Φιλόσοφοι

Σοφιστές

Σοφιστές

ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ. 1. ΔΙΑΓΟΡΑΣ Ο ΜΗΛΙΟΣ (5ος αιώνας π.Χ. ακμή) Ήταν Έλληνας ποιητής και σοφιστής του 5ου αιώνα π.Χ. Στην αρχαιότητα αναφέρεται ως άθεος. Πέρα από αυτό το στοιχείο ωστόσο, υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την ζωή και τα πιστεύω του. Κατέκρινε την ελληνική θρησκεία και ασκούσε κριτική στα Ελευσίνια μυστήρια. Οι Αθηναίοι τον κατηγόρησαν για ασέβεια και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Πέθανε στην Κόρινθο. Αθεϊστικά έργα που αποδίδονται στον Δ

ΣΟΦΙΣΤΕΣ




ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.


1. ΔΙΑΓΟΡΑΣ Ο ΜΗΛΙΟΣ (5ος αιώνας π.Χ. ακμή)
Ήταν Έλληνας ποιητής και σοφιστής του 5ου αιώνα π.Χ. Στην αρχαιότητα αναφέρεται ως άθεος. Πέρα από αυτό το στοιχείο ωστόσο, υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την ζωή και τα πιστεύω του. Κατέκρινε την ελληνική θρησκεία και ασκούσε κριτική στα Ελευσίνια μυστήρια. Οι Αθηναίοι τον κατηγόρησαν για ασέβεια και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Πέθανε στην Κόρινθο. Αθεϊστικά έργα που αποδίδονται στον Διαγόρα είναι ο «Φρύγιος λόγος» και οι «Αποπυργίζοντες λόγοι».

2. ΣΤΗΣΙΜΒΡΟΤΟΣ
(5ος αιώνας π.Χ.)
Θάσιος συγγραφέας και σοφιστής που έζησε στην Αθήνα στους χρόνους του Κρίμωνα. Έγραψε εναντίον του Περικλή και άλλων δημοσίων αντρών. Σώζονται αποσπάσματα από το βιβλίο του «Περί Θεμιστοκλέους και Θουκυδίδου και Περικλέους». Έγραψε επίσης και για την Ομηρική ποίηση. Ο ιστορικός Θουκυδίδης είχε χρησιμοποιήσει πολλές από τις πολιτικές πληροφορίες του.

3. ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ (490/80-420/11 π.Χ.)
Καταγόταν από τα Άβδηρα της Θράκης και ήταν σημαντικός φιλόσοφος της αρχαιότητας. Υπήρξε σύγχρονος του Δημόκριτου, από τα Άβδηρα επίσης, κορυφαίος μεταξύ των σοφιστών και ο ιδρυτής της σοφιστικής κίνησης. Κύριες πηγές για το βίο του Πρωταγόρα είναι ο ομώνυμος πλατωνικός διάλογος, οι Βίοι Φιλοσόφων του Διογένη Λαέρτιου (3ος αι. μ.Χ.) και το έργο Σέξτου Εμπειρικού. Με τον Πρωταγόρα εισάγεται το ρεύμα του του σχετικισμού και του υποκειμενισμού στην φιλοσοφία. Ο Πρωταγόρας ήταν πιθανόν ο πρώτος δάσκαλος που δίδασκε με ανταμοιβή και ήταν ξακουστός για τα υψηλά δίδακτρα που χρέωνε. Εστίαζε την εκπαίδευση που παρείχε σε πρακτικά ζητήματα αποδίδοντας μεγάλη αξία στην ρητορική δεινότητα και ευγλωττία (ορθοέπεια). Αξιοσημείωτος είναι ο ομώνυμος διάλογος του Πλάτωνα, στον οποίο ο Σωκράτης συζητάει με τον σοφιστή Πρωταγόρα για το θέμα της αρετής.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΝΑΦΟΡΑ - ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ – ΠΛΑΤΩΝ ΠΤΩΤΑΓΟΡΑΣ»

01 prwtagorasΑρχαίο κείμενο:


ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: τ δ μάθημά στιν εβουλία περ τν οκείων, πως ν ριστα τν ατο οκίαν διοικο, κα περ τν τς πόλεως, πως τ τς πόλεως δυνατώτατος ν εη κα πράττειν κα λέγειν.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
ρα, φην γώ, πομαί σου τ λόγ; δοκες γάρ μοι λέγειν τν πολιτικν τέχνην κα πισχνεσθαι ποιεν νδρας γαθος πολίτας.


ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: ατ μν ον τοτό στιν, φη, Σώκρατες, τ πάγγελμα παγγέλλομαι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: καλόν, ν δ γώ, τέχνημα ρα κέκτησαι, επερ κέκτησαι: ο γάρ τι λλο πρός γε σ ερήσεται περ νο. γ γρ τοτο, Πρωταγόρα, οκ μην διδακτν εναι, σο δ λέγοντι οκ χω πως [ν] πιστ. θεν δ ατ γομαι ο διδακτν εναι μηδ π νθρώπων παρασκευαστν νθρώποις, δίκαιός εμι επεν. γ γρ θηναίους, σπερ κα ο λλοι λληνες, φημ σοφος εναι. ρ ον, ταν συλλεγμεν ες τν κκλησίαν, πειδν μν περ οκοδομίας τι δέ πρξαι τν πόλιν, τος οκοδόμους μεταπεμπομένους συμβούλους περ τν οκοδομημάτων, ταν δ περ ναυπηγίας, τος ναυπηγούς, κα τλλα πάντα οτως,σα γονται μαθητά τε κα διδακτ εναι: ἐὰν δέ τις λλος πιχειρ ατος συμβουλεύειν ν κενοι μ οονται δημιουργν εναι, κν πάνυ καλς κα πλούσιος κα τν γενναίων, οδέν τι μλλον ποδέχονται, λλ καταγελσι κα θορυβοσιν, ως ν ατς ποστ πιχειρν λέγειν καταθορυβηθείς, ο τοξόται ατν φελκύσωσιν ξάρωνται κελευόντων τν πρυτάνεων. περ μν ον ν οονται ν τέχν εναι, οτω διαπράττονται: πειδν δέ τι περ τν τς πόλεως διοικήσεως δέ βουλεύσασθαι, συμβουλεύει ατος νιστάμενος περ τούτων μοίως μν τέκτων, μοίως δ χαλκες σκυτοτόμος, μπορος ναύκληρος, πλούσιος πένης, γενναος γεννής, κα τούτοις οδες τοτο πιπλήττει σπερ τος πρότερον, τι οδαμόθεν μαθών, οδ ντος διδασκάλου οδενς ατ, πειτα συμβουλεύειν πιχειρε: δλον γρ τι οχ γονται διδακτν εναι. μ τοίνυν τι τ κοινν τς πόλεως οτως χει, λλ δί μν ο σοφώτατοι κα ριστοι τν πολιτν ταύτην τν ρετν ν χουσιν οχ οοί τε λλοις παραδιδόναι: πε Περικλς, τουτων τν νεανίσκων πατήρ, τούτους μν διδασκάλων εχετο καλς κα ε παίδευσεν, δ ατς σοφός στιν οτε ατς παιδεύει οτε τ λλ παραδίδωσιν, λλ ατο περιιόντες νέμονται σπερ φετοι, άν που ατόματοι περιτύχωσιν τ ρετ. ε δ βούλει, Κλεινίαν, τν λκιβιάδου τουτου νεώτερον δελφόν, πιτροπεύων ατς οτος νρ Περικλς, δεδις περ ατο μ διαφθαρ δ π λκιβιάδου, ποσπάσας π τούτου, καταθέμενος ν ρίφρονος παίδευε: κα πρν ξ μνας γεγονέναι,πέδωκε τούτ οκ χων τι χρήσαιτο ατ. κα λλους σοι παμπόλλους χω λέγειν, ο ατο γαθο ντες οδένα πώποτε βελτίω ποίησαν οτε τν οκείων οτε τν λλοτρίων. γ ον, Πρωταγόρα, ες τατα ποβλέπων οχ γομαι διδακτν εναι ρετήν: πειδ δέ σου κούω τατα λέγοντος, κάμπτομαι κα ομαί τί σε λέγειν δι τ γεσθαί σε πολλν μν μπειρον γεγονέναι, πολλ δ μεμαθηκέναι, τ δ ατν ξηυρηκέναι. ε ον χεις ναργέστερον μν πιδεξαι ς διδακτόν στιν ρετή, μ φθονήσς λλ πίδειξον.

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: λλ, Σώκρατες, φη, ο φθονήσω: λλ πότερον μν, ς πρεσβύτερος νεωτέροις, μθον λέγων πιδείξω λόγ διεξελθών;
πολλο
ον ατ πέλαβον τν παρακαθημένων ποτέρως βούλοιτο οτως διεξιέναι. δοκε τοίνυν μοι, φη, χαριέστερον εναι μθον μν λέγειν.


ν γρ ποτε χρνος τε θεο μν σαν, θνητ δ γν οκ ν. πειδ δ κα τοτοις χρνος λθεν εμαρμνος γενσεως, τυποσιν ατ θεο γς νδον κ γς κα πυρς μεξαντες κα τν σα πυρ κα γ κερννυται. πειδ δ’ γειν ατ πρς φς μελλον, προσταξαν Προμηθε κα πιμηθε κοσμσα τε κα νεμαι δυνμεις κστοις ς πρπει. Προμηθα δ παραιτεται πιμηθες ατς νεμαι, «Νεμαντος δ μου», φη, «πσκεψαι»· κα οτω πεσας νμει. νμων δ τος μν σχν νευ τχους προσπτεν, τος δ’ σθενεστρους τχει κσμει· τος δ πλιζε, τος δ’ οπλον διδος φσιν λλην τιν’ ατος μηχαντο δναμιν ες σωτηραν. μν γρ ατν σμικρτητι μπισχεν, πτηνν φυγν κατγειον οκησιν νεμεν· δ ηξε μεγθει, τδε ατ ατ σζεν· κα τλλα οτως πανισν νεμεν. τατα δ μηχαντο ελβειαν χων μ τι γνος ϊστωθεη· πειδ δ ατος λληλοφθοριν διαφυγς πρκεσε, πρς τς κ Δις ρας εμρειαν μηχαντο μφιεννς ατ πυκνας τε θριξν κα στερεος δρμασιν, κανος μν μναι χειμνα, δυνατος δ κα καματα, κα ες ενς οσιν πως πρχοι τ ατ τατα στρωμν οκεα τε κα ατοφυς κστ· κα ποδν τ μν πλας, τ δ [θριξν κα] δρμασιν στερεος κα ναμοις. τοντεθεν τροφς λλοις λλας ξεπριζεν, τος μν κ γς βοτνην, λλοις δ δνδρων καρπος, τος δ ῥίζας· στι δ’ ος δωκεν εναι τροφν ζων λλων βορν· κα τος μν λιγογοναν προσψε, τος δ’ ναλισκομνοις π τοτων πολυγοναν, σωτηραν τ γνει πορζων.[...]

[...]πειδ δ νθρωπος θεας μετσχε μορας, πρτον μν δι τν το θεο συγγνειαν ζων μνον θεος νμισεν, κα πεχερει βωμος τε δρεσθαι κα γλματα θεν· πειτα φωνν κα νματα ταχ διηρθρσατο τ τχν, κα οκσεις κα σθτας κα ποδσεις κα στρωμνς κα τς κ γς τροφς ηρετο. οτω δ παρεσκευασμνοι κατ’ ρχς νθρωποι κουν σπορδην, πλεις δ οκ σαν· πλλυντο ον π τν θηρων δι τ πανταχ ατν σθενστεροι εναι, κα δημιουργικ τχνη ατος πρς μν τροφν καν βοηθς ν, πρς δ τν τν θηρων πλεμον νδες ―πολιτικν γρ τχνην οπω εχον, ς μρος πολεμικζτουν δ θροζεσθαι κα σζεσθαι κτζοντες πλεις· τ’ ον θροισθεεν, δκουν λλλους τε οκ χοντες τν πολιτικν τχνην, στε πλιν σκεδαννμενοι διεφθεροντο. Ζες ον δεσας περ τ γνει μν μ πλοιτο πν, ρμν πμπει γοντα ες νθρπους αδ τε κα δκην, ν’ εεν πλεων κσμοι τε κα δεσμο φιλας συναγωγο. ρωτ ον ρμς Δα τνα ον τρπον δοη δκην κα αδ νθρποις· «Πτερον ς α τχναι νενμηνται, οτω κα τατας νεμω; νενμηνται δ δε· ες χων ατρικν πολλος κανς διταις κα ο λλοι δημιουργο· κα δκην δ κα αδ οτω θ ν τος νθρποις, π πντας νεμω;» «π πντας», φη Ζες, «κα πντες μετεχντων· ο γρ ν γνοιντο πλεις, ε λγοι ατν μετχοιεν σπερ λλων τεχνν· κα νμον γε θς παρ’ μο τν μ δυνμενον αδος κα δκης μετχειν κτενειν ς νσον πλεως». οτω δ, Σκρατες, κα δι τατα ο τε λλοι κα θηναοι, ταν μν περ ρετς τεκτονικς λγος λλης τινς δημιουργικς, λγοις οονται μετεναι συμβουλς, κα ἐάν τις κτς ν τν λγων συμβουλεύῃ, οκ νχονται, ς σ φς ― εκτως, ς γ φημι― ταν δ ες συμβουλν πολιτικς ρετς ωσιν, ν δε δι δικαιοσνης πσαν ἰέναι κα σωφροσνης, εκτως παντος νδρς νχονται, ς παντ προσκον τατης γε μετχειν τς ρετς μ εναι πλεις. ατη, Σκρατες, τοτου ατα.

να δ μ οἴῃ πατσθαι ς τ ντι γονται πντες νθρωποι πντα νδρα μετχειν δικαιοσνης τε κα τς λλης πολιτικς ρετς, τδε α λαβ τεκμριον. ν γρ τας λλαις ρετας, σπερ σ λγεις, ἐάν τις φ γαθς αλητς εναι, λλην ντινον τχνην ν μ στιν, καταγελσιν χαλεπανουσιν, κα ο οκεοι προσιντες νουθετοσιν ς μαινμενον· ν δ δικαιοσν κα ν τ λλ πολιτικ ρετ, ἐάν τινα κα εδσιν τι δικς στιν, ἐὰν οτος ατς καθ’ ατο τληθ λγ ναντον πολλν, κε σωφροσνην γοντο εναι, τληθ λγειν, νταθα μαναν, κα φασιν πντας δεν φναι εναι δικαους, ἐάντε σιν ἐάντε μ, μανεσθαι τν μ προσποιομενον [δικαιοσνην]· ς ναγκαον οδνα ντιν’ οχ μς γ πως μετχειν ατς, μ εναι ν νθρποις.

Μετάφραση:


ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: «Το μάθημα [το οποίο διδάσκω] είναι η εβουλία, η σωστή σκέψη και λήψη αποφάσεων τόσο για τα θέματα που αφορούν τα οκεα, την ιδιωτική ζωή, πώς δηλαδή να διευθετεί κανείς με τον καλύτερο τρόπο τα ζητήματα του οκου του, όσο και για τα θέματα που αφορούν την πόλη, ώστε να είναι κανείς όσο γίνεται πιο ικανός να πράξει και να μιλήσει για τα πολιτικά θέματα».

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: «Άραγε παρακολουθώ σωστά τα λεγόμενά σου; Γιατί απ’ ό,τι καταλαβαίνω, μιλάς για την πολιτική τέχνη και εννοείς πως αναλαμβάνεις να κάνεις τους άνδρες γαθος πολίτες».

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: «Αυτό ακριβώς, Σωκράτη είναι το μάθημα που ισχυρίζομαι πως διδάσκω».

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: «Μάλιστα, ωραία τέχνη κατέχεις λοιπόν, αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά. Εγώ πάντως θα σου πω αυτό που σκέφτομαι. Γιατί εγώ δε θεωρούσα, Πρωταγόρα, πως αυτό είναι κάτι που διδάσκεται. Αφού όμως το λες εσύ, εγώ δεν μπορώ να το αμφισβητήσω. Αλλά σωστό εκ μέρους μου είναι να πω για ποιόν λόγο νομίζω πως δεν πρόκειται για κάτι που διδάσκεται και γιατί δεν μπορούν οι άνθρωποι να το μεταδώσουν σε άλλους ανθρώπους. Εγώ λοιπόν θεωρώ, όπως και οι άλλοι Έλληνες, πως οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Και βλέπω ότι, όποτε συγκεντρωνόμαστε στην εκκλησία του δήμου, όταν η πόλη πρόκειται να εκτελέσει κάποιο έργο οικοδομικό, καλούμε τους οικοδόμους ως συμβούλους στην οικοδομία, κι όταν πάλι πρόκειται για ναυπηγικό έργο, καλούμε τους ναυπηγούς, και με τον ίδιο τρόπο πράττουμε όταν πρόκειται για όλα τα αντίστοιχα έργα, για όσα δηλαδή θεωρείται πως είναι διδακτά και μπορεί κάποιος να τα μάθει με κατάλληλα μαθήματα. Εάν επιχειρήσει δε κάποιος άλλος να δώσει την συμβουλή του στον δήμο, κάποιος που οι άνθρωποι δεν τον θεωρούν τεχνίτη σχετικό, η συνέλευση δεν τον αποδέχεται, ακόμα κι αν είναι και ωραίος και πλούσιος και από μεγάλη οικογένεια. Αντίθετα, τον κοροϊδεύουν και του φωνάζουν, μέχρι αυτός που τόλμησε να μιλήσει να φύγει μόνος του τρομοκρατημένος ή μέχρι να τον σύρουν οι τοξότες και να τον βγάλουν σηκωτό, με διαταγή των πρυτάνεων. Για τα θέματα λοιπόν που θεωρούν [οι Αθηναίοι] ότι εξαρτώνται από κάποια συγκεκριμένη τεχνογνωσία, έτσι ενεργούν. Για τα θέματα λοιπόν που θεωρούν [οι Αθηναίοι] ότι εξαρτώνται από κάποια συγκεκριμένη τεχνογνωσία, έτσι ενεργούν. Όταν όμως πρέπει να αποφασιστεί κάποιο ζήτημα που αφορά την διοίκηση της πόλεως, σηκώνεται και δίνει τις συμβουλές του γι’ αυτό εξίσου και ο οικοδόμος, και ο σιδεράς, και ο έμπορος ή ο ναυτικός, και ο πλούσιος, και ο φτωχός, και αυτός που είναι από μεγάλο γένος, και αυτός που δεν είναι από κάποια γενιά σπουδαία. Και κανένας δεν τους ψέγει γι’ αυτό, όπως τους προηγούμενους: γιατί εσύ, χωρίς να έχεις διδαχτεί από πουθενά αυτό το πράγμα και χωρίς να έχεις δάσκαλο σ’ αυτό το θέμα, θέλεις τώρα να δώσεις και συμβουλές. Άρα, είναι προφανές πως δεν θεωρούν ότι το πράγμα αυτό είναι κάτι που διδάσκεται. Αυτήν την στάση φυσικά δεν την έχει μόνο η συνέλευση της πόλης μας, αλλά και στο ιδιωτικό επίπεδο [βλέπουμε ότι] οι πιο σοφοί και οι άριστοι των πολιτών μας δεν μπορούν να μεταβιβάσουν αυτήν την αρετή που έχουν οι ίδιοι σε άλλους. Ο Περικλής, ας πούμε, ο πατέρας των νεαρών από 'δω, τους μόρφωσε καλά στα θέματα που εξαρτώνται από τους δασκάλους. Αλλά στα θέματα στα οποία ο ίδιος είναι σοφός, ούτε αυτός τους εκπαιδεύει ούτε σε άλλους έδωσε τους γιους του να τους εκπαιδεύσουν. Κι αυτοί, τριγυρίζουν και βόσκουν, σαν ζώα λυμένα, όπου τύχει να συναντήσουν από μόνοι τους την αρετή. Κι αν θέλεις, δες και τον Κλεινία, τον μικρό αδελφό του Αλκιβιάδη από 'δω. Αυτόν τον είχε στην κηδεμονία του ο Περικλής και, φοβούμενος μήπως τον χαλάσει ο Αλκιβιάδης, τον πήρε από αυτόν και ανέθεσε στον Αρίφρονα να τον μορφώσει. Και πριν κλείσουν έξι μήνες, ο Αρίφρονας του τον έδωσε πίσω, μη ξέροντας τι να κάνει μαζί του. Και άλλους πάμπολλους έχω να σου απαριθμήσω, οι οποίοι, ενώ ήταν οι ίδιοι αγαθοί, δεν μπόρεσαν ποτέ τους να βελτιώσουν κανέναν ούτε από τους συγγενείς τους ούτε από τους ξένους. Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, έχοντας υπόψη μου αυτά τα γεγονότα, δεν θεωρώ πως η αρετή είναι διδακτή. Επειδή όμως σε ακούν να το υποστηρίζεις εσύ, κάμπτομαι και πιστεύω πως κάτι θα εννοείς, αφού θεωρώ πως έχεις μεγάλη πείρα σε πολλά ζητήματα, και πολλά έχεις μάθει και πολλά επίσης έχεις ανακαλύψει μόνος σου. Αν λοιπόν μπορείς να μας αναλύσεις με τρόπο εναργέστερο γιατί η αρετή είναι διδακτή, μην μας αρνηθείς και κάνε το».

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: «Όχι, Σωκράτη», είπε, «δεν θα σας αρνηθώ. Αλλά, τι προτιμάς από τα δύο; Να σας το αναλύσω με έναν μύθο, όπως κάνουν οι γεροντότεροι στους νέους, ή να αναπτύξω το ζήτημα σε μια διάλεξη;»

Πολλοί από αυτούς που κάθονταν κοντά είπαν αμέσως να αναπτύξει το θέμα με όποιον από τους δύο τρόπους θέλει.

«Εγώ νομίζω, πως είναι πιο χαριτωμένο να σας πω έναν μύθο».


Ήταν λοιπόν κάποτε εποχή που υπήρχαν βέβαια θεοί, δεν υπήρχαν όμως ζώα. Και όταν έφτασε και γι΄αυτά ο ορισμένος από τη μοίρα χρόνος για την γέννησή τους, οι θεοί τα πλάθουν αυτά στο εσωτερικό της γης, αφού έκαναν μείγμα από χώμα και φωτιά και από εκείνα που μπορούν να αναμειχθούν με την φωτιά και το χώμα. Και όταν επρόκειτο να φέρουν αυτά στο φως, διέταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να μοιράσουν στο καθένα δυνάμεις όπως πρέπει. Ο Επιμηθέας όμως παρακαλεί τον Προμηθέα να κάνει μόνος του τη μοιρασιά «και όταν εγώ μοιράσω», είπε, «κάνε εσύ επιθεώρηση». Κι έτσι, αφού τον έπεισε, κάνει την μοιρασιά. Κάνοντας όμως την διανομή, σε άλλα έδινε δύναμη χωρίς ταχύτητα, και τα πιο αδύναμα τα εφοδίαζε με ταχύτητα. Και άλλα εξόπλιζε, και σε άλλα επειδή έδινε οργανισμό χωρίς όπλα, επινοούσε γι΄αυτά κάποια άλλη ικανότητα για την σωτηρία τους. Όσα δηλαδή από αυτά περιόριζε σε μικρό σώματα, τους μοίραζε φτερά για να φεύγουν ή υπόγεια κατοικία. Και όσα τα έκανε μεγαλόσωμα, με αυτό το ίδιο (δηλ. το μεγάλο σώμα) τα έσωζε. Και τα άλλα μοίραζε κάνοντάς τα ισοδύναμα με αυτόν τον τρόπο. Και επινοούσε αυτά, επειδή έπαιρνε τα μέτρα του μήπως εξαφανιστεί κάποιο γένος. Και αφού τα εφοδίασε επαρκώς για να αποφύγουν την αλληλοεξόντωση, επινοούσε ευκολίες για τις ατμοσφαιρικές μεταβολές που προκαλούνται από τον Δία ντύνοντας αυτά και με πυκνά τριχώματα και με γερά δέρματα, ικανά βέβαια να αντιμετωπίσουν το κρύο κατάλληλα όμως και τις ζέστες (να αντιμετωπίσουν), και για να χρησιμεύουν στο καθένα αυτά τα ίδια σαν σκεπάσματα ταιριαστά και δοσμένα από την φύση, όταν αυτά πηγαίνουν στην φωλιά τους. Και υποδένοντας άλλα με νύχια και άλλα με [τριχώματα και] σκληρά και χωρίς αίματα δέρματα. Ύστερα από αυτό, εξασφάλιζε τροφές διαφορετικές για τα διάφορα είδη, σε άλλα χορτάρι από την γη, σε άλλα καρπούς δέντρων και σε άλλα ρίζες. Σε μερικά όμως όρισε να είναι η τροφή τους το κρέας άλλων ζώων. Και σε αυτά (τα τελευταία) έδωσε την δυνατότητα να γεννούν λίγα, ενώ σ΄εκείνα που τρώγονταν από αυτά (έδωσε την δυνατότητα) να γεννούν πολλά, προσπαθώντας να εξασφαλίσει την διατήρηση του είδους.[...]

[...]Επειδή λοιπόν ο άνθρωπος έγινε μέτοχος στην θεϊκή φύση, πρώτα βέβαια μόνος από τα ζώα, εξαιτίας της συγγένειας με το θεό, πίστεψε σε θεούς κι επιχειρούσε να ιδρύσει και βωμούς και αγάλματα θεών. Κατόπιν γρήγορα συνδύασε φθόγγους και λέξεις και σχημάτισε την γλώσσα με την τέχνη και επινόησε κατοικίες και ρούχα και παπούτσια και σκεπάσματα και τις τροφές από την γη. Έτσι λοιπόν εφοδιασμένοι οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν σκορπισμένοι, πόλεις όμως δεν υπήρχαν. Κατασπαράσσονταν λοιπόν από τα θηρία γιατί ήταν πιο αδύναμοι απ' αυτά σε κάθε περίσταση και οι τεχνικές γνώσεις όσον αφορά την διατροφή πρόσφεραν σ' αυτούς σημαντική βοήθεια, αλλά στον πόλεμο με τα θηρία ήταν ανεπαρκείς. γιατί δεν είχαν ακόμη την τέχνη για την οργάνωση της πολιτείας, μέρος της οποίας είναι πολεμική. Ένιωθαν λοιπόν την ανάγκη να συγκεντρώνονται και να σώζονται χτίζοντας πόλεις. Όποτε λοιπόν συγκεντρώνονταν αδικούσε ο ένας τον άλλο επειδή δεν είχαν την τέχνη για την οργάνωση μιας πολιτείας, ώστε πάλι διασκορπιζόμενοι καταστρέφονταν. Ο Δίας λοιπόν επειδή φοβήθηκε για το γένος μας μήπως χαθεί εντελώς, στέλνει τον Ερμή για να φέρει στους ανθρώπους το σεβασμό και τη δικαιοσύνη, για να υπάρχει ευταξία στις πόλεις και σχέσεις που να τις συνδέουν μια φιλία. Ρωτά λοιπόν ο Ερμής το Δία, με ποιο τέλος πάντων τρόπο να δώσει την δικαιοσύνη και το σεβασμό στους ανθρώπους. "ποιο από τα δύο, όπως έχουν μοιραστεί οι τέχνες, έτσι να μοιράσω και αυτές;" Και έχουν μοιραστεί με τον εξής τρόπο. ένας που γνωρίζει την ιατρική είναι αρκετός για πολλούς απλούς πολίτες και οι άλλοι τεχνίτες. Και με τον ίδιο τρόπο λοιπόν να εγκαταστήσω στους ανθρώπους την δικαιοσύνη και το σεβασμό ή να τις μοιράσω σ' όλους; Σε όλους, είπε ο Δίας, και να μετέχουν όλοι. γιατί δε θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν πόλεις, αν λίγοι μετέχουν σ' αυτές, όπως ακριβώς σε άλλες τέχνες. Και μάλιστα θέσπισε ένα νόμο εκ μέρους μου, δηλαδή να θανατώνουν αυτόν που δεν μπορεί να μετέχει στον σεβασμό και την δικαιοσύνη σαν αρρώστια της πόλης. Έτσι λοιπόν, Σωκράτη, και γι' αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και οι Αθηναίοι όταν βέβαια γίνεται συζήτηση για ζήτημα σχετικό με την ικανότητα του αρχιτέκτονα ή για ζήτημα σχετικό με κάποια άλλη τεχνική ειδικότητα, νομίζουν ότι λίγοι έχουν το δικαίωμα συμβουλής και αν κάποιος που είναι έξω από τους λίγους προσπαθεί να συμβουλεύει, δεν τον ανέχονται, όπως εσύ λες, εύλογα, όπως εγώ ισχυρίζομαι. Όταν όμως πηγαίνουν σε σύσκεψη για την πολιτική αρετή, που πρέπει να διέπεται ολόκληρη από δικαιοσύνη και σωφροσύνη, σωστά δέχονται κάθε άνδρα, με την σκέψη ότι αρμόζει στον καθένα να μετέχει σ' αυτήν βέβαια την αρετή, αλλιώς δεν είναι δυνατό να υπάρχουν πολιτείες. Σωκράτη, αυτή είναι η αιτία αυτού.
Και για να μην νομίζεις ότι εξαπατάσαι, ότι πραγματικά όλοι οι άνθρωποι νομίζουν πως κάθε άνδρας συμμετέχει και στην δικαιοσύνη και στην άλλη πολιτική αρετή πάρε πάλι το εξής ως απόδειξη. Δηλαδή στις άλλες αρετές, όπως ακριβώς εσύ λες, αν κάποιος υποστηρίζει ότι είναι καλός αυλητής ή σε άλλη οποιαδήποτε τέχνη, στην οποία δεν είναι, τον κοροϊδεύουν ή εξοργίζονται εναντίον του και οι συγγενείς πλησιάζοντάς τον, τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός. Στην δικαιοσύνη όμως και στην άλλη πολιτική αρετή και αν ακόμη γνωρίζουν κάποιον ότι είναι άδικος, εάν αυτός ο ίδιος λέει την αλήθεια εναντίον του εαυτού του μπροστά σε πολλούς άλλους, πράγμα το οποίο στην πρώτη περίπτωση θεωρούσαν ότι είναι σωφροσύνη, το να λέει δηλαδή την αλήθεια, στην δεύτερη περίπτωση (το θεωρούν) τρέλα και ισχυρίζονται ότι πρέπει όλοι να λένε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι, ειδεμή λένε πως είναι τρελός αυτός που δεν οικειοποιείται την δικαιοσύνη, με την σκέψη ότι είναι απαραίτητο ο καθένας χωρίς εξαίρεση να συμμετέχει σ' αυτήν οπωσδήποτε, διαφορετικά να μην υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους.


4. ΙΠΠΙΑΣ Ο ΗΛΕΙΟΣ (485-415 π.Χ.)
Ήταν σοφιστής των χρόνων του Σωκράτη, σύγχρονος του Πρωταγόρα που δίδαξε στην Αθήνα. Έργα του είναι, ο «Τρωικός λόγος», η «Ολυμπιονικών αναγραφή» και το «Εθνών ονομασίες». Ο Ιππίας ασχολήθηκε επίσης με την Αστρονομία και τα Μαθηματικά. Στον Ιππία αποδίδεται η λύση της διαίρεσης μιας γωνίας σε αυθαίρετο αριθμό ίσων μεταξύ τους γωνιών. Ο σοφιστής Ιππίας έδειξε πως το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με την χρήση μιας καμπύλης γραμμής, της επονομαζόμενης τετραγωνίζουσας που φέρει το όνομα του Ιππία (και του Δεινοστράτου επίσης). Μέσω της τετραγωνίζουσας, μπορεί να τετραγωνίσει κανείς και τον κύκλο.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΝΑΦΟΡΑ – ΠΛΑΤΩΝ ΙΠΠΙΑΣ ΜΕΙΖΩΝ»

02 ippiasΑρχαίο κείμενο:

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: κα μν πολλά γέ μοι προφαίνεται τοιατα πρ τς ψυχς, λλ πιστ ατος, τι σο μν ο φαντάζεται, νδρ πλεστον ργύριον εργασμέν τν νν π σοφί, μο δέ, ς οδν πώποτε ργασάμην. κα νθυμομαι, ταρε, μ παίζς πρός με κα κν ξαπατς: οτως μοι σφόδρα κα πολλ φαίνεται.

ΙΠΠΙΑΣ: οδες σο, Σώκρατες, κάλλιον εσεται ετε παίζω ετε μή, ἐὰν πιχειρήσς λέγειν τ προφαινόμενά σοι τατα: φανήσ γρ οδν λέγων. ο γρ μήποτε ερς, μήτ γ πέπονθα μήτε σύ, τοτ μφοτέρους μς πεπονθότας.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: πς λέγεις, ππία; σως μν τ λέγεις, γ δ ο μανθάνω: λλά μου σαφέστερον κουσον βούλομαι λέγειν. μο γρ φαίνεται, μήτ γ πέπονθα εναι μήτ εμ μηδ α σ ε, τοτο μφοτέρους πεπονθέναι μς οόν τ εναι: τερα δ α, μφότεροι πεπόνθαμεν εναι, τατα οδέτερον εναι μν.

ΙΠΠΙΑΣ: τέρατα α ποκρινομέν οικας, Σώκρατες, τι μείζω λίγον πρότερον πεκρίνω. σκόπει γάρ: πότερον ε μφότεροι δίκαιοί σμεν, ο κα κάτερος μν εη ν, ε δικος κάτερος, ο κα μφότεροι, ε γιαίνοντες, ο κα κάτερος; ε κεκμηκώς τι τετρωμένος πεπληγμένος λλ τιον πεπονθς κάτερος μν εη, ο κα μφότεροι α ν τοτο πεπόνθοιμεν; τι τοίνυν ε χρυσο ργυρο λεφάντινοι, ε δ βούλει, γενναοι σοφο τίμιοι γέροντές γε νέοι λλο τι βούλει τν ν νθρώποις μφότεροι τύχοιμεν ντες, ρ ο μεγάλη νάγκη κα κάτερον μν τοτο εναι;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: πάντως γε δήπου.

ΙΠΠΙΑΣ: λλ γρ δ σύ, Σώκρατες, τ μν λα τν πραγμάτων ο σκοπες, οδ κενοι ος σ εωθας διαλέγεσθαι, κρούετε δ πολαμβάνοντες τ καλν κα καστον τν ντων ν τος λόγοις κατατέμνοντες. δι τατα οτω μεγάλα μς λανθάνει κα διανεκ σώματα τς οσίας πεφυκότα. κα νν τοσοτόν σε λέληθεν, στε οει εναί τι πάθος οσίαν, περ μν μφότερα τατα στιν μα, περ δ κάτερον ο, α περ μν κάτερον, περ δ μφότερα ο: οτως λογίστως κα σκέπτως κα εήθως κα διανοήτως διάκεισθε.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: τοιατα, ππία, τ μέτερά στιν, οχ οα βούλεταί τις, φασν νθρωποι κάστοτε παροιμιαζόμενοι, λλ οα δύναται: λλ σ μς νίνης ε νουθετν. πε κα νν, πρν π σο τατα νουθετηθναι, ς εήθως διεκείμεθα, τι σοι μλλον γ πιδείξω επν διενοούμεθα περ ατν, μ επω;

ΙΠΠΙΑΣ: εδότι μν ρες, Σώκρατες: οδα γρ κάστους τν περ τος λόγους ς διάκεινται. μως δ ε τι σο διον, λέγε.

.........................................................................................


ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Ποτρων ον, ππα, δοκε σοι τ καλν εναι; πτερον ν σ λεγες· επερ γ σχυρς κα σ, κα μφτεροι, κα επερ γ δκαιος κα σ, κα μφτεροι, κα επερ μφτεροι, κα κτερος· οτω δ κα επερ γ καλς κα σ, κα μφτεροι, κα επερ μφτεροι, κα κτερος; οδν κωλει, σπερ ρτων ντων τινν μφοτρων τχα μν κτερα περιττ εναι, τχα δ’ ρτια, κα α ρρτων κατρων ντων τχα μν ητ τ συναμφτερα εναι, τχα δ’ ρρητα, κα λλα μυρα τοιατα, δ κα γ φην μο προφανεσθαι; ποτρων δ τιθες τ καλν; σπερ μο περ ατο καταφανεται, κα σο; πολλ γρ λογα μοιγε δοκε εναι μφοτρους μν μς εναι καλος, κτερον δ μ, κτερον μν, μφοτρους δ μ, λλο τιον τν τοιοτων. οτως αρ, σπερ γ, ’κενως;

ΙΠΠΙΑΣ: Οτως γωγε, Σκρατες.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ε γε σ ποιν, ππα, να κα παλλαγμεν πλεονος ζητσεως· ε γρ τοτων γ’ στ τ καλν, οκ ν τι εη τ δι’ ψεως κα κος δ καλν. μφτερα μν γρ ποιε καλ τ δι’ ψεως κα κος, κτερον δ’ ο· τοτο δ’ ν δνατον, ς γ τε κα σ δ μολογομεν, ππα.

ΙΠΠΙΑΣ: μολογομεν γρ.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: δνατον ρα τ δι’ ψεως κα κος δ καλν εναι, πειδ γε καλν γιγνμενον τν δυντων τι παρχεται.

ΙΠΠΙΑΣ: στι τατα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: «Λγετε δ πλιν», φσει, «ξ ρχς, πειδ τοτου διημρτετε· τ φατε εναι τοτο τ καλν τ π’ μφοτραις τας δονας, δι’ τι τατας πρ τν λλων τιμσαντες καλς νομσατε;» νγκη δ μοι δοκε εναι, ππα, λγειν τι σινσταται αται τν δονν εσι κα βλτισται, κα μφτεραι κα κατρα· σ τι χεις λγειν λλο διαφρουσι τν λλων;

ΙΠΠΙΑΣ: Οδαμς· τ ντι γρ βλτιστα εσιν.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: «Τοτ’ ρα», φσει, «λγετε δ τ καλν εναι, δονν φλιμον;» οκαμεν, φσω γωγε· σ δ;

ΙΠΠΙΑΣ: Κα γ.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: «Οκον φλιμον», φσει, «τ ποιον τγαθν, τ δ ποιον κα τ ποιομενον τερον νυνδ φνη, κα ες τν πρτερον λγον κει μν λγος; οτε γρ τ γαθν ν εη καλν οτε τ καλν γαθν, επερ λλο ατν κτερν στι.» Παντς γε μλλον, φσομεν, ππα, ν σωφρονμεν· ο γρ που θμις τ ρθς λγοντι μ συγχωρεν.

ΙΠΠΙΑΣ: λλ δ γ’, Σκρατες, τ οει τατα εναι συνπαντα; κνσματ το στι κα περιτμματα τν λγων, περ ρτι λεγον, κατ βραχ διρημνα· λλ’ κενο κα καλν κα πολλο ξιον, οἷόν τ’ εναι ε κα καλς λγον καταστησμενον ν δικαστηρίῳ ν βουλευτηρίῳ π λλ τιν ρχ, πρς ν ν λγος , πεσαντα οχεσθαι φροντα ο τ σμικρτατα λλ τ μγιστα τν θλων, σωτηραν ατο τε κα τν ατο χρημτων κα φλων. τοτων ον χρ ντχεσθαι, χαρειν ἐάσαντα τς σμικρολογας τατας, να μ δοκ λαν νητος εναι λρους κα φλυαρας σπερ νν μεταχειριζμενος.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: ππα φλε, σ μν μακριος ε, τι τε οσθα χρ πιτηδεειν νθρωπον, κα πιτετδευκας κανς, ς φς· μ δ δαιμονα τις τχη, ς οικε, κατχει, στις πλανμαι μν κα πορ ε, πιδεικνς δ τν μαυτο ποραν μν τος σοφος λγ α π μν προπηλακζομαι, πειδν πιδεξω. λγετε γρ με, περ κα σ νν λγεις, ς λθι τε κα σμικρ κα οδενς ξια πραγματεομαι· πειδν δ α ναπεισθες π μν λγω περ μες, ς πολ κρτιστν στιν οἷόν τ’ εναι λγον ε κα καλς καταστησμενον περανειν ν δικαστηρίῳ ν λλ
τιν
συλλγ, π τε λλων τινν τν νθδε κα π τοτου το νθρπου το ε με λγχοντος πντα κακ κοω. κα γρ μοι τυγχνει γγτατα γνους ν κα ν τ ατ οκν· πειδν ον εσλθω οκαδε ες μαυτο κα μου κοσ τατα λγοντος, ρωτ ε οκ ασχνομαι τολμν περ καλν πιτηδευμτων διαλγεσθαι, οτω φανερς ξελεγχμενος περ το καλο τι οδ’ ατ τοτο τι ποτ στιν οδα. «Κατοι πς σ εσ», φησν, « λγον στις καλς κατεστσατο μ, λλην πρξιν ντινον, τ καλν γνον; κα πτε οτω δικεισαι, οει σοι κρεττον εναι ζν μλλον τεθνναι;» συμββηκε δ μοι, περ λγω, κακς μν π μν κοειν κα νειδζεσθαι, κακς δ π’ κενου. λλ γρ σως ναγκαον πομνειν τατα πντα· οδν γρ τοπον ε φελομην. γ ον μοι δοκ, ππα, φελσθαι π τς μφοτρων μν μιλας· τν γρ παροιμαν τι ποτ λγει, τ «Χαλεπ τ καλ», δοκ μοι εδναι.

Μετάφραση:


ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και όμως, σε βεβαιώ, πολλά παρόμοια οράματα παρουσιάζονται εις την ψυχήν μου, εγώ όμως δεν τα πιστεύω, διότι εις εσέ μεν, ο οποίος εκέρδισες διά την σοφίαν σου τα περισσότερα χρήματα από όλους τους σημερινούς, δεν παρουσιάζονται, παρά μόνον εις εμέ, ο οποίος τίποτε δεν εκέρδισα ποτέ μου. Και συλλογίζομαι, αγαπητέ μου, μήπως αστειεύεσαι μαζί μου και εκ προθέσεως με απατάς. Τόσον ζωηρά και πολλά οράματα μου παρουσιάζονται.

ΙΠΠΙΑΣ: Κανείς άλλος, Σωκράτη μου, δεν θα το εννοήση καλλίτερα από σε, αν αστειεύομαι ή όχι, αρκεί να δοκιμάσης να διηγηθής αυτούς τους οραματισμούς σου. Διότι θα αποδειχθής, ότι δεν λέγεις τίποτε. Διότι είναι αδύνατον να εύρης ποτέ ότι εκείνο το οποίον δεν έπαθα ούτε εγώ ούτε συ, αυτό το επάθαμεν και οι δύο μας.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πώς το εννοείς αυτό, Ιππία μου; Ίσως όμως λέγεις κάτι, και εγώ δεν το εννοώ. Άκουσε όμως καθαρώτερα από εμέ τι θέλω να ειπώ. Δηλαδή εγώ νομίζω ότι είναι δυνατόν να πάθωμεν οι δύο μας εκείνο, το οποίον ούτε εγώ έπαθα ούτε είμαι ούτε συ είσαι. Και πάλιν είναι δυνατόν άλλο τίποτε, το οποίον επάθαμεν και οι δύο, αυτό να μην το έχη κανείς από τους δύο μας.

ΙΠΠΙΑΣ: Τώρα πάλιν ομοιάζεις ως να δίδης απαντήσεις τερατώδεις, καλέ Σωκράτη, πολύ περισσότερον παρά προηγουμένως. Και πρόσεξε να ιδής. Δηλαδή άραγε, αν είμεθα και οι δύο μας δίκαιοι, δεν είναι λογικόν να είναι δίκαιος και ο καθείς από τους δύο μας, ή, αν ο καθείς από τους δύο μας είναι άδικος, δεν είμεθα τότε πάλιν και οι δύο άδικοι, ή, αν είμεθα και οι δύο υγιείς, δεν είναι και ο καθείς μας; Ή, εάν ο καθείς από τους δύο μας εκουράσθη ή επληγώθη ή εκτυπήθη ή έπαθε οτιδήποτε άλλο, άραγε δεν είναι λογικόν να επάθαμεν και οι δύο μας αυτό; Ακόμη δε, εάν ετύχαινε να είμεθα και οι δύο χρυσοί ή αργυροί ή ελεφάντινοι, και αν αγαπάς γενναίοι ή σοφοί ή έντιμοι ή γέροντες ή νέοι ή οτιδήποτε άλλο θέλεις από όσα συμβαίνουν εις τους ανθρώπους, άραγε δεν είναι πολύ λογικόν και ο καθείς από τους δύο μας χωριστά να είναι τοιούτος;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πολύ μάλιστα.

ΙΠΠΙΑΣ: Αλλά συ βεβαίως, Σωκράτη μου, δεν προσέχεις εις ολόκληρον το ζήτημα ούτε εκείνοι με τους οποίους συνηθίζεις να συζητής, και διά τούτο κατακομματιάζετε το ωραίον και παν πράγμα με την συζήτησιν σας και αποχωρίζοντες αυτό το παραμορφώνετε. Δι' αυτό σας διαφεύγουν τα τόσον ωραία και ενιαία σώματα της πλάσεως. Ομοίως και τώρα τόσον πολύ πλανάσαι, ώστε νομίζεις ότι υπάρχει ή κανέν πάθημα ή καμμία ουσία (κατάστασις), η οποία εις τα δύο μεν αυτά υπάρχει συγχρόνως, εις το έν όμως χωριστά δεν υπάρχει, ή αντιθέτως υπάρχει εις το καθέν χωριστά, όχι όμως και εις τα δύο συγχρόνως. Τόσον ασυλλόγιστοι και απερίσκεπτοι και μωροί και άκριτοι είσθε.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τοιούτοι είμεθα του λόγου μας, Ιππία μου, όχι καθώς μας θέλει ο καθείς, αλλά καθώς ημπορούμεν, λέγει ο κόσμος παροιμιωδώς κάθε τόσον. Συ όμως μας ωφελείς με τας συμβουλάς σου. Και ιδού και τώρα, πόσον ήμεθα βλάκες πριν να μας δώσης αυτάς τας συμβουλάς, θέλεις πάλιν εγώ καλλίτερον να σου το αποδείξω, αφού ειπώ τι εσκεπτόμεθα δι' αυτά, ή να μην το ειπώ;

ΙΠΠΙΑΣ: Θα το ειπής, Σωκράτη μου, εις εκείνον που το γνωρίζει. Δηλαδή εγώ γνωρίζω τον καθένα από τους συζητητάς τι πράγμα είναι. Αλλά πάλιν, εάν σε ευχαριστή, ειπέ το.

..........................................................................................


ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Σε ποιο από τα δύο πιστεύεις, Ιππία, πως ανήκει το όμορφο; Σ' αυτά που συ έλεγες; Αν εγώ είμαι δυνατός και συ, τότε και οι δύο μαζί· και αν εγώ δίκαιος και συ, τότε και οι δύο μαζί· και αν και οι δύο, τότε και o καθένας μας χωριστά. Έτσι και αν εγώ είμαι όμορφος και συ, τότε και οι δύο μαζί και αν και οι δύο μαζί, τότε και ο καθένας μας χωριστά. Έτσι; Ή μήπως τίποτε δεν μας εμποδίζει να πούμε, όπως για μερικά πράγματα, που και τα δύο μαζί είναι ζυγά, χωριστά όμως το καθένα μπορεί να είναι άλλοτε μονό και άλλοτε ζυγό· ακόμα, κάθε αριθμός χωριστά να είναι ασύμμετρος, και οι δύο όμως μαζί άλλοτε να είναι σύμμετροι και άλλοτε ασύμμετροι, και άλλα αμέτρητα παρόμοια, αυτά που και εγώ είπα πως ξεπροβάλλουν μέσα μου. Σε ποιο από τα δύο βάζεις το όμορφο; Ή μήπως ό,τι πιστεύω εγώ γι' αυτό, το πιστεύεις και συ; Γιατί μου φαίνεται πως είναι μεγάλος παραλογισμός και οι δύο να είμαστε όμορφοι, όχι όμως και καθένας μας χωριστά· ή καθένας μας χωριστά, όχι όμως και οι δύο μαζί, ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Αυτό προτιμάς, όπως εγώ, ή το άλλο;

ΙΠΠΙΑΣ: Εγώ βέβαια αυτό, Σωκράτη.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και καλά κάνεις, Ιππία, γιατί έτσι γλιτώνουμε και από περισσότερη αναζήτηση· γιατί αν το όμορφο ανήκει σ' αυτήν την ομάδα, αποκλείεται πια η ευχαρίστηση που γίνεται με την όραση και με την ακοή να είναι όμορφη· γιατί αυτό που γίνεται με την όραση και με την ακοή τα κάνει όμορφα όταν είναι μαζί· όταν είναι χωριστά, όχι. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, όπως συμφωνήσαμε και εγώ και συ, Ιππία.

ΙΠΠΙΑΣ:
Αλήθεια, συμφωνήσαμε.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ώστε είναι αδύνατο η ευχαρίστηση με την όραση και με την ακοή να είναι όμορφο, επειδή, αν γίνει όμορφο, δίνει κάτι από αυτά που είναι αδύνατο να υπάρχουν.

ΙΠΠΙΑΣ: Έτσι είναι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Λέγετε λοιπόν πάλι, θα πει, από την αρχή, μια και σ' αυτό πέσατε έξω: Τι λέτε πως είναι το όμορφο που βρίσκεται στις δύο αυτές ευχαριστήσεις μαζί και που γι' αυτό τις τιμήσατε πιο πολύ από τις άλλες και τις είπατε όμορφες; Εγώ νομίζω, Ιππία, πως αναγκαστικά θα πούμε γι' αυτές πως είναι οι πιο άβλαβες από τις ευχαριστήσεις και οι πιο καλές, και οι δύο μαζί και η καθεμία χωριστά. Ή μήπως συ έχεις κάτι άλλο να πης που τις κάνει να ξεχωρίζουν από τις άλλες;

ΙΠΠΙΑΣ: Εξάπαντος όχι! Πραγματικά είναι οι πιο καλές.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τούτο λοιπόν, θα πει, λέτε πως είναι το όμορφο, η ωφέλιμη ευχαρίστηση; Έτσι μοιάζει, θα πω εγώ. Και συ;

ΙΠΠΙΑΣ: Και εγώ.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ώστε το ωφέλιμο, θα πει, είναι εκείνο που κάνει το καλό· εκείνο όμως που κάνει και εκείνο που γίνεται φάνηκαν πριν από λίγο πως είναι πράγματα διαφορετικά, και έτσι η συζήτησή μας γύρισε στην προηγούμενη συζήτηση. Ή όχι; Γιατί ούτε το καλό θα μπορούσε να είναι όμορφο ούτε το όμορφο καλό, αν βέβαια το καθένα τους είναι κάτι άλλο. Το δίχως άλλο έτσι είναι, θα πούμε, Ιππία, αν έχουμε μυαλό· γιατί δεν επιτρέπεται να μην συμφωνήσουμε με όποιον μιλεί σωστά.

ΙΠΠΙΑΣ: Μα τέλος πάντων, Σωκράτη, τι φαντάζεσαι πως είναι όλα μαζί αυτά πού λέμε; Θρύμματα και τρίμματα λόγων, όπως τώρα δα έλεγα, καμωμένα κομματάκια κομματάκια. Εκείνο όμως που και όμορφο είναι και πολύ αξίζει είναι να μπορεί κανείς να ετοιμάσει έναν καλό και όμορφο λόγο μπροστά στο δικαστήριο ή στο βουλευτήριο ή μπροστά σε καμιάν άλλη εξουσία, όπου έχει να μιλήσει, και να πείσει, και έπειτα να φύγει παίρνοντας μαζί του βραβεία, όχι τα πιο μικρά, μόνο τα πιο μεγάλα: Την σωτηρία και την δική του και της περιουσίας του και των φίλων του. Από αυτά πρέπει κανείς να πιαστει γερά, και τούτες τις μικρολογίες να τις παρατήσει μια για πάντα· αλλιώς θα φανεί πως είναι ένας πολύ ανόητος άνθρωπος, πού καταπιάνεται με φλυαρίες και μωρολογίες, καληώρα σαν εμάς τώρα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Καλέ μου Ιππία, συ βέβαια είσαι να σε μακαρίζει κανείς, που ξέρεις με τι πρέπει να καταπιάνεται ένας άνθρωπος, και έχεις και ο ίδιος καταπιαστεί με τρόπο που να ικανοποιεί, όπως λες. Εμένα όμως με κρατεί, όπως φαίνεται, μια μοίρα από θεού, να παραδέρνω και να μη βρίσκω ποτέ δρόμο, και όταν προβάλλω το απροχώρητο που βρίσκομαι μιλώντας σε σας τους σοφούς, να με αποπαίρνετε, μόλις το προβάλω. Μου λέτε δηλαδή, αυτά που και τώρα συ μου λες, ότι καταγίνομαι με πράγματα ανωφέλευτα και ασήμαντα και που δεν αξίζουν τίποτα. Όταν όμως πάλι πάω με την δική σας γνώμη και αρχίσω να λέω αυτά που και σεις λέτε, ότι δηλαδή εκείνο που αξίζει πάνω από όλα είναι να μπορεί κανείς να ετοιμάζει έναν καλό και όμορφο λόγο και να τα βγάζει πέρα μπροστά στο δικαστήριο ή σε καμιάν άλλη συγκέντρωση, τότε και τι κακό δεν ακούω από άλλους μερικούς εδώ και από τούτον τον άνθρωπο, που με βάζει μπροστά κάθε στιγμή· έλαχε, βλέπεις, να είναι πολύ στενός συγγενής μου και να μένει στο ίδιο με μένα σπίτι. Όταν λοιπόν μπω στο σπίτι μου και με ακούσει να λέω αυτά τα πράγματα, με ρωτά αν δεν ντρέπομαι που ξεθαρρεύομαι να μιλώ για τις όμορφες απασχολήσεις, την ώρα που φάνηκε πώς ούτε καν για το όμορφο ξέρω τι είναι αυτό καθαυτό. Και όμως, πώς γίνεται να ξέρεις, λέει, για ένα λόγο αν ετοιμάστηκε όμορφα ή όχι, είτε για μια άλλη οποιαδήποτε πράξη, την ώρα που αγνοείς το όμορφο; Και την στιγμή που βρίσκεσαι σε τέτοια σύγχυση, φαντάζεσαι πως είναι προτιμότερο για σένα να ζεις και όχι πιο καλά να έχεις πεθάνει; Είναι της τύχης μου αυτό πού λέω, βαριά λόγια να ακούω από σας και να με βάζετε μπροστά, βαριά και από εκείνον. Ωστόσο ίσως είναι ανάγκη να τα τραβώ όλα αυτά· γιατί ποιος ξέρει αν με τον τρόπο αυτόν δεν έχω ωφέλεια; Λοιπόν εγώ πιστεύω, Ιππία, πως έχω ωφεληθεί από την συναναστροφή με σας τους δύο· γιατί πιστεύω πως ξέρω τι θέλει να πει η παροιμία πως τα όμορφα είναι δύσκολα.


(μετάφραση Χ. Καρούζος & Ι.Θ. Κακριδής.)


5. ΓΟΡΓΙΑΣ Ο ΛΕΟΝΤΙΝΟΣ (483-376 π.Χ.)
Σημαντικός εκπρόσωπος της ρητορικής τέχνης, σοφιστής και σύγχρονος του Πρωταγόρα και του Σωκράτη. Γεννήθηκε στους Λεοντίνους και επηρεάστηκε σημαντικά από την σκέψη της Ελεατικής σχολής και ιδιαίτερα την σκέψη του Εμπεδοκλή, με τον οποίο φέρεται ότι είχε σχέσεις. Περιπλανώμενος, όπως οι περισσότεροι των σοφιστών, ο Γοργίας εμφανίζεται στην Αθήνα στην περίοδο κορύφωσης της δόξας του, όπου ασκεί σημαντική επίδραση στην διαμόρφωση της αττικής πεζογραφίας και ποίησης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε στην Θεσσαλία, όπου και πέθανε σε βαθύ γήρας σε πλήρη πνευματική διαύγεια. Διασώθηκαν ακέραιοι δύο σύντομοι λόγοι του: o «Ελένης εγκώμιον» και η «Υπέρ Παλαμήδους Απολογία».

 



Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ»

03 gorgiasΑρχαίο κείμενο:

τί γρ πν τος νδράσι τούτοις ν δε νδράσι προσεναι; τί δ κα προσν ν ο δε προσεναι; επεν δυναίμην βούλομαι, βουλοίμην δ δε, λαθν μν τν θείαν νέμεσιν, φυγν δ τν νθρώπινον φθόνον. οτοι γρ κέκτηντο νθεον μν τν ρετήν, νθρώπινον δ τ θνητόν, πολλ μν δ τ προν πιεικς το αθάδους δικαίου προκρίνοντες, πολλ δ νόμου κριβείας λόγων ρθότητα, τοτον νομίζοντες θειότατον κα κοινότατον νόμον, τ δέον ν τ δέοντι κα λέγειν κα σιγν κα ποιεν ‹κα ἐᾶν›, κα δισσ σκήσαντες μάλιστα ν δε, γνώμην ‹κα ώμην›, τν μν βουλεύοντες τν δ ποτελοντες, θεράποντες μν τν δίκως δυστυχούντων, κολαστα δ τν δίκως ετυχούντων, αθάδεις πρς τ συμφέρον, εόργητοι πρς τ πρέπον, τ φρονίμ τς γνώμης παύοντες τ φρον ‹τς ώμης›, βριστα ες τος βριστάς, κόσμιοι ες τος κοσμίους, φοβοι ες τος φόβους, δεινο ν τος δεινος. μαρτύρια δ τούτων τρόπαια στήσαντο τν πολεμίων, Δις μν γάλματα, αυτν δ ναθήματα, οκ πειροι οτε μφύτου ρεος οτε νομίμων ρώτων οτε νοπλίου ριδος οτε φιλοκάλου ερήνης, σεμνο μν πρς τος θεος τ δικαί, σιοι δ πρς τος τοκέας τ θεραπεί, δίκαιοι δ πρς τος στος τ σ, εσεβες δ πρς τος φίλους τ πίστει. τοιγαρον ατν ποθανόντων πόθος ο συναπέθανεν, λλ θάνατος οκ ν θανάτοις σώμασι ζ ο ζώντων.

Μετάφραση:


Tι έλειπε σ αυτούς τους άνδρες απ όσα πρέπει να χει ένας άνδρας; Αλλά και τι είχαν απ όσα δεν πρέπει να χει; Ας μπορούσα να έλεγα αυτά που θέλω, ας ήθελα αυτά που πρέπει, χωρίς να προκαλέσω την θεϊκή δυσαρέσκεια και αποφεύγοντας τον ανθρώπινο φθόνο. Γιατί θεϊκή ήταν η αρετή που είχαν κατακτήσει αυτοί οι άνδρες, ανθρώπινη ήταν μόνο η θνητή φύση τους: προτιμούσαν, συχνά, την γεμάτη πραότητα επιείκεια από το άκαμπτο δίκαιο, και την ορθότητα του λόγου από την ακριβή τήρηση ενός νόμου, γιατί πίστευαν ότι ο πιο θεϊκός, ο πιο καθολικός νόμος είναι να λες και να αποσιωπάς και να πράττεις και να παραλείπεις στην κατάλληλη στιγμή αυτό που πρέπει· και από τα πρέποντα καλλιέργησαν προπαντός δύο πράγματα: την κρίση και την δύναμη, την μια με το να βουλεύονται, την άλλη με το να πράττουν· συμπαραστάτες σ όσους δυστυχούσαν αδίκως, τιμωροί όσων ευτυχούσαν χωρίς να το αξίζουν, επίμονοι στην επιδίωξη του κοινού συμφέροντος, παθιασμένοι για το σωστό, έτοιμοι να αναχαιτίσουν την παραφροσύνη της δύναμης με την φρονιμάδα της κρίσης, βίαιοι απέναντι στους βίαιους, ευπρεπείς απέναντι στους ευπρεπείς, άφοβοι απέναντι στους άφοβους, τρομεροί στις τρομερές καταστάσεις. Απόδειξη αυτών των ιδιοτήτων τα τρόπαια που έστησαν από τα λάφυρα των εχθρών τιμή για τον Δία, κόσμημα γι αυτούς τους ίδιους, αυτούς που ούτε η έμφυτη μαχητικότητα τους ήταν ξένη, ούτε οι θεμιτοί έρωτες, ούτε η έριδα η ζωσμένη στ άρματα, ούτε η ειρήνη που αγαπά την ομορφιά. Με την δικαιοσύνη τους γεμάτοι δέος απέναντι στους θεούς, με την φροντίδα τους γεμάτοι σεβασμό στους γονείς, με την τήρηση της ισότητας γεμάτοι δικαιοσύνη απέναντι στους συμπολίτες τους, με την πίστη τους γεμάτοι αφοσίωση στους φίλους. Για τούτο ο θάνατός τους δεν έσβησε και τον πόθο γι αυτούς, αλλά αθάνατος μέσα σε θνητά σώματα ζει ο πόθος γι αυτούς που δεν ζουν.

(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)


6. ΑΝΤΙΦΩΝ Ο ΡΑΜΝΟΥΣΙΟΣ (480-411 π.Χ.)
Από τον Ραμνούντα της Αττικής ήταν Αθηναίος πολιτικός μαθητής του Γοργία που διαπνέονταν από ολιγαρχικά ιδεώδη, γεγονός που περιόρισε την πολιτική του δράση για πολλά χρόνια στην δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. Ο Αντιφών ήταν ο πρώτος από τους Αττικούς ρήτορες που προσάρμοσε τον ρητορικό λόγο στην δικαστηριακή πράξη και ο πρώτος που κατέγραψε τους λόγους του, επειδή είχε συνειδητοποιήσει ότι ο έντεχνος ρητορικός λόγος, εκτός από την πρόσκαιρη συμβολή του στην εξέλιξη μιας δίκης, μπορούσε να είναι ένα λογοτεχνικό έργο με πνευματική αυτοτέλεια και διάρκεια. Έγραψε τους δικανικούς λόγους: «Περί του Ηρώδου φόνου», «Περί του χορευτού» και «Περί φαρμακείας κατά της μητρυίας». Επίσης σώζονται αποσπάσματα του λόγου «Περί μεταστάσεως», του μόνου που εκφώνησε ο ίδιος το 410 π.Χ., ως απολογία στην δίκη του για προδοσία. Ο ίδιος έμεινε στην Αθήνα, δικάστηκε και καταδικάστηκε να θανατωθεί πίνοντας κώνειο.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΠΕΡΙ ΑΘΗΘΕΙΑΣ»

04 antifwnΑρχαίο κείμενο:

...δικαιοσύνη ‹ον› τ τς πό‹λεω›ς νόμιμα, ‹ν› ν πολιτεύηταί τις, μ ‹παρ›αβαίνειν. χρτ ν ον νθρωπος μάλιστα αυτ ξυμφερόντως δικαιοσύν, ε μετ μν μαρτύρων τος νόμους μεγά‹λο›υς γοι, μονούμενος δ μαρτύρων τ τς φύσεως· τ μν γρ τν νόμων ‹πίθ›ετα, τ δ ‹τς› φύσεως ‹ναγ›καα· κα τ ‹μν› τν νό‹μων› μολογηθ‹έντ›α ο φύν‹τ στί›ν, τ δ τς φύσεως φύν‹τα οχ› μολογηθέντα. τ ον νόμιμα παραβαίνων εἰὰν λάθ τος μολογήσαντας κα ασχύνης κα ζημίας πήλλακται· μ λαθν δ ο· τν δ τ φύσει ξυμφύτων άν τι παρ τ δυνατν βιάζηται, άν τε πάντας νθρώπους λάθ, οδν λαττον τ κακόν, άν τε πάντες δωσιν, οδν μεζον· ο γρ δι δόξαν βλάπτεται, λλ δι λήθειαν. στι δ πάν‹των› νεκα τούτων σκέψις, τι τ πολλ τν κατ νόμον δικαίων πολεμίως τ φύσει κεται· νενο‹μο›θ‹έ›τηται γρ πί τε τος φθαλμος, δε ατος ρν κα ο δε· κα π τος σίν, δε ατ κούειν κα ο δε· κα π τ γλώττ τε δε ατν λέγειν κα ο δε· κα π τας χερσίν, τε δε ατς δρν κα ο δε· κα π τος ποσίν, φ τε δε ατος έναι κα φ ο δε· κα π τ ν, ν τε δε ατν πιθυμεν κα ν μή. ‹ο μ›ν ον οδν τ φύσει φιλιώτερα οδ οκειότερα, φ ν ο νόμοι ποτρέπουσι τος ν‹θ›ρώπ‹ους›, φ ‹προ›τρέπουσιν‹·› τ‹ δ α› ζν στι τς φύσεως κα τ ποθανεν, κα τ μν ζν ατ‹ος› στιν π τν ξυμφερόντων, τ δ ποθανεν π τν μ ξυμφερόντων. τ δ ξυμφέροντα τ μν π τν νόμων κείμενα δεσμ τς φύσεώς στι, τ δ π τς φύσεως λεύθερα. οκουν τ λγύνοντα ρθ γε λόγ νίνησιν τν φύσιν μλλον τ εφραίνοντα· οκουν ν οδ ξυμφέροντ εη τ λυποντα μλλον τ δοντ‹α·› τ γρ τ ληθε ξυμφέροντα ο βλάπτειν δε, λλ φελεν. τ τοίνυν τ φύσει ξυμφέροντα τούτ‹ων› [...]· κα‹ οτινε›ς ν παθόντες μύνωνται κα μ ατορχ›ωσι το δρν· κα οτινες ν τος γειναμένους κα κακος ντας ες ατος ε ποισιν· κα ο κατόμνυσθαι διδόντες τέροις, ατο δ μ κατομνύμε‹νοι.› κα τούτων τν ερημένων πόλλ ν τις εροι πολέμια τ φύσει· νι τ ν ατος λγύνεσθαί τε μλλον, ξν ττω, κα λάττω δεσθαι, ξν πλείω, κα κακς πάσχειν, ξν μ πάσχειν. ε μν ον τις τος τοιατα προς‹ϊ›εμένοις πικούρησις γίγνετο παρ τν νόμων, τος δ μ προσϊεμένοις, λλ ναντιουμένοις λάττωσις, οκ ν›όνητον ν› ν τ‹ τος νό›μοις πε‹σμα· νν› δ φαίνε‹ται τος› προσϊεμ‹ένοις› τ τοιατα τ ‹κ› νόμου δίκαιον οχ κανν πικουρεν· γε πρτον μν πιτρέπει τ πάσχοντι παθεν κα τ δρντι δρσαι· κα οτε νταθα διεκώλυε τν δρντα δρσαι. ες τε τν τιμωρίαν ναφερόμενον οδν διώτερον π τ πεπονθότι τ δεδρακό‹τι·› πε‹σ›αι γρ δ‹ε› ατ‹ν το›ς τ‹ιμω›ρ‹ήσοντ›ας, ς παθεν, ‹κα› δύνασθαι π‹αιτ›ε δίκην ‹λε›ν.

Μετάφραση:


Δικαιοσύνη είναι να μην παραβαίνεις τους νόμους και τα έθιμα του κράτους, του οποίου είσαι πολίτης. Ο άνθρωπος θα αποκόμιζε από την δικαιοσύνη την πιο μεγάλη ωφέλεια για το άτομό του, αν μπροστά σε άλλους ανθρώπους τηρούσε τους νόμους ως κάτι σημαντικό, ενώ αντίθετα, άμα είναι μόνος του χωρίς άλλους μπροστά του, ακολουθούσε τις επιταγές της φύ­σης. Γιατί οι επιταγές του νόμου είναι αυθαίρετες, ενώ της φύσης είναι αναγκαίες· κι οι επιταγές των νόμων είναι συμβατικές και όχι από την φύση, ενώ οι επιταγές της φύσης είναι ακριβώς το αντίθετο. Όποιος παραβαίνει τους νόμους και τα έθιμα, αν δεν υποπέσει στην αντίληψη αυτών που τα έχουν αποδεχτεί, αποφεύγει και την ντροπή και την τιμωρία· ενώ αν δεν μείνει απαρατήρητος, δεν τα αποφεύγει. Απεναντίας, άμα παραβιάζει τις εγγενείς απαιτήσεις της φύσης πέρα από ένα όριο, το κακό γι αυτόν δεν μετριάζεται διόλου, αν μείνει απαρατήρητος απ όλους τους ανθρώπους ούτε γίνεται μεγαλύτερο, αν υποπέσει στην αντίληψη όλων των ανθρώπων. Γιατί η ζημιά που υφίσταται δεν είναι φαινομενική αλλά πραγματική. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους εξετάζουμε όλα αυτά τα ζητήματα, επειδή τα περισσότερα θεσπίσματα του δικαίου αντιστρατεύονται την φύση. Έχουν έτσι θεσπιστεί νόμοι για τα μάτια, τι πρέπει να βλέπουν και τι δεν πρέπει· το ίδιο και για τα αυτιά, τι πρέπει να ακούνε και τι δεν πρέπει· και για την γλώσσα, τι πρέπει να λέει και τι δεν πρέπει· και για τα χέρια, τι πρέπει να κάνουν και τι δεν πρέπει· και για τα πόδια, πού πρέπει να πηγαίνουν και πού δεν πρέπει· και για το νου, τι πρέπει να επιθυμεί και τι δεν πρέπει. Ωστόσο εκείνα τα πράγματα που οι νόμοι τα απαγορεύουν στους ανθρώπους δεν είναι ούτε πιο συμφιλιωμένα με την φύση ούτε πιο συγγενικά με αυτήν απ ότι εκείνα προς τα οποία οι νόμοι τους προτρέπουν να στραφούν. Επίσης, το να ζει κανείς είναι κάτι φυσικό, το ίδιο και το να πεθαίνει, και για τον άνθρωπο η ζωή συγκαταλέγεται σε όσα τον συμφέρουν, ενώ ο θάνατος σε όσα δεν τον συμφέρουν. Όσα πλεονεκτήματα ανάγονται σε ισχύοντες νόμους αποτελούν για την φύση δεσμά, ενώ όσα ανάγονται στην φύση είναι απαλλαγμένα από περιορισμούς. Δεν αληθεύει, αν το εξετάσουμε σωστά, ότι όσα πράγματα προξενούν πόνο προάγουν την ανθρώπινη φύση περισσότερο απ όσο εκείνα τα οποία προκαλούν ευχαρίστηση· ούτε ότι όσα πράγματα προξενούν λύπη προάγουν την ανθρώπινη φύση περισσότερο απ όσο εκείνα τα οποία προκαλούν ηδονή. Γιατί όσα πράγματα προάγουν στ αλήθεια την ανθρώπινη φύση δεν πρέπει να βλάπτουν αλλά να ωφελούν. Έτσι, όσα από αυτά είναι χρήσιμα από την φύση [...] ...κι όσοι αμύνονται, όταν υποστούν επίθεση, ενώ οι ίδιοι δεν επιχειρούν να επιτεθούν πρώτοι· κι όσοι φέρονται με καλοσύνη στους γονείς τους, έστω και αν οι γονείς είναι κακοί απέναντι τους· κι όσοι δίνουν στους άλλους την δυνατότητα να βεβαιώσουν κάτι μ έναν όρκο, ενώ στους ίδιους δεν δίνεται αυτή η δυνατότητα. Στις παραπάνω πράξεις θα μπορούσε κανείς να βρει πολλά τα οποία αντιστρατεύονται την φύση: Συμβαίνει αυτές οι πράξεις να οδηγούν σε περισσότερο πόνο, ενώ λιγότερος πόνος θα ήταν κάτι εφικτό, και σε λιγότερη ευχαρίστηση, ενώ περισσότερη ευχαρίστηση θα ήταν δυνατή, και στο να υφίσταται κανείς κάτι κακό, ενώ θα μπορούσε να μην το υποστεί. Αν λοιπόν όσοι ασπάζονται τέτοιες αρχές λάμβαναν μια βοήθεια από την πλευρά των νόμων και, παράλληλα, όσοι δεν τις ασπάζονται δοκίμαζαν κάποια μείωση, η υπακοή στους νόμους δεν θα ήταν χωρίς πλεονεκτήματα. Είναι όμως φανερό ότι η δικαιοσύνη του νόμου δεν επαρκεί να προσφέρει ικανοποιητική προστασία σε όσους τα τηρούν αυτά. Καταρχήν επιτρέπει σε όποιον παθαίνει κάτι να το πάθει και σε όποιον διαπράττει κάτι να το διαπράξει· ούτε στην μια περίπτωση εμπόδισε αυτόν που έπαθε κάτι να το πάθει ούτε στην άλλη περίπτωση αυτόν που διέπραξε κάτι να το διαπράξει. Κι όταν πρόκειται για την τιμωρία, η δικαιοσύνη του νόμου δεν είναι διόλου περισσότερο με το μέρος αυτού ο οποίος έχει υποστεί κάτι παρά με το μέρος εκείνου ο οποίος έχει διαπράξει κάτι. Διότι το θύμα θα χρειαστεί να πείσει τους κριτές ότι έχει υποστεί μια αδικία προκειμένου να αξιώσει να κερδίσει μια δίκη.

(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)


7. ΠΡΟΔΙΚΟΣ Ο ΚΕΙΟΣ (460-380 π.Χ.)
Καθόσον αναφέρεται, ότι ζούσε στην Απολογία του Σωκράτη, ήταν από τους σημαντικότερους σοφιστές της αρχαιότητας, σύγχρονος του Σωκράτη που είχε γίνει πολύ γνωστός στην Αθήνα από τις συχνές διπλωματικές αποστολές που του ανέθεσε η πατρίδα του. Φημιζόταν για την ρητορική του τέχνη και την σοφία, εξ ου και η φράση «σοφότερος Προδίκου». Εδινε μεγάλη σημασία στην σωστή χρησιμοποίηση των λέξεων και στην ακριβή διάκριση ανάμεσα στα συνώνυμα, προλειαίνοντας έτσι τον δρόμο για τις διαλεκτικές συζητήσεις του Σωκράτη. Στον Πρόδικο αποδίδεται η περίφημη αφήγηση για την εκλογή του Ηρακλή, που αποτελούσε μέρος του έργου του «Ώραι» και αναφέρεται στην εκλογή του Ηρακλή ανάμεσα στην Αρετή και την κακία που μας έχει παραδοθεί η σχετική αλληγορία μεταπλασμένη από τον Ξενοφώντα στα απομνημονεύματά του.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΝΑΦΟΡΑ - ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΠΡΟΔΙΚΟΥ ΩΡΑΙ – ΠΕΡΙ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑΣ»


05 prodikos“Προσπαθώντας να πείσει τον Αρίστιππο να είναι εγκρατής, ο Σωκράτης, ανάμεσα στα υπόλοιπα επιχειρήματα και τεκμήρια, αξιοποιεί την γνωστή αφήγηση του Πρόδικου για την συνάντηση του Ηρακλή με την Αρετή και την Κακία, απόσπασμα της οποίας ακολουθεί”.

Αρχαίο κείμενο:


κα Πρδικος δ σοφς ν τ συγγρμματι τ περ ρακλους, περ δ κα πλεστοις πιδεκνυται, σατως περ τς ρετς ποφανεται, δ πως λγων, σα γ μμνημαι. φησ γρ ρακλα, πε κ παδων ες βην ρμτο, ν ο νοι δη ατοκρτορες γιγνμενοι δηλοσιν ετε τν δι’ ρετς δν τρψονται π τν βον ετε τν δι κακας, ξελθντα ες συχαν καθσθαι ποροντα ποτραν τν δν τρπηται· κα φανναι ατ δο γυνακας προσιναι μεγλας, τν μν τραν επρεπ τε δεν κα λευθριον φσει, κεκοσμημνην τ μν σμα καθαρτητι, τ δ μματα αδο, τ δ σχμα σωφροσν, σθτι δ λευκ, τν δ’ τραν τεθραμμνην μν ες πολυσαρκαν τε κα παλτητα, κεκαλλωπισμνην δ τ μν χρμα στε λευκοτραν τε κα ρυθροτραν το ντος δοκεν φανεσθαι, τ δ σχμα στε δοκεν ρθοτραν τς φσεως εναι, τ δ μματα χειν ναπεπταμνα, σθτα δ ξ ς ν μλιστα ρα διαλμποι· κατασκοπεσθαι δ θαμ αυτν, πισκοπεν δ κα ε τις λλος ατν θεται, πολλκις δ κα ες τν αυτς σκιν ποβλπειν. ς δ’ γνοντο πλησιατερον το ρακλους, τν μν πρσθεν ηθεσαν ἰέναι τν ατν τρπον, τν δ’ τραν φθσαι βουλομνην προσδραμεν τ ρακλε κα επεν· ρ σε, ρκλεις, ποροντα ποαν δν π τν βον τρπ. ἐὰν ον μ φλην ποιησμενος, [π] τν δστην τε κα ῥᾴστην δν ξω σε, κα τν μν τερπνν οδενς γευστος σει, τν δ χαλεπν πειρος διαβισ. πρτον μν γρ ο πολμων οδ πραγμτων φροντιες, λλ σκοπομενος †δισ τ ν κεχαρισμνον σιτον ποτν εροις, τ ν δν κοσας τερφθεης τνων σφραινμενος πτμενος, τσι δ παιδικος μιλν μλιστ’ ν εφρανθεης, κα πς ν μαλακτατα καθεδοις, κα πς ν ποντατα τοτων πντων τυγχνοις. ἐὰν δ ποτε γνητα τις ποψα σπνεως φ’ ν σται τατα, ο φβος μ σε γγω π τ πονοντα κα ταλαιπωροντα τ σματι κα τ ψυχ τατα πορζεσθαι, λλ’ ος ν ο λλοι ργζωνται, τοτοις σ χρσ, οδενς πεχμενος θεν ν δυνατν τι κερδναι. πανταχθεν γρ φελεσθαι τος μο συνοσιν ξουσαν γ παρχω. κα ρακλς κοσας τατα, γναι, φη, νομα δ σοι τ στιν; δ, Ο μν μο φλοι, φη, καλοσ με Εδαιμοναν, ο δ μισοντς με ποκοριζμενοι νομζουσι Κακαν. κα ν τοτ τρα γυν προσελθοσα επε· Κα γ κω πρς σ, ρκλεις, εδυα τος γεννσαντς σε κα τν φσιν τν σν ν τ παιδείᾳ καταμαθοσα, ξ ν λπζω, ε τν πρς μ δν τρποιο, σφδρ’ ν σε τν καλν κα σεμνν γαθν ργτην γενσθαι κα μ τι πολ ντιμοτραν κα π’ γαθος διαπρεπεστραν φανναι. οκ ξαπατσω δ σε προοιμοις δονς, λλ’ περ ο θεο διθεσαν τ ντα διηγσομαι μετ’ ληθεας. τν γρ ντων γαθν κα καλν οδν νευ πνου κα πιμελεας θεο διδασιν νθρποις, λλ’ ετε τος θεος λεως ενα σοι βολει, θεραπευτον τος θεος, ετε π φλων θλεις γαπσθαι, τος φλους εεργετητον, ετε π τινος πλεως πιθυμες τιμσθαι, τν πλιν φελητον, ετε π τς λλδος πσης ξιος π’ ρετ θαυμζεσθαι, τν λλδα πειρατον ε ποιεν, ετε γν βολει σοι καρπος φθνους φρειν, τν γν θεραπευτον, ετε π βοσκημτων οει δεν πλουτζεσθαι, τν βοσκημτων πιμελητον, ετε δι πολμου ρμς αξεσθαι κα βολει δνασθαι τος τε φλους λευθερον κα τος χθρος χειροσθαι, τς πολεμικς τχνας ατς τε παρ τν πισταμνων μαθητον κα πως ατας δε χρσθαι σκητον· ε δ κα τ σματι βολει δυνατς εναι, τ γνμ πηρετεν θιστον τ σμα κα γυμναστον σν πνοις κα δρτι. κα Κακα πολαβοσα επεν, ς φησι Πρδικος· ννοες, ρκλεις, ς χαλεπν κα μακρν δν π τς εφροσνας γυν σοι ατη διηγεται; γ δ ῥᾳδαν κα βραχεαν δν π τν εδαιμοναν ξω σε.

Μετάφραση:


Και ο Πρόδικος δε ο σοφός εις το σύγγραμμά του περί του Ηρακλέους, το οποίον δα και εις πάρα πολλούς επιδεικνύεται, ομοίως περί της αρετής αποφαίνεται, λέγων περίπου εξής, καθ' όσον εγώ ενθυμούμαι· λέγει δηλ. περί του Ηρακλέους, ότε εκ της παιδικής ηλικίας μετέβαινε πλήρης ορμής εις την εφηβικήν, εν τη οποία πλέον οι νέοι γενόμενοι αυτεξούσιοι φανερώνουν είτε αν θα τραπούν την οδόν που διά της αρετής φέρει εις τον βίον είτε την οδόν της κακίας, αφού εξήλθεν εις μέρος ήσυχον εκάθισεν απορών ποίαν εκ των δύο οδών να τραπή· και εφάνη εις αυτόν, ότι τον επλησίασαν δύο γυναίκες επιβλητικαί, η μεν μία εκ των δύο ευπρεπής την όψιν και εκ φύσεως ευγενής, κοσμημένη κατά μεν το σώμα υπό καθαρότητος κατά δε τους οφθαλμούς υπό της αιδούς κατά δε την στάσιν υπό σωφροσύνης, με εσθήτα δε λευκήν, η δε άλλη καλοθρεμμένη, ώστε να είναι πολύσαρκος και μαλθακή, καλλωπισμένη δε κατά μεν το χρώμα τοιουτοτρόπως, ώστε λευκοτέρα και ερυθροτέρα αφ' όσον ήτο πράγματι να φαίνεται, κατά δε την στάσιν τοιουτοτρόπως, ώστε να φαίνεται, ότι είναι υψηλοτέρα παρ' όσον ήτο εκ φύσεως, τους δε οφθαλμούς είχεν υψηλά, εσθήτα δε τοιαύτην έφερε διά μέσου της οποίας όσον το δυνατόν περισσότερον να διαλάμπη το νεανικόν της κάλλος· παρετήρει προσεκτικώς δε συχνά πέριξ αυτής, εξήταζε δε, και αν κανείς άλλος την έβλεπε, πολλές φορές δε έρριπτε βλέμματα και εις την σκιάν της. Άμα δε έφθασαν πλησιέστερον του Ηρακλέους, εκείνη μεν, που είπαμε πρώτην, επροχώρει με το ίδιο βήμα, η δε άλλη, επειδή ήθελε να προλάβη, έτρεξεν εμπρός προς τον Ηρακλέα και είπε· «Σε βλέπω, ω Ηρακλή, ν'απορής ποίον δρόμον να λάβης διά την ζωήν σου. Εάν, λοιπόν, κάμης εμέ φίλην σου, θα σε οδηγήσω εις πλέον ευχάριστον και εύκολον δρόμον, και από μεν τα τερπνά κανέν δεν θα υπάρξη, που να μη το γευθής, χωρίς δε να δοκιμάσης δυσκολίας, θα περάσης όλην σου την ζωήν. Διότι πρώτον μεν ούτε διά πολέμους ούτε δι' ενοχλήσεις θα φροντίζης, αλλά θα διάγης αναζητών τι ευχάριστον ή τρόφιμον ή ποτόν δύνασαι να εύρης ή, τι, αφού ιδής ή ακούσης, θέλεις αισθανθή τέρψιν, ή ποία πράγματα οσφραινόμενος ή εγγίζων θέλεις ευχαριστηθή, με ποία δε παιδιά συναναστρεφόμενος ερωτικώς περισσότερον θέλεις ευφρανθή και με ποίον τρόπον θα κοιμάσαι μαλακώτατα και με ποίον τρόπον εντελώς άνευ κόπου όλα αυτά θέλεις επιτυγχάνει. Εάν δε κάποτε υπάρξη υπόνοια περί ελλείψεως όλων των μέσων, εξ αιτίας των οποίων θα έχης ταύτα τα αγαθά, δεν υπάρχει φόβος μήπως σε οδηγήσω εις το να εξοικονομής ταύτα κοπιάζων και ταλαιπωρούμενος και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν, αλλ' όσα οι άλλοι εργάζονται, ταύτα εσύ θα χρησιμοποιής χωρίς να απέχης από τίποτε, από το οποίον θα ήτο δυνατόν να κερδίσης κάτι. Διότι εγώ παρέχω εις τους μαθητάς μου την δύναμιν από παντού να ωφελούνται». Και ο Ηρακλής, αφού τα ήκουσεν αυτά· «Ω γυναίκα, είπε, αλλά ποίον είναι το όνομά σου»; «Οι μεν ιδικοί μου φίλοι, είπε, με ονομάζουν Ευδαιμονίαν, εκείνοι δε, που με μισούν, με ονομάζουν Κακίαν». Και εν τω μεταξύ η άλλη γυνή πλησιάσασα είπε· «και εγώ ήλθα προς σε, ω Ηρακλή, επειδή ηξεύρω και εκείνους, που σ' εγέννησαν και ενόησα εντελώς την ευφυίαν σου εις την μάθησιν και εξ αυτών σχηματίζω την ελπίδα, ότι, εάν τραπής τον προς το μέρος μου δρόμον, θα γίνης πάρα πολύ καλός εργάτης των καλών και σεμνών έργων και εγώ ακόμη περισσότερον εντιμοτέρα και διαπρεπεστέρα θα αναδειχθώ διά τας αγαθάς πράξεις σου. Δεν θα σε εξαπατήσω δε με προοίμια ευχάριστα, αλλά καθώς οι θεοί διέταξαν τα πράγματα, θα τα διηγηθώ με αλήθειαν. Διότι από τα πραγματικώς αγαθά και καλά τίποτε οι θεοί δεν δίδουν άνευ κόπου και φροντίδος εις τους ανθρώπους, αλλ' εάν θέλης να σου είναι ευσπλαχνικοί οι θεοί, πρέπει να τους τιμάς, εάν θέλης υπό των φίλων να αγαπάσαι, πρέπει να ευεργετής τους φίλους, εάν επιθυμής να τιμάσαι από καμμίαν πόλιν, πρέπει να ωφελήσης την πόλιν, εάν από όλην την Ελλάδα έχεις την αξίωσιν να θαυμάζεσαι διά την αρετήν σου, πρέπει να προσπαθής να ευεργετής την Ελλάδα, και εάν θέλης η γη να σου δίνη καρπούς αφθόνους, πρέπει να καλλιεργής την γην, και εάν νομίζης, ότι πρέπει να πλουτίζης από βοσκήματα, πρέπει να περιποιήσαι τα βοσκήματα, και εάν διά πολέμου έχης ορμήν να μεγαλυνθής και θέλεις να ημπορής και τους φίλους να ελευθερώνης και τους εχθρούς να υποτάσσης, πρέπει και αυτάς τας πολεμικάς τέχνας να μάθης από εκείνους που τας ηξεύρουν καλώς και πρέπει να ασκήσαι πώς να τας χρησιμοποιής· εάν δε θέλης και κατά το σώμα να είσαι δυνατός πρέπει να συνηθίσης το σώμα να υπηρετή εις την σκέψιν και να το γυμνάσης με κόπους και ιδρώτα». Και η Κακία λαμβάνουσα τον λόγον, είπε, καθώς λέγει ο Πρόδικος· «Εννοείς, ω Ηρακλή, ότι η γυνή αυτή σου διηγείται δρόμον διά τας ευφροσύνας δύσκολον και μακρόν; Εγώ δε θα σε οδηγήσω εις την ευδαιμονίαν με δρόμον εύκολον και σύντομον».

(μεταφραση Κ. Βάρναλης)

Και τότε είπε ή Αρετή: «Αλόγιαστη, τι καλό έχεις να προσφέρεις εσύ; Ή ποιαν ευχαρίστηση, αφού ούτε γι’ αυτό δεν είσαι διατεθειμένη να κάνεις κάτι; Εσύ πού δεν περιμένεις καν να εκδηλωθεί ή επιθυμία για τα ευχάριστα πράγματα αλλά σπεύδεις να τα ικανοποιήσεις όλα προτού κιόλας αισθανθείς την επιθυμία για κάτι: τρως προτού πεινάσεις, πίνεις προτού διψάσεις, σοφίζεσαι μαγείρους για να φας απολαυστικά, και για να απολαύσεις το πιοτό προμηθεύεσαι πανάκριβα κρασιά και ψάχνεις καλοκαιριάτικα από ’δω κι από ’κει για πάγο, για να κοιμηθείς απολαυστικά δεν εφοδιάζεσαι μόνο με στρώματα μαλακά αλλά και με τα κατάλληλα κρεβάτια και τις βάσεις τους” στ’ αλήθεια, τον ύπνο δεν τον αποζητάς από κούραση, αλλά επειδή δεν έχεις τί να κάνεις. Προσπαθείς να διεγείρεις τις σαρκικές επιθυμίες προτού καν αισθανθείς φυσικά την ανάγκη για αυτές: σοφίζεσαι τα πάντα και χρησιμοποιείς για γυναίκες τούς άνδρες* κακομεταχειρίζεσαι τούς αγαπητικούς σου, τούς παρασύρεις την νύχτα και μετά χάνουν, εξαιτίας σου, το πιο πολύτιμο κομμάτι τής ημέρας στον, ύπνο. Κι ενώ είσαι αθάνατη, οι θεοί σ’ έχουν κάνει πέρα, και οι σωστοί άνθρωποι σέ καταφρονούν. Δεν έχεις ποτέ σου δοκιμάσει το πιο γλυκό άκουσμα: Το να σέ παινεύουν, και δεν έχεις ποτέ σου αντικρύσει το πιο ευχάριστο θέαμα: Ένα όμορφο δικό σου έργο. Ποιος θα ’δίνε πίστη σέ κάτι απ’ όσα λες; Ποιος θα ανταποκρινόταν σέ κάποια επιθυμία σου; Ή πάλι, ποιος λογικός άνθρωπος θα το τολμούσε να ’ρθει στην συντροφιά σου; Μόνο νέοι μέ άσθενικό σώμα καί άμυαλοι γέροι, άτομα πού άκόπιαστα πορεύτηκαν στά νιάτα τους μέσα στήν ευμάρεια καί πού μέ κόπο περνούν την ξεραΐλα των γηρατιών τους, άνθρωποι πού ντρέπονται γιά όσα έχουν πράξει καί πού καταθλίβονται γιά όσα πράττουν τώρα, άνθρωποι πού εξάντλησαν τις άπολαύσεις όσο ή σαν νέοι καί πού άφησαν τά δυσάρεστα γιά τά γηρατιά τους.
Απεναντίας, έγώ συντροφεύω τούς θεούς, συντροφεύω καί τούς καλούς άνθρώπους. Κανένα εύγενικό έργο, θεϊκό ή άνθρώπινο, δεν μπορεί νά γίνει χωρίς έμένα. Κι όλοι μέ τιμούν μέ το παραπάνω, καί οί θεοί καί οι άνθρωποι πού έχουν άρετή: Γιά τούς τεχνίτες είμαι ή καλοδεχούμενη συνεργάτιδα, γιά τούς οικοδεσπότες ο πιστός φύλακας, γιά τούς δούλους ό σπλαχνικός συντρέχτης, ό πολύτιμος συνεργάτης στά ειρηνικά έργα, ό άταλάντευτος σύμμαχος στά έργα τού πολέμου, καί ό ιδανικός φίλος. Οί δικοί μου φίλοι άπολαμβάνουν μέ εύχαρίστηση καί χωρίς ένοχλήσεις ό,τι τρώνε κι ό,τι πίνουν γιατί δοκιμάζουν το φαΐ καί το πιοτό όσο χρόνο διαρκεΐ ή επιθυμία τους γι’ αύτά. ‘Ο ύπνος τους είναι πιο γλυκός άπό τον ύπνο των άκαμάτηδων κι ούτε δυσανασχετούν, όταν τούς λείψει, ούτε παραμελούν τις ύποχρεώσεις τους έξαιτίας του. Οί νέοι αισθάνονται χαρά πού τούς έπαινοΰν οί γεροντότεροι, καί οί μεγαλύτεροι στην ηλικία νιώθουν αγαλλίαση πού οί νέοι τούς τιμούν. Καί ξαναθυμοΰνται μέ χαρά πράξεις παλιές καί χαίρουνται γι’ αυτό πού κάνουν τώρα, φιλιωμένοι χάρη σ’ έμένα μέ τούς θεούς, άγαπητοί στούς φίλους, τιμημένοι άπό την πατρίδα. Καί σάν έλθει τό μοιραίο τέλος, δέν κείτονται στην λησμονιά καί την καταφρόνια, άλλά τούς εξυμνούν παντοτινά, κι ή μνήμη γι’ αύτούς είναι πάντοτε χλωρή. Άν τά προσπαθήσεις αύτά, Ηρακλή, παιδί άπό γονείς καλούς, θά σοΰ δοθεί η δυνατότητα να κατακτήσεις τήν πιο πολυζήλευτη ευτυχία».


ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.

8. ΦΑΒΩΡΙΝΟΣ (80-16 μ.Χ.)
Ήταν σοφιστής και φιλόσοφος που άκμασε στην Ρώμη κατά την βασιλεία του Αδριανού. Η καταγωγή του ήταν Γαλατική και ο ίδιος γεννήθηκε στην Αρελάτη, την σημερινή πόλη Αρλ της Γαλλίας. Από τα πολυάριθμα έργα του Φαβωρίνου έχουν σωθεί λίγα αποσπάσματα, από τον Αύλο Γέλλιο, τον Διογένη τον Λαέρτιο, τον Φιλόστρατο και στην Σούδα. Του αποδίδονται, μεταξύ άλλων, τα έργα «Πυρρώνειοι λόγοι» (σε 10 βιβλία), «Περί της Ομήρου φιλοσοφίας», «Περί Σωκράτους και της κατ’ αυτόν ερωτικής τέχνης», «Περί Πλάτωνος», «Παντοδαπή ιστορία» (σε 24 βιβλία), «Απομνημονεύματα» (τα δύο τελευταία έργα αποτέλεσαν πηγές για τον Διογένη τον Λαέρτιο). Κανένα έργο του όμως δεν σώθηκε.

9. ΑΠΟΥΛΗΙΟΣ
(125-170 μ.Χ.)
Ο επιλεγόμενος Πλατωνικός και Σοφιστής, υπήρξε φιλόσοφος, ποιητής και ρήτορας. Γεννημένος από πλούσιους γονείς στην Μαδαύρα, το Μ. 'Νταουρούς της σημερινής Αλγερίας. Ο Απουλήιος είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό περισσότερο από το διάσημο έργο του «Μεταμορφώσεις ή ο Χρυσός Γάιδαρος», όπως έγινε γνωστό από την εποχή του Αυγουστίνου. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ταξίδεψε πολύ ως νέος και μορφώθηκε στην Καρχηδόνα, την Ελλάδα και την Ρώμη. Από τα πολλά έργα του Απουλήιου μόνο τέσσερα θεωρούνται αδιαμφισβήτητα δικά του: το De Magia [Περί της Μαγείας] (επίσης γνωστό ως Απολογία) και το διάσημο διήγημά του Asinus Aureus [Ο Χρυσός Γάιδαρος] (ή Μεταμορφώσεις, βιβλία 11). Επίσης θεωρείται δικό του το De deo Socratis, (Ο Θεός του Σωκράτη), που δέχθηκε την επίθεση του Αγ. Αυγουστίνου και το Florida [Ανθηρά], ανθολογία των λόγων που εκφώνησε περιερχόμενος τις διάφορες πόλεις.

10. ΦΛΑΒΙΟΣ ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ (160/170-244/249 μ.Χ.)
Ο Λούκιος Φλάβιος Φιλόστρατος είναι, μαζί με τον Δίωνα τον Χρυσόστομο, ο κύριος εκπρόσωπος της Δεύτερης Σοφιστικής. Χρονολογικά ήταν ο δεύτερος σοφιστής της οικογενείας των Φιλοστράτων και έτσι είναι γνωστός και ως Φιλόστρατος Β΄, αν και ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Φιλόστρατος ο Αθηναίος. Γεννήθηκε στην Λήμνο. Πατέρας του ήταν ο σοφιστής και δραματικός ποιητής Φιλόστρατος ο Βέρος. Από τα σωζόμενα έργα του “Φιλοστρατείου σώματος” αποδίδονται στον Φλάβιο Φιλόστρατο τα εξής: «Βίοι Σοφιστών» σε δύο βιβλία, «Ηρωικός», «Γυμναστικός», «Νέρων», «Επιστολές», «Βίος Απολλωνίου του Τυανέως». Παλαιότερα του αποδιδόταν και η πρώτη σειρά του έργου «Εικόνες» η οποία πλέον αποδίδεται στον Φιλόστρατο τον πρεσβύτερο.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΗΡΩΙΚΟΣ»


06 flaviosΑρχαίο κείμενο:

κα τ το Παλαμήδους δε παγγέλλει· ατομαθ φικέσθαι ατν κα σοφίας δη γεγυμνασμένον κα πλείω γιγνώσκοντα Χείρων· πρ γρ δ Παλαμήδους ραι μν οπω σαν οσαι, μηνν δ οπω κύκλος, νιαυτς δ οπω νομα ν τ χρόν, οδ νόμισμα ν, οδ σταθμ κα μέτρα, οδ ριθμεν, σοφίας δ οπω ρως, πε μήπω ν γράμματα. βουλομένου δ Χείρωνος ατρικν διδάσκειν ατν ‘γώ’, φη ‘ Χείρων, ατρικν μν δέως οκ οσαν ν ερον, ερημένην δ οκ ξι μανθάνειν, κα λλως τ πέρσοφόν σου τς τέχνης πήχθηται μν Διί, πήχθηται δ Μοίραις, κα διειν ν τ σκληπιο, ε μ νταθα βέβλητο.’ ντων δ τν χαιν ν Αλίδι πεττος ερεν ο ῥᾴθυμον παιδιάν, λλ γχίνουν τε κα σω σπουδς. τν δ λόγον, ς πολλος τν ποιητν ερηται, ς στρατεύοι μν π Τροίαν λλάς, δυσσες δ ν θάκ μανίαν πλάττοιτο κα πρς ρότρ εη βον ππ ξυμβαλν Παλαμήδης τε ατν λέγξειε τ Τηλεμάχ ο φησιν γι εναι, προθυμότατα γρ δ τν δυσσέα ς Αλίδα λθεν κα νομα δη ατο παραδεδόσθαι τος λλησιν π δεινότητι, διενεχθναι δ ατν τ Παλαμήδει ντεθεν· κλειψις λίου ν Τροί γένετο κα στρατς θυμοι σαν λαμβάνοντες τν διοσημίαν ς τ μέλλοντα. παρελθν ον Παλαμήδης ατ τ πάθος το λίου διεξλθε κα τι τς σελήνης ποτρεχούσης ατν ξαμαυροται κα χλν λκει, ‘κακν δ ε τινα σημαίνοι, τατα δήπου’ φη ‘ο Τρες πείσονται, ο μν γρ δίκων ρξαν, μες δ δικούμενοι κομεν. προσήκει δ κα νίσχοντι τ λί εχεσθαι πλον ατ καταθύσαντας λευκόν τε κα νετον.’ τατα τν χαιν παινεσάντων, κα γρ ττηντο τν το Παλαμήδους λόγων, παρελθν δυσσεύς ‘ μν χρ θύειν’ φη ‘ τι εχεσθαι τ, Κάλχας ρε, μαντικς γρ τ τοιατα, τ δ ν τ οραν κα ε τις τν στρων ταξία τε κα τάξις, Ζες οδεν, φ ο τατα κεκόσμηταί τε κα ερηται, σ δέ, Παλάμηδες, ττον ληρήσεις προσέχων τ γ μλλον τ ν τ οραν σοφιζόμενος.’ πολαβν ον Παλαμήδης ‘ε σοφς σθα, δυσσε’, επεν ‘ξυνκας ν, τι μηδες ν δύναιτο λέγειν σοφόν τι περ τν ορανίων μ πλείω περ τς γς γιγνώσκων. σ δ πολελεφθαι τούτων οκ πιστ, φασ γρ μν τος θακησίοις μήτε ρας μήτε γν εναι.’ κ τούτων μν δυσσες πλθεν ργς πλέως, Παλαμήδης δ ς πρς βασκαίνοντα δη παρασκευάζων αυτόν...

διενεχθ
ναι δ πάλιν ατος κ τοιούτου φησί· λύκοι καταβαίνοντες κ τς δης σίνοντο τ σκευοφόρα παιδάρια κα τν ποζυγίων τ περ τς σκηνάς· μν δ δυσσες κέλευσεν ραμένους τόξα κα κόντια φοιτν ς τν δην π τος λύκους, δ Παλαμήδης ‘ δυσσε’, φη ‘τος λύκους πόλλων προοίμιον λοιμο ποιεται κα τοξεύει μν ατούς, καθάπερ τος ρέας τε κα τος κύνας νταθα, πέμπει δ πρότερον παρ τος νοσήσοντας ενοίας νεκα τν νθρώπων κα το φυλάξασθαι. εχώμεθα ον πόλλωνι Λυκί τε κα Φυξί, τ μν θηρία τατα τος αυτο τόξοις ξελεν, τν νόσον δ ς αγας, φασί, τρέψαι. κα μες δέ, νδρες λληνες, πιμελώμεθα μν ατν, δε δ τος φυλαττομένοις τ λοιμώδη διαίτης λεπτς κα κινήσεων συντόνων. ατρικς μν γρ οχ ψάμην, σοφί δ καταληπτ παντα.’ κα επν τατα τν μν τν κρεν γορν πέσχε κα τ στρατιωτικ τν σιτίων κέλευσε παραιτήσασθαι, τραγήμασι δ κα λαχάνοις γρίοις διγε τν στρατν πειθομένους ατ κα πν τ κ Παλαμήδους θεόν τε γουμένους κα χρησμδες· κα γρ δ λοιμός...

δ δυσσες ν Τροί ξυνετίθει λόγους πρς τν γαμέμνονα ψευδες μέν, πιθανος δ πρς τν εήθως κούοντα, ς ρη μν χιλλες τς τν λλήνων ρχς, μαστροπ δ τ Παλαμήδει χρτο ‘κα φίξονται μν’ φη ‘μικρν στερον σο μν βος τε πάγοντες κα ππους κα νδράποδα, αυτος δ χρήματα, ος ποποιήσονται δήπου τος δυνατος τν λλήνων π σέ· χιλλέως μν ον πέχεσθαι χρ κα γιγνώσκοντας ατν φυλάττεσθαι, τν σοφιστν δ ποκτεναι τοτον. ερηται δέ μοι κατ ατο τέχνη, δ ς μισηθήσεταί τε π τν λλήνων κα πολεται π ατν.’ κα διεξλθεν, ς τοίμασται ατ τ περ τν Φρύγα κα τ χρυσίον τ ληφθν π τ Φρυγί, σοφς δ τούτων πινενοσθαι δοκούντων κα ξυντιθεμένου τ πιβουλ το γαμέμνονος ‘γε δή, βασιλε,’ φη ‘τν μν χιλλέα φύλαττέ μοι περ τς πόλεις, ν ας στι νν, τν Παλαμήδην δ ς τειχομαχήσοντα τ λί κα μηχανς ερήσοντα μεταπέμπου νταθα· νευ γρ το χιλλέως κων οκ μο μόν σται λωτός, λλ κα λλ ττον σοφ...

πε δ κατέπλευσεν ς τ στρατόπεδον κα τ τς στρατις πήγγειλεν νατιθες παντα χιλλε, ‘ βασιλε’, φη ‘κελεύεις με τειχομαχεν τ Τροί; γ δ μηχανήματα μν γενναα γομαι τος Αακίδας κα τν Καπανέως τε κα Τυδέως κα τος Λοκρος Πάτροκλόν τε δήπου κα Ααντα, ε δ κα ψύχων μηχανημάτων δεσθε, δη γεσθε τν Τροίαν τό γε π μο κεσθαι. ’λλ φθησαν ατν α δυσσέως μηχανα σοφς ξυντεθεσαι κα χρυσο μν ττων δοξε προδότης τε εναι κατεψεύσθη, περιαχθες δ τ χερε κατελιθώθη βαλλόντων ατν Πελοποννησίων τε κα θακησίων, δ λλη λλς οδ ώρα τατα, λλ κα δοκοντα δικεν γάπα. μν κα τ π ατ κήρυγμα· μ γρ θάπτειν τν Παλαμήδην μηδ σιον τ γ, ποθνήσκειν δ τν νελόμενόν τε κα θάψαντα. κηρύττοντος δ τατα το γαμέμνονος Αας μέγας πιρρίψας αυτν τ νεκρ πολλ μν δάκρυα περ ατ φκεν, ναθέμενος δ ατν διεξέπαισε το μίλου γυμν τ ξίφει κα τοίμ· θάψας ον, ς εκς ν, τν εργόμενον ο προσει τ κοιν τν λλήνων, οδ βουλς γνώμης πτετο, οδ ξει τι ς τς μάχας...

Μετάφραση:

Όσο για τον Παλαµήδη, ο Πρωτεσίλαος αναφέρει τα εξής: όταν έφθασε στον Χείρωνα, τα είχε ήδη µάθει όλα από µόνος του, είχε εξασκηθεί στην γνώση και ήξερε περισσότερα από τον Χείρωνα. Πριν από τον Παλαµήδη δεν υπήρχε η διάκριση των εποχών, ούτε η διαδοχή των µηνών, ούτε είχε ονοµαστεί έτος ο κύκλος του χρόνου. Δεν υπήρχε ούτε νόµισµα, ούτε µέτρα και σταθµά, ούτε αρίθµηση ούτε η επιθυµία για γνώση, γιατί δεν είχε δηµιουργηθεί ακόµη η γραφή. Και όταν ο Χείρων θέλησε να του διδάξει ιατρική, εκείνος του είπε: «Εγώ, Χείρωνα, αν δεν υπήρχε η ιατρική ευχαρίστως θα την εφεύρισκα, αλλά αφού υπάρχει δεν έχω την αξίωση να την µάθω. Άλλωστε τις υπερβολικά σοφές σου ικανότητες τις εχθρεύεται ο Δίας, τις εχθρεύονται οι Μοίρες και θα σου θύµιζα την ιστορία του Ασκληπιού, αν δεν είχε χτυπηθεί σε αυτό ακριβώς το µέρος». Και όταν οι Αχαιοί βρίσκονταν στην Αυλίδα, ο Παλαµήδης εφεύρε τους πεσσούς που δεν είναι ένα ξεκούραστο παιχνίδι, αλλά απαιτεί εξυπνάδα και αυτοσυγκέντρωση.

Όσο για την ιστορία που πολλοί ποιητές έχουν διηγηθεί, ότι τον καιρό που ετοιµαζόταν στην Ελλάδα η τρωική εκστρατεία ο Οδυσσέας στην Ιθάκη παρίστανε τον τρελό και όργωνε έχοντας ζέψει ένα άλογο µαζί µε ένα βόδι και ότι ο Παλαµήδης τον αποκάλυψε χρησιµοποιώντας τον Τηλέµαχο, αυτός (=ο Πρωτεσίλαος) λέει ότι τα πράγµατα δεν έγιναν έτσι. Γιατί ο Οδυσσέας πήγε στην Αυλίδα µε µεγάλη προθυµία και το όνοµά του ήταν ήδη καταξιωµένο ανάµεσα στους Έλληνες για την εξυπνάδα του. Αργότερα είναι που συγκρούστηκε µε τον Παλαµήδη. Στην Τροία έγινε κάποια στιγµή έκλειψη ηλίου και οι στρατιώτες ταράχτηκαν, γιατί το θεώρησαν κακό σηµάδι για το µέλλον. Ο Παλαµήδης τότε σηκώθηκε και τους εξήγησε το ηλιακό φαινόµενο και τους είπε ότι όταν η σελήνη περνάει µπροστά από τον ήλιο δηµιουργείται σκοτάδι και θολούρα. «Και αν πρόκειται να φέρει συµφορές», είπε, «οι Τρώες θα τις πάθουν, γιατί αυτοί ξεκίνησαν τις αδικίες, ενώ εµείς ήρθαµε εδώ επειδή αδικηθήκαµε. Καλό είναι όµως να προσευχηθούµε στον Ήλιο που ανατέλλει θυσιάζοντας ένα άσπρο ιερό άλογο». Οι Αχαιοί ικανοποιήθηκαν, γιατί πείσθηκαν από τα λόγια του Παλαµήδη, ο Οδυσσέας όµως επενέβη και είπε: «Τι πρέπει να θυσιάσουµε, σε ποιον πρέπει να προσευχηθούµε και για ποιο πράγµα, θα το αποφασίσει ο Κάλχας, γιατί αυτά είναι ζητήµατα µαντικής. Όσο για το τι γίνεται στον ουρανό και ποια είναι η σωστή σειρά και η λάθος σειρά των άστρων, το ξέρει ο Δίας που τα έφτιαξε και τα σκέφτηκε. Εσύ λοιπόν, Παλαµήδη, θα λες 122 λιγότερες ανοησίες αν κοιτάς τι γίνεται στην γη αντί να κάνεις τον έξυπνο για όσα γίνονται στον ουρανό». Ο Παλαµήδης του απάντησε τότε και του είπε: «Αν ήσουνα τόσο έξυπνος, Οδυσσέα, θα ήξερες ότι κανείς δεν θα µπορούσε να πει κάτι σηµαντικό για όσα συµβαίνουν στον ουρανό, αν δεν ήξερε ακόµα καλύτερα όσα συµβαίνουν στην γη. Αλλά δεν ξαφνιάζοµαι που είσαι λίγο πίσω σε αυτά τα θέµατα, γιατί λένε ότι εσείς στην Ιθάκη ούτε τις εποχές τις ξέρετε ούτε γη έχετε». Μετά από αυτό, ο Οδυσσέας έφυγε εξοργισµένος, ο δε Παλαµήδης προετοίµαζε τον εαυτό του να αντιµετωπίσει κάποιον που ήθελε πια το κακό του.[…]

Φιλονίκησαν όµως πάλι, λέει ο Πρωτεσίλαος, µε την εξής αφορµή: Κατέβηκαν λύκοι από την Ίδη και άρχισαν να επιτίθενται στους δούλους και στα ζώα που κουβαλούσαν φορτία στο στρατόπεδο. Ο Οδυσσέας τότε έδωσε εντολή να πάρουν τόξα και ακόντια και να πάνε στην Ίδη να εξολοθρεύσουν τους λύκους. Ο Παλαµήδης όµως του είπε: «Οδυσσέα, ο Απόλλων στέλνει τους λύκους ως προµήνυµα επιδηµίας και τους σκοτώνει πρώτους, όπως σκοτώνει εδώ πέρα τα µουλάρια και τα σκυλιά, αλλά τους στέλνει προηγουµένως σε εκείνους που πρόκειται να αρρωστήσουν αµέσως έπειτα, από εύνοια προς τους ανθρώπους, ώστε να προφυλαχθούν. Ας προσευχηθούµε λοιπόν στον Απόλλωνα Λύκιο και Φύξιο, να σκοτώσει ο ίδιος τα ζώα και να στείλει την επιδηµία µακριά µας. Και εµείς, Έλληνες, ας φροντίσουµε για τους εαυτούς µας. Και για να προφυλαχθούµε από την επιδηµία πρέπει να κάνουµε προσεκτική διατροφή και σωστή κίνηση. Δεν µελέτησα, βέβαια, ιατρική, αλλά µε τη σύνεση όλα γίνονται αντιληπτά». Και αφού τα είπε αυτά, απαγόρευσε την αγορά κρέατος, σύστησε να σταµατήσουν τα στρατιωτικά συσσίτια και τάιζε τους στρατιώτες µε καρπούς και λαχανικά και αυτοί τον άκουγαν γιατί καθετί που προερχόταν από τον Παλαµήδη το θεωρούσαν σαν θεϊκό χρησµό. Και πράγµατι, η επιδηµία που είχε προαναγγείλει ενέσκηψε στις πόλεις του Ελλησπόντου, ξεκινώντας, όπως λένε, από τον Πόντο, εξαπλώθηκε και στην Τροία, αλλά τους Έλληνες δεν τους άγγιξε, παρόλο που ήταν στρατοπεδευµένοι σε γη που είχε χτυπηθεί από το λοιµό.[…]

Στην Τροία όµως ο Οδυσσέας έβαζε λόγια στον Αγαµέµνονα, ψεύτικα µεν, αλλά πειστικά για κάποιον που ήθελε αφελώς να τα ακούσει, ότι δήθεν ο Αχιλλέας επιθυµούσε να πάρει την αρχιστρατηγία των Ελλήνων και χρησιµοποιούσε ως µεσάζοντα τον Παλαµήδη. «Θα επιστρέψουν σε λίγο», του είπε, «και θα σου φέρουν βόδια και άλογα και δούλους, αλλά για τον εαυτό τους θα κρατήσουν τα χρήµατα και µε αυτά θα στρέψουν τους ισχυρότερους του ελληνικού στρατού εναντίον σου. Τον Αχιλλέα δεν πρέπει να τον πειράξουµε, χρειάζεται προσοχή, ξέροντας ποιος είναι. Τον άλλον όµως, τον έξυπνο, πρέπει να τον σκοτώσουµε. Και έχω βρει τον τρόπο να τον µισήσουν όλοι οι Έλληνες και να τον σκοτώσουν». Και του περιέγραψε όλα όσα είχε προετοιµάσει µε τον Φρύγα και τον χρυσό. Ο Αγαµέµνων θεώρησε ότι η υπόθεση είχε σχεδιαστεί σωστά και συµφώνησε µε το σχέδιο. «Τότε, βασιλιά µου», είπε ο Οδυσσέας, «άσε τον Αχιλλέα να µείνει στις πόλεις όπου βρίσκεται τώρα, αλλά ανακάλεσε εδώ τον Παλαµήδη µε το πρόσχηµα ότι πρέπει να πολεµήσει εναντίον των τειχών της Τροίας και να επινοήσει µηχανές για το σκοπό αυτό. Άµα έρθει χωρίς τον Αχιλλέα θα είναι ευάλωτος όχι µόνον από εµένα αλλά και από οποιονδήποτε άλλον, λιγότερο προνοητικό».[…]

Όταν ο Παλαµήδης κατέπλευσε στο στρατόπεδο και έδωσε αναφορά στον Αγαµέµνονα για την εκστρατεία δίνοντας όλα τα εύσηµα στον Αχιλλέα, του είπε: «Βασιλιά µου, θέλεις να πολιορκήσω τα τείχη της Τροίας; Εγώ πιστεύω ότι οι καλύτερες πολιορκητικές µηχανές είναι οι Αιακίδες, ο Αχιλλέας και ο Τελαµώνιος Αίαντας, οι γιοι του Καπανέα και του Τυδέα και οι Λοκροί, ο Πάτροκλος και ο Αίαντας. Αλλά αν χρειάζεστε επιπλέον και άψυχες πολιορκητικές µηχανές, σε ό,τι αφορά εµένα, να θεωρείτε ότι η Τροία έχει κιόλας καταστραφεί». Αλλά οι µηχανορραφίες του Οδυσσέα πρόλαβαν και κατέστρεψαν τον ίδιο, καθώς είχαν σχεδιαστεί µε µεγάλη πονηριά. Κρίθηκε ένοχος και προδότης, επειδή δήθεν δωροδοκήθηκε µε χρυσό, του έδεσαν τα χέρια πίσω και τον λιθοβόλησαν µέχρι θανάτου οι Πελοποννήσιοι και οι Ιθακήσιοι. Οι υπόλοιποι Έλληνες ούτε καν παρέστησαν σε αυτό γιατί, παρόλο που κρίθηκε ένοχος, τον αγαπούσαν ακόµη. Σκληρή ήταν και η διακήρυξη για την µεταθανάτια τύχη του. Απαγόρευε να ταφεί ο Παλαµήδης και να σκεπαστεί µε χώµα και όριζε ποινή θανάτου για οποιονδήποτε σήκωνε την σορό του και την έθαβε. Αυτή ήταν η διακήρυξη του Αγαµέµνονα, ο Αίαντας όµως ο Τελαµώνιος έπεσε επάνω στο νεκρό ραίνοντάς τον µε τα δάκρυά του και µετά σήκωσε το σώµα και το πήρε µακριά από την συγκέντρωση έχοντας τραβηγµένο και έτοιµο στο χέρι το σπαθί του. Και αφού το έθαψε όπως έπρεπε, παρά την απαγόρευση, δεν προσερχόταν έπειτα στις συναντήσεις των άλλων Ελλήνων, ούτε συµµετείχε στα σχέδια και στις αποφάσεις τους και δεν έβγαινε πια ούτε στην µάχη.


(µετάφραση: Μ. Χριστόπουλος)


****************


Πηγές:

https://el.wikipedia.org
http://www.ygeiaonline.gr
http://www.greek-language.gr
http://users.sch.gr/symfo/sholio/arhea/c.platon-protagoras.px.pdf
http://www.archive.org/stream/pgcommunitytexts34880gut/34880-0.txt
https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/1573/1/02_chapter_05.pdf
https://www.hermitagemuseum.org/wps/portal/hermitage/digital-collection/01.+Paintings/31471/?lng=ru
https://commons.wikimedia.org
http://www.womanidol.com
http://behrend-elearn.psu.edu/demo/arth100_sandbox_7481/node/7692
http://pointfromview.blogspot.gr/2015/05/blog-post_123.html
https://masterworksfestival.org/on-the-subject-of-justice/