ΚΥΝΙΚΟΙ
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
1. ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ (444-365 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος, ρήτορας και ιδρυτής της σχολής των Κυνικών Φιλοσόφων. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Υπήρξε αρχικά μαθητής του Γοργία και στην συνέχεια του Σωκράτη. Είχε την φήμη εγκρατή ανθρώπου. Γενικά η διδασκαλία του μπορεί να θεωρούσε άγονη την λογική και την γνωσιολογία, πλην όμως διατήρησε την ορθολογιστική εκτίμηση του Σωκράτη προς την γνώση, την οποία και όριζε ως "αληθή δόξαν" και μάλιστα, ως αδιάσειστο ισχυρό τείχος στο λόγο. Τέλος, ο Αντισθένης (που το όνομά δηλώνει ακριβώς την κυνική απάθεια), φέρεται να είχε μυηθεί στην ορφική λατρεία, από την οποίαπροσέλαβε ασκητικές τάσεις. Η πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα, φωτίζεται από μια δεκάτομη έκδοση με 70 περίπου τίτλους, για διαλεκτικές και γλωσσολογικές μελέτες, που δείχνουν την πορεία του, από τους σοφιστές στο Σωκράτη και την απόρριψη των ιδεών του Πλάτωνα.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΙΑΣ ή ΑΙΑΝΤΟΣ ΛΟΓΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Ἐβουλόμην ἂν τοὺς αὐτοὺς ἡμῖν δικάζειν οἵπερ καὶ ἐν τοῖς πράγμασι παρῆσαν· οἶδα γὰρ ὅτι ἐμὲ μὲν ἔδει σιωπᾶν, τούτῳ δ᾽ οὐδὲν ἂν ἦν πλέον λέγοντι· νῦν δὲ οἱ μὲν παραγενόμενοι τοῖς ἔργοις αὐτοῖς ἄπεισιν, ὑμεῖς δὲ οἱ οὐδὲν εἰδότες δικάζετε. καίτοι ποία τις ἂν δίκη δικαστῶν μὴ εἰδότων γένοιτο, καὶ ταῦτα διὰ λόγων; τὸ δὲ πρᾶγμα ἐγίγνετο ἔργῳ.
τὸ μὲν οὖν σῶμα τοῦ Ἀχιλλέως ἐκόμισα ἐγὼ φέρων, τὰ δὲ ὅπλα ὅδε, ἐπιστάμενος ὅτι οὐ τῶν ὅπλων μᾶλλον ἐπεθύμουν οἱ Τρῶες ἀλλὰ τοῦ νεκροῦ κρατῆσαι. τοῦ μὲν γὰρ εἰ ἐκράτησαν, ᾐκίσαντό τε ἂν τὸ σῶμα καὶ τὰ λύτρα τοῦ Ἕκτορος ἐκομίσαντο· τὰ δὲ ὅπλα τάδε οὐκ ἂν ἀνέθεσαν τοῖς θεοῖς ἀλλ᾽ ἀπέκρυψαν, δεδιότες τόνδε τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα, ὃς καὶ πρότερον ἱεροσυλήσας αὐτῶν τὸ ἄγαλμα τῆς θεοῦ νύκτωρ ὥσπερ τι καλὸν ἐργασάμενος ἐπεδείκνυτο τοῖς Ἀχαιοῖς. κἀγὼ μὲν ἀξιῶ λαβεῖν ἵν᾽ ἀποδῶ τὰ ὅπλα τοῖς φίλοις, οὗτος δὲ ἵν᾽ ἀποδῶται, ἐπεὶ χρῆσθαί γε αὐτοῖς οὐκ ἂν τολμήσειε· δειλὸς γὰρ οὐδεὶς ἂν ἐπισήμοις ὅπλοις χρήσαιτο, εἰδὼς ὅτι τὴν δειλίαν αὐτοῦ ἐκφαίνει τὰ ὅπλα.
σχεδὸν μὲν οὖν ἐστιν ἅπαντα ὅμοια. οἵ τε γὰρ διαθέν τες τὸν ἀγῶνα φάσκοντες εἶναι βασιλεῖς περὶ ἀρετῆς κρίνειν ἐπέτρεψαν ἄλλοις, οἵ τε οὐδὲν εἰδότες δικάσειν ὑπισχνεῖσθε περὶ ὧν οὐκ ἴστε. ἐγὼ δὲ ἐπίσταμαι τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς ἂν βασιλεὺς ἱκανὸς ὢν περὶ ἀρετῆς κρίνειν ἐπιτρέψειεν ἄλλοις μᾶλλον ἤπερ ἀγαθὸς ἰατρὸς διαγνῶναι νοσήματα ἄλλῳ παρείη.
καὶ εἰ μὲν ἦν μοι πρὸς ἄνδρα ὁμοιότροπον, οὐδ᾽ ἂν ἡττᾶσθαί μοι διέφερε· νῦν δ᾽ οὐκ ἔστιν ὃ διαφέρει πλέον ἐμοῦ καὶ τοῦδε. ὃ μὲν γὰρ οὐκ ἔστιν ὅ τι ἂν δράσειε φανερῶς, ἐγὼ δὲ οὐδὲν ἂν λάθρᾳ τολμήσαιμι πρᾶξαι. κἀγὼ μὲν οὐκ ἂν ἀνασχοίμην κακῶς ἀκούων, οὐδὲ γὰρ κακῶς πάσχων, ὃ δὲ κἂν κρεμάμενος, εἰ κερδαίνειν τι μέλλοι·
ὅστις γε μαστιγοῦν παρεῖχε τοῖς δούλοις καὶ τύπτειν ξύλοις τὰ νῶτα καὶ πυγμαῖς τὸ πρόσωπον, κἄπειτα περιβαλόμενος ῥάκη, τῆς νυκτὸς εἰς τὸ τεῖχος εἰσδὺς τῶν πολεμίων, ἱεροσυλήσας ἀπῆλθε. καὶ ταῦτα ὁμολογήσει ποιεῖν, ἴσως δὲ καὶ πείσει, λέγων ὡς καλῶς πέπρακται. ἔπειτα τῶν Ἀχιλλέως ὅπλων ὅδε ὁ μαστιγίας καὶ ἱερόσυλος ἀξιοῖ κρατῆσαι;
ἐγὼ μὲν οὖν ὑμῖν λέγω τοῖς οὐδὲν εἰδόσι κριταῖς καὶ δικασταῖς, μὴ εἰς τοὺς λόγους σκοπεῖν περὶ ἀρετῆς κρίνοντας, ἀλλ᾽ εἰς τὰ ἔργα μᾶλλον. καὶ γὰρ ὁ πόλεμος οὐ λόγῳ κρίνεται ἀλλ᾽ ἔργῳ· οὐδ᾽ ἀντιλέγειν ἔξεστι πρὸς τοὺς πολεμίους, ἀλλ᾽ ἢ μαχομένους κρατεῖν ἢ δουλεύειν σιωπῇ. πρὸς ταῦτα ἀθρεῖτε καὶ σκοπεῖτε· ὡς, εἰ μὴ δικάσετε καλῶς, γνώσεσθε ὅτι οὐδεμίαν ἔχει λόγος πρὸς ἔργον ἰσχύν, οὐδ᾽ ἔστιν ὑμᾶς ὅ τι λέγων ἀνὴρ ὠφελήσει, εἴσεσθε δὲ ἀκριβῶς ὅτι δι᾽ ἀπορίαν ἔργων πολλοὶ καὶ μακροὶ λόγοι λέγονται. ἀλλ᾽ ἢ λέγετε ὅτι οὐ ξυνίετε τὰ λεγόμενα, καὶ ἀνίστασθε, ἢ δικάζετε ὀρθῶς. καὶ ταῦ τα μὴ κρύβδην [φέρετε], ἀλλὰ φανερῶς, ἵνα γνῶτε ὅτι καὶ αὐτοῖς τοῖς δικάζουσι δοτέα δίκη ἐστίν, ἂν μὴ δικάσωσιν ὀρθῶς. κἄπειτ᾽ ἴσως γνώσεσθε ὅτι οὐ κριταὶ τῶν λεγομένων ἀλλὰ δοξασταὶ κάθησθε.
ἐγὼ δὲ διαγιγνώσκειν μὲν ὑμῖν περὶ ἐμοῦ καὶ τῶν ἐμῶν ἐπιτρέπω, διαδοξάζειν δὲ ἅπασιν ἀπαγορεύω, καὶ ταῦτα περὶ ἀνδρός, ὃς οὐχ ἑκὼν ἀλλ᾽ ἄκων ἀφῖκται εἰς Τροίαν, καὶ περὶ ἐμοῦ ὃς πρῶτος ἀεὶ καὶ μόνος καὶ ἄνευ τείχους τέταγμαι....
Μετάφραση:
Θα ήθελα να μας δίκαζαν οι ίδιοι άνθρωποι που ήσαν παρόντες και στα περιστατικά· γιατί ξέρω ότι τότε θα μπορούσα να σιωπήσω, ενώ αντίθετα αυτός δεν θα αποκόμιζε τίποτε παραπάνω, αν μιλούσε. Τώρα όμως εκείνοι που παραβρέθηκαν σε όσα έγιναν είναι μακριά, και εσείς, οι οποίοι δεν ξέρετε τίποτα, δικάζετε. Πώς όμως είναι δυνατόν να κρίνουν κριτές οι οποίοι δεν γνωρίζουν; Και μάλιστα βασιζόμενοι σε λόγια, ενώ αυτό που συνέβη έγινε με πράξεις.
Έτσι, το σώμα του Αχιλλέα το έφερα εγώ κρατώντας το στα χέρια, ενώ τα όπλα αυτός εδώ, γνωρίζοντας ότι οι Τρώες δεν ήθελαν τόσο τα όπλα, όσο το να περιέλθει στην κυριότητά τους ο νεκρός. Γιατί αν γίνονταν κύριοι του νεκρού, θα κακοποιούσαν το σώμα και θα εξασφάλιζαν τα λύτρα για τον Έκτορα· και τα όπλα αυτά δεν τα αφιέρωσαν στους θεούς, αλλά τα έκρυψαν, επειδή φοβούνταν αυτόν τον έξοχο άνδρα, ο οποίος και πρωτύτερα είχε νύχτα κλέψει το άγαλμα της θεάς από το ιερό και το επιδείκνυε στους Αχαιούς, σαν να είχε πράξει κάτι ωραίο. Κι εγώ μεν ζητώ να τα πάρω τα όπλα για να τα δώσω πίσω στους φίλους, ενώ αυτός τα θέλει για να τα πουλήσει, μια και δεν θα τολμούσε να τα χρησιμοποιήσει· γιατί κανένας δειλός δεν θα χρησιμοποιούσε όπλα ξακουσμένα, ξέροντας ότι τα όπλα κάνουν να φανεί η δειλία του.
Σχεδόν όλα λοιπόν είναι όμοια. Αυτοί δηλαδή που έστησαν τούτο τον δικαστικόν αγώνα λέγοντας πως είναι βασιλιάδες ανάθεσαν σε άλλους να κρίνουν για την αρετή, κι εσείς οι ανίδεοι υπόσχεσθε ότι θα βγάλετε απόφαση για πράγματα που δεν τα γνωρίζετε. Εγώ όμως ξέρω τούτο: κανένας άξιος βασιλιάς δεν θα ανέθετε σε άλλους να κρίνουν για την αρετή, όπως κι ένας καλός γιατρός δεν θ᾽ άφηνε στην κρίση ενός άλλου να κάνει μιαν ιατρική διάγνωση.
Κι αν μεν είχα να κάνω με κάποιον όμοιό μου, διόλου δεν θα με πείραζε να ηττηθώ· τώρα όμως δεν υπάρχει πράγμα που να διαφέρει περισσότερο απ᾽ όσο διαφέρουμε εγώ κι εκείνος. Γιατί εκείνος δεν κάνει τίποτε φανερά, ενώ εγώ δεν θα τολμούσα να πράξω τίποτε στα κρυφά. Και δεν θα ανεχόμουν να με κακολογούν ούτε και να μου φέρονται άσχημα, ενώ εκείνος θα ανεχόταν ακόμη και να τον κρεμάσουν, αν ήταν να αποκομίσει κάποιο κέρδος.
Αυτός που άφησε τους δούλους να τον μαστιγώνουν και να τον βαριοχτυπούν με ξύλα στην ράχη και με γροθιές στο πρόσωπο, και που έπειτα, φορώντας κουρέλια, τρύπωσε νύχτα στο εχθρικό τείχος, σύλησε το ιερό κι εξαφανίστηκε· κι αυτά θα τα παραδεχτεί ότι τα διέπραξε, κι ίσως σας πείσει κιόλας με τα λόγια του ότι καλώς έγιναν. Θα ᾽χει έπειτα την αξίωση αυτός που θέλει μαστίγωμα, αυτός ο ιερόσυλος, να πάρει τα όπλα του Αχιλλέα;
Λέω λοιπόν σ᾽ εσάς τους ανίδεους κριτές και δικαστές να μην εξετάζετε τα λόγια, όταν κρίνετε για την αρετή αλλά, καλύτερα, τις πράξεις! Γιατί κι ο πόλεμος δεν κρίνεται στα λόγια αλλά στην πράξη· κι ούτε είναι σωστό να αντιμετωπίζει κανείς τους εχθρούς με αντιλόγους αλλά ή θα τους πολεμήσει και θα τους νικήσει ή θα ζήσει ως δούλος στην σιωπή. Προσέξτε τα αυτά και σκεφθείτε: αν δεν κρίνετε σωστά, θα διαπιστώσετε έπειτα ότι ο λόγος είναι εντελώς ανίσχυρος απέναντι στην πράξη, κι ότι δεν είναι δυνατόν να σας ωφελήσει ένας άνθρωπος λέγοντας λόγια, και θα αντιληφθείτε πολύ καλά, ότι πολλά και μεγάλα λόγια λέγονται από ανικανότητα για πράξεις. Επομένως, ή πέστε ότι δεν καταλαβαίνετε όσα λέγονται και σηκωθείτε να φύγετε, ή δικάστε σωστά. Και τούτο όχι στα κρυφά αλλά φανερά, για να νιώσετε ότι κι αυτοί που δικάζουν πρέπει να λογοδοτούν, αν δεν δικάσουν σωστά! Ίσως τότε να αντιληφθείτε ότι δεν κάθεσθε εκεί ως κριτές όσων λέγονται αλλά ως άνθρωποι που διαμορφώνουν γνώμη.
Εγώ σας επιτρέπω να κρίνετε εμένα και τις πράξεις μου, αλλά απαγορεύω στους πάντες να κάνουν εικασίες, και μάλιστα για έναν άνθρωπο που δεν ήλθε με την θέλησή του στην Τροία, και για μένα που πάντοτε πηγαίνω στην θέση μου πρώτος, μόνος και χωρίς προστατευτικό τείχος.
(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)
«ΟΔΥΣΣΕΥΣ ή ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΛΟΓΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Οὐ πρὸς σέ μοι μόνον ὁ λόγος, δι᾽ ὃν ἀνέστην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἅπαντας· πλείω γὰρ ἀγαθὰ πεποίηκα τὸ στρατόπεδον ἐγὼ ἢ ὑμεῖς ἅπαντες. καὶ ταῦτα καὶ ζῶντος ἂν ἔλεγον Ἀχιλλέως, καὶ νῦν τεθνεῶτος λέγω πρὸς ὑμᾶς. ὑμεῖς μὲν γὰρ οὐδεμίαν ἄλλην μάχην μεμάχησθε, ἣν οὐχὶ καὶ ἐγὼ μεθ᾽ ὑμῶν· ἐμοὶ δὲ τῶν ἰδίων κινδύνων οὐδεὶς ὑμῶν οὐδὲν ξύνοιδε. καίτοι ἐν μὲν ταῖς κοιναῖς μάχαις, οὐδὲ εἰ καλῶς ἀγωνίζοισθε, πλέον ἐγίγνετο οὐδέν· ἐν δὲ τοῖς ἐμοῖς κινδύνοις, οὓς ἐγὼ μόνος ἐκινδύνευον, εἰ μὲν κατορθώσαιμι, ἅπαντα ὑμῖν ἐπετελεῖτο, ὧν ἕνεκα δεῦρο ἀφίγμεθα, εἰ δ᾽ ἐσφάλην, ἐμοῦ ἂν ἑνὸς ἀνδρὸς ἐστέρησθε. οὐ γὰρ ἵνα μαχοίμεθα τοῖς Τρωσὶ δεῦρ᾽ ἀφίγμεθα, ἀλλ᾽ ἵνα τήν τε Ἑλένην ἀπολάβοιμεν καὶ τὴν Τροίαν ἕλοιμεν. ταῦτα δ᾽ ἐν τοῖς ἐμοῖς κινδύνοις ἐνῆν ἅπαντα. ὅπου γὰρ ἦν κεχρημένον ἀνάλωτον εἶναι τὴν Τροίαν, εἰ μὴ πρότερον τὸ ἄγαλμα τῆς θεοῦ λάβοιμεν τὸ κλαπὲν παρ᾽ ἡμῶν, τίς ἐστιν ὁ κομίσας δεῦρο τὸ ἄγαλμα ἄλλος ἢ ἐγώ; ὃν σύ γε ἱεροσυλίας κρίνεις. σὺ γὰρ οὐδὲν οἶσθα, ὅστις τὸν ἄνδρα τὸν ἀνασώσαντα τὸ ἄγαλμα τῆς θεοῦ, ἀλλ᾽ οὐ τὸν ὑφελόμενον παρ᾽ ἡμῶν Ἀλέξανδρον, ἀποκαλεῖς ἱερόσυλον. καὶ τὴν Τροίαν μὲν ἁλῶναι ἅπαντες εὔχεσθε, ἐμὲ δὲ τὸν ἐξευρόντα ὅπως ἔσται τοῦτο ἀποκαλεῖς ἱερόσυλον; καίτοι εἴπερ καλόν γε ἦν ἑλεῖν τὸ Ἴλιον, καλὸν καὶ τὸ εὑρεῖν τὸ τούτου αἴτιον. καὶ οἱ μὲν ἄλλοι χάριν ἔχουσι, σὺ δὲ καὶ ὀνειδίζεις ἐμοί· ὑπὸ γὰρ ἀμαθίας ὧν εὖ πέπονθας οὐδὲν οἶσθα. κἀγὼ μὲν οὐκ ὀνειδίζω σοι τὴν ἀμαθίαν ἄκων γὰρ αὐτὸ καὶ σὺ καὶ ‹οἱ› ἄλλοι πεπόνθασιν ἅπαντες, ἀλλ᾽ ὅτι διὰ τὰ ὀνείδη τὰ ἐμὰ σῳζόμενος οὐχ οἷός τε εἶ πείθεσθαι, ἀλλὰ καὶ προσαπειλεῖς ὡς κακὸν δράσων τι τούσδε, ἐὰν ἐμοὶ τὰ ὅπλα ψηφίσωνται. καὶ πολλάκις γε ἀπειλήσεις καὶ πολλά, πρὶν καὶ σμικρόν τι ἐργάσασθαι· ἀλλ᾽ εἴπερ ἐκ τῶν εἰκότων τι χρὴ τεκμαίρεσθαι, ὑπὸ τῆς κακῆς ὀργῆς οἴομαί σε κακόν τι σαυτὸν ἐργάσεσθαι. καὶ ἐμοὶ μέν, ὅτι τοὺς πολεμίους κακῶς ἐποίησα, δειλίαν ὀνειδίζεις· σὺ δὲ ὅτι φανερῶς ἐμόχθεις καὶ μάτην, ἠλίθιος ἦσθα. ‹ἢ› ὅτι μετὰ πάντων τοῦτο ἔδρασας, οἴει βελτίων εἶναι; ἔπειτα περὶ ἀρετῆς πρὸς ἐμὲ λέγεις; ὃς πρῶτον μὲν οὐκ οἶσθα οὐδ᾽ ὅπως ἔδει μάχεσθαι, ἀλλ᾽ ὥσπερ ὗς ἄγριος ὀργῇ φερόμενος τάχ᾽ ἄν ποτε ἀποκτενεῖς σεαυτὸν κακῷ περιπεσών τῷ ‹ξίφει›. οὐκ οἶσθα ὅτι τὸν ἄνδρα τὸν ἀγαθὸν οὔθ᾽ ὑφ᾽ αὑτοῦ χρὴ οὔθ᾽ ὑφ᾽ ἑταίρου οὔθ᾽ ὑπὸ τῶν πολεμίων κακὸν οὐδ᾽ ὁτιοῦν πάσχειν; σὺ δὲ ὥσπερ οἱ παῖδες χαίρεις, ὅτι σέ φασιν οἵδε ἀνδρεῖον εἶναι· ἐγὼ δὲ δειλότατόν γε ἁπάντων τε καὶ δεδιότα τὸν θάνατον μάλιστα· ὅστις γε πρῶτον ὅπλα ἔχεις ἄρρηκτα καὶ ἄτρωτα, δι᾽ ἅπερ σέ φασιν ἄτρωτον εἶναι. καίτοι τί ἂν δράσεις, εἴ τις σοὶ τῶν πολεμίων τοιαῦτα ὅπλα ἔχων προσέλθοι; ἦ που καλόν τι καὶ θαυμαστὸν ἂν εἴη, εἰ μηδέτερος ὑμῶν μηδὲν δρᾶσαι δύναιτο. ἔπειτα οἴει τι διαφέρειν τοιαῦτα ὅπλα ἔχειν ἢ ἐντὸς τείχους καθῆσθαι; καὶ σοὶ μόνῳ δὴ τεῖχος οὐκ ἔστιν, ὡς σὺ φῄς· μόνος μὲν οὖν σύ γε ἑπταβόειον περιέρχῃ τεῖχος προβαλλόμενος ἑαυτοῦ· ἐγὼ δὲ ἄοπλος οὐ πρὸς τὰ τείχη τῶν πολεμίων ἀλλ᾽ εἰς αὐτὰ εἰσέρχομαι τὰ τείχη, καὶ τῶν πολεμίων τοὺς προφύλακας ἐγρηγορότας αὐτοῖς ὅπλοισιν αἱρῶ, καὶ εἰμὶ στρατηγὸς καὶ φύλαξ καὶ σοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων, καὶ οἶδα τὰ τ᾽ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν τοῖς πολεμίοις, οὐχὶ πέμπων κατασκεψόμενον ἄλλον· ἀλλ᾽ αὐτός, ὥσπερ οἱ κυβερνῆται τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέραν σκοποῦσιν ὅπως σώσουσι τοὺς ναύτας, οὕτω δὲ καὶ ἔγωγε καὶ σὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας σῴζω. οὐδ᾽ ἔστιν ὅντινα κίνδυνον ἔφυγον αἰσχρὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ μέλλοιμι τοὺς πολεμίους κακόν τι δράσειν· οὐδ᾽ εἰ μὲν ὄψεσθαί μέ τινες ἔμελλον, γλιχόμενος ἂν τοῦ δοκεῖν ἐτόλμων· ἀλλ᾽ εἴτε δοῦλος εἴτε πτωχὸς καὶ μαστιγίας ὢν μέλλοιμι τοὺς πολεμίους κακόν τι δράσειν, ἐπεχείρουν ἄν, καὶ εἰ μηδεὶς ὁρῴη. οὐ γὰρ δοκεῖν ὁ πόλεμος ἀλλὰ δρᾶν ἀεὶ καὶ ἐν ἡμέρᾳ καὶ ἐν νυκτὶ φιλεῖ τι. οὐδὲ ὅπλα ἐστί μοι τεταγμένα, ἐν οἷς προκαλοῦμαι τοὺς πολεμίους μάχεσθαι, ἀλλ᾽ ὅντινα ἐθέλει τις τρόπον, καὶ πρὸς ἕνα καὶ πρὸς πολλοὺς ἕτοιμός εἰμ᾽ ἀεί. οὐδ᾽ ἡνίκα κάμνω μαχόμενος, ὥσπερ σύ, τὰ ὅπλα ἑτέροις παραδίδωμι, ἀλλ᾽ ὁπόταν ἀναπαύωνται οἱ πολέμιοι, τότε αὐτοῖς τῆς νυκτὸς ἐπιτίθεμαι, ἔχων τοιαῦτα ὅπλα ἃ ἐκείνους βλάψει μάλιστα. καὶ οὐδὲ νὺξ πώποτέ με ἀφείλετο, ὥσπερ σὲ πολλάκις μαχόμενον ἄσμενον πέπαυκεν· ἀλλ᾽ ἡνίκα ἂν ῥέγχῃς σύ, τηνικαῦτα ἐγὼ σῴζω σε, καὶ τοὺς πολεμίους ἀεὶ κακόν τι ποιῶ, ἔχων τὰ δουλοπρεπῆ ταῦτα ὅπλα καὶ τὰ ῥάκη καὶ τὰς μάστιγας, δι᾽ ἃς σὺ ἀσφαλῶς καθεύδεις. σὺ δ᾽ ὅτι φέρων ἐκόμισας τὸν νεκρόν, ἀνδρεῖος οἴει εἶναι; ὃν εἰ μὴ ἠδύνω φέρειν, δύο ἄνδρες ἂν ἐφερέτην, κἄπειτα κἀκεῖνοι περὶ ἀρετῆς ἴσως ἂν ἡμῖν ἠμφισβήτουν. κἀμοὶ μὲν ὁ αὐτὸς ἂν πρὸς αὐτοὺς ἦν λόγος· σὺ δὲ τί ἂν ἔλεγες ἀμφισβητῶν πρὸς αὐτούς; ἢ δυοῖν μὲν οὐκ ἂν φροντίσαις, ἑνὸς δ᾽ ἂν αἰσχύνοιο ὁμολογῶν δειλότερος εἶναι; οὐκ οἶσθ᾽ ὅτι οὐ τοῦ νεκροῦ τοῖς Τρωσὶν ἀλλὰ τῶν ὅπλων ἔμελεν ὅπως λάβοιεν; τὸν μὲν γὰρ ἀποδώσειν ἔμελλον, τὰ δὲ ὅπλα ἀναθήσειν εἰς τὰ ἱερὰ τοῖς θεοῖς. τοὺς γὰρ νεκροὺς οὐ τοῖς οὐκ ἀναιρουμένοις αἰσχρόν, ἀλλὰ τοῖς μὴ ἀποδιδοῦσι θάπτειν. σὺ μὲν οὖν τὰ ἕτοιμα ἐκόμισας· ἐγὼ δὲ τὰ ὀνειδιζόμενα ἀφειλόμην ἐκείνους.
Φθόνον δὲ καὶ ἀμαθίαν νοσεῖς, κακῶν ἐναντιώτατα αὑτοῖς· καὶ ὁ μέν σε ἐπιθυμεῖν ποιεῖ τῶν καλῶν, ἡ δὲ ἀποτρέπει. ἀνθρώπινον μὲν οὖν τι πέπονθας· διότι γὰρ ἰσχυρός, οἴει καὶ ἀνδρεῖος εἶναι, καὶ οὐκ οἶσθα ὅτι σοφίᾳ περὶ πόλεμον καὶ ἀνδρείᾳ οὐ ταὐτόν ἐστιν ἰσχῦσαι, ἀμαθία δὲ κακὸν μέγιστον τοῖς ἔχουσιν. οἶμαι δέ, ἂν ποτέ τις ἄρα σοφὸς ποιητὴς περὶ ἀρετῆς γένηται, ἐμὲ μὲν ποιήσει πολύτλαντα καὶ πολύμητιν καὶ πολυμήχανον καὶ πτολίπορθον καὶ μόνον τὴν Τροίαν ἑλόντα, σὲ δέ, ὡς ἐγᾦμαι, τὴν φύσιν ἀπεικάζων τοῖς τε νωθέσιν ὄνοις καὶ βουσὶ τοῖς φορβάσιν, ἄλλοις παρέχουσι δεσμεύειν καὶ ζευγνύναι αὑτούς.
Μετάφραση:
Δεν απευθύνεται μόνο σ᾽ εσένα ο λόγος που σηκώθηκα να πω αλλά και σ᾽ όλους τους άλλους· γιατί έχω κάνει περισσότερα καλά στο στράτευμα εγώ απ᾽ όσα όλοι εσείς. Κι αυτά τα λόγια θα τα έλεγα και αν ζούσε ο Αχιλλέας, και τώρα πάλι, που έχει πεθάνει, τα λέω σε σας. Γιατί εσείς δεν έχετε δώσει καμιάν άλλη μάχη που να μην την έχω δώσει κι εγώ μαζί σας· για τα δικά μου ωστόσο παράτολμα εγχειρήματα κανένας σας δεν ξέρει τίποτα. Κι όμως, στις μάχες που δώσαμε μαζί, ακόμη κι αν πολεμούσατε καλά, δεν θα ᾽βγαινε τίποτε παραπάνω, με τα δικά μου όμως παράτολμα εγχειρήματα, στα οποία ριχνόμουν μόνος μου, θα κατορθώνονταν, αν πετύχαινα, όλ᾽ αυτά για τα οποία έχουμε έλθει στην Τροία, ενώ, αν αποτύγχανα, απλώς θα χάνατε εμένα όλο κι όλο έναν άνθρωπο. Γιατί δεν έχουμε έλθει εδώ για να πολεμήσουμε τους Τρώες αλλά για να πάρουμε πίσω την Ελένη και να κυριέψουμε την Τροία. Αυτά όμως όλα υπήρχαν μέσα στα εγχειρήματά μου. Γιατί υπήρχε χρησμός ότι η Τροία δεν κυριεύεται, αν προηγουμένως δεν πάρουμε πίσω το άγαλμα της θεάς που μας το ᾽κλεψαν και ποιός άλλος παρά εγώ είναι αυτός που έφερε εδώ το άγαλμα; Και τον άνθρωπο αυτόν εσύ τον κατηγορείς για ιεροσυλία. Τίποτα δεν ξέρεις εσύ, ο οποίος χαρακτηρίζεις ιερόσυλο τον άνθρωπο που ξανάφερε το άγαλμα της θεάς κι όχι τον Αλέξανδρο που μας το είχε πάρει κρυφά. Κι ενώ όλοι σας εύχεσθε να κυριευθεί η Τροία, στιγματίζεις ως ιερόσυλον εμένα, ο οποίος βρήκα με ποιόν τρόπο θα γίνει αυτό; Αλλά αν ήταν ωραίο πράγμα να κυριευθεί η Τροία, εξίσου ωραίο είναι να βρεθεί και πώς θα γίνει αυτό. Κι ενώ οι άλλοι με ευγνωμονούν, εσύ με χλευάζεις κιόλας· γιατί από την άγνοια, δεν ξέρεις τίποτα για το καλό που σου ᾽χει γίνει. Κι όσο για μένα, δεν σε κατακρίνω για την άγνοια χωρίς την θέλησή σου συμβαίνει αυτό, και σε σένα και στους άλλους σε κατακρίνω όμως που δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι έχεις σωθεί με την δική μου καταισχύνη, και που απειλείς κι από πάνω ότι θα κάνεις κακό σ᾽ αυτούς τους ανθρώπους, αν αποφασίσουν με την ψήφο τους ότι τα όπλα πρέπει να δοθούν σ᾽ εμένα. Θα απειλήσεις πολλές φορές και πολλά πράγματα προτού κάνεις έστω το παραμικρό. Αν πάντως πρέπει να συμπεράνω με βάση το τί είναι πιθανό, νομίζω ότι με το μάνιασμά σου θα προξενήσεις κακό στον ίδιο σου τον εαυτό. Και καταλογίζεις σ᾽ εμένα δειλία, επειδή έκανα κακό στους εχθρούς στα κρυφά· εσύ ωστόσο ήσουν ανόητος, γιατί του κάκου πάσχιζες μπροστά σε όλους. Ή μήπως φαντάζεσαι πως είσαι πιο άξιος επειδή το έκανες αυτό μαζί με όλους τους άλλους; Και μιλάς έπειτα σ᾽ εμένα για αρετή; Εσύ που πρώτα‒πρώτα δεν ξέρεις πώς θα ᾽πρεπε να πολεμάει κανείς, αλλά που ορμώντας μανιασμένα σαν αγριογούρουνο θα σκοτωθείς καμιά φορά μόνος σου με κακό τρόπο, πέφτοντας επάνω στο σπαθί σου. Δεν ξέρεις ότι ο άξιος άνδρας τίποτα δεν μπορεί να πάθει, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από το φίλο του, ούτε από τους εχθρούς του; Κι εσύ χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή τούτοι εδώ σε λένε γενναίο· εγώ, αντίθετα, λέω πως είσαι ο πιο δειλός απ᾽ όλους κι αυτός που φοβάται περισσότερο τον θάνατο. Καταρχάς έχεις όπλα άθραυστα και άτρωτα, χάρη στα οποία, λένε, είναι αδύνατο να τραυματιστείς. Τί θα ᾽κανες όμως, αν ορμούσε επάνω σου κάποιος από τους εχθρούς κρατώντας τέτοια όπλα; Αλήθεια, όμορφο πράγμα θα ᾽ταν και θαυμάσιο, αν κανένας από τους δυο σας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Κι έπειτα, πάλι, νομίζεις πως διαφέρει σε κάτι το να έχει κανείς τέτοια όπλα από το να κάθεται προστατευμένος μέσα σ᾽ ένα τείχος; Κι όπως λες, μόνον εσύ δεν έχεις ένα τείχος· ε, λοιπόν: μόνον εσύ περιφέρεσαι κρατώντας μπροστά σου ένα τείχος από εφτά δέρματα βοδιού. Ενώ εγώ, όχι μόνο προχωρώ άοπλος προς τα τείχη των εχθρών αλλά περνάω μεσ᾽ από αυτά και συλλαμβάνω τους άγρυπνους φρουρούς με τα όπλα τους, κι είμαι συνάμα αρχηγός και φρουρός, και δικός σου και όλων των άλλων, και ξέρω τί συμβαίνει εδώ και τί στους εχθρούς, όχι στέλνοντας κάποιον άλλο για να κατασκοπεύσει, αλλά πηγαίνοντας ο ίδιος, σαν τους καραβοκύρηδες που προσέχουν νύχτα‒μέρα πώς να διαφυλάξουν τους ναύτες, έτσι κι εγώ φυλάω και εσένανε και τους άλλους όλους. Δεν υπάρχει επικίνδυνο εγχείρημα με το οποίο θα μπορούσα να προξενήσω κάποιο κακό στους εχθρούς που να το απέφυγα· ούτε πάλι, από σφοδρή επιθυμία να φανώ γενναίος, θα έδειχνα θάρρος, όταν επρόκειτο να με δουν κάποιοι· αλλά αν υπήρχε η δυνατότητα να κάνω κάτι κακό στους εχθρούς, είτε δούλος ήμουν είτε ελεεινός και άθλιος που τον μαστιγώνουν, θα το επιχειρούσα, ακόμη κι αν δεν θα το έβλεπε κανένας. Γιατί ο πόλεμος δεν ζητάει επίφαση, αλλά να πράττεις πάντοτε, και την ημέρα και την νύχτα. Ούτε έχω κάποια ορισμένα όπλα, στα οποία προκαλώ τους εχθρούς να αναμετρηθούμε, αλλά είμαι πάντοτε έτοιμος να τα βάλω και με έναν και με πολλούς, με όποιον τρόπο θέλουν. Κι ούτε πάλι, άμα αποκάμω στην μάχη, δίνω το όπλο σε κάποιον άλλο, αλλά ρίχνομαι στους εχθρούς την νύχτα, την ώρα που αναπαύονται, με όπλα τέτοια που να τους προξενήσουν την πιο μεγάλη ζημιά. Ούτε έχει συμβεί ποτέ ώς τώρα να με κρατήσει η νύχτα μακριά από την μάχη, όπως εσέναν, που πολλές φορές σε σταμάτησε, προς μεγάλη σου χαρά. Αλλά την ώρα που εσύ ροχαλίζεις, εγώ φυλάω την ζωή σου και προξενώ πάντοτε κάποιο κακό στους εχθρούς, κρατώντας αυτά τα όπλα, που ταιριάζουν σε δούλο, με τα κουρέλια και με τα λουριά των μαστιγίων, χάρη στα οποία εσύ κοιμάσαι ήσυχος. Νομίζεις πως, επειδή πήρες κι έφερες τον νεκρό, είσαι γενναίος; Αν δεν μπορούσες να τον φέρεις εσύ, θα τον έφερναν δύο άνδρες, κι ίσως έπειτα να φιλονικούσαν κι εκείνοι μ᾽ εμάς για την αρετή. Κι εγώ μεν θα έλεγα και σ᾽ αυτούς τα ίδια πράγματα, εσύ όμως τί θα τους έλεγες; Ή μήπως δεν θα νοιαζόσουν για τους δύο, ενώ, αν επρόκειτο για έναν, θα ντρεπόσουν να παραδεχτείς πως είσαι πιο δειλός από αυτόν; Δεν ξέρεις ότι τους Τρώες δεν τους ενδιέφερε ο νεκρός αλλά πώς θα έπαιρναν πίσω τα όπλα; Τον νεκρό θα τον παρέδιδαν, τα όπλα όμως μπορούσαν να τα αφιερώσουν στους θεούς, στα ιερά. Γιατί σε ό, τι αφορά στους νεκρούς, απρέπεια δεν είναι το να μην τους σηκώνεις για να τους θάψεις, αλλά να μην τους παραδίδεις για ταφή. Εσύ λοιπόν έφερες κάτι που έτσι κι αλλιώς ήταν σίγουρο, ενώ εγώ τους αφαίρεσα ό, τι θα μπορούσε να μας καταντροπιάσει. Πάσχεις από φθόνο και άγνοια, δυο κακά εντελώς αντίθετα το ένα στο άλλο· και ενώ ο φθόνος σε κάνει να αποζητάς τα όμορφα πράγματα, η άγνοια σε απομακρύνει από αυτά. Σου έχει συμβεί κάτι που είναι ανθρώπινο: επειδή είσαι ισχυρός, νομίζεις ότι είσαι και γενναίος, και δεν ξέρεις ότι στον πόλεμο η σοφία και η γενναιότητα δεν ταυτίζονται με την δύναμη, κι ότι η άγνοια είναι το μεγαλύτερο κακό για όσους την έχουν. Πιστεύω ότι αν ποτέ φανεί ένας ποιητής που να ξέρει από αρετή, εμένα θα με παρουσιάσει να έχω πολύ κακοπαθήσει, πολλά σκεφτεί, πολλά σοφιστεί έναν πορθητή που μόνος του κυρίεψε την Τροία· ενώ εσένα, καθώς πιστεύω, θα σε παραστήσει μ᾽ ένα φυσικό όμοιο με τα τεμπέλικα γαϊδούρια και τα βόδια που βόσκουν και που αφήνουν τους άλλους να τα δένουν και να τα ζεύουν.
(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)
«ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Α. Προσέχειν τοις εχθροίς· πρώτοι γαρ των αμαρτημάτων αισθάνονται.
Β. Αν μεν καλήν, έξεις κοινήν, αν δε αισχράν, έξεις ποινήν.
Γ. Όστις εταίρους δέδοικε, δούλος ων λέληθεν εαυτόν.
Δ. Ώσπερ υπό του ιού, τον σίδηρον, ούτω τους φθονερούς, υπό του ιδίου ήθους κατεσθίεσθαι.
Ε. Τότε τας πόλεις απόλλυσθαι, όταν μη δύνωνται τους φαύλους από των σπουδαίων, διακρίνειν.
Ζ. Κρείττον εις κόρακας ή εις κόλακας εμπεσείν. Οι μεν γαρ νεκρούς, οι δε ζώντας εσθίουσιν.
Η. Μανείην μάλλον ή ησθείην.
Μετάφραση:
Α. Να προσέχεις αυτά που λένε οι εχθροί σου. Είναι οι πρώτοι που θα επισημάνουν τα λάθη σου.
Β. Αν πάρεις όμορφη θα την μοιράζεσαι, αν πάρεις άσχημη θα τιμωρηθείς-(απάντηση στην ερώτηση "τι γυναίκα να παντρευτώ;")
Γ. Όποιος φοβάται τους άλλους, γίνεται δούλος χωρίς να το καταλάβει.
Δ. Όπως η σκουριά τρώει το σίδερο, έτσι και ο φθονερός κατατρώγεται από το πάθος του.
Ε. Οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν πια τους κακούς από τους καλούς.
Ζ. Καλύτερα να πέσεις σε κοράκια παρά σε κόλακες. Διότι τα μεν τρώνε νεκρούς, οι δε, ζωντανούς.
Η. Καλύτερα να είσαι τρελός, παρά σκλάβος των απολαύσεων.
2. ΙΠΠΑΡΧΙΑ (β’ μισό του 5ου αιώνα – α’μισό του 4ου αιώνα π.Χ.)
Ήταν Κυνική φιλόσοφος, αδελφή του Μητροκλή και σύζυγος του Κράτη του Θηβαίου, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της κυνικής σχολής. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές η Ιππαρχία γεννήθηκε στην Μαρώνεια της Θράκης και ήταν κόρη Αθηναίων αριστοκρατών. Η Ιππαρχία υπήρξε κυνική με την δική της αξία, που τόλμησε να αμφισβητήσει τα κοινωνικά ήθη της εποχής της και να διεκδικήσει με γενναιότητα την ισότητα των δυο φύλων. Ήταν άριστη φιλόσοφος, γράφοντας τραγωδίες με υψηλότατο φιλοσοφικό χαρακτήρα, που δήλωναν και τον ελεύθερο τρόπο σκέψης. Πέθανε σε βαθιά γεράματα και τάφηκε στην Βοιωτία.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΝΑΦΟΡΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Διογένη Λαέρτιου, Βίοι Φιλοσόφων:
Ἐθηράθη δὲ τοῖς λόγοις καὶ ἵ ἀδελφὴ τοῦ Μητροκλέους Ἱππαρχία. Μαρωνεῖται δ' ἦσαν ἀμφότεροι. Καὶ ἤρα τοῦ Κράτητος καὶ τῶν λόγων καὶ τοῦ βίου, οὐδενὸς τῶν μνηστευομένων ἐπιστρεφομένη, οὐ πλούτου, οὐκ εὐγενείας, οὐ κάλλους· ἀλλὰ πάντ' ἦν Κράτης αὐτῇ. καὶ δὴ καὶ ἠπείλει τοῖς γονεῦσιν ἀναιρήσειν αὑτήν, εἰ μὴ τούτῳ δοθείη. Κράτης μὲν οὖν παρακαλούμενος ὑπὸ τῶν γονέων αὐτῆς ἀποτρέψαι τὴν παῖδα, πάντ' ἐποίει, καὶ τέλος μὴ πείθων, ἀναστὰς καὶ ἀποθέμενος τὴν ἑαυτοῦ σκευὴν ἀντικρὺ αὐτῆς ἔφη,
"ὁ μὲν νυμφίος οὗτος, ἵ δὲ κτῆσις αὕτη, πρὸς ταῦτα βουλεύου· οὐδὲ γὰρ ἔσεσθαι κοινωνός, εἰ μὴ καὶ τῶν αὐτῶν ἐπιτηδευμάτων γενηθείης."
Εἵλετο ἵ παῖς καὶ ταὐτὸν ἀναλαβοῦσα σχῆμα συμπεριῄει τἀνδρὶ καὶ ἐν τῷ φανερῷ συνεγίνετο καὶ ἐπὶ τὰ δεῖπνα ἀπῄει. ὅτε καὶ πρὸς Λυσίμαχον εἰς τὸ συμπόσιον ἦλθεν, ἔνθα Θεόδωρον τὸν ἐπίκλην Ἄθεον ἐπήλεγξε, σόφισμα προτείνασα τοιοῦτον· ὃ ποιῶν Θεόδωρος οὐκ ἂν ἀδικεῖν λέγοιτο, οὐδ' Ἱππαρχία ποιοῦσα τοῦτο ἀδικεῖν λέγοιτ' ἄν· Θεόδωρος δὲ τύπτων ἑαυτὸν οὐκ ἀδικεῖ, οὐδ' ἄρα Ἱππαρχία Θεόδωρον τύπτουσα ἀδικεῖ. ὁ δὲ πρὸς μὲν τὸ λεχθὲν οὐδὲν ἀπήντησεν, ἀνέσυρε δ' αὐτῆς θοἰμάτιον· ἀλλ' οὔτε κατεπλάγη Ἱππαρχία οὔτε διεταράχθη ής γυνή. ἀλλὰ καὶ εἰπόντος αὐτῇ,
"αὕτη ἐστὶν ἵ τὰς παρ' ἱστοῖς ἐκλιποῦσα κερκίδας;",
"ἐγώ," φησίν, "εἰμί, Θεόδωρε· ἀλλὰ μὴ κακῶς σοι δοκῶ βεβουλεῦσθαι περὶ αὑτῆς, εἰ, τὸν χρόνον ὃν ἔμελλον ἱστοῖς προσαναλώσειν, τοῦτον εἰς παιδείαν κατεχρησάμην;"
καὶ ταῦτα μὲν καὶ ἄλλα μυρία τῆς φιλοσόφου.
Μετάφραση:
Η Ιππαρχία, η αδελφή του Μητροκλή, µαγεύτηκε και εκείνη από την διδασκαλία αυτή. Τα δύο αδέλφια ήταν από την Μαρώνεια. Ερωτεύτηκε λοιπόν τον Κράτη και τις διδασκαλίες του και την ζωή του και κανέναν δεν γύριζε να κοιτάξει από όσους ήθελαν να την παντρευτούν, ούτε για τα πλούτη τους, ούτε για την οµορφιά τους. Γι’ αυτήν τα πάντα ήταν ο Κράτης. Απειλούσε µάλιστα τους γονείς της ότι θα σκοτωθεί αν δεν την έδιναν σε αυτόν. Ο Κράτης τότε, επειδή οι γονείς της κοπέλας τον παρακάλεσαν να της αλλάξει γνώµη, έκανε πραγµατικά ό,τι περνούσε από το χέρι του, ώσπου στο τέλος, µη µπορώντας να την πείσει, σηκώθηκε, έβγαλε τα ρούχα του, τα ακούµπησε µπροστά της και της είπε:
«Ορίστε, να ο γαµπρός, να και τα υπάρχοντά του, σκέψου και αποφάσισε. Δεν µπορείς να γίνεις σύντροφός µου αν δεν αποκτήσεις και τις συνήθειες τις δικές µου».
Η κοπέλα έκανε την επιλογή της και υιοθετώντας κα εκείνη την ίδια περιβολή κυκλοφορούσε µαζί µε τον άνδρα της, κοιµόταν φανερά µαζί του και πήγαινε και στα δείπνα. Έτσι παρευρέθηκε σε ένα συµπόσιο που οργάνωσε ο Λυσίµαχος, όπου αποστόµωσε τον Θεόδωρο, τον επονοµαζόµενο Άθεο, αντιτάσσοντάς του το εξής σόφισµα:
«αν ο Θεόδωρος κάνει κάτι και δεν µπορεί να κατηγορηθεί για παρανοµία, τότε και η Ιππαρχία, αν κάνει το ίδιο, δεν µπορεί να κατηγορηθεί για παρανοµία. Αν ο Θεόδωρος χτυπάει τον εαυτό του, δεν παρανοµεί. Άρα και η Ιππαρχία, αν χτυπάει ον Θεόδωρο, δεν παρανοµεί».
Εκείνος τότε, τίποτε δεν απάντησε για αυτό που του είπε η Ιππαρχία, της ανασήκωσε όµως το ρούχο. Αλλά η Ιππαρχία ούτε αιφνιδιάστηκε ούτε ταράχτηκε από γυναικεία συστολή. Και ακόµη και όταν της πέταξε:
«Αυτή δεν είναι που άφησε του αργαλειού την σαΐτα;», εκείνη απάντησε:
«Ναι, εγώ είµαι, Θεόδωρε. Κατά την γνώµη σου, άσχηµη απόφαση πήρα για την ζωή µου κερδίζοντας στην παιδεία το χρόνο που θα ξόδευα στον αργαλειό;».
Και αυτά και χιλιάδες άλλα λέγονται για την γυναίκα αυτήν, την φιλόσοφο.
3. ΔΙΟΓΕΝΗΣ Ο ΚΥΝΙΚΟΣ (404 ή 411-322 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Φέρεται να γεννήθηκε στην Σινώπη. Θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κυνικής Φιλοσοφίας. Χρησιμοποιούσε τον αστεϊσμό και το λογοπαίγνιο ως μέσο για τα διδάγματά του. Πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στην φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί κανείς να την εξασφαλίσει.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΡΗΣΕΙΣ - ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ»
1. Και ο ήλιος ρίχνει μια ματιά στους βόθρους, αλλά δε μολύνεται.
2. "Πότε ο κόσμος ευημερεί;" ρωτήσανε τον Διογένη. "Όταν οι βασιλιάδες φιλοσοφούν και οι φιλόσοφοι βασιλεύουν."
3. Ο θρίαμβος της νίκης του εαυτού μας είναι το στέμμα της φιλοσοφίας.
4. Ο καλύτερος τρόπος να βασανίζεις τους εχθρούς σου είναι να έχεις πάντα καλή διάθεση.
5. Οι έντιμοι άντρες είναι εικόνες των θεών.
6. Ο καλύτερος τρόπος να βασανίζεις τους εχθρούς σου είναι να έχεις πάντα καλή διάθεση.
7. Μια φορά πρόσεξε ένα μικρό παιδί να πίνει νερό από μια πηγή με τα χέρια του.
Πέταξε τότε το κύπελλο λέγοντας: "Αυτό το μικρό παιδί με νίκησε στο θέμα της απλότητας".
8. Στο θέατρο έμπαινε, ενώ οι άλλοι έβγαιναν. Όταν ρωτήθηκε για τον λόγο, απάντησε: "Σε όλη μου την ζωή αυτό φροντίζω να κάνω".
9. Όταν ρωτήθηκε, ποιο είναι το κάλλιστο απόκτημα του ανθρώπου απάντησε: το θάρρος της γνώμης του.
10. Οι θεοί έχουν το προνόμιο να μην χρειάζονται τίποτα, αλλά οι άνδρες που κατάφεραν να μοιάζουν στους θεούς έχουν το προνόμιο να χρειάζονται πολύ λίγα.
11. Οι Σινωπείς με καταδίκασαν να φύγω κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν.
12. Η φιλοσοφία μου χάρισε την ετοιμότητα να αντιμετωπίσω οποιαδήποτε στροφή της μοίρας.
13. Όταν είναι κανείς νέος, είναι πολύ νωρίς. Όταν είναι γέρος, είναι πολύ αργά.
14. Η φιλοσοφία μου χάρισε την ετοιμότητα να αντιμετωπίσω την οποιαδήποτε στροφή της μοίρας.
15. Ο αθλητισμός ωφελεί μέχρι να κοκκινίσουν τα μάγουλά σου. Από κει και πέρα είναι βλαβερός και καταστρέφει το μυαλό.
16. Βλέπω πολλούς να ανταγωνίζονται και να τρέχουν εδώ κι εκεί, δεν βλέπω όμως κανένα να αγωνίζεται για την απόκτηση της αρετής.
17. Η φιλαργυρία είναι η μητρόπολη όλων των κακών.
18. Τα χέρια στους φίλους πρέπει να τα απλώνουμε με τα δάχτυλα ανοιχτά.
19. Τα αξιόλογα πράγματα μπορούν να αγοραστούν με ασήμαντα ποσά και το αντίθετο.
20. Μεταξύ φίλων τα πάντα είναι κοινά.
21. Στην τύχη να αντιστέκεσαι με το θάρρος, στον νόμο με την φύση, στα πάθη με την λογική.
22. Η ομορφιά είναι η καλύτερη συστατική επιστολή.
23. Οι καλοί ανθρώποι είναι ομοιώματα θεών.
24. Ο έρως είναι ασχολία αργόσχολων.
25. Άθλιος στην ζωή είναι ένας φτωχός γέρος.
26. Απ' τα άγρια θηρία το χειρότερο δάγκωμα το κανει ο συκοφάντης, απο τα ήμερα ο κόλακας.
27. Η κοιλιά είναι η χάρυβδη της ζωής.
28. Η ζωή δεν είναι κακό, αλλά το να ζείς κακά.
29. Οι όμορφες εταίρες είναι σαν το θανατηφόρο πιοτο.
30. Το κέρδος απο την φιλοσοφία είναι να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίζεις οτιδήποτε σου τύχει.
31. Ο ηλιος πηγαινει στους αποπατους, ομως δεν μολυνεται.
32. Οι δούλοι είναι υποταγμένοι στους αφέντες και οι αισχροί στις επιθυμίες τους.
33. Οι ερωτευμένοι αντλούν την ηδονή απο την ατυχία.
34. Ο θάνατος δεν είναι κακός γιατί όταν έρχεται δεν τον καταλαβαίνουμε.
35. Η μόρφωση για τους νέους είναι σύνεση, για τους μεγάλους παρηγοριά, για τους φτωχούς πλούτος και για τους πλούσιους στολίδι.
36. Η άσκηση είναι ψυχική και σωματική.
37. Χωρίς εξάσκηση τίποτε δεν μπορούμε να καταφέρουμε, ενώ με την εξάσκηση μπορεί να ξεπεραστεί κάθε εμπόδιο.
38. Πρέπει να επιλέγουμε όχι τους άχρηστους κόπους, αλλά αυτούς που επιβάλλει η φύση για να ζούμε ευτυχισμένα.
39. Οι άνθρωποι δυστυχούν εξαιτίας της ανοησίας τους.
40. Όπως αυτοί που έχουν συνηθίσει να ζούν με ηδονές, ενοχλούνται από την έλλειψή τους, έτσι και αυτοί που έχουν συνηθίσει στον αντίθετο τρόπο ζωής, περιφρονούν τις ηδονές.
41. Ο υπέρτατος τρόπος ζωής είναι η ελευθερία.
42. Χωρίς τον νόμο δεν μπορεί να υπάρξει πολιτειακή οργάνωση.
43. Η ευγενική καταγωγή, η καλή φήμη και τα παρόμοια είναι στολίδια που συγκαλύπτουν την κακία.
44. Η μόνη σωστή πολιτειακή οργάνωση είναι αυτή που ρυθμίζει το σύμπαν
45. Οι γυναίκες πρέπει να είναι κοινές για όλες.
46. Η γεωμετρία, η μουσική, η αστρονομία και τα παρόμοια είναι άχρηστα και μη αναγκαία.
Ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι από την Φύση εφοδιασμένος με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη από περιττά πράγματα. Μόνος του δημιουργεί για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Για τον Διογένη μόνο η ικανοποίηση των φυσικών αναγκών οδηγεί στην ευτυχία και καμία σωματική ανάγκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη, αφού η φύση τις δημιουργεί όλες. Ωστόσο, οι φυσικές ανάγκες μπορούν να δαμαστούν με την άσκηση, δηλαδή με το να ασκεί κάποιος το σώμα του, ώστε να περιορίζονται οι ανάγκες του στο ελάχιστο δυνατό. Αυτό θα βοηθήσει τον άνθρωπο να αποκτήσει αυτάρκεια: όσο πιο λίγες και απλές είναι οι ανάγκες του, τόσο πιο εύκολα θα μπορεί να τις ικανοποιεί.
4. ΣΩΤΑΔΗΣ Ο ΚΡΗΣ (4ος-3ος αιώνας π.Χ.)
Αρχαίος Έλληνας κωμικός ποιητής από την Μαρώνεια της Κρήτης. Έζησε επί Πτολεμαίου του Φιλάδελφου. Θεωρήθηκε αρχηγός της άσεμνης ποίησης των "κιναιδολόγων" ή "κιναιδογράφων". Οι κωμωδίες του, των οποίων μόνο οι τίτλοι έχουν διασωθεί, ονομάζονταν «Φλύακες» και «Κίναιδοι». Γράφτηκαν σε γλώσσα Ιωνική κι αποτελούσαν μυθολογικές παρωδίες όπως η «Εις Άδου κατάβασις», ο «Πρίηπος», η «Αμαζών» κ.ά.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Αν αλαζονής τούτ’ ανοίας έστι φρύαγμα, αν δε σωφρονείς τούτο θεών δώρον υπάρχει.
Πάντων ὁ λιμὴν τῶν μερόπων ὁ θάνατός ἐστιν.
Μετάφραση:
Η αλαζονεία είναι ξέσπασμα παραφροσύνης, ενώ η σωφροσύνη είναι δώρον του Θεού.
Λιμάνι όλων των θνητών είναι, φίλε, ο θάνατος.
5. ΚΡΑΤΗΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ (365-285 π.Χ.)
Ήταν κυνικός φιλόσοφος από την Θήβα. Ο Κράτης έδωσε όλη του την περιουσία για να ζήσει στην πενία, στους δρόμους της Αθήνας. Σεβαστός στον λαό της Αθήνας, έμεινε γνωστός ως ο δάσκαλος του Ζήνωνα του Κιτιέα, τον δημιουργό του Στωικισμού. Διάφορα τμήματα των διδασκαλιών του έχουν διασωθεί, συμπεριλαμβανομένου μιας περιγραφής για μια ιδανική κυνική πολιτεία.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ»
Ο Κράτης απέκτησε το παρατσούκλι "Θυρεπανοίκτης" διότι είχε την συνήθεια να εισέρχεται στα σπίτια απρόσκλητος και να δίνει συμβουλές στους ενοίκους. Τόση, μάλιστα, ήταν η συμπάθεια και η εκτίμηση που πολλοί έτρεφαν προς αυτόν ώστε επέγραφαν στις πόρτες των σπιτιών τους στα οποία είχε μπει: «Είσοδος Κράτητι αγαθώ δαίμονι.» Απολάμβανε μεγάλου σεβασμού από τους Αθηναίους, οι οποίοι τον θεωρούσαν έναν καλό και εξαιρετικά ενάρετο άνδρα.
«Εξασκήσου στο να μειώνεις τις ανάγκες σου, κι έτσι θα έρχεσαι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο Θεό», δίδασκε ο Κράτης. Έλεγε, επίσης, ότι παρόλο που οι μάζες των ανθρώπων θέλουν να έχουν στην ζωή τους τα ίδια αποτελέσματα όπως οι Κυνικοί, όταν διαπιστώσουν πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος απομακρύνονται εντελώς απ' αυτούς.
«Ο νόμος είναι ένα καλό πράγμα, αλλά όχι τόσο καλό όσο η φιλοσοφία. Εκεί όπου ο νόμος χρησιμοποιεί την βία εναντίον της αδικίας, η φιλοσοφία μας πείθει με την διδασκαλία. Η φιλοσοφία είναι καλύτερη από την κοινωνική πίεση ακριβώς στο βαθμό που είναι καλύτερο να κάνει κανείς κάτι με την θέλησή του παρά με καταναγκασμό.»
«ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»
Ο Κράτης εκθειάζει την απλότητα της αυτάρκειας, την απομόνωση, και την ελευθερία. Ένας απλός τρόπος ζωής φέρνει ικανοποίηση. Οι κάτοικοι της "Πήρα" (το τυπικό ταγάρι των Κυνικών – Ιδανική Κυνική πολιτεία) είναι άνθρωποι που δεν είναι σκλάβοι της απόλαυσης και των ηδονών, αλλά που αγαπούν την ελευθερία,την αιώνια βασίλισσα. Στο νέο βασίλειο του Κράτη δεν υπάρχει πόλεμος. Οι άνθρωποι δεν μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου για τροφή, αφού εκεί που βασιλεύει η λιτότητα, υπάρχει αρκετή τροφή για όλους.
Όταν ο Αλέξανδρος τον ρώτησε εάν θα ήθελε να δει την αποκατάσταση της πατρίδας του, ο Κράτης φέρεται να είπε:
«Σε τι θα χρησίµευσε αυτό; ∆ιότι ίσως στο µέλλον, κάποιος άλλος Αλέξανδρος θα ερχόταν να την καταστρέψει και πάλι. Αλλά για το σοφό άνδρα, η φτώχεια και η αγαπηµένη αφάνεια θα έπρεπε να θεωρούνται πατρίδα του· διότι αυτές ακόµη και η τύχη δεν µπορεί να του τις στερήσει».
Είχε κι αυτός αγκαλιάσει την ιδέα του Κοσµοπολιτισµού και έλεγε:
«∆εν υπάρχει πόλη, ούτε µια φτωχή µικρή οικία, Που είναι η πατρίδα µου· αλλά σε όλη την γη, κάθε πόλη και κάθε κατάλυµα φαίνεται σε µένα, Ένας τόπος έτοιµος για την υποδοχή µου».
6. ΟΝΗΣΙΚΡΙΤΟΣ (360-290 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ιστορικός του 4ου αιώνα π.Χ., που καταγόταν από την Αίγινα ή την Αστυπάλαια. Ο Ονησίκριτος υπήρξε σε προχωρημένη ηλικία μαθητής του Διογένη. Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έφθασε μέχρι την Ινδία ως αρχιπλοηγός του στόλου του Νεάρχου. Το έργο του Ονησίκριτου για τον Μέγα Αλέξανδρο δεν σώθηκε (διασώθηκε μόνον ο τίτλος του: «Πώς Αλέξανδρος ήχθη»), σώθηκαν όμως αποσπάσματα από άλλα έργα του που μας πληροφορούν για την αρχαία Ινδία και τους κατοίκους της. Φαίνεται να έγραψε τα έργα του στην αυλή του βασιλιά Λυσιμάχου της Θράκης. Κατά την αρχαιότητα θεωρούσαν τον Ονησίκριτο κομπορρήμονα και αναξιόπιστο, ακόμα και ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Τα έργα του θεωρούνταν αναξιόπιστα ακόμη και απο μετέπειτα ιστοριογράφους, όπως τον Αρριανό.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.
7. ΒΙΩΝ Ο ΒΟΡΥΣΘΕΝΙΤΗΣ (325-246 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ηδονικόςκυνικός φιλόσοφος, που έζησε τον 4ο ή 3ο αιώνα π.Χ. και καταγόταν από την περιοχή της νοτιοδυτικής Ουκρανίας, από όπου και το «Βορυσθενίτης» (από τον ποταμό Βορυσθένη). Ο Βίων έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου υπήρξε μαθητής του Κράτητος και ανάμεσα σε άλλους φιλοσόφους άκουσε και τον Θεόφραστο. Παρότι κυνικός, η φιλοσοφία του εμπεριέχει και κάποιες ηδονιστικές τάσεις. Ο Βίων διακρίθηκε πάντως περισσότερο ως σατιρικός συγγραφέας και λιγότερο ως φιλόσοφος.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ»

1. Ο φιλάργυρος δεν έχει περιουσία, η περιουσία έχει αυτόν.
2. Αν παντρευτείς άσχημη θα έχεις ποινή, αν παντρευτείς όμορφη θα έχεις κοινή.
3. Τα γηρατειά είναι λιμάνι των κακών γιατί όλοι εκεί καταφεύγουν.
4. Η καλή φήμη είναι μητέρα των ετών.
5. Η ομορφιά είναι ξένο καλό.
6. Ο πλούτος είναι το νεύρο των πραγμάτων.
7. Είναι μεγάλη συμφορά το να μην μπορείς να υπομένεις τις συμφορές.
8. Είναι προτιμότερο να κάνεις στους άλλους καλό παρά να περιμένεις να σου κάνουν, γιατί έτσι βλάπτεται και το σώμα και η ψυχή.
9. Ο δρόμος για τον Άδη είναι εύκολος γιατί μπορούμε να πάμε και με κλειστά μάτια.
10. Η αλαζονεία εμποδίζει την προκοπή.
11. Την μεγαλύτερη αγωνία έχει αυτός που επιζητεί την μεγαλύτερη ευημερία.
12. Όσο είμαστε νέοι, είμαστε ανδρείοι, η σύνεση όμως αναπτύσσεται στα γηρατειά.
13. Η σύνεση διαφέρει τόσο απο τις άλλες αρετές, όσο η όραση απο τις υπόλοιπες αισθήσεις.
14. Πρέπει να παρατηρούμε αδιάκοπα τους φίλους όποιοι κι αν είναι.
8. ΜΕΝΙΠΠΟΣ (310-255 π.Χ.)
Ήταν ηδονικόςκυνικός φιλόσοφος και σατιρικός συγγραφέας που γεννήθηκε στα Γάδαρα, αρχαία Ελληνική πόλη της Συρίας (Μένιππος εκ Γαδάρων). Τα έργα του, τα οποία δεν σώζονται σήμερα, επηρέασαν σημαντικά τα έργα του Βάρρωνα και του Λουκιανού. Η Μενίππεια σάτιρα πήρε το όνομα της από αυτόν.
9. ΔΗΜΩΝΑΞ (2ος αιώνας π.Χ. ακμή)
Ήταν αρχαίος Έλληνας κυνικός φιλόσοφος που γεννήθηκε στην Κύπρο και άκμασε τον 2ο αιώνα (μ.Χ.). Αν και ανήκε σε διαπρεπή και πλούσια οικογένεια, προτίμησε να ζει ως κυνικός και ασκητής. Διδάσκαλοί του ήταν ο Επίκτητος, ο Τιμοκράτης, ο Αγαθόβουλος και ο Δημήτριος. Κατά την διδασκαλία αυτού τα μόνα αγαθά της ζωής είναι η αυτάρκεια, η απαλλαγή από του φόβου και της ελπίδας, καθώς και η γαλήνη της ψυχής. Θεωρείται ανώτερος από τους άλλους Κυνικούς φιλοσόφους ως προς την παιδεία και την μόρφωσή του αποφεύγοντας τις έκτροπες και ανοίκειες εκείνες πράξεις που χαρακτήριζαν γενικά τους Κυνικούς.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΔΗΜΩΝΑΚΤΟΣ ΓΝΩΜΑΙ & ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ - ΑΝΑΦΟΡΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Ψευδο Μάξιμος:
Δημώνακτος. Τοσοῦτον εἰς ἀρετὴν προσθήσεις, ὅσον ἂν ὑφέλῃς τῶν ἡδονῶν.
Δημώνακτος. Ἐν ἀλλοτρίοις παραδείγμασι παίδευε σεαυτὸν καὶ ἀπαθὴς τῶν κακών
ἔσῃ.
Δημώνακτος. Εἰσί τινες, οἳ τὸν παρόντα μὲν βίον οὐ ζῶσιν, ἀλλὰ παρασκευάζονται πολλῇ σπουδῇ, ὡς ἕτερόν
τινα βίον βιωσόμενοι, οὐ τὸν παρόντα· καὶ εν τούτω παραλειπόμενος ὁ χρόνος οἴχεται.
Δημώνακτος. Τινὸς σοφιστοῦ αἰτιωμένου αὐτὸν καὶ φήσαντος· "διὰ τι με κακώς λέγεις;" ἔφη "Ὅτι μὴ καταφρονεῖς τῶν κακῶς λεγόντων".
Δημώνακτος. Αἰτιωμένου3 τινὸς τῶν ἑταίρων αὐτὸν καὶ φήσαντος· "οὐκ ἐχρῆν σε τῷ ἐχθρῷ μου φίλον εἶναι"· "σὲ μὲν οὖν", ἔφη, οὐκ τῷ ἐχρῆν φίλῳ μου ἐχθρὸν εἶναι".
Δημώνακτος. Ἐλάσσω κακὰ πάσχουσιν οἱ ἄνθρωποι ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ἢ ὑπὸ τῶν φίλων· τοὺς μὲν γὰρ ἐχθροὺς δεδιότες φυλάσσονται, τοῖς δε φίλοις ἀνεῳγμένοι εἰσὶ καὶ γίγνονται σφαλεροὶ καὶ εὐεπιβούλευτοι.
Δημώνακτος. Ὁ λόγος ὥσπερ πλάστης ἀγαθὸς καλὸν τῇ ψυχῇ περιτίθησι σχῆμα.
Δημώνακτος. Οἱ ἀπαίδευτοι, καθάπερ οἱ ἁλιευόμενοι ἰχθύες, ἑλκόμενοι σιγῶσιν.
Δημώνακτος. Οὔτε οἱ ἄμουσοι τοῖς ὀργάνοις οὔτε οἱ ἀπαίδευτοι ταῖς τύχαις δύνανται συναρμόσασθαι.
Δημώνακτος. Κόλαζε κρίνων, ἀλλὰ μὴ θυμούμενος
Δημώνακτος. Ἄλλων ἐξεταζόντων, εἰ ὁ κόσμος {ἐμφρόνως} ἔμψυχος καὶ αὖθις {εἰπόντος}, εἰ σφαιροειδής· «ὑμεῖς», εἶπε, «περὶ μὲν τοῦ κόσμου πολυπραγμονεῖτε, περὶ δὲ τῆς ἑαυτῶν6 ἀκοσμίας οὐ φροντίζετε».
Δημώνακτος. Δεῖ ὥσπερ φορτίον τὴν λύπην ἀναθέμενον μὴ στένοντα φέρειν.
Δημώνακτος. Οἱ ἄνθρωποι τάφους μὲν κατασκευάζουσι καὶ ἐντάφια, ὥσπερ μέλλοντες αὐτοῖς χρῆσθαι· ἀφοβίαν δὲ καὶ ἀλυπίαν τὴνπερὶ τοῦ θανάτου, ᾗ χρήσονται, οὐ παρασκευάζονται.
Δημώνακτος. Τοῖς ὠσὶ πλέον ἢ τῇ γλώττῃ χρῷ.
Δημώνακτος. Ἐρωτηθεὶς πότε ἤρξατο φιλοσοφεῖν· «ὅτε καταγινώσκειν», ἔφη, «ἐμαυτοῦ ἠρξάμην».
Δημώνακτος. Θνητοὶ γεγῶτες μὴ φρονεῖθ' ὑπὲρ θεούς.
Μετάφραση:
Τοῦ Δημώνακτος. Στὴν ἀρετὴ θὰ προσθέσεις τόσα, ὅσα θ' ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὶς ἡδονές.
Τοῦ Δημώνακτος. Νὰ διαπαιδαγωγεῖσαι μὲ τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων κι ἀπὸ κακὰ δὲν θὰ ὑποφέρεις.
Τοῦ Δημώνακτος. Ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ δὲν ἀπολαμβάνουν τὴν τωρινὴ ζωή, ἀλλὰ προετοιμάζονται μὲ μεγάλο ζῆλο
σὰν νὰ εἶναι νὰ ζήσουν κάποια ἄλλη ζωή, ὄχι τὴν παρούσα. Κι ὁ χρόνος ἔτσι περνάει ἀνεκμετάλλευτος.
Τοῦ Δημώνακτος. Κάποιος σοφιστὴς τὸν κατηγοροῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε: «Γιατί μὲ κακολογεῖς;» Κι αὐτὸς ἀπάντησε:«Γιὰ νὰ μάθεις νὰ μὴν ὑποτιμᾶς ἐκείνους ποὺ κακολογοῦν».
Τοῦ Δημώνακτος. Τοῦ παραπονιόταν κάποιος φίλος του καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ εἶσαι φίλος τοῦ ἐχθροῦ μου». Ἀπάντησε: «Τουναντίον, ἐσὺ δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ εἶσαι ἐχθρὸς τοῦ φίλου μου».
Τοῦ Δημώνακτος. Μικρότερα κακὰ παθαίνουν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς παρὰ ἀπὸ τοὺς φίλους. Διότι φοβοῦνται τοὺς ἐχθροὺς καὶ προφυλάσσονται, ἐνῶ στοὺς φίλους εἶναι ἀνοιχτοί, πέφτουν σὲ σφάλματα κι ἔτσι εὔκολα τοὺς ὑπονομεύουν.
Τοῦ Δημώνακτος. Ὁ λόγος, ὡσὰν καλὸς τεχνίτης, πλάθει ὄμορφο τὸ σχῆμα τῆς ψυχῆς.
Τοῦ Δημώνακτος. Οἱ ἀμόρφωτοι, ὅπως τὰ ψάρια τὴν στιγμὴ ποὺ πιάστηκαν, σιωποῦν σὰν τοὺς τραβοῦν ἐπάνω.
Τοῦ Δημώνακτος. Οὔτε οἱ κακόμουσοι μὲ τὰ ὄργανα, οὔτε οἱ ἀπαίδευτοι μὲ τὶς ἀλλαγὲς τῆς τύχης εἶναι σὲ θέση νὰ συγχρονιστοῦν.
Τοῦ Δημώνακτος. Νὰ τιμωρεῖς κατὰ τὴν κρίση σου μὲ τὴν ὀργὴ παράμερα.
Τοῦ Δημώνακτος. Σὲ κάποιους ἄλλους, ποὺ εἶχαν βαλθεῖ νὰ ἐξιχνιάσουν ἂν ὁ κόσμος εἶναι ἔμψυχος ἤ, πάλι, ἂν τὸ σχῆμα του εἶναι σφαιρικό, εἶπε: «Μὲ τὰ ζητήματα τῆς τάξεως τοῦ κόσμου ξημεροβραδιαζόσαστε, μὰ γιὰ τὴν ἀταξία τοῦ ἑαυτοῦ σας δὲν σᾶς νοιάζει».
Τοῦ Δημώνακτος. Πρέπει τὴν λύπη, ὡσὰν φορτίο, κάπου νὰ τὴν ἀκουμπήσεις καὶ νὰ μὴν τὴν κουβαλᾶς στενάζοντας.
Τοῦ Δημώνακτος. Οἱ ἄνθρωποι κατασκευάζουν τάφους καὶ νεκροστόλια λὲς καὶ θὰ τοὺς εἶναι χρήσιμα σὲ κάτι· ἀλλὰ γι' αὐτὰ ποὺ πράγματι θὰ τοὺς χρειαστοῦν, νὰ διώξουν δηλαδὴ τὸν φόβο καὶ τὴν λύπη τοῦ θανάτου, οὔτε ποὺ ἑτοιμάζονται.
Τοῦ Δημώνακτος. Νὰ χρησιμοποιεῖς περισσότερο τ' ἀφτιά σου παρὰ τὴν γλώσσα σου.
Τοῦ Δημώνακτος. Στὴν ἐρώτηση, πότε ἄρχισε νὰ φιλοσοφεῖ, ἀπάντησε: «Ὅταν ἄρχισα νὰ καταλαβαίνω τὸν ἑαυτό μου».
Τοῦ Δημώνακτος. Ἄνθρωποι, θνητοὶ γεννημένοι, μὴν δείχνετε τόση ἔπαρση ποὺ οὔτε οἱ θεοὶ δὲν ἔχουν.
«ΑΝΑΦΟΡΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Λουκιανού, Δημώνακτος βίος:
Φιλοσοφίας δὲ εἶδος οὐχ ἓν ἀποτεμόμενος, ἀλλὰ πολλὰς ἐς ταὐτὸ καταμίξας οὐ πάνυ τι ἐξέφαινε τίνι αὐτῶν ἔχαιρεν. ἐῴκει δὲ τῷ Σωκράτει μᾶλλον ᾠκειῶσθαι, εἰ καὶ τῷ σχήματι καὶ τῇ τοῦ βίου ῥᾳστώνῃ τὸν Σινωπέα ζηλοῦν ἔδοξεν, οὐ παραχαράττων τὰ εἰς τὴν δίαιταν, ὡς θαυμάζοιτο καὶ ἀποβλέποιτο ὑπὸ τῶν ἐντυγχανόντων, ἀλλ' ὁμοδίαιτος ἅπασι καὶ πεζὸς ὢν καὶ οὐδ' ἐπ' ὀλίγον τύφῳ κάτοχος συνῆν καὶ ξυνεπολιτεύετο, τὴν μὲν τοῦ Σωκράτους εἰρωνείαν οὐ προσιέμενος, χάριτος δὲ Ἀττικῆς μεστὰς ἀποφαίνων τὰς συνουσίας, ὡς τοὺς προσομιλήσαντας ἀπιέναι μήτε καταφρονήσαντας ὡς ἀγεννοῦς μήτε τὸ σκυθρωπὸν τῶν ἐπιτιμήσεων ἀποφεύγοντας, παντοίους δὲ ὑπ' εὐφροσύνης γενομένους καὶ κοσμιωτέρους παρὰ πολὺ καὶ φαιδροτέρους καὶ πρὸς τὸ μέλλον εὐέλπιδας. Οὐδεπώποτε γοῦν ὤφθη κεκραγὼς ἢ ὑπερδιατεινόμενος ἢ ἀγανακτῶν, οὐδ' εἰ ἐπιτιμᾶν τῳ δέοι, ἀλλὰ τῶν μὲν ἁμαρτημάτων καθήπτετο, τοῖς δὲ ἁμαρτάνουσι συνεγίνωσκεν. καὶ τὸ παράδειγμα παρὰ τῶν ἰατρῶν ἠξίου λαμβάνειν τὰ μὲν νοσήματα ἰωμένων, ὀργῇ δὲ πρὸς τοὺς νοσοῦντας οὐ χρωμένων· ἡγεῖτο γὰρ ἀνθρώπου μὲν εἶναι τὸ ἁμαρτάνειν, θεοῦ δὲ ἢ ἀνδρὸς ἰσοθέου τὰ πταισθέντα ἐπανορθοῦν. Τοιούτῳ δὴ βίῳ χρώμενος εἰς ἑαυτὸν μὲν οὐδενὸς ἐδεῖτο, φίλοις δὲ συνέπραττε τὰ εἰκότα. καὶ τοὺς μὲν εὐτυχεῖν δοκοῦντας αὐτῶν ὑπεμίμνησκεν ὡς ἐπ' ὀλιγοχρονίοις τοῖς δοκοῦσιν ἀγαθοῖς ἐπαιρομένους, τοὺς δὲ ἢ πενίαν ὀδυρομένους ἢ φυγὴν δυσχεραίνοντας ἢ γῆρας ἢ νόσον αἰτιωμένους σὺν γέλωτι παρεμυθεῖτο, ὐχ ὁρῶντας ὅτι μετὰ μικρὸν αὐτοῖς παύσεται μὲν τὰ ἀνιῶντα, λήθη δέ τις ἀγαθῶν καὶ κακῶν καὶ ἐλευθερία μακρὰ πάντας ἐν ὀλίγῳ καταλήψεται.[...]
[...]Τοιγαροῦν καὶ Ἀθηναίων ὅ τε σύμπας δῆμος καὶ οἱ ἐν τέλει ὑπερφυῶς ἐθαύμαζον αὐτὸν καὶ διετέλουν ὥς τινα τῶν κρειττόνων προσβλέποντες. καίτοι ἐν ἀρχῇ προσέκρουε τοῖς πολλοῖς αὐτῶν καὶ μῖσος οὐ μεῖον τοῦ παρὰ τοῖς πλήθεσιν ἐκτήσατο ἐπί τε τῇ παρρησίᾳ καὶ ἐλευθερίᾳ, καί τινες ἐπ' αὐτὸν συνέστησαν Ἄνυτοι καὶ Μέλητοι τὰ αὐτὰ κατηγοροῦντες απερ κἀκείνου οἱ τότε, ὅτι οὔτε θύων ὤφθη πώποτε οὔτε ἐμυήθη μόνος ἁπάντων ταῖς Ἐλευσινίαις. πρὸς ἅπερ ἀνδρείως μάλα στεφανωσάμενος καὶ καθαρὸν ἱμάτιον ἀναλαβὼν καὶ παρελθὼν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τὰ μὲν ἐμμελῶς, τὰ δὲ καὶ τραχύτερον ἢ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ προαίρεσιν ἀπελογήσατο. πρὸς μὲν γὰρ τὸ μὴ τεθυκέναι πώποτε τῇ Ἀθηνᾷ, "Μὴ θαυμάσητε", ἔφη, «ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ μὴ πρότερον αὐτῇ ἔθυσα, οὐδὲ γὰρ δεῖσθαι αὐτὴν τῶν παρ' ἐμοῦ θυσιῶν ὑπελάμβανον». πρὸς δὲ θάτερον, τὸ τῶν μυστηρίων, ταύτην ἔφη ἔχειν αἰτίαν τοῦ μὴ κοινωνῆσαι σφίσι τῆς τελετῆς, ὅτι, ἄν τε φαῦλα ᾖ τὰ μυστήρια, οὐ σιωπήσεται πρὸς τοὺς μηδέπω μεμυημένους, ἀλλ' ἀποτρέψει αὐτοὺς τῶν ὀργίων, ἄν τε καλά, πᾶσιν αὐτὰ ἐξαγορεύσειν ὑπὸ φιλανθρωπίας. ὥστε τοὺς Ἀθηναίους ἤδη λίθους ἐπ' αὐτὸν ἐν ταῖν χεροῖν ἔχοντες πράους αὐτῷ καὶ ἵλεως γενέσθαι αὐτίκα καὶ τὸ ἀπ' ἐκείνου ἀρξαμένους τιμᾶν καὶ αἰδεῖσθαι καὶ τὰ τελευταῖα θαυμάζειν. καί- τοι εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῶν πρὸς αὐτοὺς λόγων τραχυτέρῳ χρήσατο τῷ προοιμίῳ· «Ἄνδρες γάρ", ἔφη, " Ἀθηναῖοι, ἐμὲ μὲν ὁρῶντες ἐστεφανωμένον ὑμεῖς ἤδη κἀμὲ καταθύσατε, τὸ γὰρ πρότερον οὐκ ἐκαλλιερήσατε».
Μετάφραση:
Ἀπὸ τὴν φιλοσοφία δὲν ξεχώρισε ἕνα μόνο μέρος, ἀλλά, δημιουργώντας μέσα του ἕνα μικτὸ σύστημα, δὲν φαινόταν καθόλου σὲ τὶ ἰδιαίτερα ἔδειχνε τὴν προτίμησή του. Ἔμοιαζε μᾶλλον νὰ ἔχει μεγαλύτερη ἐξοικείωση μὲ τὴν φιλοσοφία τοῦ Σωκράτους, μολονότι θεωρήθηκε ὅτι προσπαθοῦσε νὰ μιμηθεῖ τὸν Σινωπέα καὶ στὴν ἐμφάνιση καὶ στὴν ἀμεριμνησία γύρω ἀπὸ τὰ βιοτικὰ ζητήματα. Δὲν προχωροῦσε ὅμως πέρα ἀπὸ τὰ συνήθη στὴν καθημερινότητά του, ὥστε νὰ προκαλεῖ τὸν θαυμασμὸ καὶ νὰ τραβᾶ τὴν προσοχὴ ὅσων τὸν συναντοῦσαν. Ἀντίθετα, ζώντας ὅπως ζοῦσαν ὅλοι, εἶχε μιὰν ἁπλότητα χωρὶς νὰ δείξει ποτὲ τὴν παραμικρὴ ἔπαρση, βιώνοντας μαζὶ μὲ ὅλους τὰ θέματα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας. Δὲν συμμεριζόταν τὴν εἰρωνεία τοῦ Σωκράτους, σκορπώντας ἄπλετα στὶς συναναστροφές του αὐτὸ ποὺ τοὺς ἔδινε τὸ ὕφος του, τὴν ἀττικὴ χάρη. Κι ἔτσι, ὅσοι ἔρχονταν σ' ἐπαφὴ μαζί του, φεύγοντας ἀπὸ τὴν συντροφιά του, οὔτε τὴν περιφρόνηση πρὸς ἕναν ἀγενὴ αἰσθάνονταν οὔτε τὴν δυσαρέσκεια γιὰ κατηφεῖς ἐπιτιμήσεις. Ἀντίθετα, ἄλλαζαν ὄψη ἀπὸ τὴν χαρά τους καὶ γίνονταν κατὰ πολὺ εὐπρεπέστεροι, εὐτυχισμένοι πιὸ πολὺ κι ἀντίκρυζαν τὸ μέλλον μὲ ἐλπίδες. Ποτέ, γιὰ παράδειγμα, δὲν τὸν εἶδαν νὰ ὀχλαγωγεῖ, νὰ παθιάζεται ἢ ν' ἀγανακτεῖ, ἀκόμη κι ὅταν χρειαζόταν νὰ ἐπιτιμήσει κάποιον, ἀλλά, ἐνῶ καταφερόταν ἐναντίον τῶν παραπτωμάτων, συγχωροῦσε ὅσους τὰ διέπρατταν. Ἰσχυριζόταν ὅτι τὸ παράδειγμα πρέπει νὰ τὸ παίρνει κανεὶς ἀπ' τοὺς γιατροὺς ποὺ θεραπεύουν τὶς ἀσθένειες, ἀλλὰ δὲν ὀργίζονται ἐναντίον τῶν ἀσθενῶν. Διότι πίστευε ὅτι εἶναι ἀνθρώπινο ν' ἁμαρτάνει κανείς, τὸ νὰ διορθώνονται ὅμως οἱ συνέπειες εἶναι ἔργο τοῦ θεοῦ ἢ ἰσοθέου ἀνθρώπου. Ζώντας λοιπὸν τέτοια ζωή, δὲν χρειαζόταν τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ τοὺς φίλους τοὺς συνέτρεχε μέσα στὰ ὅρια τοῦ σωστοῦ θυμίζοντας σ' ἐκείνους μεταξὺ αὐτῶν ποὺ θεωροῦνταν εὐτυχεῖς ὅτι ὑπερηφανεύονται γιὰ νομιζόμενα καὶ πρόσκαιρα ἀγαθά, ἐνῶ αὐτοὺς ποὺ ὀδύρονταν γιὰ τὴ φτώχεια τους ἢ τοὺς στενοχωροῦσε ἡ ἐξορία ἢ καταριόντουσαν τὰ γηρατειὰ ἢ τὴν ἀρρώστια, τοὺς ἔδινε παρηγοριὰ μὲ τὸ γέλιο στὸ στόμα, γιατὶ δὲν ἔβλεπαν ὅτι σὲ λίγο θὰ λάβουν τέλος ὅσα τοὺς στενοχωροῦν καὶ δὲν θ' ἀργήσει ἡ μέρα ποὺ λησμονιὰ γιὰ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ κι ἀτέλειωτη ἐλευθερία θὰ τοὺς σκεπάσει ὅλους.[...]
[...]Ἔτσι καὶ οἱ Ἀθηναῖοι, ὁ λαὸς ὁλόκληρος καὶ οἱ ἀρχές, τὸν θαύμαζαν ὑπερβολικὰ κι ἡ στάση τους ἀπέναντί του ἦταν στάση θαυμασμοῦ πρὸς κάποιον ἄνθρωπο ἀνώτερο. Στὴν ἀρχή, πάντως, ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ πολλοὺς καὶ εἰσέπραξε ἀπὸ τὸν ὄχλο μίσος ὄχι λιγότερο ἀπὸ τὸν Σωκράτη λόγω τῆς παρρησίας καὶ τοῦ ἐλεύθερου φρονήματός του. Βρέθηκαν καὶ γι' αὐτὸν Ἄνυτοι καὶ Μέλητοι καὶ συνασπίστηκαν ἐναντίον του μὲ τὶς ἴδιες κατηγορίες ποὺ εἶχαν διατυπώσει κι ἐναντίον ἐκείνου τότε, ὅτι ποτὲ δὲν θεάθηκε νὰ τελεῖ θυσίες κι ὅτι εἶναι ὁ μόνος ποὺ δὲν μυήθηκε στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια. Ἡ ἀπολογία του γι' αὐτὰ ἔγινε μὲ περίσσιο θάρρος. Στεφανωμένος καὶ φορώντας ἔνδυμα καθαρὸ παρουσιάστηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου κι ἀπαντοῦσε στὶς κατηγορίες, πότε μὲ γλυκύτητα καὶ πότε μὲ σκληρότητα ἀσυνήθιστη γιὰ τὸ ἦθος του. Γιὰ τὸ ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε θυσιάσει στὴν Ἀθηνὰ εἶπε: «Μὴν ἀπορεῖτε, Ἀθηναῖοι, ποὺ δὲν τῆς πρόσφερα καμιὰ θυσία μέχρι τώρα, ἀφοῦ ὑπέθετα ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη αὐτὴ ἀπὸ τὶς δικές μου τὶς θυσίες». Γιὰ τὸ ἄλλο θέμα, τῶν μυστηρίων, εἶπε ὅτι αἰτία ποὺ δὲν ἔλαβε μέρος στὴν τελετὴ εἶναι πώς, ἂν ὑπάρχει κάτι ἄσχημο σ' αὐτά, δὲν θὰ τὸ ἀποκρύψει ἀπ' αὐτοὺς ποὺ δὲν μυήθηκαν ποτέ, κι ἀκόμη θὰ τοὺς ἀποτρέψει νὰ λάβουν μέρος στὴ λατρεία. Ἂν πάλι εἶναι πράγματα καλά, τότε σὲ ὅλους θὰ τ' ἀποκαλύψει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ μόνον. Κι ἔτσι οἱ Ἀθηναῖοι, κρατώντας ἀκόμη πέτρες καὶ στὰ δυό τους χέρια γι' αὐτὸν προορισμένες, ἔγιναν ἀμέσως πράοι καὶ σπλαχνικοὶ ἀπέναντί του κι ἀπ' τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἄρχισαν νὰ τὸν τιμοῦν καὶ νὰ τὸν σέβονται, τελευταῖα μάλιστα καὶ νὰ τὸν θαυμάζουν, παρότι ἡ ἀπολογία ποὺ ἐκφώνησε ἄρχιζε μ' ἕνα πολὺ σκληρὸ γι' αὐτοὺς προοίμιο. Γιατὶ τοὺς εἶπε: «Ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὲ βλέπετε, φορῶ στεφάνι· ἐλᾶτε νὰ θυσιάσετε καὶ μένα, γιατὶ τὴν προηγούμενη φορὰ ἡ θυσία σας δὲν ἔγινε μὲ καλοὺς οἰωνούς».
10. ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ (τέλη 2ου αιώνα π.Χ. - 60 π.Χ.)
Ήταν κυνικός φιλόσοφος και ποιητής. Γεννήθηκε στα Γάδαρα της Κοίλης Συρίας. Έγινε ένδοξος με την περίφημη συλλογή του «Στέφανος». Ήταν έξοχος ερωτικός ποιητής, τραγούδησε το πάθος του για την Ηλιοδώρα, την τρυφερότητά του για την Ζηνοφίλα καθώς και τον έρωτά του για αρκετές ακόμα γυναίκες. Στον «Στέφανό» του περιέλαβε και 124 δικά του επιγράμματα. Η συλλογή του αυτή αποτέλεσε μιαν από τις σπουδαιότερες συνεισφορές στην Παλατινή Ανθολογία.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ»
1. Ο σπουδαίος άνθρωπος δεν κάνει τίποτε άπρεπο, οχι εξαιτίας της τιμωρίας και της κακής φήμης που θα αποκτήσει, αλλά επειδή είναι σοφός.
2. Τίποτε δεν είναι από την φύση δίκαιο, καλό ή κακό, αλλά από τον νόμο και την συνήθεια.
3. Τόσο στην φιλοσοφία όσο και αλλού υπάρχει πρόοδος.
4. Ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά το δυσάρεστο, οι αισθήσεις δεν αποδίδουν πάντα την αλήθεια.
ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.
11. ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν Αλεξανδρινός κυνικός φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου κι έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ.. Είναι γνωστός για τις σφοδρές επιθέσεις του εναντίον της ανηθικότητας που μάστιζε την εποχή, όπως επίσης για τον λιτό και έντιμο βίο που διήγε. Ο Αγαθόβουλος ήταν δάσκαλος του φιλοσόφου Πελεγρίνου, γενικότερα όμως για την δράση του, υπάρχουν μαρτυρίες από τον Λουκιανό, καθώς λίγα είναι γνωστά για την ζωή του.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΝΑΦΟΡΑ»
Σίμου Ευστάθιου, Περί κυβερνήσεως και εξουσίας - Διάλογος:
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Μας εσυνείθισες, φίλε Αγαθόβουλε, να σεβώμεθα τας ιδέας και τας γνώμας σου. Αλλα τώρα φοβούμαι οτι παραδοξολογείς.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Διόλου δεν παραδοξολογώ, Ευσέβιε. Άν δε και συ και ο Στέφανος θελήσετε να με ακολουθήσετε αποδεικνύοντα τους ισχυρισμούς μου και τας πεποιθήσεις μου, είμαι βέβαιος ότι θα πεισθήτε εντελώς.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Λέγε λοιπόν και σε ακούομεν.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Θέλω φίλοι μου, και ενδιαφέρομαι να πεισθήτε, όχι μόνον ότι αυτό το οποίον ισχυρίζομαι, η μεγάλη δηλαδή και εκτάκτος δύναμις της εν Ελλάδι ανωτάτης αρχής, υπάρχει πράγματι, αλλ’ ότι και κατ’ ανάγκην υπάρχει, και δεν είναι δυνατόν ειμή τοιαύτη να υπάρχη. Εν άλλαις λέξεσι θέλω να πεισθήτε, όχι μόνον περί της υπάρξεως, αλλά καιπερί του λόγου της υπάρξεως αυτής. Ηκούσατε, υποθέτω πολλάκις να γίνεται ομιλία περί λόγου υπάρξεως των των εν τω κόσμω πραγμάτων. Ποίαν σημασίαν έδωκε εις την φράσιν ταύτην;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Περί τίνος κόσμου μας ερωτάς; περί του φυσικού ή του ηθικού;
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Σας ερωτώ περί του αμφοτέρων.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Προκειμένου περί του φυσικού κόσμου, λόγος υπάρξεως είναι η σχέσις των αιτιών προς τα αιτιατά, καθώς, παραδείγματος χάριν, ο λόγος του ψύχους τον χειμώνα και του καύσωνος το θέρος ευρίσκεται εν τη θέσει του ηλίου προς την γην, ο λόγος της βαρύτητος είναι εν τη αμοιβαία έλξει των σωματων κτλ.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Περί του ηθικού κόσμου τί φρονείτε; Δεν βλέπετε επίσης εν τοις πράγμασιν αυτού σχέσεις επίσης αμοιβαίας, και επίσης αίτια και αιτιατά;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Ναί, αλλ’ όχι τόσον εναργώς, και ευδιακρίτως, καθώς εν τω φυσικώ κόσμω.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Και συ, Ευσέβιε, τι φρονείς περι τούτου;
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Συμφωνώ και εγώ μετά του Στεφάνου.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Και πώς; δεν παραδέχεσθε ότι η σπατάλη και η αργία καταστρέφουν πλούτη;
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Τούτο, ναι.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Δεν αναγνωρίζετε ότι η εργασία και η οικονομίαν παράγουν περιουσίας;
ΣΤΕΦΑΝΟ: Και τούτο, ναι.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Δεν ομολογείτε ότι η έξις διευκολύνει τα δυσχερή, ότι η μάθησις αναπτύσσει την διάνοιαν, ότι η αλήθεια κατισχύει του ψεύδους, και τα τοιαύτα;
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Βέβαια.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Μάλιστα.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Ιδού λοιπόν κανόνες και εν τω ηθικώ κόσμω, Ιδού λόγοι υπάρξεως, ιδού σχέσεις μεταξύ αιτιατών ακι αιτίων.
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Ναι, αλλά δεν είναι πάντοτε σαφείς και ευδιάγνωστοι αιτιαύται σχέσεις.
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Καθώς αι εν τω φυσικώ κόσμω, θέλετε να ειπήτε. Σας ερωτώ όμως, δεν είναι και πολλαί των εν τω φυσικώ κόσμω σχέσεων είς τους πολλούς ή όλως άγνωστοι, ή, το χειρότερον, κακώς παρ’ αυτών, και ως άλλαι αντ’ άλλων, γνωριζόμεναι;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τί;
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Είναι ακριβής έλεγχος της αληθείας των πραγμάτων. Πολλά πράγματα παριστάνονται εις ημάς πολλάκις υπό μορφήν άλλην παρά την αληθή και σταθεράν αυτών μορφή. Ποσάκις, εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν εξερχόμεθα της απάτης, καταφεύγοντες εις τον λόγον της υπάρξεως αυτών!
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Και άν η εκ των αισθήσεων ποριζομένη γνώσις δεν συμφωνή προς την εκ του λόγου της υπάρξεως ποριζομένην, δεν θα ευρεθής, τότε εις αμηχανίαν;
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Η τοιαύτη προσωρινή αμηχανία ουδέν έχει το βλαπτικόν απ’ εναντίας, μοί παρέχει αφορμήν να σκεφθώ, να εξετάσω και να εύρω την αλήθειαν.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Και πού θα είναι η αλήθεια;
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Ώ! Αλήθεια, μην αμφιβάλλετε, θα ήναι πάντοτε εν τω λόγω των όντων η των πραγμάτων. Όθεν άν ο λόγος συμφωνή προς την αίσθησιν, έχετε τον έλεγχον της αληθείας, αν δεν συμφωνή, εξετάσατε, και η αλήθεια θα ευρεθή. Εν τω φυσικώ κόσμω, παραδείγματος χάριν, όλα τα βαρύτερα της ατμόσφαιρας έλκονται προς την γην, όταν ιδήτε λοιπόν λέμβον αεροστατικήν φερόμενην προς τα άνω, την λέμβον αυτήν, κατά την εκ των αισθήσεων κρίσιν, θα την θεωρήσετε βαρυτέραν της ατμόσφαιρας. Θα ευρεθήτε τότε απάναντι διλήμματος, η αι αισθήσεις σας απατούν, ή ο νόμος της βαρύτηταος ανετράπη. Μικρ΄ν τι εξετάζοντες θε εύρετε ότι δεν είναι ούτε το έν, ούτε το άλλο. Υπεράνω της λέμβου, και ανασύρουσαν αυτήν, θα ιδήτε σφαίραν μεγάλην, πλήρε αερίου κουφοτέρου του ατμοσφαιρικού αέρος, θα υπολογίσετε ότι όλον του όγκου, σφαίρας τε και λέμβου, είναι κουφότερον όγκου ίσου αέρος ατμοσφαιρικού, και ότι η ισχύς του φυσικού νόμου διετηρήθη. Δεν σας ηπάτησαν λοιπίν αι υμέτεραι αισθήσεις, ειμή καθ’ όσον αφεθήτε ν’ απατηθήτε, και εξετάζοντες ηύρατε την αλήθειν.
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Όταν λοιπόν ο λόγος των πραγμάτων συμφωνή προς τας πράγματα;…
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟ: Τότε θα ήσθε βέβαιοι ότι βλέπετε τα πράγματα, όχι μόνον υπό την αληθή, αλλά και υπό την σταθεράν αυτών μορφήν.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Και όταν δεν συμφωνή;…
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Τότε θα ειπήτε ότι η φαινομένη δεν είναι η σταθερά κατάστασις των πραγμάτων.
ΕΥΣΕΒΙΟΣ: Λοιπόν επί του προκειμένου;
ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟΣ: Επί του προκειμένου, είπατε ότι παραδοξολογώ, ότε διισχυρίσθην ότι η εν Ελλάδι βασιλική Αρχή είναι εκ των ισχυροτέρων εν τω κόσμω εξουσιών. Θέλω λοιπόν τώρα ν’ αποδείξω, όχι μόνον ότι ούτω τε πράγμα υπάρχει, αλλά και ότι δεν δύναται ειμή ούτω να υπάρχη.
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.evprattein.gr/index.php/2011-06-03-09-41-23/157-2011-07-14-08-18-19.html
http://hallofpeople.com/gr/bio/Antisthenes.php#.WEBCz4o2uUk
http://alchetron.com/Edwin-Blashfield-1182437-W
http://pointfromview.blogspot.gr/2015/11/blog-post_582.html
http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2015/10/blog-post_775.html
http://ilakate.blogspot.gr/2009/02/blog-post_4512.html
https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/1576/1/00_master_document.pdf
https://www.sansimera.gr/quotes/authors/200
http://atheofobos2.blogspot.gr/2015/05/blog-post_22.html
http://ageorgiadis101.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html
http://enneaetifotos.blogspot.gr/2016/07/blog-post_24.html
http://users.hol.gr/~seferou/Cynic_Philosophy.pdf
http://arxaioiellinesfilosofoi.blogspot.gr/2015/07/2-1.html
http://pleias.lis.upatras.gr/index.php/parnassos/issue/view/1389
http://groupnameforgrapejuice.blogspot.gr
http://diogenesinthemarketplace.blogspot.gr/2012_04_01_archive.html
http://pigkouinos.blogspot.gr/2012/10/blog-post_3.html