυχής».
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΣΧΟΛΙΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Σχόλια Αλέξανδρου, στο Αριστοτέλους Μετά τα Φυσικά από απόσπασμα του Εύδημου στο Περί Λέξεων:
83.34 -84.7 «Ο δε λόγος ο τον τρίτον άνθρωπον εισάγων τοιούτος. Λέγουσι τα κοινώς κατηγορούμενα των ουσιών κυρίως τε είναι τοιάυτα, και ταύτα είναι ιδέας. Έτι τα όμοια αλλήλοις του αυτού τινος μετουσία όμοια αλλήλοις είναι, ο κυρίως εστί τούτο, και τούτο είναι την ιδέαν.
αλλ’ ει τούτο, και το κατηγορούμενον τινων κοινώς, αν μή ταυτόν ή εκείνων τινί ών κατηγορείται, άλλο τι έστι παρ’ εκείνα (δια τούτο γάρ γένος ο αυτοάνθρωπος, ότι κατηγορούμενος των καθ’ έκαστα ουδενί αυτών ην ο αυτός), τρίτος άνθρωπος έσται τις παρά τε τον καθ’ έκαστα, οίον Σωκράτη και Πλάτων, και παρά την ιδέαν, ήτις και αυτή μία κατ’ αριθμόν έστιν.»
Σχόλια Αλέξανδρου, στο Αριστοτέλους Μετά τα Φυσικά από αποσπάσματα του Αριστοτέλους στο Περί Ιδεών:
84.21 – 85.3 «δείκνυται και ούτως ο τρίτος άνθρωπος, ει το κατηγορούμενον τινων πλειόνων αληθώς και έστιν άλλο παρά τα ων κατηγορείται, κεχωρισμένον αυτών (τούτο γάρ ηγούνται δεικνύναι οι τας ιδέας τιθέμενοι, διά τούτο γάρ έστι τι αυτοάνθρωπος κατ’ αυτούς, ότι ο άνθρωπος κατά των καθ’ έκαστα ανθρώπων εστίν) – αλλ’ ει τούτο, έσται τις τρίτος άνθρωπος, ει γάρ άλλος ο κατηγορούμενος ων κατηγορείται, και κατ’ ιδίαν υφεστώς κατηγορείται δέ κατά τε των καθ’ έκαστα και κατά της ιδέας ο άνθρωπος, έσται τρίτος τις άνθρωπος παρά τε τους καθ’ έκαστα και την ιδέαν. Ούτως δέ και τέταρτος ο κατά τε τούτου και της ιδέας και των καθ’ έκαστα κατηγορούμενος, ομοίως ε και πέμπτος, και τούτο επ’ άπειρον.»
«έστι δε ο λόγος ούτος τω πρώτω ο αυτός, επεί έθεντο τα όμοια του αυτού τινος μετουσία όμοια είναι».
Μετάφραση:
83.34 -84.7 Η αιτία για την οποία εμφανίζεται ο «Τρίτος Άνθρωπος» είναι η ακόλουθη: Λένε ότι οι ιδέες είναι αυτές οι οποίες χαρακτηρίζουν τα πράγματα με ένα κοινό γνώρισμα, και επιπλέον τα όμοια πράγματα γίνονται όμοια λόγω της συμμετοχής τους σε κάτι το ίδιο, και αυτό εν είναι τίποτε άλλο παρά η ιδέα.
Αλλά άν η ιδέα αυτή είναι ξεχωριστή από τα πράγματα τα οποία χαρακρηρίζει, τότε θα εμφανισθεί επ’ αυτών (δηλαδή επί της ιδέας και των αισθητών πραγμάτων) κάποια άλλη ιδέα, δηλαδή κάποιος «τρίτος Άνθρωπος» τόσο επί των αισθητών άνθρώπων (όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων) όσο και επί της ιδέας, η οποία είναι και αυτή μία στον αριθμό.)
84.21 – 85.3 Καταγράφεται και κατά τον ακόλουθο τρόπο ο τρίτος άνθρωπος: Εάν το κοινό γνώρισμα πολλών πραγμάτων είναι κάτι διαφορετικό και χωριστό από τα αισθητά αυτά πράγματα προς τα οποία αποίδεται το γνώρισμα αυτό (γιατί αυτή είναι η άποψη των υποστηρικτών της θεωρίας των ιδεών. Γι’ αυτό λοπόν υπάρχει η ιδέα του ανθρώπου σύμφωνα με αυτούς, δηλαδή η ιδέα του ανθρώπου αποδίδεται στους αισθητούς ανθρώπους και είναι διαφορετική απ’ αυτούς), αν λοιπόν συμβαίνει αυτό, θα εμφανίζεται κάποιος τρίτος άνθρωπος.
Διότι αν είναι άλλη η ιδέα του ανθρώπου που υφίσταται ξεχωριστά από τους (αισθητούς) ανθρώπους, και το γνώρισμα του ανθρώπου αποδίδεται και στους αισθητούς ανθρώπους και στην ιδέα του ανθρώπου, τότε θα υπάρχει κάποιος τρίτος άνθρωπος αναφερόμενος και στους αισθητούς και στην ιδέα του ανθρώπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εμφανισθεί και τέταρτος άνθρωπος αναφερόμενος στον τρίτο, στην ιδέα του ανθρώπου και στους αισθητούς ανθρώπους, ομοίως και πέμπτος, και αυτό θα συνεχίσθεί επ’ άπειρο.)
Η αιτιολογία αυτής της εκδοχής είναι ίδια με την αιτιολογία της πρώτης εκδοχής. Αυτό συμβαίνει διότι τα όμοια πράγματα καθίστανται όμοια λόγω της συμμετοχής τους σε κάτι (δηλαή στην ιδέα).
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.livepedia.gr
http://www.ygeiaonline.gr
http://www.deepi.gr
http://www.biblionet.gr
http://www.greek-language.gr
http://www.schooltime.gr
https://www.mikrosapoplous.gr
http://antepithesi.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2103:pneyma-athanaton-93&Itemid=410
http://www.math.uoa.gr
http://theseus-aegean.blogspot.gr/2014_11_01_archive.html
http://www.cinesite.com/computer-graphics-world-cinesite-builds-an-empire/
http://mythiki-anazitisi.blogspot.gr/2014_05_01_archive.html