ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ
ΑΡΧΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 7ος - 6ος αιώνας π.Χ.
1. ΘΕΑΝΩ Η ΘΟΥΡΙΑ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαία Ελληνίδα μαθηματικός και αστρονόμος. Καταγόταν από τους Θούριους της Κάτω Ιταλίας. Υπήρξε αρχικά μαθήτρια και στην συνέχεια σύζυγός του κατά 30 χρόνια μεγαλύτερού της Πυθαγόρα. Δίδαξε αστρονομία και μαθηματικά στις Σχολές του Πυθαγόρα στον Κρότωνα και μετά τον θάνατο του συζύγου στην Σάμο. Επιμελήθηκε την διάδοση της διδασκαλίας και του έργο του, τόσο στον κυρίως Ελλαδικό χώρο, όσο και στην Αίγυπτο, σε συνεργασία με τα παιδιά της την Δαμώ, την Μύια, την Αριγνώτη, τον Μνήσαρχο και τον Τηλαύγη που ανέλαβαν με την σειρά τους και την διοίκηση των Πυθαγορείων σχολών. Την Θεανώ την Θουρία αναφέρουν ο Αθηναίος, η Σούδα, ο Διογένης ο Λαέρτιος και ο Ιάμβλιχος. Θεωρείται η διασημότερη γυναίκα αστρονόμος και κοσμολόγος της αρχαιότητας.
2. ΔΑΜΩ (6ος-5ος αιώνας π.Χ.)
Είναι σύμφωνα με την παράδοση, μετά το Μνήσαρχο και τον Τηλαύγη, το τρίτο παιδί του Πυθαγόρα του Σάμιου και της Θεανώς. Μυήθηκε από μικρή στην διδασκαλία και την φιλοσοφία του πατέρα της και μάλιστα λέγεται ότι εκείνος, προτού πεθάνει, της εμπιστεύτηκε τα γραπτά του, ορκίζοντας την σε μυστικότητα και μη δημοσίευσή τους, όπως άλλωστε γινόταν με όλη την διδασκαλία του. Αργότερα όμως δημοσίευσε μόνο την γεωμετρική διδασκαλία του Πυθαγόρα με την βοήθεια του Φιλόλαου και του Θυμαρίδα. Η έκδοση αυτή όπως αναφέρει ο Ιάμβλιχος είχε τον τίτλο «Η προς Πυθαγόρου Ιστορία».
3. ΑΛΚΜΑΙΩΝ (6ος-5ος αιώνας π.Χ.)
Κατάγονταν από τον Κρότωνα της Μεγάλης Ελλάδας. Ήταν ένας από τους πιο επιφανείς φυσικούς φιλοσόφους και ιατρικούς θεωρητικούς της αρχαιότητας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πειρίθους. Ορισμένοι πιστεύουν ότι υπήρξε μαθητής του Πυθαγόρα και ενδέχεται να είχε γεννηθεί το 510 π.Χ. Παρόλο που έγραψε κυρίως για ιατρικά θέματα υπάρχουν κάποιες υποδείξεις ότι δεν ήταν γιατρός αλλά ένας φιλόσοφος της επιστήμης, καθώς είχε μελετήσει επίσης αστρολογία και μετεωρολογία. Τίποτα περισσότερο δεν είναι γνωστό για τα γεγονότα της ζωής του.
4. ΙΠΠΑΣΟΣ (6ος-5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας Πυθαγόρειος φιλόσοφος, μαθηματικός και φυσικός. Η ακμή του τοποθετείται στα πρώτα 40 χρόνια του 5ου αιώνα π.Χ. και θεωρείται από τους αρχαιότερους μαθητές του Πυθαγόρα. Ήταν ο ιδρυτής του «μαθηματικού τμήματος» της Πυθαγόρειας Σχολής. Ο Ίππασος φέρεται να έχει ανακαλύψει το ότι η τετραγωνική ρίζα του δύο, ή καλύτερα η διαγώνιος ενός τετραγώνου με πλευρά 1, είναι άρρητος αριθμός.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
Συνοπτικά:
Α. Παραδεχόταν ως αρχή του κόσμου την ύλη (πυρ) και όχι την άϋλη μορφή (αριθμοί).
5. ΠΕΤΡΩΝ Ο ΙΜΕΡΑΙΟΣ (6ος ή 5ος αιώνας π.χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας Πυθαγόρειος φιλόσοφος. Υπήρξε υπερασπιστής της αριθμολογίας του διδασκάλου του. Για την ερμηνεία της τάξεως του Κόσμου, λαμβάνει ως βάση το ισόπλευρο τρίγωνο, το οποίο θεωρεί ως το τελειότερο γεωμετρικό σχήμα. Πληροφορίες γι’ αυτόν αντλούμε από το έργο του Πλουτάρχου με ενδιάμεσο τον Ίππυ από το Ρήγιο.
6. ΙΠΠΩΝ Ο ΣΑΜΙΟΣ (6ος ή 5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν προσωκρατικός φιλόσοφος του οποίου η πραγματική καταγωγή είναι αμφίβολη καθώς εκτός από την Σάμο του έχει επίσης αποδοθεί σε πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας όπως το Ρήγιο, ή το Μεταπόντιο, ή τον Κρότωνα. Οι περισσότερες καταγραφές της φιλοσοφίας του δείχνουν πως είχε σημαντικό ενδιαφέρον ως προς τα βιολογικά θέματα. Κατά τον Σιμπλίκιο, αναφέρεται επίσης πως κάποια στιγμή ο Ιππίων είχε κατηγορηθεί ως άθεος. Δεν διασώζονται περισσότερες πληροφορίες για το πως προέκυψε η διαπίστωση αυτή, όμως είναι γνωστό πως είχε επίσης κατηγορηθεί για ασέβεια στο έργο «Πανόπται» από τον κωμικό ποιητή Κρατίνο ο οποίος έζησε την ίδια εποχή.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
Συνοπτικά:
Α. Θεωρούσε πως το νερό ήταν η κύρια ουσία όλων των πραγμάτων, κατά τα πρότυπα του Θαλή του Μιλήσιου.
Β. Θεωρούσε πως όλα τα έμβια όντα διαθέτουν ένα κατάλληλο ποσοστό υγρασίας, και όταν διαταραχθεί η ισορροπία του ποσοστού αυτού προκαλείται ασθένεια στον οργανισμό.
Γ. Θεωρούσε πως η ψυχή αναδεικνύετε από τον νου και το νερό.
Δ. Δεν δεχόταν τίποτε άλλο πέρα από αυτά που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις και ως εκ τούτου θεωρούσε τους θεούς ως μεγάλους άνδρες ή ήρωες, τους οποίους θεοποίησε ο άνθρωπος και τους λάτρεψε. Γι’ αυτό και αποκλήθηκε "άθεος".
Ε. Θεωρούσε πως το νερό ή/και η φωτιά ήταν τα κύρια στοιχεία του κόσμου, με την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα δύο στοιχεία να έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία του κόσμου.
7. ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ (570-475 π.Χ.)
Ήταν φιλόσοφος και ποιητής που γεννήθηκε στην μικρασιατική Κολοφώνα και έζησε σε διάφορα μέρη του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η Ιστορία τον θυμάται για την κριτική που άσκησε στον θρησκευτικό ανθρωπομορφισμό, για την ώθηση που έδωσε με την σκέψη του στον μονοθεϊσμό και ορισμένες πρωτοποριακές ιδέες του σε τομείς της γνώσης.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
Συνοπτικά:
Α. Θεωρούσε ότι οι θεοί είναι ανήθικοι και είναι λάθος να τους προσδίδουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Διάφορες φυλές τους δίνουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και το ίδιο θα έκαναν και τα ζώα αν είχαν θεούς. Ο ίδιος σχηματίζει την πεποίθηση, πως υπάρχει μία μοναδική μη-ανθρωπόμορφη θεότητα.
Β. Θεωρούσε την ιεραρχία των θεών ως αδύνατη. Ο Θεός του Ξενοφάνη διαφέρει και ως προς το σώμα και ως προς τη σκέψη από τον άνθρωπο. Είναι ακίνητος, γιατί λογικά είναι αδύνατον, να κινείται με ανθρώπινα μέτρα ο Θεός. Επίσης για τον Θεό η κίνηση είναι περιττή, αφού μόνο με την θέλησή του συνταράσσει τα πάντα.
Γ. Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος "ενίσας". Με τον όρο αυτό εννοεί ότι ο Ξενοφάνης πρώτος έθεσε ως αξίωμα την ενότητα, μοναδικότητα. Το σώμα του ενός Θεού του Ξενοφάνη ήταν δευτερεύουσας σημασίας όπως και η τοποθέτησή του στον χώρο.
Δ. Θεωρούσε πως η ανθρώπινη γνώση είναι πεπερασμένη και παραμένει ατελής σε σχέση με την θεία. Η αναζήτηση ωστόσο ανταμείβεται, και για τον λόγο αυτόν ο Ξενοφάνης και ο Ηράκλειτος πίστευαν πως βρίσκονταν σε μια ξεχωριστή κατάσταση συνειδητότητας.
Ε. Απέρριπτε την θεωρία της μετεμψύχωσης του Πυθαγόρα. Το ηρακλειτικό "ΗΝ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΕΣΤΑΙ" πηγάζει από την μοναδικότητα, ενότητα και αιωνιότητα του Θεού του Ξενοφάνη. Ο Παρμενίδης με την σειρά του δέχθηκε τις ιδιότητες αυτές, δεν μπορούσε όμως να δεχθεί την κινητικότητα και μεταβλητότητα του Ηρακλειτικού όντος.
Τρεις είναι οι σημαντικές προτάσεις του Ξενοφάνη:
1) Υπάρχει ένας Θεός, πολύ διαφορετικός από τους ανθρώπους στην μορφή και στην σκέψη. Οι θεοί είναι αποκυήματα της φαντασίας των ανθρώπων που τους επινοούν κατ'εικόνα και ομοίωσή τους.
2) Ο Θεός είναι ακίνητος, όμως τα βλέπει όλα, τα καταλαβαίνει όλα και τα ακούει όλα με τρόπο που δε γίνεται κατανοητός από τους ανθρώπους. Προαναγγέλλεται έτσι το "κινούν ακίνητον" του Αριστοτέλη.
3) Η σοφία είναι προτιμότερη από την σωματική δύναμη και αποτελεί την πραγματική δύναμη και μόρφωση.
Ζ. Εισήγαγε τον μονοθεϊσμό. Ο Θεός είναι ένας και μέγιστος και το σύμπαν μία πραγματικότητα, ένα ανώλεθρο Ον, που είναι η πρώτη αρχή των άλλων. Πρώτος εισάγει την ιδέα της στάσης και της κίνησης, του Είναι και του Γίγνεσθαι. Είναι ενιστής, αφού βλέπει ότι το σύμπαν είναι ένα και κυριαρχείται από μια θεότητα. Αρνείται την παντοδυναμία του νου και την δυνατότητα του ανθρώπου να κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια. Η πιθανή γνώση όμως είναι δυνατή. Οι θεοί ήταν φειδωλοί ως προς την γνώση για να αφήσουν στους ανθρώπους ελεύθερο πεδίο αναζητήσεων και ερευνών.
Η. Ήταν υπέρ της προόδου (OYTOI AΠ' ΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΑ ΘΕΟΙ ΘΝΗΤΟΙΣ'ΥΠΕΔΕΙΞΑΝ, ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΩ ΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΕΦΕΥΡΙΣΚΟΥΣΙΝ ΑΜΕΙΝΟΝ). Εννοούσε ότι η γνώση αποκαλύπτεται στους ανθρώπους όχι ύστερα από επέμβαση των θεών, αλλά ύστερα από έρευνα του ανθρώπου. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της προόδου.
Θ. Ως ηθικός φιλόσοφος υιοθετησε κριτική στάση απέναντι στα δεινά της εποχής του και απέναντι στους συμπολίτες του, που τους κατηγορεί για τρυφηλότητα, πολυτέλεια, έλλειψη ψυχικής ανάτασης και υλόφρονα αντίληψη. Θεωρεί ότι η τυραννία των Περσών οφείλεται στην ηθική σήψη και την ψυχική αναιμία των Ελλήνων.
Ι. Για τον Θεό εκτός των προαναφερθέντων είπε επίσης πως είναι αγέννητος, αφού το τέλειο δε μπορεί να γεννηθεί από το ατελές, άρα ο Θεός είναι άναρχος και αιώνιος. Η ιεραρχία αποκλείεται γιατί ένας υπο-Θεός δεν νοείται ούτε όμως ίσοι μπορεί να είναι οι θεοί, γιατί γνώρισμα του Θεού είναι η ανωτερότητά του. Ο Θεός είναι επομένως μοναδικός, παντοδύναμος και δεν έχει όρια όπως τα εννοούν οι άνθρωποι.
Κ. Ήταν ο πρώτος φιλόσοφος, που, ως λογικός άνθρωπος εναντιώνεται όχι μόνο στην θρησκεία της εποχής του αλλά και σε οποιεσδήποτε δεισιδαιμονίες ή προλήψεις. Η διδασκαλία του για ένα αιώνιο, αμετάβλητο Ον, που υπάρχει πίσω από την ποικιλία των φαινομένων, επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους φιλοσόφους.
8. ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ Ο ΕΛΕΑΤΗΣ (τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Ελέα της Μεγάλης Ελλάδας στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., σε ένα περιβάλλον επηρεασμένο από τις απόψεις του Πυθαγόρα και του Ξενοφάνη. Θεωρείται η πλέον πρωτότυπη μορφή της προσωκρατικής σκέψης. Σε αντίθεση με τους Ίωνες φυσιολόγους δεν αναζητά την ενότητα του κόσμου σε μια φυσική ουσία, αλλά στην ίδια την “οντότητα” των πραγμάτων που μας περιβάλλουν, στο είναι όλων των όντων και όλων των πραγμάτων.
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
9. ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ (524-435 π.Χ.)
Φιλόσοφος και κωμικός ποιητής, ο οποίος έζησε στην Σικελία, όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς του. Έγραψε 52 περίπου κωμωδίες σε δωρική διάλεκτο, όπως «Προμηθεύς», «Ήβη», «Χορευταί», «Ήφαιστος» κ.ά., από τις οποίες σώζονται λίγα μόνο αποσπάσματα. Αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Οι σύγχρονοί του τον χαρακτήρισαν φιλόσοφο, γιατί εκτός από τους κωμικούς τύπους που παρουσιάζει στα έργα του, υπάρχουν μέσα σ` αυτά διάσπαρτες και σοφές γνώμες. Μερικά από τα έργα του, όπως «Θεαροί» και «Ήβη και γάμος» κλίνουν περισσότερο προς την φαρσοκωμωδία.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ – ΡΗΣΕΙΣ»
Αρχαίο κείμενο:
1. Νήφε και μέμνησο απιστείν.
2. Το εύ λέγειν κάκιστον, ει φέρει βλάβην.
3. Ο τρόπος ανθρώποισι δαίμων αγαθός, οίς δε και κακός.
4. Ποτί πονηρόν ου άχρηστον όπλον ά πονηρία.
Μετάφραση:
1. Να παραμένεις νηφάλιος και να θυμάσαι να δυσπιστείς.
2. Ο έπαινος είναι κάκιστος, αν βλάπτει.
3. Ο χαρακτήρας είναι για τους ανθρώπους ένα καλό πνεύμα (ή πεπρωμένο), αλλά για κάποιους είναι και κακό.
4. Απέναντι στους πονηρούς, η πονηριά δεν είναι άχρηστο όπλο.
5. Η σοφία, δεν υπάρχει σε ένα αλλά σε όλα τα ζωντανά, όλα έχουν αντίληψη.
6. Νοητό είναι εκείνο στο οποίο δεν μπορεί να προστεθεί ή να αφερεθεί.
7. Οι Θεοί πάντα υπήρχαν και ποτέ δεν έλειψαν και ότι έχει σχέση μ’ αυτούς είναι πάντα όμοιο και σταθερό.
8. Το καλό είναι από μόνο του κάτι, κι όποιος το έμαθε και το γνωρίζει γίνεται καλός.
9. Αισθητό είναι αυτό που δεν παραμένει σταθερό, ούτε στο ποιόν ούτε στο ποσόν.
10. Η εγγύηση είναι θυγατέρ της ζημίας, η δε ζημία της εγγυήσεως.
11. Αν έχεις την σκέψη καθαρή, είσαι καθαρός σ’ όλο το σώμα.
12. Η μελέτη δωρίζει περισσότερα απο την φύση αγαθά.
10. ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ Ο ΑΚΡΑΓΑΝΤΙΝΟΣ (495-430 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας πυθαγόρειος φιλόσοφος, ένας από τους σπουδαιότερους αντιπροσώπους της προσωκρατικής ελληνικής φιλοσοφίας, φυσικός, μηχανικός, εφευρέτης, ιατρός, μουσικός και ποιητής. Η ζωή του υπήρξε αντικείμενο πολλών μυθοπλασιών και, σύμφωνα με τις δοξασίες του περί μετενσάρκωσης, ήταν κι ο ίδιος, όπως δηλώνει, δαίμονας που έπεσε σε βαρύ αμάρτημα, ξέπεσε από την θεϊκή φύση του και πέρασε διαδοχικά από σώμα ζώου, φυτού και ανθρώπου, περιπλανώμενος στο σύμπαν, προορισμένος όμως, αργά ή γρήγορα να ξαναπάρει την αρχική του φύση. Από τα σωζόμενα αποσπάσματα των έργων του Εμπεδοκλή εξάγεται ότι ο συγγραφέας τους, εκτός από την γενική Φυσική, είχε και ειδικότερες γνώσεις Φυσιογνωσίας και Ιατρικής, ιδιαίτερα Φυσιολογίας, Ανατομίας και Εμβρυολογίας, και ότι έτσι συνδεόταν με την μεγάλη ιατρική παράδοση της Κάτω Ιταλίας.
11. ΛΥΣΙΣ (μέσα του 5ου αιώνα π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από τον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας. Στον Λύσιν αποδίδονταν διάφορα συγγράμματα περί της ψυχής, της ευσέβειας, ιεροί λόγοι και άλλα. Επειδή είχε αναθεωρήσει παλιές πυθαγόρειες δοξασίες δεν θεωρούταν «ορθόδοξος Πυθαγόρειος» και γι' αυτό και ο Αριστοτέλης αποκαλεί τόσο αυτόν όσο και άλλους που ανέπτυξαν τον Πυθαγορισμό στην Ελλάδα ως «οι καλούμενοι Πυθαγόρειοι», μεταξύ των οποίων ήταν και ο Φιλόλαος, ο Ξενόφιλος κ.ά.
12. ΙΚΚΟΣ Ο ΤΑΡΑΝΤΙΝΟΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ιατρός και φιλόσοφος με καταγωγή από την πόλη του Τάραντα στην Μεγάλη Ελλάδα, καθώς και ολυμπιονίκης ο οποίος υπήρξε νικητής στο αγώνισμα του πεντάθλου κατά τους 84ους (444 π.Χ.) ολυμπιακούς αγώνες της αρχαιότητας. Αναφορές σε αυτόν υπάρχουν επίσης και από τον Πλάτωνα ο οποίος τον εξυμνεί και τον αναφέρει ως έναν από τους σοφιστές, ενώ ο Ιάμβλιχος αναφέρεται στον Ίκκο ως πυθαγόρειο φιλόσοφο. Θεωρείται πως υπήρξε ο πατέρας της αθλητικής διαιτολογίας, διδάσκοντας την αρμονία μεταξύ νου και σώματος, την εγκράτεια στην διατροφή, και τον αυτοέλεγχο.
13. ΤΙΜΑΙΟΣ Ο ΛΟΚΡΟΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ο κύριος ομιλητής του ομώνυμου πλατωνικού διαλόγου, ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος και αστρονόμος από τους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας. Kανείς άλλος συγγραφέας, προγενέστερος ή σύγχρονος του Πλάτωνος, δεν μνημονεύει τον Τίμαιο τον Λοκρό. Αργότερα πάντως, ο Κικέρων ανέφερε ότι ο Τίμαιος ήταν μαζί με τον Αρχύτα τον Ταραντίνο αυτοί που μύησαν τον Πλάτωνα στην πυθαγόρεια φιλοσοφία, μετά τον θάνατο του Σωκράτη. Σύμφωνα με την Σούδα ο Τίμαιος ο Λοκρός έγραψε βιβλία μαθηματικών, καθώς και τα έργα «Περί φύσεως» και «Περὶ τοῦ Πυθαγόρου βίου». Στην πραγματικότητα, το «Περὶ ψυχᾶς κόσμου καὶ φύσιος» είναι ένα ψευδεπίγραφο έργο, μια όψιμη ερμηνεία του πλατωνικού «Τιμαίου» γραμμένη μεταξύ 2ου π.Χ. και 1ου μ.Χ. αιώνα από κάποιον άγνωστο συγγραφέα. Αλλά και το «Περί του Πυθαγόρου βίου» (που δεν αναφέρεται από καμιά άλλη αρχαία πηγή εκτός από την Σούδα) ίσως να ήταν κάποιο χαμένο τμήμα ή κεφάλαιο από το εκτεταμένο έργο του ιστορικού της Σικελίας Τιμαίου του Ταυρομενίτη. Αμφισβητείται επίσης, πέρα από τα έργα, ακόμη και η ύπαρξη του Τιμαίου του Λοκρού ως πραγματικού ιστορικού προσώπου.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΝΑΦΟΡΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Πλάτωνος, Τίμαιος Κεφ. Ε’:
ΤΙΜΑΙΟΣ: ἀλλ', ὦ Σώκρατες, τοῦτό γε δὴ πάντες ὅσοι καὶ κατὰ βραχὺ σωφροσύνης μετέχουσιν, ἐπὶ παντὸς ὁρμῇ καὶ σμικροῦ καὶ μεγάλου πράγματος θεὸν ἀεί που καλοῦσιν: ἡμᾶς δὲ τοὺς περὶ τοῦ παντὸς λόγους ποιεῖσθαί πῃ μέλλοντας, ᾗ γέγονεν ἢ καὶ ἀγενές ἐστιν, εἰ μὴ παντάπασι παραλλάττομεν, ἀνάγκη θεούς τε καὶ θεὰς ἐπικαλουμένους εὔχεσθαι πάντα κατὰ νοῦν ἐκείνοις μὲν μάλιστα, ἑπομένως δὲ ἡμῖν εἰπεῖν. καὶ τὰ μὲν περὶ θεῶν ταύτῃ παρακεκλήσθω: τὸ δ' ἡμέτερον παρακλητέον, ᾗ ῥᾷστ' ἂν ὑμεῖς μὲν μάθοιτε, ἐγὼ δὲ ᾗ διανοοῦμαι μάλιστ' ἂν περὶ τῶν προκειμένων ἐνδειξαίμην. ἔστιν οὖν δὴ κατ' ἐμὴν δόξαν πρῶτον διαιρετέον τάδε: τί τὸ ὂν ἀεί, γένεσιν δὲ οὐκ ἔχον, καὶ τί τὸ γιγνόμενον μὲν ἀεί, ὂν δὲ οὐδέποτε; τὸ μὲν δὴ νοήσει μετὰ λόγου περιληπτὸν ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ ὄν, τὸ δ᾿ αὖ δόξῃ μετ᾿ αἰσθήσεως ἀλόγου δοξαστὸν γιγνόμενον καὶ ἀπολλύμενον, ὄντως δὲ οὐδέποτε ὄν. πᾶν δὲ αὖ τὸ γιγνόμενον ὑπ᾿ αἰτίου τινὸς ἐξ ἀνάγκης γίγνεσθαι· παντὶ γὰρ ἀδύνατον χωρὶς αἰτίου γένεσιν σχεῖν. ὅτου μὲν οὖν ἂν ὁ δημιουργὸς πρὸς τὸ κατὰ ταὐτὰ ἔχον βλέπων ἀεί, τοιούτῳ τινὶ προσχρώμενος παραδείγματι, τὴν ἰδέαν καὶ δύναμιν αὐτοῦ ἀπεργάζηται, καλὸν ἐξ ἀνάγκης οὕτως ἀποτελεῖσθαι πᾶν: οὗ δ' ἂν εἰς γεγονός, γεννητῷ παραδείγματι προσχρώμενος, οὐ καλόν. ὁ δὴ πᾶς οὐρανὸς --ἢ κόσμος ἢ καὶ ἄλλο ὅτι ποτὲ ὀνομαζόμενος μάλιστ' ἂν δέχοιτο, τοῦθ' ἡμῖν ὠνομάσθω--σκεπτέον δ' οὖν περὶ αὐτοῦ πρῶτον, ὅπερ ὑπόκειται περὶ παντὸς ἐν ἀρχῇ δεῖν σκοπεῖν, πότερον ἦν ἀεί, γενέσεως ἀρχὴν ἔχων οὐδεμίαν, ἢ γέγονεν, ἀπ' ἀρχῆς τινος ἀρξάμενος. γέγονεν: ὁρατὸς γὰρ ἁπτός τέ ἐστιν καὶ σῶμα ἔχων, πάντα δὲ τὰ τοιαῦτα αἰσθητά, τὰ δ' αἰσθητά, δόξῃ περιληπτὰ μετ' αἰσθήσεως, γιγνόμενα καὶ γεννητὰ ἐφάνη. τῷ δ' αὖ γενομένῳ φαμὲν ὑπ' αἰτίου τινὸς ἀνάγκην εἶναι γενέσθαι. τὸν μὲν οὖν ποιητὴν καὶ πατέρα τοῦδε τοῦ παντὸς εὑρεῖν τε ἔργον καὶ εὑρόντα εἰς πάντας ἀδύνατον λέγειν: τόδε δ' οὖν πάλιν ἐπισκεπτέον περὶ αὐτοῦ, πρὸς πότερον τῶν παραδειγμάτων ὁ τεκταινόμενος αὐτὸν ἀπηργάζετο, πότερον πρὸς τὸ κατὰ ταὐτὰ καὶ ὡσαύτως ἔχον ἢ πρὸς τὸ γεγονός. εἰ μὲν δὴ καλός ἐστιν ὅδε ὁ κόσμος ὅ τε δημιουργὸς ἀγαθός, δῆλον ὡς πρὸς τὸ ἀίδιον ἔβλεπεν: εἰ δὲ ὃ μηδ' εἰπεῖν τινι θέμις, πρὸς γεγονός. παντὶ δὴ σαφὲς ὅτι πρὸς τὸ ἀίδιον: ὁ μὲν γὰρ κάλλιστος τῶν γεγονότων, ὁ δ' ἄριστος τῶν αἰτίων. οὕτω δὴ γεγενημένος πρὸς τὸ λόγῳ καὶ φρονήσει περιληπτὸν καὶ κατὰ ταὐτὰ ἔχον δεδημιούργηται:
τούτων δὲ ὑπαρχόντων αὖ πᾶσα ἀνάγκη τόνδε τὸν κόσμον εἰκόνα τινὸς εἶναι. μέγιστον δὴ παντὸς ἄρξασθαι κατὰ φύσιν ἀρχήν. ὧδε οὖν περί τε εἰκόνος καὶ περὶ τοῦ παραδείγματος αὐτῆς διοριστέον, ὡς ἄρα τοὺς λόγους, ὧνπέρ εἰσιν ἐξηγηταί, τούτων αὐτῶν καὶ συγγενεῖς ὄντας: τοῦ μὲν οὖν μονίμου καὶ βεβαίου καὶ μετὰ νοῦ καταφανοῦς μονίμους καὶ ἀμεταπτώτους--καθ' ὅσον οἷόν τε καὶ ἀνελέγκτοις προσήκει λόγοις εἶναι καὶ ἀνικήτοις, τούτου δεῖ μηδὲν ἐλλείπειν--τοὺς δὲ τοῦ πρὸς μὲν ἐκεῖνο ἀπεικασθέντος, ὄντος δὲ εἰκόνος εἰκότας ἀνὰ λόγον τε ἐκείνων ὄντας: ὅτιπερ πρὸς γένεσιν οὐσία, τοῦτο πρὸς πίστιν ἀλήθεια. ἐὰν οὖν, ὦ Σώκρατες, πολλὰ πολλῶν πέρι, θεῶν καὶ τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως, μὴ δυνατοὶ γιγνώμεθα πάντῃ πάντως αὐτοὺς ἑαυτοῖς ὁμολογουμένους λόγους καὶ ἀπηκριβωμένους ἀποδοῦναι, μὴ θαυμάσῃς: ἀλλ' ἐὰν ἄρα μηδενὸς ἧττον παρεχώμεθα εἰκότας, ἀγαπᾶν χρή, μεμνημένους ὡς ὁ λέγων ἐγὼ ὑμεῖς τε οἱ κριταὶ φύσιν ἀνθρωπίνην ἔχομεν, ὥστε περὶ τούτων τὸν εἰκότα μῦθον ἀποδεχομένους πρέπει τούτου μηδὲν ἔτι πέρα ζητεῖν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: ἄριστα, ὦ Τίμαιε, παντάπασί τε ὡς κελεύεις ἀποδεκτέον: τὸ μὲν οὖν προοίμιον θαυμασίως ἀπεδεξάμεθά σου, τὸν δὲ δὴ νόμον ἡμῖν ἐφεξῆς πέραινε.
Πλάτωνος, Τίμαιος Κεφ. ΣΤ’:
ΤΙΜΑΙΟΣ: λέγωμεν δὴ δι' ἥντινα αἰτίαν γένεσιν καὶ τὸ πᾶν τόδε ὁ συνιστὰς συνέστησεν. ἀγαθὸς ἦν, ἀγαθῷ δὲ οὐδεὶς περὶ οὐδενὸς οὐδέποτε ἐγγίγνεται φθόνος: τούτου δ' ἐκτὸς ὢν πάντα ὅτι μάλιστα ἐβουλήθη γενέσθαι παραπλήσια ἑαυτῷ. ταύτην δὴ γενέσεως καὶ κόσμου μάλιστ' ἄν τις ἀρχὴν κυριωτάτην παρ' ἀνδρῶν φρονίμων ἀποδεχόμενος ὀρθότατα ἀποδέχοιτ' ἄν. βουληθεὶς γὰρ ὁ θεὸς ἀγαθὰ μὲν πάντα, φλαῦρον δὲ μηδὲν εἶναι κατὰ δύναμιν, οὕτω δὴ πᾶν ὅσον ἦν ὁρατὸν παραλαβὼν οὐχ ἡσυχίαν ἄγον ἀλλὰ κινούμενον πλημμελῶς καὶ ἀτάκτως, εἰς τάξιν αὐτὸ ἤγαγεν ἐκ τῆς ἀταξίας, ἡγησάμενος ἐκεῖνο τούτου πάντως ἄμεινον. θέμις δ' οὔτ' ἦν οὔτ' ἔστιν τῷ ἀρίστῳ δρᾶν ἄλλο πλὴν τὸ κάλλιστον: λογισάμενος οὖν ηὕρισκεν ἐκ τῶν κατὰ φύσιν ὁρατῶν οὐδὲν ἀνόητον τοῦ νοῦν ἔχοντος ὅλον ὅλου κάλλιον ἔσεσθαί ποτε ἔργον, νοῦν δ' αὖ χωρὶς ψυχῆς ἀδύνατον παραγενέσθαι τῳ. διὰ δὴ τὸν λογισμὸν τόνδε νοῦν μὲν ἐν ψυχῇ, ψυχὴν δ' ἐν σώματι συνιστὰς τὸ πᾶν συνετεκταίνετο, ὅπως ὅτι κάλλιστον εἴη κατὰ φύσιν ἄριστόν τε ἔργον ἀπειργασμένος. οὕτως οὖν δὴ κατὰ λόγον τὸν εἰκότα δεῖ λέγειν τόνδε τὸν κόσμον ζῷον ἔμψυχον ἔννουν τε τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὴν τοῦ θεοῦ γενέσθαι πρόνοιαν. τούτου δ' ὑπάρχοντος αὖ τὰ τούτοις ἐφεξῆς ἡμῖν λεκτέον, τίνι τῶν ζῴων αὐτὸν εἰς ὁμοιότητα ὁ συνιστὰς συνέστησεν. τῶν μὲν οὖν ἐν μέρους εἴδει πεφυκότων μηδενὶ καταξιώσωμεν --ἀτελεῖ γὰρ ἐοικὸς οὐδέν ποτ' ἂν γένοιτο καλόν--οὗ δ' ἔστιν τἆλλα ζῷα καθ' ἓν καὶ κατὰ γένη μόρια, τούτῳ πάντων ὁμοιότατον αὐτὸν εἶναι τιθῶμεν. τὰ γὰρ δὴ νοητὰ ζῷα πάντα ἐκεῖνο ἐν ἑαυτῷ περιλαβὸν ἔχει, καθάπερ ὅδε ὁ κόσμος ἡμᾶς ὅσα τε ἄλλα θρέμματα συνέστηκεν ὁρατά. τῷ γὰρ τῶν νοουμένων καλλίστῳ καὶ κατὰ πάντα τελέῳ μάλιστα αὐτὸν ὁ θεὸς ὁμοιῶσαι βουληθεὶς ζῷον ἓν ὁρατόν, πάνθ' ὅσα αὐτοῦ κατὰ φύσιν συγγενῆ ζῷα ἐντὸς ἔχον ἑαυτοῦ, συνέστησε. πότερον οὖν ὀρθῶς ἕνα οὐρανὸν προσειρήκαμεν, ἢ πολλοὺς καὶ ἀπείρους λέγειν ἦν ὀρθότερον; ἕνα, εἴπερ κατὰ τὸ παράδειγμα δεδημιουργημένος ἔσται. τὸ γὰρ περιέχον πάντα ὁπόσα νοητὰ ζῷα μεθ' ἑτέρου δεύτερον οὐκ ἄν ποτ' εἴη: πάλιν γὰρ ἂν ἕτερον εἶναι τὸ περὶ ἐκείνω δέοι ζῷον, οὗ μέρος ἂν εἴτην ἐκείνω, καὶ οὐκ ἂν ἔτι ἐκείνοιν ἀλλ' ἐκείνῳ τῷ περιέχοντι τόδ' ἂν ἀφωμοιωμένον λέγοιτο ὀρθότερον. ἵνα
οὖν τόδε κατὰ τὴν μόνωσιν ὅμοιον ᾖ τῷ παντελεῖ ζῴῳ, διὰ ταῦτα οὔτε δύο οὔτ' ἀπείρους ἐποίησεν ὁ ποιῶν κόσμους, ἀλλ' εἷς ὅδε μονογενὴς οὐρανὸς γεγονὼς ἔστιν καὶ ἔτ' ἔσται.
Μετάφραση:
Πλάτωνος, Τίμαιος Κεφ. Ε’:
ΤΙΜΑΙΟΣ: Αλλ', ω Σώκρατες, πάντες όσοι και ολίγην έχουσι φρόνησιν πράττουσι τούτο, δηλ. εις την αρχήν παντός πράγματος μικρού και μεγάλου πάντοτε επικαλούνται τον Θεόν. Ημείς δε οίτινες μέλλομεν να ομιλήσωμεν περί του σύμπαντος πώς έγινε
ή αν είναι αγέννητον, εάν δεν είμεθα εντελώς παράφρονες, ανάγκη, επικαλούμενοι τους θεούς και τας θεάς, να ευχηθώμεν να είναι όλοι οι λόγοι ημών προ πάντων σύμφωνοι προς την κρίσιν αυτών, ακόλουθοι δε προς ημάς αυτούς. Και ως προς τους θεούς μεν ας είναι αύτη η παράκλησις· ως προς ημάς δε ας παρακαλέσωμεν, όπως όσον το δυνατόν ευκολώτερον υμείς κατανοήσητε, εγώ δε σας δείξω σαφώς περί του αντικειμένου της διαλέξεως, πώς το νοώ. Πρέπει τώρα κατά την γνώμην μου να διακρίνωμεν τα εξής: Τι είναι εκείνο όπερ πάντοτε είναι και γένεσιν δεν έχει, και τι είναι εκείνο όπερ γίνεται και ουδέποτε είναι. Το μεν πρώτον είναι καταληπτόν υπό της νοήσεως διά του συλλογισμού, διότι είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον (αμετάβλητον). Το άλλο είναι αντιληπτόν υπό της δόξης (γνώμης) και της ασυλλογίστου αισθήσεως, δοξαστόν, διότι γίνεται και φθείρεται, αλλά πραγματικώς ουδέποτε είναι. Εξ άλλου, παν πράγμα, το οποίον γίνεται, εξ ανάγκης γίνεται από αίτιον τι, διότι οιονδήποτε πράγμα είναι αδύνατον να λάβη γένεσιν χωρίς αιτίου (υπό του οποίου γίνεται). Παν πράγμα λοιπόν, του οποίου την μορφήν και την λειτουργίαν ποιεί ο δημιουργός βλέπων πάντοτε προς εκείνω, το οποίον είναι αιώνιον και αμετάβλητον και ως παράδειγμα μεταχειριζόμενος αυτό, εξ ανάγκης το πράγμα τούτο αποτελείται πάντοτε ούτω καλόν· εκείνο όμως, όπερ δημιουργεί αποβλέπων εις το έχον γένεσιν και μεταχειριζόμενος γεννητόν παράδειγμα, τούτο δεν είναι καλόν. Ο όλος δε ουρανός, ή ο κόσμος, ή αν ευρίσκηται άλλο τι όνομα περισσότερον κατάλληλον, ούτως ας ονομάζηται υφ' υμών. Περί αυτού λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν κατά πρώτον εκείνο, το οποίον μας παρουσιάζεται εις την αρχήν εκάστου πράγματος ως αναγκαίον, να σκεφθώμεν δηλαδή: πάντοτε ήτο και δεν έλαβεν ουδεμίαν αρχήν γενέσεως; ή έγινε και έλαβεν έναρξιν από τινος αρχής; Έλαβε γένεσιν, διότι είναι ορατός και απτός και έχει σώμα, πάντα δε τα τοιαύτα πράγματα είναι αισθητά· τα δε αισθητά, τα οποία αντιλαμβανόμεθα διά της δόξης (γνώμης) εν βοηθεία της αισθήσεως, είδομεν ότι γίνονται και είναι γεννητά. Το δε γεννηθέν είπομεν ότι εξ ανάγκης εγένετο υπό τινος αιτίου. Τον ποιητήν όμως και πατέρα του σύμπαντος τούτου και να εύρη τις είναι δύσκολον, και αν τον εύρη, είναι αδύνατον να τον αποκαλύψη εις πάντας.
Αλλά και το εξής πάλιν πρέπει τις να σκεφθή περί αυτού. Προς ποίον εκ των παραδειγμάτων βλέπων ο ποιητής του κόσμου κατεσκεύαζεν αυτόν; προς εκείνο το οποίον είναι αιωνίως το αυτό και κατά τον αυτόν τρόπον ή προς το λαβόν γέννησιν;
Εάν μεν ο κόσμος ούτος είναι καλός και ο δημιουργός αυτού αγαθός, είναι φανερόν ότι έβλεπε πρός το αιώνιον παράδειγμα. Εάν δε τουναντίον (όπερ δεν επιτρέπεται ούτε να το είπη τις) προς το λαβόν γέννησιν. Αλλά εις πάντας είναι προφανές ότι απέβλεπε προς το αιώνιον, διότι ο μεν κόσμος είναι το ωραιότατον όσων έλαβον γέννησιν, ο δε ποιητής του είναι το άριστον των αιτίων. Και, αν έχη γίνη τοιουτοτρόπως, εδημιουργήθη σύμφωνα προς εκείνο, το οποίον είναι καταληπτόν υπό του λόγου και της νοήσεως και είναι πάντοτε το αυτό. Και, αν ταύτα είναι αληθή, ανάγκη πάσα ο κόσμος να είναι εικών τινος. Εκείνο δε, το οποίον είναι το μέγιστον εις παν πράγμα, είναι το να γίνεται έναρξις από της φυσικής αρχής αυτού. Λοιπόν και περί της εικόνος και του παραδείγματος αυτής πρέπει να διακρίνωμεν ακριβώς, ότι οι λόγοι (πρέπει να) είναι συγγενείς αυτών τούτων των πραγμάτων, τα οποία εξηγούσι. Περί εκείνου άρα, το οποίον είναι μόνιμον και σταθερόν και γίνεται καταφανές διά του νου, οι λόγοι πρέπει να είναι σταθεροί και αμετάβλητοι, και, εφ' όσον είναι δυνατόν και αρμόζει εις λόγους να είναι αναντίρρητοι και ακίνητοι, εκ τούτων τίποτε δεν πρέπει να λείπη. Αλλ' οι λόγοι, οίτινες εξηγούσι το πράγμα, το οποίον εικονίσθη κατά το παράδειγμα εκείνο, και το οποίον άρα είναι εικών, είναι πιθανοί και ανάλογοι προς το πράγμα. Τω όντι, ό,τι είναι προς την γένεσιν η ουσία, τούτο είναι προς την πίστιν η αλήθεια. Εάν λοιπόν, ω Σώκρατες, επειδή πολλοί είπον πολλά (διάφορα) περί θεών και της γενέσεως κόσμου, εάν δεν δυνηθώμεν να δώσωμεν εξηγήσεις ολοσχερώς και καθ' όλα τα μέρη συμφώνους πρός εαυτάς και ακριβείς, μη θαυμάσης.
Εάν όμως όχι ολιγώτερον άλλου τινός παρουσιάσωμεν λόγους πιθανούς, πρέπει να αρκεσθώμεν, ενθυμούμενοι ότι και εγώ ο ομιλών και υμείς οι κρίνοντες έχομεν φύσιν ανθρωπίνην, ούτως ώστε δεχόμενοι περί τούτων τον πιθανόν λόγον δεν πρέπει να ζητώμεν ακόμη περαιτέρω (βαθύτερον).
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Άριστα, ω Τίμαιε· και πρέπει να αποδεχθώμεν απολύτως ό,τι λέγεις. Και το μεν προοίμιόν σου μας ήρεσε θαυμάσια· τώρα δε συνεχίζων τελείωνέ μας και το άσμα.
Πλάτωνος, Τίμαιος Κεφ. ΣΤ’:
ΤΙΜΑΙΟΣ: Άς είπωμεν λοιπόν διά ποίαν αιτίαν εσύστησε την γένεσιν και το σύμπαν τούτο ο συστήσας αυτά. Ήτο αγαθός και εις τον αγαθόν ουδείς φθόνος ουδέποτε γεννάται δι' ουδέν πράγμα. Επειδή λοιπόν ήτο χωρίς φθόνον, ηθέλησε να γίνωσι πάντα τα πράγματα όσον το δυνατόν ομοιότατα με αυτόν. Και αν τις αποδέχηται την αρχήν ταύτην της γενέσεως και του κόσμου, λαβών από άνδρας σοφούς αυτήν ως την βασιμωτάτην πασών, ορθότατα θα απεδέχετο αυτήν. Διότι ο Θεός, θελήσας πάντα τα πράγματα να είναι αγαθά και ουδέν καθ' όσον ήτο δυνατόν να είναι άχρηστον, διά τούτο λαβών όσον ήτο ορατόν και δεν ησύχαζεν, αλλ' εκινείτο ακανονίστως και ατάκτως, το έφερεν εις τάξιν εκ της αταξίας, θεωρήσας ότι εκείνη είναι κατά πάντα καλυτέρα ταύτης. Διότι ούτε ήτο ούτε είναι θεμιτόν εις τον άριστον να πράττη άλλο παρά το κάλλιστον. Συλλογισθείς λοιπόν εύρισκεν ότι κανέν πράγμα φύσει ορατόν, μη έχον νουν, θα είναι ποτε εις το σύνολον του ωραιότερον έργον άλλου εις το σύνολόν του, το οποίον έχει νουν, και ότι νους πάλιν χωρίς ψυχήν είναι αδύνατον να υπάρξη εις κανένα. Ένεκα δε του λογισμού τούτου θέτων τον νουν εις την ψυχήν και την ψυχήν εις το σώμα εσύστησε το σύμπαν, ίνα το έργον, το οποίον εποίει, είναι κατά την φύσιν του όσον το δυνατόν ωραιότατον και άριστον. Ούτω λοιπόν μετά πιθανότητος πρέπει να λέγωμεν, ότι ο κόσμος ούτος είναι αληθώς ζώον, έχον ψυχήν και νουν, δημιουργηθέν υπό της προνοίας του Θεού.
Τούτου τεθέντος, πρέπει τώρα να εξετάσωμεν την επακολουθούσαν ερώτησιν, δηλαδή καθ' ομοιότητα τίνος ζώου συνέστησε τον κόσμον ο συστήσας αυτόν; Με ουδέν βεβαίως, από όσα έχουσι φύσει χαρακτήρα μέρους, θα δυνηθώμεν να τον παρομοιώσωμεν διότι κανέν, όπερ ομοιάζει με ατελές πράγμα, δύναται ποτε να γίνη ωραίον. Με εκείνο όμως, του οποίου μέρη είναι τα άλλα ζώα καθ' έν και τα γένη αυτών, με αυτό περισσότερον πάντων των άλλων θα παραδεχθώμεν ότι είναι ομοιότατος ο κόσμος. Διότι εκείνο έχει περιλάβει εν εαυτώ πάντα τα νοητά ζώα, καθώς ο κόσμος· ούτος περιλαμβάνει ημάς και όσα άλλα ορατά ζώα εγεννήθησαν. Όθεν με το ωραιότατον και κατά πάντα τέλειον εκ των νοητών αντικειμένων ο Θεός θελήσας να κάμη όμοιον τον κόσμον συνέστησεν έν ορατόν (αισθητόν) ζώον, έχον εντός εαυτού πάντα τα άλλα ζώα, όσα είναι συγγενή με αυτό κατά την φύσιν του. Αλλ' άρα γε ορθώς είπομεν ένα μόνον κόσμον (ουρανόν), ή ορθότερον είναι να λέγωμεν πολλούς και απείρους; Ένα, εάν αληθώς είναι δημιουργημένος κατά το παράδειγμα. Διότι εκείνο, το οποίον περιέχει όλα όσα υπάρχουσι νοητά ζώα, δεν δύναται ποτέ να είναι δεύτερον μετ' άλλου. Διότι πάλιν έπρεπε να υπάρχη έν άλλο ζώον, όπερ θα περιελάμβαναν τα δύο εκείνα, και του οποίου μέρη θα ήσαν αυτά τα δύο· και όχι πλέον με τα δύο εκείνα, αλλά με εκείνο το περιέχον θα ελέγετο ορθότερον ότι επλάσθη όμοιος (ο κόσμος). Ίνα λοιπόν το ζώον (ο κόσμος) τούτο και κατά την αριθμητικήν ενότητα είναι όμοιον με το τέλειον εκείνο ζώον, διά τούτο ο ποιητής αυτού δεν εποίησεν ούτε δύο ούτε απείρους κόσμους, αλλ' υπάρχει και θα υπάρχη πάντοτε είς ούτος ο κόσμος γεννηθείς μονογενής.
(μετάφραση Παύλος Γρατσιάτος)
14. ΦΙΛΟΛΑΟΣ (470-385 π.Χ.)
Ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος από τον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας. Οι απόψεις του Φιλολάου αμφισβητήθηκαν από τους αντιπάλους του λόγω της αδυναμίας να παρατηρήσει κανείς το κεντρικό πυρ. Από το σύστημά του βλέπουμε να απαλείφονται τα στοιχεία εκείνα των οποίων η ύπαρξη αποδίδεται σε γενικές μεταφυσικές δοξασίες ενώ δεν απορρίπτεται τελείως η ιδέα της κινούμενης ή/και περιστρεφόμενης γης.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
Συνοπτικά:
Α. Παραδεχόταν, ότι το πεπερασμένον και το άπειρον είναι αι βασικαί αρχαί όλων των πραγμάτων.
Β. Η τάξις εν τω Κόσμο κατέστη δυνατή χάρις εις την αρμονίαν, η οποία προσετέθη εις τας δύο ταύτας αρχάς: «Αρμονία είναι η ένωσις πολλών αναμιχθέντων πραγμάτων και συμφρόνησις των διχοφρονούντων». Αι αρχαί της γνώσεως των πραγμάτων είναι το πεπερασμένον, το άπειρον και ο αριθμός. Διότι, ουδέν είναι δυνατόν να νοηθή και να γνωσθή άνευ τούτου.
Γ. Δι’ ό,τι άφορα εις την ψυχήν και την σχέσιν αυτής προς τα σώμα, ο Φιλόλαος, λέγει τα εξής: «μαρτυρέονται δὲ καὶ οἱ παλαιοί θεολόγοι τε καὶ μάντεις ὡς διὰ τινας τιμωρίας ἁ ψυχά τῷ σάματι συνέζευκται καὶ καθάπερ ἐν σάματι τούτῳ τέθαπται», (μαρτυρούν δε και οι παλαιοί θεολόγοι και μάντεις, ότι η ψυχή έχει συνδεθή προς το σώμα προς τιμωρίαν ένεκα αμαρτημάτων αυτής και ότι είναι εντός του σώματος ως να ευρίσκεται εις τάφον).
15. ΑΡΧΥΤΑΣ Ο ΤΑΡΑΝΤΙΝΟΣ (428-347 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, πολιτικός, στρατηγός, μαθηματικός και μηχανικός. Ανήκει στην δεύτερη γενιά Πυθαγορείων και υπήρξε όπως αναφέρει ο Κικέρων μαθητής του Φιλολάου του Κροτωνιάτη που ανήκει στην προηγούμενη γενιά Πυθαγορείων. Υπήρξε δάσκαλος πολλών και ο πιο γνωστός μαθητής του στα μαθηματικά είναι ο Εύδοξος ο Κνίδιος. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους διανοητές της ελληνικής αρχαιότητας. Ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε μαθηματικές αρχές στην μηχανική, και ο πρώτος που χρησιμοποίησε την αρχή της δράσης αντίδρασης πάνω στην οποία στηρίζεται η λειτουργία των πυραύλων και των αεριωθούμενων αεροπλάνων. Ήταν εξαιρετικός Γεωμέτρης και είναι ο πρώτος ιστορικά που έλυσε το πρόβλημα του διπλασιασμού του κύβου, γνωστό και ως Δήλιο πρόβλημα που είναι ένα από τα τρία άλυτα γεωμετρικά προβλήματα. Άφησε γραπτό έργο του οποίου έχουν διασωθεί μόνο αποσπάσματα. Βιβλία του αναφέρονται τα «Αρμονικός» και «Διατριβαί» από τα οποία σώζονται κάποια μέρη. Επίσης αποσπάσματα από την πολιτικής σημασίας πραγματεία του «Περί Νόμου και Δικαιοσύνης» υπάρχουν διασωσμένα από τον Ιωάννη Στοβαίο στο βιβλίο του «Πολιτικά και Ηθικά Αποσπάσματα» μαζί με τα αποσπάσματα και άλλων πυθαγορείων φιλοσόφων. Επιπλέον αποσπάσματα από τις πραγματείες του Αρχύτα «Περί ανδρός αγαθού και ευδαίμονος», «Περί σοφίας», «Περί παιδεύσεως ηθικής», κ.ά. διασώθηκαν από τον Στοβαίο.
16. ΕΥΡΥΤΟΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Έλληνας πυθαγόρειος φιλόσοφος από τον Τάραντα ή τον Κρότωνα. Ο Διογένης ο Λαέρτιος παρέχει την πληροφορία, ότι ο Εύρυτος είχε συναναστραφεί με τον Πλάτωνα στην Σικελία. Ο Αριστοτέλης αναφέρει γι' αυτόν ότι είχε διατυπώσει δικές του θεωρίες σε δευτερεύοντα ζητήματα της φιλοσοφίας των Πυθαγορείων και ότι είχε επινοήσει δική του εξήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αριθμοί είναι αιτία της ύλης και της ύπαρξης. Κανένα έργο του δεν σώζεται.
17. ΕΚΦΑΝΤΟΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος. Σύμφωνα με μαρτυρία του Ιππολύτου καταγόταν από τις Συρακούσες και ήταν μαθητής του Ικέτα. Σύμφωνα με τον Αέτιο, ο Έκφαντος όπως και ο Πυθαγόρειος Ηρακλείδης ο Ποντικός, πίστευαν οτι η Γη περιστρέφεται γύρω από το κέντρο της και από την Δύση προς την Ανατολή αλλά δεν μετατοπίζεται. Δεχόταν την ύπαρξη των ατόμων αλλά συγχρόνως υποστήριζε ότι ο κόσμος διοικείται από την πρόνοια. Επίσης φέρεται πως είναι ο πρώτος από τους Πυθαγόρειους που απέδωσε σωματική υπόσταση στις ασώματες πυθαγόρειες μονάδες.
18. ΕΧΕΚΡΑΤΗΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν από τους τελευταίους εκπροσώπους της Πυθαγόρειας σχολής. Αρχικά έδρασε στην Ιταλία και μετά στον Φλιούντα της Πελοποννήσου. Ήταν σύγχρονος του Ταραντίνου φιλόσοφου Αριστοξένη, της Περιπατητικής σχολής. Στο έργο του Πλάτωνα «Φαίδων», ένα από τα κεντρικά πρόσωπα του διαλόγου είναι ο πυθαγόρειος Εχεκράτης. Πιθανώς, ο Πλάτων άκουσε τον Εχεκράτη όταν δίδασκε στην Ιταλία και μαθήτευσε κοντά του. Το έργο του περλαμβάνει διάφορα συγγράμματα σχετικά με τα μαθηματικά και την αστρονομία. Σώζονται αποσμάσματα.
19. ΔΙΚΑΙΑΡΧΟΣ (350-290 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος, χαρτογράφος, γεωγράφος, μαθηματικός και συγγραφέας. Ο Δικαίαρχος ήταν μαθητής στο Λύκειον του Αριστοτέλους. Πολύ λίγα πράγματα από το έργο του έχουν διασωθεί. Έγραψε για την ιστορία και την γεωγραφία της Ελλάδος, και το πιο σημαντικό έργο του ήταν το "Βίος Ελλάδος". Έκανε σημαντικές συνεισφορές στον τομέα της χαρτογραφίας, όπου ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν γεωγραφικές συντεταγμένες. Επίσης έγραψε βιβλία για την φιλοσοφία και την πολιτική. Ο Δικαίαρχος εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους αρχαίους ως φιλόσοφος και ως άνθρωπος που είχε εκτενείς γνώσεις σε μεγάλη ποικιλία τομέων. Το έργο του είναι γνωστό μόνο από τις πολλές αποσπασματικές αναφορές των μεταγενέστερων συγγραφέων.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.
20. ΕΥΔΩΡΟΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος, εκπρόσωπος του μεσοπλατωνισμού με καταγωγή από την Αλεξάνδρεια. Προσπάθησε να αναδημιουργήσει την φιλοσοφία του Πλάτωνα με όρους των Πυθαγορείων. Το μόνο που διασώζεται από τα έργα του είναι διάφορα αποσπάσματα, ενώ αρκετές από τις ιδέες του είναι γνωστές μόνο μέσω των αναφορών από άλλους συγγραφείς.
ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.
21. ΑΛΕΞΙΚΡΑΤΗΣ (1ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος, σύγχρονος του Πλουτάρχου, ο οποίος τον αναφέρει στο όγδοο βιβλίο των Συμποσιακών προβλημάτων. Αυτή είναι και η μοναδική αναφορά στον Αλεξικράτη που σώθηκε μέχρι την εποχή μας.
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.livepedia.gr
http://art-hellas.blogspot.gr
http://www.ygeiaonline.gr
http://art-hellas.blogspot.gr/search/label/Πυθαγόρειοι
http://www.ethics.gr/content.php?id=29
http://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=1583
http://www.mousa.gr/html/epixarmos.html
http://mastsavlebeli.ge/?p=12370
http://ourstyle18.blogspot.gr
http://theseus-aegean.blogspot.gr/2012/10/blog-post_11.html
http://www.gutenberg.org/files/35453/35453-h/35453-h.htm
http://www.peraapotomytho.com/site2/?p=135
http://pcwallart.com/cosmos-a-spacetime-odyssey-ship-wallpaper-1.html