Φιλόσοφοι

Πλατωνικοί

Πλατωνικοί

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ. 1. ΠΛΑΤΩΝΑΣ (427-347 π.Χ.) Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με την μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο. Άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στην δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι και σήμερα. To σύνολο του έργου του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με την μεγαλύτερη επ

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ




ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.


1. ΠΛΑΤΩΝΑΣ (427-347 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με την μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο. Άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στην δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι και σήμερα. To σύνολο του έργου του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με την μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του, Σωκράτη, και τον μαθητή του, Αριστοτέλη.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΦΑΙΔΩΝ»

01 platwn

Αρχαίο κείμενο:

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: λλ­­ τόδε γ, φη, νδρες, δίκαιον διανοηθναι, τι, επερ ψυχ θάνατος, πιμελείας δ δεται οχ πρ το χρόνου τούτου μόνον ν καλομεν τ ζν, λλ πρ το παντός, κα κίνδυνος νν δ κα δόξειεν ν δεινς εναι, ε τις ατς μελήσει. ε μν γρ ν θάνατος το παντς παλλαγή, ρμαιον ν ν τος κακος ποθανοσι το τε σώματος μ πηλλάχθαι κα τς ατν κακίας μετ τς ψυχς. νν δέ, πειδ θάνατος φαίνεται οσα, οδεμία ν εη ατ λλη ποφυγ κακν οδ σωτηρία, πλν το ς βελτίστην τε κα φρονιμωτάτην γενέσθαι. οδν γρ λλο χουσα ες ιδου ψυχ ρχεται πλν τς παιδείας τε κα τροφς, δ κα μέγιστα λέγεται φελεν βλάπτειν τν τελευτήσαντα, εθς ν ρχ τς κεσε πορείας.
λέγεται δ οτως, ς ρα τελευτήσαντα καστον κάστου δαίμων, σπερ ζντα ελήχει, οτος γειν πιχειρε ες δή τινα τόπον, ο δε τος ξυλλεγέντας διαδικασαμένους ες ιδου πορεύεσθαι, μετ γεμόνος κείνου δ προστέτακται τος νθένδε κεσε πορεσαι· τυχόντας δ κε ν δ τυχεν κα μείναντας ν χρ χρόνον, λλος δερο πάλιν γεμν κομίζει, ν πολλας χρόνου κα μακρας περιόδοις. στι δ ρα πορεία οχ ς Ασχύλου Τήλεφος λέγει· κενος μν γρ πλν ομόν φησιν ες ιδου φέρειν· δ οτε πλ οτε μία φαίνεταί μοι εναι· οδ γρ ν γεμόνων δει· ο γάρ πού τις ν διαμάρτοι οδαμόσε μις δο οσης. νν δ οικε σχίσεις τε κα τριόδους πολλς χειν· π τν σίων τε κα νομίμων τν νθάδε τεκμαιρόμενος λέγω. μν ον κοσμία τε κα φρόνιμος ψυχ πεταί τε κα οκ γνοε τ παρόντα· δ πιθυμητικς το σώματος χουσα, περ ν τ μπροσθεν επον, περ κενο πολν χρόνον πτοημένη κα περ τν ρατν τόπον, πολλ ντιτείνασα κα πολλ ποθοσα βί κα μόγις π το προστεταγμένου δαίμονος οχεται γομένη. φικομένην δ θιπερ α λλαι, τν μν κάθαρτον καί τι πεποιηκυαν τοιοτον, φόνων δίκων μμένην, λλ ττα τοιατα εργασμένην τούτων δελφά τε κα δελφν ψυχν ργα τυγχάνει ντα, ταύτην μν πας φεύγει τε κα πεκτρέπεται, κα οτε ξυνέμπορος οτε γεμν θέλει γίγνεσθαι· ατ δ πλανται ν πάσ χομένη πορί, ως ν δή τινες χρόνοι γένωνται, ν λθόντων π νάγκης φέρεται ες τν ατ πρέπουσαν οκησιν. δ καθαρς τε κα μετρίως τν βίον διεξελθοσα, κα ξυνεμπόρων κα γεμόνων θεν τυχοσα, κησε τν ατ κάστ τόπον προσήκοντα.

Μετάφραση:


ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ωστόσο, είναι σωστό να συλλογιζόσαστε και τούτο· πως αν η ψυχή είναι αλήθεια αθάνατη, έχει ανάγκη από φροντίδα, όχι μόνο σ αυτό το διάστημα που τ ονομάζουμε ζωή αλλά σ ολόκληρο τον καιρό· και ο κίνδυνος θα φαίνουνταν από τώρα τρομερός για εκείνον που θα την αμελούσε. Γιατί αν είναι ο θάνατος απαλλαγή από τα πάντα, θα ήταν τύχη αναπάντεχη για τους κακούς, σαν πεθάνουν ν απαλλαγούν και από το σώμα τους και από την κακία τους συνάμα και από την ψυχή τους. Αφού όμως τώρα είναι φανερό πως είναι αθάνατη, δεν υπάρχει γι αυτήν άλλος τρόπος ν αποφύγει τα δεινά, ούτε σωτηρία, παρά να γίνει όσο μπορεί καλύτερη και πιο φρόνιμη. Η ψυχή δεν έχει τίποτε μαζί της πηγαίνοντας στον Άδη, παρά μονάχα την παιδεία της και τον τρόπο της ζωής που έκανε· αυτά ακριβώς, καθώς λένε, που ωφελούν ή βλάπτουν τον αποθαμένο, μόλις αρχίσει την πορεία του κατά κει.
Συνηθίζουν λοιπόν να λένε πως όταν κανείς πεθάνει, ο δαίμων του καθενός,
αυτός που τον φροντίζει και ζωντανό, τον παίρνει και τον οδηγεί σε κάποιον τόπο, εκεί που συναθροίζουνται οι νεκροί για να κριθούν κι έπειτα να αρχίσουν την πορεία τους στον Άδη με οδηγό εκείνον που έχει προσταχτεί να τους οδηγήσει. Κι αφού λάβουν την τύχη που είναι να λάβουν και μείνουν το διάστημα που πρέπει, άλλος οδηγός τους φέρνει πάλι εδώ, έπειτα από πολλά και μεγάλα γυρίσματα του καιρού. Αυτή η πορεία δεν είναι λοιπόν, όπως την παρουσιάζει ο Τήλεφος του Αισχύλου· γιατί εκείνος λέει πως ο δρόμος που μας φέρνει στον Άδη είναι απλός, ενώ δεν είναι μήτε απλός μήτε μοναδικός καθώς μου φαίνεται· αν ήταν έτσι δεν θα χρειάζουνταν οδηγός· ούτε θα τον έχανε κανείς αν ήταν ένας και μόνο. Αλλά μοιάζει να έχει πολλά παρακλάδια και σταυροδρόμια καθώς απεικάζω από τις παραδομένες συνήθειες της λατρείας μας. Λοιπόν η σωστή και φρόνιμη ψυχή συμμορφώνεται και δεν αγνοεί αυτά που της συμβαίνουν· αλλά εκείνη που οι επιθυμίες την δένουν με το σώμα, όπως έλεγα στην αρχή, εκείνη που το σώμα και ο ορατός τόπος την γεμίζουν τρόμους με πολλές αντιστάσεις και πολλά παθήματα, καταναγκαστικά και δύσκολα, πηγαίνει καθώς την οδηγεί ο προσταγμένος δαίμων. Κι όταν φτάσει όπου και οι άλλες, η ακάθαρτη, αυτή που έπραξε κάτι μιαρό, άδικους φόνους ή άλλα τέτοια που μοιάζουν σαν αδέρφια μ αυτές τις πράξεις ή με πράξεις που κατεργάστηκαν αδερφές ψυχές, αυτήν την ψυχή, όλοι την αποφεύγουν, όλοι αποτραβιούνται από κοντά της και κανείς δε θέλει να γίνει σύντροφος ή οδηγός της· κι αυτή περιπλανιέται ολωσδιόλου χαμένη, ώσπου να περάσουν κάποιοι καιροί, και τότε η ανάγκη την φέρνει στην κατοικία που της πρέπει. Αλλά η ψυχή που πέρασε την ζωή της καθαρά και μετρημένα και βρήκε θε­ούς για συντρόφους και οδηγούς στο δρόμο της, κατοικεί αμέσως στον τόπο που της πρέπει.


(μετάφραση Γιώργος Σεφέρης)


«ΠΟΛΙΤΕΙΑ»

Αρχαίο κείμενο:


Μετ τατα δή, επον, πείκασον τοιούτ πάθει τν μετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι κα παιδευσίας. δ γρ νθρώπους οον ν καταγεί οκήσει σπηλαιώδει, ναπεπταμένην πρς τ φς τν εσοδον χούσ μακρν παρ πν τ σπήλαιον, ν ταύτ κ παίδων ντας ν δεσμος κα τ σκέλη κα τος αχένας,στε μένειν τε ατος ες τε τ πρόσθεν μόνον ρν, κύκλ δ τς κεφαλς π το δεσμο δυνάτους περιάγειν, φς δ ατος πυρς νωθεν κα πόρρωθεν καόμενον πισθεν ατν, μεταξ δ το πυρς κα τν δεσμωτν πάνω δόν, παρ ν δ τειχίον παρκοδομημένον, σπερ τος θαυματοποιος πρ τν νθρώπων πρόκειται τ παραφράγματα, πρ ν τ θαύματα δεικνύασιν.
ρ, φη.

ρα τοίνυν παρ τοτο τ τειχίον φέροντας νθρώπους σκεύη τε παντοδαπ περέχοντατο τειχίου κα νδριάνταςκα λλα ζα λίθινά τε κα ξύλινα κα παντοα εργασμένα, οον εκς τος μν φθεγγομένους, τος δ σιγντας τν παραφερόντων.
τοπον, φη, λέγεις εκόνα κα δεσμώτας τόπους.

μοίους μν, ν δ γώ· τος γρ τοιούτους πρτον μν αυτν τε κα λλήλωνοει ν τι ωρακέναι λλο πλν τς σκις τς π το πυρς ες τ καταντικρ ατν το σπηλαίου προσπιπτούσας;

Π
ς γάρ, φη, ε κινήτους γε τς κεφαλς χεινναγκασμένοι εεν δι βίου;
Τί δ
τν παραφερομένων; ο τατν τοτο;

Τί μήν;


Ε
ον διαλέγεσθαι οοί τ εεν πρς λλήλους, ο τατα γ ν τ ντα ατοςνομίζειν περ ρεν;

νάγκη.
Τί δ
ε κα χ τ δεσμωτήριον κ το καταντικρ χοι; πότε τις τν παριόντωνφθέγξαιτο, οει ν λλο τι ατος γεσθαι τ φθεγγόμενον τν παριοσαν σκιάν;

Μ
Δί οκ γωγ, φη.

Παντά
πασι, δή, ν δ γώ, ο τοιοτοι οκ ν λλο τι νομίζοιεν τὸἀληθς τς τν σκευαστν σκιάς.

Πολλ
νάγκη, φη.

Σκό
πει δή, ν δ γώ, ατν λύσιν τε κα ασιν τν τε δεσμν κα τς φροσύνης,οα τις ν εη, ε φύσει τοιάδε συμβαίνοι ατος· πότε τις λυθείη κα ναγκάζοιτο ξαίφνης νίστασθαί τε κα περιάγειν τν αχένα κα βαδίζειν κα πρς τ φς ναβλέπειν, πάντα δ τατα ποιν λγο τεκα δι τς μαρμαρυγς δυνατο καθορν κενα ν τότε τς σκις ώρα, τί ν οει ατν επεν, ε τις ατ λέγοι τι τότε μν ώρα φλυαρίας, νν δ μλλόν τι γγυτέρω το ντος κα πρς μλλον ντα τετραμμένος ρθότερον βλέποι, κα δ κα καστον τν παριόντων δεικνς ατ ναγκάζοι ρωτν ποκρίνεσθαι τι στιν; οκ οει ατν πορεν τε ν κα γεσθαι τ τότε ρώμενα ληθέστερα τ νν δεικνύμενα;
Πολύ γ
, φη.

Ο
κον κν ε πρς ατ τ φς ναγκάζοι ατν βλέπειν, λγεν τεν τ μματα κα φεύγειν ποστρεφόμενον πρς κενα δύναται καθορν, κα νομίζειν τατα τ ντι σαφέστερα τν δεικνυμένων;

Ο
τως, φη.

Ε
δέ, ν δ γώ, ντεθεν λκοι τις ατν βί δι τραχείας τς ναβάσεως καὶἀνάντους, κα μ νείη πρν ξελκύσειεν ες τ το λίου φς,ρα οχ δυνσθαί τε ν κα γανακτεν λκόμενον, κα πειδ πρς τ φς λθοι, αγς ν χοντα τ μματα μεστ ρν οδ ν ν δύνασθαι τν νν λεγομένων ληθν;
Ο
γρ ν, φη, ξαίφνης γε.

Συνηθείας δ
ομαι δέοιτ ν, ε μέλλοι τ νω ψεσθαι. κα πρτον μν τς σκιςν ῥᾷστα καθορ, κα μετ τοτο ν τος δασι τά τε τν νθρώπων κα τ τν λλων εδωλα, στερον δ ατά· κ δ τούτων τ ν τ οραν κα ατν τν ορανν νύκτωρ ν ῥᾷον θεάσαιτο,προσβλέπων τ τν στρων τε κα σελήνης φς, μεθ μέραν τν λιόν τε κα τ το λίου.

Π
ς δ ο;

Τελευτα
ον δ ομαι τν λιον, οκ ν δασιν οδ ν λλοτρί δρ φαντάσματαατο, λλ ατν καθ ατν ν τ ατο χώρ δύναιτ ν κατιδεν κα θεάσασθαι οός στιν.

ναγκαον, φη.

Κα
μετ τατ ν δη συλλογίζοιτο περ ατο τι οτος τάς τε ρας παρέχωνκα νιαυτοςκα πάντα πιτροπεύων τ ν τ ρωμέν τόπ, κα κείνων ν σφες ώρων τρόπον τιν πάντων ατιος.

Δ
λον, φη, τι π τατα ν μετ κενα λθοι.

Τί ο
ν; ναμιμνσκόμενον ατν τς πρώτης οκήσεως κα τς κε σοφίας κα τντότε συνδεσμωτν οκ ν οει ατν μν εδαιμονίζειν τς μεταβολς, τος δ λεεν;
Κα
μάλα.

Τιμα
δ κα παινοι ε τινες ατος σαν τότε παρ λλήλων κα γέρα τ ξύτατακαθορντι τ παριόντα,κα μνημονεύοντι μάλιστα σα τε πρότερα ατν κα στερα εώθει κα μα πορεύεσθαι, κα κ τούτων δ δυνατώτατα πομαντευομέν τ μέλλον ξειν, δοκες ν ατν πιθυμητικς ατν χειν κα ζηλον τος παρ κείνοις τιμωμένους τε κα νδυναστεύοντας, τ το μήρου ν πεπονθέναι κα σφόδρα βούλεσθαι «πάρουρον όντα θητευέμεν λλ νδρ παρ κλήρ» κα τιον ν πεπονθέναι μλλον κενά τε δοξάζειν κα κείνως ζν;

Ο
τως, φη, γωγε ομαι, πν μλλον πεπονθέναι ν δέξασθαι ζνκείνως.
Κα
τόδε δ ννόησον, ν δ γώ. ε πάλιν τοιοτος καταβς ες τν ατν θκονκαθίζοιτο, ρ ο σκότους ν νάπλεως σχοίη τος φθαλμούς, ξαίφνης κων κ το λίου;

Κα
μάλα γ, φη.

Τ
ς δ δ σκις κείνας πάλιν ε δέοι ατν γνωματεύοντα διαμιλλσθαι τος εδεσμώταις κείνοις, ν μβλυώττει,πρν καταστναι τ μματα, οτος δ χρόνος μ πάνυ λίγος εη τς συνηθείας, ρ ο γέλωτ ν παράσχοι, κα λέγοιτο ν περ ατο ς ναβς νω διεφθαρμένος κει τ μματα, κα τι οκ ξιον οδ πειρσθαι νω έναι; κα τν πιχειροντα λύειν τε κα νάγειν, ε πως ν τας χερσ δύναιντο λαβεν κα ποκτείνειν, ποκτεινύναι ν;

Σφόδρα γ
, φη.

Ταύτην τοίνυν,
ν δ γώ, τν εκόνα, φίλε Γλαύκων,προσαπτέον πασαν τος μπροσθεν λεγομένοις, τν μν δι ψεως φαινομένην δραν τ το δεσμωτηρίου οκήσει φομοιοντα, τ δ το πυρς ν ατ φς τ το λίου δυνάμει· τν δ νω νάβασιν κα θέαν τν νω τν ες τν νοητν τόπον τς ψυχς νοδον τιθες οχ μαρτήσ τς γ μς λπίδος, πειδ ταύτης πιθυμες κούειν. θες δέ που οδεν ε ληθς οσα τυγχάνει.τ δ ον μο φαινόμενα οτω φαίνεται, ν τ γνωστ τελευταία το γαθο δέα κα μόγις ρσθαι, φθεσα δ συλλογιστέα εναι ς ρα πσι πάντων ατη ρθν τε κα καλν ατία, ν τε ρατ φς κα τν τούτου κύριον τεκοσα, ν τε νοητ ατ κυρία λήθειαν κα νον παρασχομένη, κα τι δε ταύτην δεν τν μέλλοντα μφρόνως πράξειν δί δημοσί.


Μετάφραση:

Ύστερα από αυτά, είπα, δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της, πλάθοντας με το νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη: Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλο μάκρος, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται εκεί μέσα από παιδιά κιόλας, αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα, ώστε να μένουν στην ίδια θέση και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους· κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στην φωτιά και τους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος, κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στο δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν από εκεί τα τεχνάσματα τους.

- Φαντάζομαι, είπε.

- Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σε αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα, που εξέχουν από το τειχάκι,
αγάλματα και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν και άλλοι είναι σιωπηλοί.

- Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί.

- Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ· γιατί πρώτα-πρώτα μήπως φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες αυτοί εκτός από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους έχουν ιδωμένο τίποτε άλλο πέρα από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς;

- Μα πώς θα ήταν δυνατόν, είπε, αφού σ
όλη τους την ζωή είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο;

- Και με τα πράγματα που περνούν μπροστά στο τειχάκι τι γίνεται ; Τι άλλο από αυτά παρά μόνο τις σκιές τους βλέπουν οι δεσμώτες ;

- Τι άλλο θα μπορούσαν να δουν;

- Αν, τώρα, είχαν την δυνατότητα να μιλούν μεταξύ τους, δεν νομίζεις ότι θα πίστευαν πως οι ονομασίες που θα χρησιμοποιούσαν αφορούν τις σκιές που έβλεπαν να περνούν μπροστά από τα μάτια τους;

- Κατ
ανάγκην, είπε.

- Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι στο δεσμωτήριο ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρινό τοίχο; Κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν έξω, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες θα πίστευαν ότι η φωνή δεν βγαίνει από την σκιά που θα έβλεπαν να περνά από μπροστά τους;

- Μα το Δία, είπε, αναγκαστικά.

- Ασφαλώς λοιπόν, είπα εγώ, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά μονάχα τις σκιές των κατασκευασμάτων.

- Ανάγκη αδήριτη, είπε.

- Σκέψου τώρα, είπα εγώ, ποιά μορφή θα μπορούσε να πάρει η απαλλαγή τους από τα δεσμά και η γιατρειά τους από την πλάνη και την αφροσύνη, αν, όπως είναι φυσικό, τους συνέβαιναν τα εξής: Κάθε φορά που κάποιος από αυτούς θα λυνόταν και θα αναγκαζόταν ξαφνικά να σηκωθεί και να στριφογυρίζει το κεφάλι και να περ­πατάει και να βλέπει προς τα πάνω το φως -και όλα αυτά πονώντας πολύ και αδυνατώντας από την εκτυφλωτική λάμψη να κοιτάζει εκείνα τα πράγματα που ώς τώρα έβλεπε τις σκιές τους- τι φαντάζεσαι πως θα έλεγε ο άνθρωπος αυτός αν κάποιος του έλεγε ότι όσα έβλεπε τότε ήταν ανοησίες κι ότι τώρα είναι κάπως
πιο κοντάστην πραγματικότητα και έχοντας στραφεί σε αντικείμενα πιο πραγματικά βλέπειτώρασωστότερα; Ιδίως μάλιστα αν δείχνοντάς του καθένα από τα αντικείμενα που θα περνούσαν από μπροστά τον ρωτού­σε και τον υποχρέωνε να απαντήσει τι είναι το καθένα τους. Δεν νομίζεις ότι ο άνθρωπος εκείνος θα τα χανε και θα πίστευε ότι όσα έβλεπε τότε ήταν αληθινότερα απ ό,τι αυτά που του έδειχναν τώρα;

- Και πολύ μάλιστα.

- Κι άμα θα τον ανάγκαζε να κοιτάζει σε αυτό καθαυτό το φως, δεν θα αισθανόταν έντονο πόνο στα μάτια και δεν θα προσπαθούσε να το αποφύγει στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σ
εκείνα πουμπορείνα τα βλέπει, και δεν θα νόμιζε ότι αυτά είναι στ αλήθεια πιο σαφή και ευκρινή από όσα του δείχνουν τώρα;

- Έτσι, είπε. Αν, τέλος, είπα εγώ, κάποιος τον τραβούσε διά της βίας προς τα έξω από ένα ανέβασμα κακοτράχαλο και απότομο, και δεν τον άφηνε προτού να τον βγάλει στο φως του ήλιου,
άραγε ο δεσμώτης δεν θα πονούσε και δεν θα αγανακτούσε που τον τραβολογούσαν, κι όταν θα έβγαινε στο φως, έτσι καθώς τα μάτια του θα ήσαν πλημμυρισμένα από την εκτυφλωτική λάμψη, δεν θα του ήταν εντελώς αδύνατο να διακρίνειέστω ένα απότα πράγματα, για τα οποία του λένε τώρα πως είναι αληθινά;

- Θα του ήταν αδύνατον, είπε· έτσι στα ξαφνικά τουλάχιστον.

- Θα χρειαζόταν, νομίζω, κάποιος χρόνος προσαρμογής, προκειμένου να αντικρίσει τα πράγματα επάνω. Έτσι, πρώτα-πρώτα, θα διέκρινε ευκολότερα τις σκιές, έπειτα τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων στο νερό κι ύστερα τα ίδια τα πράγματα· κι από αυτά όσα είναι στον ουρανό, και αυτό τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να τα κοιτάξει πιο εύκολα την νύχτα με το φως των άστρων και του φεγγαριού παρά την ημέρα, με τον ήλιο και το φως του.

- Ασφαλώς.

- Και τελευταίο απ
όλα θα μπορούσε να αντικρίσει τον ήλιο, όχι είδωλά του στο νερό ή σε κάποια θέση άλλην από την δική του, αλλά τον ήλιο αυτόν καθαυτόν στον δικό του τόπο και να θεαθεί την φύση του.

- Κατ
ανάγκην, είπε.

Και ύστερα από αυτά θα έφθανε να συλλάβει με τον λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και τα χρόνια και διαφεντεύει τα πάντα στην σφαίρα των ορατών πραγμάτων, και που κατά κάποιον τρόπο είναι η αιτία για όλα όσα έβλεπαν ο ίδιος και οι άλλοι δεσμώτες.

- Προφανώς, είπε, αυτό θα είναι το επόμενο συμπέρασμά του.

- Λοιπόν; Καθώς θα ξαναθυμάται τον τόπο, στον οποίο έμενε πρώτα, και την «σοφία» που είχαν εκεί, και τους συγκρατούμενούς του, δεν νομίζεις ότι θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για την αλλαγή, ενώ για εκείνους θα αισθάνεται οίκτο;

- Και πολύ μάλιστα.

- Κι αν υποθέσουμε ότι οι δεσμώτες είχαν θεσπίσει τότε κάποιες τιμές και επαίνους μεταξύ τους και βραβεία για όποιον διέκρινε καθαρότερα απ
όλους τα αντικείμενα που περνούσαν μπροστά τους, και για όποιον συγκρατούσε στην μνήμη του ποια από αυτά συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια ύστερα και ποια πήγαιναν μαζί με ποια, έτσι που βάσει αυτού να έχει εξαιρετική ικανότητα στο να μαντεύει τι επρόκειτο να περάσει κάθε φορά, έχεις μήπως την γνώμη ότι ο άνθρωπος αυτός θα φλεγόταν από την επιθυμία για τέτοια πράγματα και ότι θα ζήλευε όσους τιμούνταν εκεί και είχαν δύναμη και αναγνώριση; Ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος και διακαώς θα επιθυμούσε«πάνω στην γη να ζούσε κι ας ξενοδούλευε σε κάποιον άκληρο»και να υπέφερε οτιδήποτε παρά να νομίζει τέτοια πράγματα και να ζει όπως εκείνοι;

- Έτσι νομίζω κι εγώ, είπε· θα προτιμούσε να είχε πάθει οτιδήποτε παρά να ζει εκείνη την ζωή.

- Συλλογίσου τώρα και τούτο, είπα εγώ. Αν ένας άνθρωπος σαν αυτόν κατέβαινε ξανά εκεί κάτω και καθόταν στην ίδια θέση, άραγε τα μάτια του δεν θα ήταν γεμάτα σκοτάδι, καθώς θα ερχόταν έτσι απότομα από το φως του ήλιου;

- Βεβαιότατα.

- Κι αν θα χρειαζόταν να παραβγεί πάλι με εκείνους τους παντοτινούς δεσμώτες προσπαθώντας να διακρίνει τις σκιές, ενώ η όρασή του θα είναι αδύναμη προτού να προσαρμοστούν τα μάτια του, κι ο χρόνος της προσαρμογής όχι πολύ σύντομος,
άραγε δεν θα γινόταν περίγελως και δεν θα έλεγαν γι αυτόν ότι γύρισε με τα μάτια του χαλασμένα από εκεί πάνω που ανέβηκε, και ότι δεν αξίζει τον κόπο ούτε καν να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω; Κι όποιον θα επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει επάνω, αυτόν, αν θα μπορούσαν με κάποιον τρόπο να τον πιάσουν στα χέρια τους και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;

- Ασφαλώς, είπε.

- Αυτήν λοιπόν την εικόνα, φίλε Γλαύκων, πρέπει να την συνδέσουμε ολόκληρη με όσα λέγαμε πρωτύτερα, και να συγκρίνουμε την περιοχή που μας εμφανίζεται διαμέσου της όρασης με την κατοικία στο δεσμωτήριο, και το φως της φωτιάς που υπάρχει εκεί με την δύναμη του ήλιου· κι αν παραβάλεις το ανέβασμα προς τα πάνω, και την θέα των πραγμάτων του επάνω κόσμου με την άνοδο της ψυχής στον νοητό τόπο, δεν θα πέσεις μακριά από την δική μου πίστη, μια που θέλεις να την ακούσεις. Αν είναι αληθινή, το ξέρει ο θεός. Σ
εμένα πάντως το πράγμα φαίνεται να έχει ως εξής: Στην σφαίρα της γνώσης, γίνεται ορατή, τελευταία και με μεγάλη δυσκολία, η ιδέα του αγαθού και, σαν γίνει ορατή, πρέπει κανείς να την συλλογιστεί ως την αιτία κάθε καλού και ωραίου πράγματος για όλα τα όντα, αυτή η οποία στον ορατό τόπο γέννησε το φως και τον άρχοντά του, και η οποία στον νοητό τόπο είναιη ίδιααρχόντισσα που δώρισε αλήθεια και λογισμό και ότι την ιδέα αυτή του αγαθού είναι απαραίτητο να την αντικρίσει όποιος μέλλει να πράξει με φρόνηση είτε στην ιδιωτική εί­τε στην δημόσια σφαίρα.

(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)


«ΤΙΜΑΙΟΣ»

Αρχαίο κείμενο:


«… πολλ μν ον μν κα μεγάλα ργα τς πόλεως τδε γεγραμμένα θαυμάζεται, πάντων μν ν περέχει μεγέθει κα ρετ· λέγει γρ τ γεγραμμένα σην πόλις μν παυσέν ποτε δύναμιν βρει πορευομένην μα π πσαν Ερώπην κα σίαν, ξωθεν ρμηθεσαν κ το τλαντικο πελάγους. τότε γρ πορεύσιμον ν τ κε πέλαγος· νσον γρ πρ το στόματος εχεν καλετε, ς φατε, μες ρακλέους στήλας, δ νσος μα Λιβύης ν κα σίας μείζων, ξ ς πιβατν π τς λλας νήσους τος τότε γίγνετο πορευομένοις, κ δ τν νήσων π τν καταντικρ πσαν πειρον τν περ τν ληθινν κενον πόντον. τάδε μν γάρ, σα ντς το στόματος ο λέγομεν, φαίνεται λιμν στενόν τινα χων εσπλουν· κενο δ πέλαγος ντως τε περιέχουσα ατ γ παντελς ληθς ρθότατ ν λέγοιτο πειρος. ν δ δ τ τλαντίδι νήσ ταύτ μεγάλη συνέστη κα θαυμαστ δύναμις βασιλέων, κρατοσα μν πάσης τς νήσου, πολλν δ λλων νήσων κα μερν τς πείρου· πρς δ τούτοις τι τν ντς τδε Λιβύης μν ρχον μέχρι πρς Αγυπτον, τς δ Ερώπης μέχρι Τυρρηνίας. ατη δ πσα συναθροισθεσα ες ν δύναμις τόν τε παρ μν κα τν παρ μν κα τν ντς το στόματος πάντα τόπον μι ποτ πεχείρησεν ρμ δουλοσθαι. τότε ον μν, Σόλων, τς πόλεως δύναμις ες παντας νθρώπους διαφανς ρετ τε κα ώμ γένετο· πάντων γρ προστσα εψυχί κα τέχναις σαι κατ πόλεμον, τ μν τν λλήνων γουμένη, τ δ ατ μονωθεσα ξ νάγκης τν λλων ποστάντων, π τος σχάτους φικομένη κινδύνους, κρατήσασα μν τν πιόντων τρόπαιον στησεν, τος δ μήπω δεδουλωμένους διεκώλυσεν δουλωθναι, τος δ λλους, σοι κατοικομεν ντς ρων ρακλείων, φθόνως παντας λευθέρωσεν. στέρ δ χρόν σεισμν ξαισίων κα κατακλυσμν γενομένων, μις μέρας κα νυκτς χαλεπς πελθούσης, τό τε παρ μν μάχιμον πν θρόον δυ κατ γς, τε τλαντς νσος σαύτως κατ τς θαλάττης δσα φανίσθη· δι κα νν πορον κα διερεύνητον γέγονεν τοκε πέλαγος, πηλο κάρτα βραχέος μποδν ντος, ν νσος ζομένη παρέσχετο.»

Μετάφραση:


«... Τα έργα της πόλης σας ήταν πολλά και μεγάλα· τα έχουμε γραμμένα εδώ και τα θαυμάζουμε.
Όμως ένα τα ξεπερνά όλα και σε μεγαλείο και σε αρετή. Τα κείμενά μας λένε πως η πόλη σας καταπόνεσε κάποτε μια δύναμη που όρμησε με αλαζονεία καταπάνω της Ευρώπης ολόκληρης και συνάμα ολόκληρης της Ασίας· ξεκινούσε απ έξω, από το Ατλαντικό πέλαγος, γιατί τότε ταξιδευότανε εκείνο το πέλαγος. Είχε ένα νησί εμπρός α­πό το στόμιό του, αυτό που ονομάζεται, καθώς λέτε, Στήλες του Ηρακλή. Και το νησί ήταν μεγαλύτερο από την Ασία και την Λιβύη μαζί. Και οι ταξιδιώτες μπορούσαν να περάσουν από αυτό το νησί στα άλλα νησιά και από τα νησιά σ ολόκληρη την ήπειρο, στην αντίπερα όχθη αυτής της πραγματικής θάλασσας. Και μέσα στο στόμιο που λέγαμε μοιάζει να είναι ένα λιμάνι με στενή είσοδο· όμως έξω από το άλλο μέρος είναι πραγματικό πέλαγος και την στεριά που το περιστοιχίζει θα την λέγαμε πολύ σωστά και με την κυριολεξία ήπειρο. Λοιπόν σ αυτό το νησί, την Ατλαντίδα, βασιλιάδες είχαν δημιουργήσει μια μεγάλη και θαυμαστή δύναμη, που κυριαρχούσε πάνω σ ολόκληρο το νησί και πολλά άλλα νησιά και μέρη της ηπείρου. Κι ακόμη κρατούσε την Λιβύη ώς την Αίγυπτο, και την Ευρώπη ώς την Τυρρηνία. Κι αυτή η δύναμη, αφού συγκεντρώθηκε σύσσωμη, επεχείρησε να υποδουλώσει με μια ορμή όλα τα μέρη σας και τα δικά μας και όσα βρίσκονται μέσα στο στόμιο. Τότε, Σόλων, φανερώθηκε σε όλους τους ανθρώπους η δύναμη της πόλης σας με την αρετή και την ρώμη της. Γιατί ξεπέρασε όλες τις άλλες σε ψυχική αντοχή και σε πολεμική τέχνη. Στην αρχή επικεφαλής των Ελλήνων, κι έπειτα, όταν οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αναγκασμένη να πολεμήσει μόνη, αφού άγγιξε τον έσχατο κίνδυνο, νίκησε τους εισβολείς, έστησε τρόπαιο, και δεν άφησε να υποδουλωθούν αυτοί που ποτέ δεν είχαν γίνει δούλοι. Κι εμάς τους άλλους, όσοι κατοικούμε δώθε από τις Ηράκλειες Στήλες, γενναιόδωρα όλους μας ελευθέρωσε. Όμως αργότερα ήρθαν τρομεροί σεισμοί και κατακλυσμοί και μέσα σε μια μέρα και μια νύχτα φρίκης, ολόκληρος ο στρατός σας βούλιαξε μονομιάς μέσα στην γη και το νησί η Ατλαντίδα βούλιαξε στην θάλασσα και αφανίστηκε. Γι αυτό και σήμερα ακόμη το πέλαγος σ εκείνα τα μέρη είναι δυσκολοταξίδευτο και ανεξερεύνητο· το εμπόδιο είναι η ρηχή λάσπη που άφησε το νησί καθώς καταποντιζότανε...»

(μετάφραση Γιώργος Σεφέρης)


2. ΣΠΕΥΣΙΠΠΟΣ (408-399 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και μαθηματικός και πρώτος σχολάρχης της Πλατωνικής Ακαδήμειας για περίπου 10 χρόνια, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα το 347 π.Χ.. Ως προσωπικότητα υπήρξε φιλάσθενος, ιδιότροπος και αμφιλεγόμενος. Από τα έργα του Σπεύσιππου, διασώζεται ένα εκτεταμένο τμήμα σε σχέση με τους Πυθαγόρειους αριθμούς, ορισμένα αποσπάσματα από τα υπόλοιπα και αναφορές του σε άλλους φιλοσόφους. Το έργο του «Όμοια» μια συγκριτική μελέτη φυσιολογίας φυτών και ζώων είναι πιθανότατα αντάξιο με το αντίστοιχο έργο του Αριστοτέλη «Περί ζώων ιστορίαι». Θεωρείται επίσης ως ο πιθανός συγγραφέας του φιλοσοφικού λεξικού «Όροι», αντί για τον Πλάτωνα.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

02 spefsippos

Συνοπτικά:

Α.
Προσέδιδε μεγάλη σημασία στο φιλοσοφικό βάρος των πραγματικών αριθμών, μειώνοντας έτσι στην κοσμοθεωρία του, εμμέσως την σημασία των ιδεατών αριθμών και του κόσμου των Ιδεών του Πλάτωνα. Ισχυρή ένδειξη των ανωτέρω ήταν η προσήλωση του στην τελειότητα του αριθμού 10. Η φιλοσοφία του είχε ως βασικούς πυλώνες το "Εν" και τη "δυάδα". Το "Εν" αντιπροσώπευε την ενότητα και ολότητα του σύμπαντος, ενώ η "δυάδα" την ποικιλομορφία και πολλαπλότητα των μορφών του. Το "Εν" και η "δυάδα", κατά τον Σπεύσιππο, όχι μόνο ήταν οι γεννήτορες κάθε οντότητας (φυσικής ή πνευματικής) στον κόσμο, αλλά στερούντο οιασδήποτε ηθικής αξίας. Εν αντιθέσει οι συνάδελφοι του, αυτοί που αποδέχονταν αυτού του είδους τον δυισμό (Εν, δυάδα), προσέδιδαν σε αυτόν τις έννοιες του καλού και του κακού.

Β. Οργάνωσε τον κόσμο, με μαθηματικούς όρους, σε δέκα σφαίρες, με ταξινόμηση βάσει της πνευματικότητας που εμπεριείχοντο σε αυτές. Ανάμεσα στις σφαίρες των πραγματικών αριθμών και τις σφαίρες των αισθητών τοποθέτησε σε περίοπτη θέση την σφαίρα της ψυχής την οποία θεωρούσε αθάνατη τόσο εν όλω όσο και εν μέρει.

Γ. Θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ την γνώση και ταξινόμηση όλων των πραγμάτων, ώστε να περατωθεί με επιτυχία ο ορισμός ενός οποιουδήποτε εξ αυτών. Επομένως ο ορισμός οιασδήποτε έννοιας απαιτούσε μια σφαιρική αντίληψη του κόσμου, και συνακόλουθα την ταξινόμηση της σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες έννοιες.

Δ. Συστηματοποίησε και επεξεργάστηκε την σκέψη του Πλάτωνα (αν και φαίνεται πως διαφωνούσε σε μερικά σημεία με αυτήν), διαχώρισε το Αγαθό τόσο από το "Εν" όσο και από την "Θεότητα", ενώ απέρριπτε την "Ηδονή" περισσότερο και από τον δάσκαλο του. Θεωρείται πως η ανασύνθεση και ενσωμάτωση της Πυθαγόρειας σκέψης στον κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα υπήρξε εν πολλοίς καταχρηστική και αντίθετη με το σύστημα σκέψης του. Ωστόσο είναι σαφές πως επηρέασε τον Αριστοτέλη στην συγγραφή του έργου του σε σχέση με την αρχή της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος.


3. ΕΥΔΟΞΟΣ Ο ΚΝΙΔΙΟΣ (408-355/3 π.Χ.)
Ήταν σπουδαίος μαθηματικός και γεωμέτρης που ασχολήθηκε με την αστρονομία. Η Σχολή που ίδρυσε στον Κύζικο άκμασε για πολύ καιρό και τα γραπτά του χρησίμευσαν για πρωτότυπο στην συλλογή «Μικρή Αστρονομία», που παρουσίαζε σε γεωμετρική μορφή το σύνολο των θεωρημάτων που αναφέρονται στην σφαίρα και στην ημερήσια περιστροφή. Πρώτος αυτός υπολόγισε την απόσταση της Γης από την Σελήνη και τον Ήλιο. Και το κυριότερο συνέλαβε την πρώτη γεωμετρική θεωρία για την κίνηση των πλανητών (με ομόκεντρες σφαίρες που περιστρέφονται η μια μέσα στην άλλη).

4. ΦΙΛΙΠΠΟΣ Ο ΟΠΟΥΝΤΙΟΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ο Φίλιππος γεννήθηκε στον Οπούντα της Λοκρίδας. Υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα και καλλιέργησε τα Μαθηματικά, την Αστρονομία και την Φιλοσοφία. Κατά τον Διογένη Λαέρτιο ανέλαβε να εκδώσει, τουλάχιστον, τους «Νόμους» του Πλάτωνα, με βάση πρόχειρες σημειώσεις γραμμένες σε πινακίδες που κρατούσε, πιθανότατα, κατά τις παραδόσεις του δασκάλου του. Δεν περιορίστηκε μάλιστα σε απλή αντιγραφή, αλλά χώρισε το κείμενο σε δώδεκα βιβλία (ένα βιβλίο για κάθε παπύρινο κύλινδρο) και προσέθεσε στο σώμα των «Νόμων» και ένα δικό του έργο, την «Επινομίδα», που θεωρείται από πολλούς ως παράρτημα των «Νόμων».

5. ΠΟΛΕΜΩΝ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Αθηναίος φιλόσοφος, μαθητής και διάδοχος του Ξενοκράτη στην Ακαδήμεια του Πλάτωνα. Υπήρξε σύγχρονος με τους μεγάλους ιδρυτές των σχολών της εποχής, όπως τον Επίκουρο και τον Ζήνωνα τον Κιτιέα, που υπήρξε και μαθητής του. Ο Πολέμων απέδιδε μεγαλύτερη σημασία στην ηθική φιλοσοφία παρά στην διαλεκτική. Ως εκ τούτου η ηθική πράξη αποτελούσε για αυτόν πρώτιστο καθήκον του ανθρώπου. Από το σύνολο των έργων του δεν διεσώθη τίποτα και οι πληροφορίες που υπάρχουν συνάγονται κυρίως από έμμεσες αναφορές από τον Διογένη τον Λαέρτιο. Ωστόσο το σημαντικότερο έργο του, ίσως και το μόνο που είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία, ήταν το «Περί του κατά φύσιν βίου».

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

03 polemwn

Συνοπτικά:

Α.
Απέδιδε μεγαλύτερη σημασία στην ηθική φιλοσοφία παρά στην διαλεκτική. Ως εκ τούτου η ηθική πράξη αποτελούσε για αυτόν πρώτιστο καθήκον του ανθρώπου.

Β. Συμφωνούσε πλήρως με την εντολή των Στωικών «κατά φύσην ζην», η οποία περιελάμβανε κάθε έννοια αρετής.

Γ. Ισχυριζόταν ότι η ευδαιμονία προέρχεται αφενός από την αρετή και αφετέρου από την απόλαυση των αγαθών που προσφέρει η φύση στον άνθρωπο. Αυτό το φιλοσοφικό σχήμα είναι κατά μία εκδοχή επιρροή από τους Διαλόγους του Πλάτωνα. Πιθανότατα όμως προέρχεται από την σταθερή μονιμότητα της περιπατητικής σχολής και κυρίως τον Θεόφραστο, που συνίσταται σε τρία είδη αγαθών: ψυχικό, σωματικό και κοινωνικό.


6. ΚΡΑΝΤΩΡ
(μέσα 4ου αιώνα π.Χ.)
Ήταν Έλληνας από την Κύπρο, φιλόσοφος της Ελληνιστικής Περιόδου (μαθητής του Πολέμωνα), προσκείμενος στην πλατωνική σκέψη και αναφερόμενος ως ο πρώτος σχολιαστής του Πλάτωνα. Υπήρξε ο πρώτος σχολιαστής του πλατωνικού διαλόγου «Τίμαιος». Είχε συγγράψει πολλά έργα, τόσο έμμετρα όσο και πεζά. Το έργο του Κράντορα «Περί πένθους» ήταν ένα είδος παρηγοριάς ή παραινέσεως και είχε γίνει ονομαστό στην εποχή του. Ακόμα, λέγεται ότι συνέθεσε ποιήματα τα οποία σφράγισε και εναπόθεσε στο ναό της Αθηνάς στους Σολούς. Από τα αποσπάσματα των έργων του που σώθηκαν, διαφαίνεται ότι ο Κράντωρ είχε επιτύχει έντεχνο συνδυασμό της ισοκρατικής ρητορικής και της πλατωνικής φιλοσοφίας.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΠΕΡΙ ΠΕΝΘΟΥΣ»

04 krantwr

Αρχαίο κείμενο:

«Το ειδέναι τινά ότι αγνοεί σοφία εστί».

«Κάκιστος άρχων ο άρχειν αυτού μη δυνάμενος».


Μετάφραση:

«Το να γνωρίζει κανείς την άγνοιά του είναι σοφία».

«Ο άρχοντας που δεν μπορεί να εξουσιάσει τον εαυτό του είναι πολύ κακός».



7. ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ Ο ΧΑΛΚΗΔΟΝΙΟΣ (396-322 π.Χ.)
Ήταν πλατωνικός φιλόσοφος και μαθηματικός. Γεννήθηκε στην Χαλκηδόνα και πέθανε στην Αθήνα. Ήταν ο τρίτος διευθυντής (σχολάρχης) της Ακαδήμειας μετά τον θάνατο του Πλάτωνα και ανέλαβε μετά τον θάνατο του δεύτερου Σπευσίππου το 339 π.Χ.. Από τα στοιχεία που διαθέτουμε πρέπει να ήταν ο πρώτος που ανέδειξε την τριμερή διάκριση της Φιλοσοφίας σε λογική, φυσική και ηθική. Ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του Ξενοκράτη ήταν η επεξεργασία και συμπλήρωση του όλου πλατωνικού συστήματος, δηλαδή, ενός οντολογικού και ανθρωπολογικού οικοδομήματος. Βάσει των τίτλων των 72 έργων του και των λίγων αποσπασμάτων που γνωρίζουμε τα βασικά στοιχεία του έργου του συνέκλιναν στην Λογική, την Γνωσιοθεωρία, και τα Μαθηματικά.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΝΑΦΟΡΕΣ»

05 ksenokraths

Σχόλιο Ξενονοκράτης, στα Ηθικά του Πλούταρχου, τόμος 11:
«Ο κόσμος διαιρείται στον υποσελήνιο τόπο, στον ουράνιο και τον υπερουράνιο. Θείες δυνάμεις, καλοί και κακοί δαίμονες κυριαρχούν σε όλα αυτά τα τμήματα του σύμπαντος»


Αρχαίο κείμενο:

Πλούταρχου, Ηθικά τόμος 10:

«Πλάτων και Πυθαγόρας και Ξενοκράτης και Χρύσιππος, επόμενοι τοις πάλαι θεολόγοις, ερρωμενεστέρους μεν ανθρώπων γεγονέναι λέγουσι και πολύ τη δυνάμει την φύσιν υπερφέροντας ημών, το δε θείον ουκ αμιγές ουδ΄ άκρατον έχοντας, αλλά και ψυχής φύσει και σώματος αισθήσει συνειληχός, ηδονήν δεχόμενον και πόνον, και όσα ταύταις εγγενόμενα ταις μεταβολαίς πάθη τους μεν μάλλον τους δ’ ήττον επιταράττει. γίγνονται γαρ ως εν ανθρώποις, και δαίμοσιν, αρετής διαφοραί και κακίας»

Μετάφραση:

«Ο Πλάτων, ο Πυθαγόρας, ο Ξενοκράτης και ο Χρύσιππος, ακολουθώντας τους παλιούς θεολόγους, λένε πως υπήρξαν ισχυρότεροι από τους ανθρώπους και πολύ πιο προικισμένοι από εμάς στην φύση τους, δεν είχαν όμως ούτε αμιγές ούτε απρόσμικτο το θεϊκό στοιχείο, αλλά συμμετείχαν τόσο στην φύση της ψυχής όσο και στις αισθήσεις του σώματος, που δέχεται την ηδονή και τον πόνο, και όσα πάθη προκαλούν αυτές οι μεταβολές επηρεάζουν άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο. Πράγματι, όπως στους ανθρώπους, έτσι και στους δαίμονες, εμφανίζονται διάφορες μορφές αρετής και κακίας»

Αρχαίο κείμενο:

Στοβαίου, Εκλογαί, Αποφθέγματα, Υποθήκαι, βιβλίο 4ον:
«Ξενοκράτης έλεγεν· ως το κακοπρόσωπον αίσχει προσώπου, και μοχθηρία τινί μορφής το δύσμορφον, ούτω δαίμονος κακία τους πονηρούς κακοδαίμονας ονομάζομεν»


Μετάφραση:

«Ο Ξενοκράτης έλεγε: Όπως για την ασχήμια του προσώπου τον λέμε κάποιον κακοπρόσωπο και για κάποια δυσμορφία λέμε κάποιον δύσμορφο, έτσι από κακία κάποιου δαίμονα λέμε κακοδαίμονες τους κακούς»


8. ΗΡΑΚΛΕΙΔΗΣ Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ (390-330 π.Χ.)
Γεννήθηκε μεν στην Ηράκλεια του Πόντου, αλλά σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα υπό τον Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Εισήγαγε επαναστατικές ιδέες στην αστρονομία και διατύπωσε πρώτος την θεωρία ότι ο χώρος είναι άπειρος. Παραδεχόταν και δίδασκε ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της σε 24 ώρες και απέδιδε την ημερήσια περιστροφή της Ουράνιας σφαίρας στην περιστροφή της Γης. Για την θεωρία των άστρων, πλανητών και απλανών, ο Ηρακλείδης ταυτίζεται με τα πυθαγόρεια δόγματα και ισχυριζόταν πως κάθε αστέρας υπάρχει σαν ένας κόσμος που περιλαμβάνει αέρα και αιθέρα μέσα σε έναν άπειρο αιθέρα. Θεωρούσε τους κομήτες ως σύννεφα που βρίσκονται σε πολύ μεγάλο ύψος και φωτίζονται από το ανώτερο φως.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.


9. ΤΗΛΕΚΛΗΣ (167 π.Χ. θάνατος)
Ο Τηλεκλής από την Φώκαια ή την Φωκίδα, ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και σχολάρχης της Ακαδημίας Πλάτωνος μαζί με τον Εύανδρο. Ο Τηλεκλής και ο Εύανδρος είχαν αναλάβει ατύπως την διοίκηση της Ακαδημίας τα τελευταία δέκα χρόνια της σχολαρχίας του Λακύδη (215 π.Χ. με 205) λόγω σοβαρής ασθένειας του. Σχετικά με τα γραπτά και τις απόψεις του Τηλεκλή δεν γνωρίζουμε τίποτα μέχρι σήμερα.

10. ΕΥΔΩΡΟΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ
(1ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος, εκπρόσωπος του μεσοπλατωνισμού με καταγωγή από την Αλεξάνδρεια. Προσπάθησε να αναδημιουργήσει την φιλοσοφία του Πλάτωνα με όρους των Πυθαγορείων
. Το μόνο που διασώζεται από τα έργα του είναι διάφορα αποσπάσματα, ενώ αρκετές από τις ιδέες του είναι γνωστές μόνο μέσω των αναφορών από άλλους συγγραφείς.

ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.


11. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ Ο ΧΑΙΡΩΝΕΥΣ (45-125 μ.Χ.)
Ήταν Έλληνας ιστορικός, βιογράφος και δοκιμιογράφος. Γεννημένος στην μικρή πόλη της Χαιρώνειας, στην Βοιωτία, πιθανώς κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κλαύδιου. Το πιο γνωστό του έργο είναι οι «Βίοι Παράλληλοι», μια σειρά βιογραφιών διάσημων Ελλήνων και Ρωμαίων, διευθετημένων ανά ζεύγη, έτσι ώστε να δίνεται έμφαση στις κοινές ηθικές τους αξίες ή αποτυχίες. Οι διασωθέντες Βίοι περιλαμβάνουν 23 ζεύγη βιογραφιών, ενός Έλληνα και ενός Ρωμαίου, όπως επίσης και τέσσερις μεμονωμένους βίους.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΗΘΙΚΑ»

06 ploutarxos

Αρχαίο κείμενο:

ΠΕΡΙ ΤΟΥ Ε ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ

«μν μν γρ ντως το εναι μέτεστιν οδέν, λλ πσα θνητ φύσις ν μέσ γενέσεως κα φθορς γενομένη φάσμα παρέχει κα δόκησιν μυδρν κα βέβαιον ατς. ν δ τν διάνοιαν περείσς λαβέσθαι βουλόμενος, σπερ σφοδρ περίδραξις δατος τ πιέζειν κα ες τατ συνάγειν διαῤῥέον πόλλυσι τ περιλαμβανόμενον, οτω τν παθητν κα μεταβλητν κάστου τν γαν νάργειαν λόγος διώκων ποσφάλλεται τ μν ες τ γιγνόμενον ατο τ δ' ες τ φθειρόμενον, οδενς λαβέσθαι μένοντος οδ' ντως ντος δυνάμενος. «ποταμ γρ οκ στιν μβναι δς τ ατ» καθ' ράκλειτον οδ θνητς οσίας δς ψασθαι κατ ξιν. λλ' ξύτητι κα τάχει μεταβολς «σκίδνησι κα πάλιν συνάγει', μλλον δ' οδ πάλιν οδ' στερον λλ' μα συνίσταται κα πολείπει κα «πρόσεισι κα πεισιν.» θεν οδ' ες τ εναι περαίνει τ γιγνόμενον ατς τ μηδέποτε λήγειν μηδ' στασθαι τν γένεσιν, λλ' π σπέρματος ε μεταβάλλουσαν μβρυον ποιεν ετα βρέφος ετα παδα, μειράκιον φεξς, νεανίσκον, ετ' νδρα, πρεσβύτην, γέροντα, τς πρώτας φθείρουσαν γενέσεις κα λικίας τας πιγιγνομέναις. λλ' μες να φοβούμεθα γελοίως θάνατον, δη τοσούτους τεθνηκότες κα θνήσκοντες. ο γρ μόνον, ς ράκλειτος λεγε, «πυρς θάνατος έρι γένεσις, κα έρος θάνατος δατι γένεσις,» λλ' τι σαφέστερον π' ατν μν φθείρεται μν κμάζων γινομένου γέροντος, φθάρη δ' νέος ες τν κμάζοντα, κα πας ες τν νέον, ες δ τν παδα τ νήπιον. τ' χθς ες τν σήμερον τέθνηκεν, δ σήμερον ες τν αριον ποθνήσκει. μένει δ' οδες οδ' στιν ες, λλ γιγνόμεθα πολλοί, περ ν τι φάντασμα κα κοινν κμαγεον λης περιελαυνομένης κα λισθανούσης. πε πς ο ατο μένοντες τέροις χαίρομεν νν, τέροις πρότερον, τναντία φιλομεν κα μισομεν κα θαυμάζομεν κα ψέγομεν, λλοις χρώμεθα λόγοις λλοις πάθεσιν, οκ εδος ο μορφν ο διάνοιαν τι τν ατν χοντες; οτε γρ νευ μεταβολς τερα πάσχειν εκός, οτε μεταβάλλων <οδες> ατός στιν. ε δ' ατς οκ στιν, οδ' στιν, λλ τοτ' ατ μεταβάλλει γιγνόμενος τερος ξ τέρου. ψεύδεται δ' ασθησις γνοί το ντος εναι τ φαινόμενον.»

ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΩΝ ΑΓΩΓΗΣ

6.Ο τοίνυν οδ τοτο παραλιπεν ξιόν στιν, τι κα τ παιδία τ μέλλοντα τος τροφίμοις πηρετεν κα τούτοις σύντροφα γίγνεσθαι ζητητέον πρώτιστα μν σπουδαα τος τρόπους, τι μέντοι Ελληνικ κα περίτρανα λαλεν, να μ συναναχρωννύμενοι βαρβάροις κα τ θος μοχθηρος ποφέρωνταί τι τς κείνων φαυλότητος. κα ο παροιμιαζόμενοι δέ φασιν οκ π τρόπου λέγοντες, τι “ν χωλ παροικήσς, ποσκάζειν μαθήσ.

7. ᾿Επειδν τοίνυν λικίαν λάβωσιν π παιδαγωγος τετάχθαι, νταθα δ πολλν πιμέλειαν κτέον στ τς τούτων καταστάσεως, ς μ λάθωσιν νδραπόδοις βαρβάροις παλιμβόλοις τ τέκνα παραδόντες. πε νν γε τ γιγνόμενον πολλος περκαταγέλαστόν στι. τν γρ δούλων τν σπουδαίων τος μν γεωργος ποδεικνύουσι, τος δ ναυκλήρους τος δ’ μπόρους τος δ’ οκονόμους τος δ δανειστάς· τι δ’ ν ερωσιν νδράποδον ονόληπτον κα λίχνον, πρς πσαν πραγματείαν χρηστον, τούτ φέροντες ποβάλλουσι τος υούς. δε δ τν σπουδαον παιδαγωγν τοιοτον εναι τν φύσιν οόσπερ ν Φονιξ το ᾿Αχιλλέως παιδαγωγός.
Τ
δ πάντων μέγιστον κα κυριώτατον τν ερημένων ρχομαι φράσων. διδασκάλους γρ ζητητέον τος τέκνοις, ο κα τος βίοις εσν διάβλητοι κα τος τρόποις νεπίληπτοι κα τας μπειρίαις ριστοι· πηγ γρ κα ίζα καλοκαγαθίας τ νομίμου τυχεν παιδείας. κα καθάπερ τς χάρακας ο γεωργο τος φυτος παρατιθέασιν, οτως ο νόμιμοι τν διδασκάλων μμελες τς ποθήκας κα παραινέσεις παραπηγνύουσι τος νέοις, ν’ ρθ τούτων βλαστάν τ θη. νν δέ τις κν καταπτύσειε τν πατέρων νίων, οτινες πρν δοκιμάσαι τος μέλλοντας διδάσκειν, δι’ γνοιαν, σθ’ τε κα δι’ πειρίαν, νθρώποις δοκίμοις κα παρασήμοις γχειρίζουσι τος παδας. κα οπω τοτ’ στ καταγέλαστον ε δι’ πειρίαν ατ πράττουσιν, κενο δ’ σχάτως τοπον. τ ποον; νίοτε γρ εδότες, ασθόμενοι δ κα λλων ατος τοτο λεγόντων, τν νίων τν παιδευτν πειρίαν μα κα μοχθηρίαν, μως τούτοις πιτρέπουσι τος παδας, ο μν τας τν ρεσκευομένων ττώμενοι κολακείαις, εσ δ’ ο κα δεομένοις χαριζόμενοι φίλοις, παρόμοιον ποιοντες σπερ ν ε τις τ σώματι κάμνων τν σν πιστήμ δυνηθέντ’ ν σσαι παραλιπών, φίλ χαριζόμενος τν δι’ πειρίαν πολέσαντ’ ν ατν προέλοιτο, ναύκληρον τν ριστον φες τν χείριστον δοκιμάσειε φίλου δεηθέντος. Ζε κα θεο πάντες, πατήρ τις καλούμενος πλείω λόγον τς τν δεομένων ποιεται χάριτος τς τν τέκνων παιδεύσεως; ετ’ οκ εκότα πολλάκις Σωκράτης κενος παλαις λεγεν, τι επερ ρα δυνατν ν, ναβάντα π τ μετεωρότατον τς πόλεως νακραγεν μέρος “ νθρωποι, πο φέρεσθε, οτινες χρημάτων μν κτήσεως πέρι πσαν ποιεσθε σπουδήν, τν δ’ υέων, ος τατα καταλείψετε, μικρ φροντίζετε;” τούτοις δ’ ν γωγε προσθείην τι ο τοιοτοι πατέρες παραπλήσιον ποιοσιν, οον ε τις το μν ποδήματος φροντίζοι, το δ ποδς λιγώρως χοι. πολλο δ’ ες τοσοτο τν πατέρων προβαίνουσι φιλαργυρίας μα κα μισοτεκνίας, σθ’ να μ πλείονα μισθν τελέσειαν, νθρώπους το μηδενς τιμίους αρονται τος τέκνοις παιδευτάς, εωνον μαθίαν διώκοντες. κα ᾿Αρίστιππος οκ κόμψως λλ κα πάνυ στείως πέσκωψε τ λόγ πατέρα νο κα φρενν κενόν. ρωτήσαντος γάρ τινος ατν πόσον ατοίη μισθν πρ τς το τέκνου παιδεύσεως, “χιλίας” φησε “δραχμάς.” το δ’ “Ηράκλεις” επόντος, “ς πέρπολυ τ ατημα· δύναμαι γρ νδράποδον χιλίων πρίασθαι,” “τοιγαρον” επε “δύο ξεις νδράποδα, κα τν υἱὸν κα ν ν πρί.” τ δ’ λον πς οκ τοπον τ μν δεξι συνεθίζειν τ παιδία δέχεσθαι τς τροφάς, κν ε προτείνειε τν ριστεράν, πιτιμν, μηδεμίαν δ ποιεσθαι πρόνοιαν το λόγων πιδεξίων κα νομίμων κούειν;

ΠΩΣ ΔΕΙ ΤΟΝ ΝΕΟΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΚΟΥΕΙΝ

1. Ε μέν, ς Φιλόξενος ποιητς λεγεν, Μάρκε Σήδατε, τν κρεν τ μ κρέα διστά στι κα τν χθύων ο μ χθύες, κείνοις ποφαίνεσθαι παρμεν ος Κάτων φη τς καρδίας τν περαν εαισθητοτέραν πάρχειν. τι δ τν ν φιλοσοφί λεγομένων ο σφόδρα νέοι τος μ δοκοσι φιλοσόφως μηδ´ π σπουδς λέγεσθαι χαίρουσι μλλον κα παρέχουσιν πηκόους αυτος κα χειροήθεις, δλόν στιν μν. Ο γρ μόνον τ Ασώπεια μυθάρια κα τς ποιητικς ποθέσεις λλ κα τν βαριν τν ρακλείδου κα τν Λύκωνα τν ρίστωνος διερχόμενοι κα τ περ τν ψυχν δόγματα μεμιγμένα μυθολογί μεθ´ δονς νθουσισι. Δι δε μ μόνον ν τας περ δωδν κα πόσιν δονας διαφυλάττειν εσχήμονας ατούς, τι δ μλλον ν τας κροάσεσιν κα ναγνώσεσιν θίζειν, σπερ ψ χρωμένους μετρίως τ τέρποντι, τ χρήσιμον π´ ατο κα τ σωτήριον διώκειν. Οτε γρ πόλιν α κεκλειμέναι πύλαι τηροσιν νάλωτον, ν δι μις παραδέξηται τος πολεμίους, οτε νέον α περ τς λλας δονς γκράτειαι σζουσιν, ν τ δι´ κος λάθ προέμενος ατόν, λλ´ σον μλλον ατη το φρονεν κα λογίζεσθαι πεφυκότος πτεται, τοσοτο μλλον μεληθεσα βλάπτει κα διαφθείρει τν παραδεξάμενον. πε τοίνυν οτ´ σως δυνατόν στιν οτ´ φέλιμον ποιημάτων πείργειν τν τηλικοτον λίκος ομός τε τ νν Σώκλαρός στι κα σς Κλέανδρος, ε μάλα παραφυλάττωμεν ατούς, ς ν τας ναγνώσεσι μλλον τας δος παιδαγωγίας δεομένους. δ´ ον μο περ ποιημάτων επεν πρην πλθε, νν πρς σ γεγραμμένα πέμψαι διενοήθην. Κα λαβν τατα δίελθε, κν δοκ σοι μηδν εναι φαυλότερα τν μεθύστων καλουμένων, τινες ν τος πότοις περιάπτονται κα προλαμβάνουσι, μεταδίδου τ Κλεάνδρ κα προκαταλάμβανε τν φύσιν ατο δι τ μηδαμο νωθρν λλ πανταχο σφοδρν κα δεδορκς εαγωγοτέραν π τν τοιούτων οσαν.

Πουλύποδος κεφαλ νι μν κακν ν δ κα σθλόν,

τι βρωθναι μέν στιν διστος, δυσόνειρον δ´ πνον ποιε, φαντασίας ταραχώδεις κα λλοκότους δεχόμενον, ς λέγουσιν. Οτω δ κα ποιητικ πολ μν τ δ κα τρόφιμον νέου ψυχς νεστιν, οκ λαττον δ τ ταρακτικν κα παράφορον, ν μ τυγχάν παιδαγωγίας ρθς κρόασις. Ο γρ μόνον ς οικε περ τς Αγυπτίων χώρας λλ κα περ τς ποιητικς στιν επεν τι

Φάρμακα, πολλ μν σθλ μεμιγμένα πολλ δ
λυγρ τος χρωμένοις ναδίδωσιν.


νθ´ νι μν φιλότης, ν δ´ μερος, ν δ´ αριστς
πάρφασις,
τ´ κλεψε νόον πύκα περ φρονεόντων.

Ο γρ πτεται τ πατηλν ατς βελτέρων κομιδ κα νοήτων. Δι κα Σιμωνίδης μν πεκρίνατο πρς τν επόντα «τί δ μόνους οκ ξαπατς Θετταλούς;» «μαθέστεροι γάρ εσιν ς π´ μο ξαπατσθαι.» Γοργίας δ τν τραγδίαν επεν πάτην, ν τ´ πατήσας δικαιότερος το μ πατήσαντος κα πατηθες σοφώτερος το μ πατηθέντος. Πότερον ον τν νέων σπερ τν θακησίων σκληρ τινι τ τα κα τέγκτ κηρ καταπλάττοντες ναγκάζωμεν ατος τ πικούρειον κάτιον ραμένους ποιητικν φεύγειν κα παρεξελαύνειν, μλλον ρθ τινι λογισμ παριστάντες κα καταδέοντες, τν κρίσιν, πως μ παραφέρηται τ τέρποντι πρς τ βλάπτον, πευθύνωμεν κα παραφυλάττωμεν;

Μετάφραση:

ΠΕΡΙ ΤΟΥ Ε ΤΟΥ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ

“Εμείς δεν έχουμε κανένα μερίδιο στο όντως Είναι, αλλά κάθε θνητή φύση βρίσκεται μεταξύ της γενέσεως και της φθοράς και παρέχει μόνο ένα φάσμα και μία αμυδρή και αβέβαιη εικόνα του εαυτού της. Άν τώρα προσηλώσεις την διάνοιά σου επιθυμώντας να τη συλλάβεις : όπως το δυνατό δράξιμο του ύδατος κάνει να χαθεί το περιεχόμενο διαρρέοντας με την πίεση και την συγκέντρωση του ύδατος στο ίδιο σημείο, έτσι και η λογική αποτυγχάνει , όταν την άκρα σαφήνεια για κάθε πράγμα από εκείνα που μπορούν να αλλοιωθούν και να μεταβληθούν, επειδή άλλοτε εξετάζει το γιγνόμενο και άλλοτε το φθορά του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κατανοήσει τίποτα από τα σταθερά και όντως Όντα. “Αδύνατον να μπείς δυο φορές στο ίδιο ποτάμι”, κατά τον Ηράκλειτο, ούτε να αγγίξεις θνητή ουσία δύο φορές στην ίδια κατάσταση, αλλά εξαιτίας της οξύτητας και της ταχύτητας της μεταβολής “σκορπά και πάλι μαζεύεται”, ή καλύτερα ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά ταυτόχρονα και συγκεντρώνεται και διαλύεται και “έρχεται και φεύγει”. Για αυτό τον λογο και δεν οδηγεί στο Είναι το γιγνόμενο από αυτήν ακριβώς επειδή η γένεσι ποτέ δεν σταματά ούτε στέκεται, αλλά μεταβάλλοντας το αδιάκοπα, από τότε που είναι ακόμα σπέρμα, δημιουργεί το έμβρυο, έπειτα το βρέφος, μετά τον παίδα, κατόπιν στην σειρά το μειράκιο, τον νεανίσκο έπειτα, τον άνδρα, τον ώριμο άνθρωπο, τον γέροντα, καταστρέφοντας τις πρώτες γενέσεις και ηλικίες με τις επόμενες. Κι εμείς με τρόπο γελοίο φοβόμαστε ένα και μόνο θάνατο, την στιγμή που έχουμε πεθάνει και πεθαίνουμε τόσους θανάτους! Γιατί δεν ισχύει μόνο, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος, ότι “ο θάνατος του πυρός είναι γένεσι αέρος και ο θάνατος του αέρος είναι γέννεσι του ύδατος”, αλλά ακόμα σαφέστερα στην δική μας περίπτωση ο άνθρωπος που βρίσκεται στην ακμή του καταστρέφει όταν γεννιέται ο γέροντας, καταστρέφεται ο νέος μεταπίπτοντας στον ακμάζοντα, ο παίς σε νέον, το νήπιο στον παίδα. Ο χθεσινός άνθρωπος έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον σημερινό, ενώ ο σημερινός έχει πεθάνει μεταπίπτοντας στον αυριανό. Κανείς δεν μένει ο ίδιος και κανείς δεν είναι ένας, αλλά γιγνόμεθα πολλοί, καθώς η ύλη περιστρέφεται και γλιστρά γύρω από ένα φάντασμα και ένα κοινό εκμαγείο. Γιατί πως παραμένουμε οι ίδιοι, ενώ χαιρόμαστε τωρα με άλλα πράγματα, πρωτύτερα με άλλα, ενώ αγαπάμε και μισούμε, θαυμάζουμε και ψέγουμε κάθε φορά αντίθετα πράγματα, ενώ διαθέτουμε διαφορετικά λόγια και διαφορετικά συναισθήματα, χωρίς να διατηρούμε το ίδιο είδος, την ίδια μορφή, ούτε κάν την ίδια διάνοια. Γιατί ούτε είναι λογικό να νιώθει κανείς διαφορετικά συναισθήματα άνευ μεταβολής, ούτε και κανείς αν μεταβληθεί μένει ο ίδιος. Αν, τώρα, κανείς δεν είναι πάντα ο ίδιος, τότε ούτε και υπάρχει, αλλά μεταβάλλει την ίδια του την φύση καθώς γίνεται άλλος από άλλον. Και η αίσθηση, επειδή αγνοεί το ΟΝ, αποφαίνεται λανθασμένα ότι αυτό που φαίνεται υπάρχει στα αλήθεια.

ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΩΝ ΑΓΩΓΗΣ

6. Δεν είναι, όμως, σωστό να παραλείψουμε και τούτο πρέπει να επιδιώξουμε ώστε και τα παιδιά που θα υπηρετούν αυτά που τρέφουμε και που θα γίνουν σύντροφοι τους να έχουν, κατ' αρχάς, εξαίρετη συμπεριφορά, και ακόμα να μιλούν Ελληνικά και ν' ακούγεται καθαρά η λαλιά τους, για να μην πάρουν (τα παιδιά μας) τίποτα από την αναξιότητα βάρβαρων στην γλώσσα και ταπεινών στο ήθος παιδιών, έχοντας συναναστροφές με αυτά. Έτσι λένε και κείνοι που χρησιμοποιούν παροιμίες, μιλώντας σωστά, ότι«αν μείνεις κοντά σε κουτσό, θα μάθεις να κουτσαίνεις»

7.
Όταν, λοιπόν, φτάσουν στην κατάλληλη ηλικία για να τεθούν υπό την καθοδήγηση των παιδαγωγών, εδώ πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή στην κατάσταση των τελευταίων, για να μην παραδώσουν οι γονείς χωρίς να το καταλάβουν τα παιδιά τους σε δούλους ή βάρβαρους ή σε άτομα ανερμάτιστα. Αυτό, πάντως, που κάνουν τώρα πολλοί, είναι γελοιότατο. Από τους αξιόλογους δούλους, δηλαδή, άλλους κάνουν γεωργούς, άλλους ναυτικούς, άλλους εμπόρους, άλλους οικονόμους και άλλους χρηματιστές, ενώ όποιο μέθυσο και λαίμαργο ανδράποδο βρουν, άχρηστο για οτιδήποτε, σε τούτο οδηγούν και παραδίδουν τα παιδιά τους. Ο σπουδαίος παιδαγωγός, όμως, πρέπει να έχει φυσική σύσταση όπως ο Φοίνιξ, ο παιδαγωγός του Αχιλλέα. Έρχομαι τώρα, λοιπόν, να πω το σπουδαιότερο καικυριότερο απ' όσα προανέφερα. Πρέπει ν' αναζητάμε για τα παιδιά δασκάλους αδιάβλητους στην ζωή τους και ανεπίληπτους στην συμπεριφορά τους και άριστους στις γνώσεις τους, δεδομένου ότι πηγή και ρίζα της χρηστότητας και της αρετής είναι το να λάβουμε την πρέπουσα παιδεία. Όπως, λοιπόν, οι γεωργοί βάζουν πλάι στα φυτά τα στηρίγματα, έτσι και οι σωστοί δάσκαλοι βάζουν σωστά στηρίγματα πλάι. στους νέους τις υποθήκες και τις συμβουλές τους, για να βλασταίνει ευθύ το ήθος τους. Τώρα, όμως, θα μπορούσε κάποιος και να φτύσει μερικούς πατέρες, οι οποίοι, προτού να δοκιμάσουν τους μέλλοντες να διδάξουν, αφήνουν τα παιδιά τους, από άγνοια και μερικές φορές από αδαημοσύνη, στα χέρια ανθρώπων απαράδεκτων και ανάξιων. Και δεν είναι αυτό πια το καταγέλαστο, αν το κάνουν από αδαημοσύνη, αλλά το εντελώς άτοπο είναι τούτο. Ποιο; Ότι μερικές φορές, αν και γνωρίζουν, κι ακόμα αν και μαθαίνουν από άλλους που τους πληροφορούν, την απαιδευσία και μαζί φαυλότητα ορισμένων εκπαιδευτών, παρά ταύτα αναθέτουν σ' αυτούς τα παιδιά τους, άλλοι γιατί υποκύπτουν στις κολακείες εκείνων που πάνε να γίνουν αρεστοί, και ορισμένοι άλλοι γιατί θέλουν να ευχαριστήσουν φίλους τους, οι οποίοι τους παρακαλούν. Ενεργούν έτσι όμοια όπως ο ασθενής που παρακάμπτει αυτόν, ο οποίος, όντας κάτοχος της γνώσης, μπορεί να τον σώσει, και, για να ευχαριστήσει κάποιον φίλο του, προτιμάει άλλον, ο οποίος από έλλειψη γνώσεων μπορεί να τον καταστρέψει, ή όμοια οπως εκείνος που, επειδή τουτο ζήτησε κάποιος φίλος του, αφήνει τον καλύτερο κυβερνήτη πλοίου και παίρνει τον χειρότερο. Δία και όλοι οι θεοί, μπορεί κάποιος που λέγεται πατέρας να υπολογίζει περισσότερο το χατίρι εκείνων που τον παρακαλούν απ' ό,τι την μόρφωση των παιδιών του; Καλά δεν έλεγε, λοιπόν, πολλές φορές, ο περίφημος Σωκράτης, ο παλαιός, ότι, αν μπορούσε, θ' ανέβαινε στο πιο ψηλό σημείο της πόλης και θα φώναζε: «Τι κάνετε, άνθρωποι, που κάθε σπουδή δείχνετε για την απόκτηση χρημάτων, ενώ για τα παιδιά σας, που θα τους αφήσετε τα χρήματα, λίγο σας νοιάζει;» Στα λόγια αυτά θα προσέθετα από πλευράς μου ότι τέτοιοι πατέρες κάνουν όμοια με το να φρόντιζε κάποιος τα παπούτσια του αλλά ν' αδιαφορούσεγιατα πόδιατου.Πολλοί πατέρες, εξ άλλου, φτάνουν σε τέτοιο σημείο αγάπης για το χρήμα και μίσους για τα παιδιά τους, ώστε, για ν'αποφύγουν τις μεγαλύτερες αμοιβές, διαλέγουν για δασκάλους των παιδιών τους ανθρώπους χωρίς αξία, επιζητώντας την συμφερτική αμάθεια. Έτσι και ο Αρίστιππος, όχι αδέξια, ίσα ίσα πολύ χαριτωμένα, έδωσε σκωπτική απάντηση σε κάποιον ανόητο και άφρονα πατέρα. Όταν, δηλαδή, τον ρώτησε ένας πόσα χρήματα θα ζητούσε για την εκπαίδευση του παιδιού του, απάντησε: «Χίλιες δραχμές». Ο άλλος τότε είπε: «Μα τον Ηρακλή, σαν υπέρογκη η απαίτηση σου με χίλιες δραχμές αγοράζω δούλο». Και οΑρίστιπποςτου απάντησε:«Τότε,λοιπόν,θαέχειςδύο δούλους και τον γιο σου και κείνον που θ' αγοράσεις». Γενικά, πώς δεν είναι άτοπο να συνηθίζουμε, αφ' ενός, τα παιδιά να πιάνουν τις τροφές με το δεξιό χέρι, και, σε περίπτωση που απλώσουν το αριστερό, να τα παρατηρούμε, αλλά να μην λαμβάνουμε, αφ' ετέρου, καμιά πρόνοια για ν' ακούνε λόγους κατάλληλους και σωστούς;

ΠΩΣ ΔΕΙ ΤΟΝ ΝΕΟΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΚΟΥΕΙΝ

Το ζήτημα, Μάρκε Σήδατε, αν από τα κρέατα είναι πιο εύγευστα εκείνα που δεν είναι κρέας και από τα ψάρια εκείνα που δεν είναι ψάρια, όπως έλεγε και ο ποιητής Φιλόξενος, ας αφήσουμε να το κρίνουν εκείνοι για τους οποίους ο Κάτων είπε ότι έχουν τον ουρανίσκο πιο ευαίσθητο από την καρδιά.Για μας όμως είναι προφανές ότιαπό τους φιλοσοφικούς λόγους οι πολύ νέοι ευχαριστιούνται περισσότερο και παραδέχονται και καθοδηγούνται από εκείνους που φαίνονται ότι δεν έχουν φιλοσοφικό ή σοβαρό χαρακτήρα. Όχι μόνο, δηλαδή, όταν διαβάζουν τα παραμύθια του Αισώπου και τους μύθους από τους ποιητές αλλά και τον «Άβαρι» του Ηρακλείδη και τον «Λύκωνα» του Αρίστωνακαιτις θεωρίεςπερίψυχής, αναμεμειγμένεςμε μυθολογικές παραδόσεις, νιώθουν ενθουσιώδη ευχαρίστηση. Γι' αυτό πρέπει ναπροσέχουμε όχιμόνο την ευπρέπεια τους στις ηδονές των φαγητών και της οινοποσίας, αλλά ακόμα περισσότερο να τους συνηθίζουμε ν' αναζητούν σε όσα ακούνε και σε όσα διαβάζουν το ωφέλιμο και το σωτήριο που υπάρχει σ' αυτά, χρησιμοποιώντας με μέτρο, σαν τα καρυκεύματα, αυτό που προσφέρει ευχαρίστηση. Ούτε άλλωστε οι σφαλισμένες πύλες κρατούν απόρθητη μια πόλη, αν από μια (ανοιχτή) μπουν οι εχθροί, ούτε τον νέο άνθρωπο τον σώζει η εγκράτεια στις άλλες ηδονές, αν, χωρίς να το καταλάβει, ρίξει τον εαυτό του στην ηδονή που προέρχεται από την ακοή. Αντίθετα, όσο περισσότεροη τέτοιου είδους ηδονή πλησιάζει τον άνθρωπο που από την φύση του είναι σώφρων και λογικός, τόσο περισσότερο, ανπαραμεληθεί, βλάπτει και διαφθείρει εκείνον που την δέχτηκε. Επειδή όμως, δεν είναι ίσως δυνατόν ούτε ωφέλιμο να κρατάμε μακριά από την ποίηση νέους της ηλικίας που έχει τώρα ο δικός μου ο Σώκλαρος και ο δικός σου ο Κλέανδρος, ας τους εποπτεύσουμε με πολύ σωστό τρόπο, με την σκέψη πως έχουν ανάγκη παιδαγώγησης περισσότερο σταδιαβάσματα τους παρά στον δρόμο. Σκέφτηκα λοιπόν να σου γράψω τώρα όσα προσφάτως μου ήρθαν στον νου σχετικά με τα ποιήματα. Μόλις τα λάβεις, λοιπόν, διάβασε τα και, αν σου φανούν το ίδιο σπουδαία με τα λεγόμενα γιατροσόφια ενάντια στο μεθύσι, που κρεμούν μερικοί και παίρνουν από πριν στις οινοποσίες, να τα μεταδώσεις στον Κλέανδρο και να προφυλάξεις τον χαρακτήρα του, γιατί, καθώς δεν είναι σε τίποτα νωθρός αλλά σε όλα οξύς και ζωηρός, είναι πιο εύκολο να παρασυρθεί από τέτοιες επιρροές. Στου χταποδιού το κεφάλι και το κακό και το καλο υπάρχει, γιατί να το φας είναι νοστιμότατο, στον ύπνο όμως, όπως λένε, φέρνει άσχημα όνειρα και εικόνες εφιαλτικές και παράξενες. Το ίδιο και η ποίηση προκαλεί στην ψυχή του νέου μεγάλη απόλαυση και τη μορφώνει, εξ ίσου όμως της φέρνει ταραχή και σάστισμα, αν την ακρόαση της δεν ρυθμίζει η σωστή παιδαγωγική μέθοδος. Όπως φαίνεται, δηλαδή, ταιριάζει να πούμε όχι μόνο για την χώρα τωνΑιγυπτίων αλλά καιγιατηνποίησηότι:

φάρμακα, πολλά ωφέλιμα, αν
αναμειχτοΰν,πολλά,ομως, θανατηφόρα*
δίνει σε κείνους που την χρησιμοποιούν.

Εκεί
είναιοέρωτας,εκείοπόθος,εκείτογλυκομίλημα που ξελογιάζει,
που έκλεψε τον νουκαι των πιοσυνετών.


Πραγματικά, ο απατηλός χαρακτήρας της δεν αγγίζει γενικά τους άπραγους και τους ανόητους. Γι' αυτό κι ο Σιμωνίδης σε κείνον που τον ρώτησε «Γιατί μόνο τους Θεσσαλούς δεν μπορείς να ξεγελάσεις;» απάντησε: «Διότι είναι πολύ αμαθείς, για να ξεγελαστούν από μένα». Ο Γοργίας επίσης χαρακτήρισε την τραγωδία απάτη, όπου εκείνος που εξαπάτησε είναι πιο δίκαιος από εκείνον που δεν εξαπάτησε, κι εκείνος που εξαπατήθηκε σοφότερος από εκείνον που δεν εξαπατήθηκε. Μήπως λοιπόν πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά των νέων, όπως έγινε με τους Ιθακήσιους, με σκληρό και αδιαπέραστο κερί και να τους αναγκάσουμε να ρίξουν στην θάλασσα την Επικούρεια λέμβο και ν' αποφύγουν την ποίηση και να πάρουν άλλο δρόμο από αυτήν, ή μήπως πρέπει να τους στηρίξουμε και να τους δέσουμε σφιχτά με κάποιαν ορθή διδαχή, καθοδηγώντας και προφυλάσσοντας την κρίση τους, για να μην την παρασύρει το ευχάριστο προς το βλαβερό;



12. ΑΠΟΥΛΗΙΟΣ
(125-170 μ.χ.)
Ο επιλεγόμενος Πλατωνικός και Σοφιστής, υπήρξε φιλόσοφος, ποιητής και ρήτορας. Γεννημένος από πλούσιους γονείς στην Μαδαύρα, το Μ 'Νταουρούς της σημερινής Αλγερίας. Ο Απουλήιος είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό περισσότερο από το διάσημο έργο του «Μεταμορφώσεις» ή «ο Χρυσός Γάιδαρος», όπως έγινε γνωστό από την εποχή του Αυγουστίνου. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ταξίδεψε πολύ ως νέος και μορφώθηκε στην Καρχηδόνα, την Ελλάδα και την Ρώμη. Από τα πολλά έργα του Απουλήιου μόνο τέσσερα θεωρούνται αδιαμφισβήτητα δικά του: το De Magia [Περί της Μαγείας] (επίσης γνωστό ως Απολογία) και το διάσημο διήγημά του Asinus Aureus [Ο Χρυσός Γάιδαρος] (ή Μεταμορφώσεις, βιβλία 11). Επίσης θεωρείται δικό του το De deo Socratis, (Ο Θεός του Σωκράτη), που δέχθηκε την επίθεση του Αγ. Αυγουστίνου και το Florida [Ανθηρά], ανθολογία των λόγων που εκφώνησε περιερχόμενος τις διάφορες πόλεις.

13. ΑΜΜΩΝΙΟΣ ΣΑΚΚΑΣ (175-242 μ.Χ.)
Ήταν Έλληνας φιλόσοφος που άκμασε στην Αλεξάνδρεια, ο οποίος θεωρείται από τους ιδρυτές του Νεοπλατωνισμού. Είναι γνωστός κυρίως ως δάσκαλος του Πλωτίνου
, τον οποίο δίδαξε από το 232 έως το 243. Θεωρείται πως επηρέασε καθοριστικά τον Πλωτίνο στην ανάπτυξη του Νεοπλατωνισμού αν και οι δικές του φιλοσοφικές απόψεις παραμένουν σχετικά άγνωστες.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

07 ammwnios

Συνοπτικά:

Α.
Ασχολήθηκε με το πρόβλημα της ψυχής και ειδικότερα με την σχέση και την ένωση ψυχής-σώματος. Στα πλαίσια της φιλοσοφικής του θεωρίας, η ψυχή θεωρείται συγχρόνως ενωμένη με το σώμα, όχι όμως αναμεμειγμένη και με τα σωματικά στοιχεία και αλλοιωμένη. Το σώμα δεν αποτελεί χώρο που περικλείει την ψυχή, αλλά πεδίο ενέργειάς της, αφού αυτή κατευθύνει το σώμα και συμπάσχει μαζί του, παραμένοντας αδιάφθορη και αυτοτελής, όπως αποδεικνύεται από τα προφητικά όνειρα ή από τον διαλογισμό του υπεραισθητού νοητού κόσμου.

Β. Σε γενικές γραμμές, η διδασκαλία του χαρακτηρίζεται από τηνσυνένωση των αριστοτελικών με τις πλατωνικές θεωρίες, καθώς και από την εισαγωγή ενόςμυστικοθρησκευτικού χαρακτήρα στην φιλοσοφία, παραπέμποντας και σε στοιχεία τουπυθαγορισμού.



14. ΩΡΙΓΕΝΗΣ (185-254 μ.Χ.)
Το πλήρες όνομά του ήταν Ωριγένης Αδαμάντιος. Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Γεννήθηκε πιθανώς στην Αλεξάνδρεια. Αναθεματίστηκε μετά τον θάνατό του ο ίδιος και οι ιδέες του από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο το 553 μ.Χ. Σύμφωνα με τον Επιφάνειο, ο Ωριγένης έγραψε περίπου 6.000 έργα (ή κεφάλαια). Ένας κατάλογος δόθηκε από τον Ευσέβιο στην χαμένη ζωή του Πάμφιλου, η οποία ήταν γνωστή προφανώς στον Ιερώνυμο. Τα έργα του χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες: κριτική κειμένων, εξήγηση συστηματική, πρακτική και απολογητική θεολογία και επιστολές, εκτός από ορισμένα ψευδεπίγραφα. Το σημαντικότερο έργο του Ωριγένη στην κριτική κειμένων ήταν το έργο «Εξαπλά», μια πολύτομη και πολυγλωσσική έκδοση των Εβραϊκών Γραφών. Μεταξύ των συστηματικών, πρακτικών και απολογητικών έργων του Ωριγένη, ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται το έργο του «Περί των Πρώτων Αρχών», μια πραγματεία που γράφτηκε πιθανώς για τους προχωρημένους μαθητές του στην Αλεξάνδρεια, ίσως μεταξύ του 212 και του 215. Έφθασε ως εμάς μόνο ως ελεύθερη μετάφραση του Ρουφίνου, εκτός από σπαράγματα του 3ου και 4ου βιβλίου του. Μετά από την εξορία του στην Καισάρεια, ο Ωριγένης έγραψε τα «Περί Προσευχής», «Περί Μαρτυρίου» και «Κατά Κέλσου», με αριστοτεχνική επιχειρηματολογία και διαλεκτική δύναμη.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

08 origenhs

Απόψεις – Πεποιθήσεις του Ωριγένη περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου:
Α.
Ο Θεός είναι πνεύμα, το άπειρο και απόλυτο Ον , το αίτιο, η πηγή η αρχή και το τέλος των όντων, με υπέρτατη αγαθότητα και υπέρτατη παντοδυναμία. Η δημιουργική ενέργεια ανήκει μόνο στον Θεό, που ως πανάγαθος και αμετάβλητος πάντοτε δημιουργεί. Συνεπώς προ του κόσμου αυτού υπήρξαν άλλοι κόσμοι, όπως θα υπάρξουν και άλλοι μετά από αυτόν.

Β. Ο Θεός μπορεί να προσεγγιστεί μόνο με την ψυχή και την διάνοια, όχι άμεσα αλλά δια του Λόγου. Επειδή είναι αμετάβλητος και η δημιουργική του ενέργεια αιώνια, ο κόσμος είναι προαιώνιος. Όπως το φως είναι ταυτόσημο με τον Ήλιο, έτσι δεν μπορούμε να εννοήσουμε τον Θεό χωρίς κόσμο.

Γ. Ο Λόγος ή Υιός είναι η Σοφία του Πατέρα ο οποίος γεννάται συνεχώς από Αυτόν. Είναι η πρωταρχική και υπέρτατη αιτία των πάντων, που σαν ιδέα ισχύς και ψυχή του κόσμου, υπήρχε εσαεί στον Θεό όντας της ίδιας υπόστασης με τον Πατέρα, ομοούσιος αλλά και υποτελής.

Δ. Τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Υιό Λόγο με εντολή του Πατέρα, συνέχονται και κυβερνώνται από τον Πατέρα μέσω του Λόγου. Ο Λόγος στέκεται ανάμεσα στο ανεκδήλωτο και την δημιουργία, στο ένα και τα πολλά, μετέχοντας της φύσης και των δύο.

Ε. Το σύμπαν είναι ένα τεράστιο ζωντανό ον που διατηρείται και υπάρχει εξαιτίας του Λόγου και λειτουργεί όπως ο Πλατωνικός κόσμος. Μέσα του υπάρχουν πολλά ζωντανά όντα, στα οποία περιλαμβάνονται τα άστρα που είναι κι αυτά έμψυχα και ίσως προσφέρουν μελλοντική κατοικία σε ορισμένες ανθρώπινες ψυχές.

Ζ. Ο θεός δημιούργησε πνευματικά όντα ελεύθερα και λογικά, τα οποία μπορούν να καταστούν "αγαθά". Για τον λόγο όμως ότι τα όντα έκαναν κακή χρήση του αυτεξούσιου τους, ο θεός δημιούργησε τον υλικό κόσμο ως τιμωρία, δίνοντας στο κάθε ον αναλόγως του βαθμού παρεκτροπής του μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό υλικότητος.


Η. Οι αποκαλύψεις του Λόγου δια των προφητών και κυρίως δια του Ιησού σκοπό είχαν την λύτρωση των πνευμάτων από την ύλη.

Θ. Ο κόσμος είχε αρχή και θα έχει και τέλος, όμως θα τον διαδεχθούν άλλοι κόσμοι. Έτσι η Ανάσταση υποβιβάζεται στο επίπεδο απλού επεισοδίου της κοσμικής ιστορίας. Η τελική αποκατάσταση, όπου όλα τα πράγματα θα επιστρέψουν στην αρχική τους κατάσταση απομακρύνεται έπ' άπειρον.

Ι. Η ψυχή είναι αιώνια όχι μόνο λόγω της θείας χάριτος αλλά και λόγω τηςουσίας της φύσεώς της. Είναι δημιούργημα, όμως η δημιουργία της, όπως υποστηρίζει και ο Πλωτίνος βρίσκεται έξω από τον χρόνο. Κάθε ψυχή ήταν αρχικά καθαρός νους και κάθε ψυχή μπορεί να επανέλθει σε αυτήν την κατάσταση. Στο μεσοδιάστημα όμως πρέπει να υψωθεί και να πέσει πολλές φορές, Το γεγονός ότι δεν αρχίζουμε όλοι από το ίδιο επίπεδο τον αγώνα για την σωτηρία, μπορεί να εξηγηθεί με τρόπο συνεπή προς την θεία δικαιοσύνη μόνο αν φέρουμε πάνω μας περασμένα παραπτώματα που διαπράχθηκαν σεπροηγούμενες ζωές.

Κ. Η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να υψωθεί στην κατάσταση του αγγέλου ή να βυθιστεί στην κατάσταση του διαβόλου, και ο Ωριγένης παίζει με την ιδέα του Πλάτωνα ότι η ψυχή μπορεί να ξαναγεννηθεί σε σώμα ζώου . Το πεπρωμένο της στο μεσοδιάστημα από την μία μετενσάρκωση στην άλλη εξαρτάται από την ζωή που έζησε πάνω στη γη. Η κακή ψυχή θα πρέπει να υποστεί την κάθαρση αλλά όχι αιώνια, αφού η θεία δικαιοσύνη είναι επανορθωτική κι όχι εκδικητική. Η κόλαση για τον Ωριγένη είναι κατάσταση του νου, αυτό που ο Ωριγένης ονομάζει "τιμωρία και μαρτύριο από την έλλειψη συνοχής της ψυχής"

Λ. Η αγαθή ψυχή θα κατοικήσει κάποιο διάστημα στον επίγειο παράδεισο, όπου ο θεός θα οργανώσει ένα σχολείο ψυχών με αγγέλους ως εκπαιδευτές οι οποίοι θα διδάξουν τις απαντήσεις για όλες τις ερωτήσεις που τις βασανίζουν στην γη. Ο Ωριγένης προσφέρει μια περίληψη της ύλης πάνω στην οποία οι ψυχές τελικά θα προβιβαστούν σε υψηλότερες σφαίρες και πιο προχωρημένες τάξεις. Ο παράδεισος είναι πανεπιστήμιο που δεν τελειώνει ποτέ. Όταν βρεθούν σε αυτήν την κατάσταση οι ψυχές θα εφοδιαστούν με σώματα, από υλικό πιο εκλεπτυσμένο από το δικό μας αλλά όσο υψώνονται μέσα από τις σφαίρες θα το αποβάλλουν βαθμιαία.


15. ΚΕΛΣΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν Έλληνας εθνικός φιλόσοφος ή Ρωμαίος φιλόσοφος που έδρασε κατά το δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ., γνωστός κυρίως από το έργο του «Αληθής Λόγος», που γράφτηκε μεταξύ των ετών 170 ως 180 μ.Χ. Αν και το «Αληθής Λόγος» στην αρχική του μορφή δεν έφτασε ποτέ σε μας, η ανασύνθεση του σε ποσοστό άνω του 80% έγινε δυνατή μέσα από την διεξοδική ανασκευή των επιχειρημάτων του Κέλσου που ετοίμασε ο Ωριγένης στο απολογητικό του έργο «Κατά Κέλσου». Ένα από τα μεγάλα του σφάλματα, το οποίο σε αρκετά σημεία αποδυναμώνει την κριτική του, είναι ότι δεν κατάφερε να διαχωρίσει τις θέσεις της επίσημης Χριστιανικής Εκκλησίας από τις αιρέσεις και κυρίως από τις τάσεις του Γνωστικισμού και φαίνεται να τις αντιμετωπίζει ισότιμα.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ»

09 kelsos

Όποιος πιστεύει χωρίς πρώτα να ελέγξει λογικά ένα δόγμα, είναι βέβαιο πως θα απατηθεί. Έχουμε πολλά σημερινά παραδείγματα άλογης πίστης: τους ζητιάνους ιερείς της Κυβέλης, τους μάγους που δίνουν προφητείες παρατηρώντας ουράνια φαινόμενα, τους λάτρεις του Μίθρα και του Σαβαδία κι όσους βλέπουν φαντάσματα της Εκάτης ή κάποιας άλλης θεότητας θηλυκής ή αρσενικής. Ακριβώς όπως οι τσαρλατάνοι αυτών των λατρειών εκμεταλλεύονται την αφέλεια των εύπιστων και τους τραβούν από την μύτη, έτσι γίνεται και με τους Χριστιανούς δασκάλους. Κάποιοι από αυτούς δε θέλουν καν να διατυπώσουν ούτε να ακούσουν ένα επιχείρημα πάνω σ’ αυτά που πιστεύουν, προτιμώντας τα «πίστευε και μη ερεύνα» και «η πίστη σου θα σε σώσει» και «η σοφία αυτού του κόσμου είναι κακό πράγμα, ενώ το να ‘σαι απλοϊκός είναι καλό.»[...]

[...]«Όταν λουζόσουν στο ποτάμι πλάι στον Ιωάννη, φάνηκε, λες, ένα πουλί που πέταξε προς τα σένα από ψηλά. Ποιος αξιόπιστος μάρτυρας είδε αυτό το θαυμαστό γεγονός, ή ποιος άκουσε την φωνή εξ ουρανού που σε ονόμαζε υιό του θεού, πέρα από σένα κι ακόμη έναν απ’ αυτούς που τιμωρήθηκαν μαζί σου; Μα, θα μου πεις, το είπε ο προφήτης μου στα Ιεροσόλυμα, ότι θα έρθει στον κόσμο ο υιός του θεού, που θα κρίνει τους καλούς και θα τιμωρήσει τους αδίκους. Και ποιος μου λέει ότι εννοούσε εσένα και όχι τόσους και τόσους άλλους που έζησαν μετά την προφητεία; Δεν είσαι ο μόνος στον οποίο ταιριάζουν οι προφητείες που έχουν γίνει. (…) Άλλωστε υπάρχουν τόσοι και τόσοι που θα ισχυριστούν ότι οι προφητείες αναφέρονται σ’ αυτούς κι όχι στον Ιησού. Λες πως όταν γεννήθηκες, ήρθαν Χαλδαίοι να σε βρουν και να σε προσκυνήσουν, νήπιο ακόμα, ως θεό, και πως το είπαν στον Ηρώδη τον Τετράρχη και κείνος έστειλε ανθρώπους του να σκοτώσουν όσα βρέφη γεννήθηκαν την ίδια χρονιά νομίζοντας πως θα βγάλει και σένα από την μέση, για να μην βασιλεύσεις σαν θα μεγαλώσεις. Αν είναι έτσι, πώς έγινε και τώρα που μεγάλωσες εσύ ο υιός του θεού όχι μόνο δεν βασιλεύεις αλλά και τριγυρνάς πέρα δώθε σκυφτός από φόβο και ζώντας με ελεημοσύνες; (…) Κι αυτή πάλι η ιστορία, που όταν ήσουν νήπιο χρειάστηκε να σε φυγαδεύσουν στην Αίγυπτο για να μην σφαχτείς; Μα πώς γίνεται, να κατατρέχει τον θεό ο φόβος του θανάτου; Παρ’ όλα αυτά, κατέβηκε άγγελος από τον ουρανό, κι έδωσε εντολή στους δικούς σου να φύγετε, γιατί αν σας άφηνε στην τύχη σας θα πεθαίνατε. Και δεν μπορούσε επί τόπου να σε προστατέψει ο μέγας θεός, που ήδη είχε μπει στον κόπο να στείλει για χάρη σου δύο αγγέλους;»[...]

[...]«Οι παλιοί μύθοι απέδιδαν θεία γέννηση στον Περσέα, τον Αμφίωνα, τον Αιακό και τον Μίνωα, ούτε κι αυτούς τους πιστεύουμε, αλλά τουλάχιστον αυτοί οι μύθοι παρουσιάζουν σαν απόδειξη τα όσα μεγάλα και θαυμαστά κατόρθωσαν εκείνοι για το καλό των ανθρώπων, ώστε να αποκτήσουν κάποια αληθοφάνεια. Εσύ τι το καλό ή θαυμάσιο, σε έργα ή σε λόγια, έχεις να παρουσιάσεις; Σε μας δεν είχες να παρουσιάσεις τίποτα, παρ’ όλο που σε προκαλούσαμε μες στο ναό, να μας δώσεις ένα χειροπιαστό σημάδι ότι ήσουν ο γιος του θεού. Ας δεχτούμε πως είναι αληθινές όλες οι τερατολογίες των μαθητών σου (οι θεραπείες, οι αναστάσεις, τα λίγα ψωμιά που έφαγαν οι πολλοί και που στο τέλος περίσσεψαν κιόλας). Σε τι διαφέρουν από τα κατορθώματα των απατεώνων θαυματοποιών κι όσων έχουν μαθητεύσει πλάι σε Αιγυπτίους; Όλοι αυτοί αναλαμβάνουν να κάνουν ακόμα πιο δύσκολα και απίθανα πράγματα και μάλιστα μπροστά σ’ όλο τον κόσμο, στην αγορά, έναντι ολίγων οβολών: και δαίμονες βγάζουν και διώχνουν μέσα από ανθρώπους, και αρρώστιες θεραπεύουν με ένα φύσημα, και πνεύματα ηρώων καλούν, και τραπέζια στρωμένα με πλούσια γεύματα και γλυκά και ψάρια, ανύπαρκτα στην πραγματικότητα, τα παρουσιάζουν κάνοντας τα να κινούνται σαν να ήταν ζωντανά ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι, απλώς δίνουν αυτήν την εντύπωση. Πρέπει δηλαδή να τους θεωρήσουμε κι αυτούς υιούς του θεού, μιας και τα κατορθώνουν όλα αυτά; Δεν θα ’ταν πιο σωστό να πούμε ότι μια τέτοιου είδους απασχόληση ταιριάζει σε ανθρώπους ελεεινούς και δυστυχισμένους;»«Εκθέτοντας τώρα την προσωπική μου άποψη, έχω να πω ότι ο καυγάς μεταξύ Ιουδαίων και Χριστιανών είναι εντελώς βλακώδης. Όλη αυτή η φασαρία για το τί υπήρξε ο Χριστός, είναι περί όνου σκιάς. (…) Και τα δύο μέρη πιστεύουν σε θείες προφητείες, ότι θα έρθει να ζήσει ανάμεσα στους ανθρώπους ένας σωτήρας. Η διαφωνία τους βρίσκεται στο αν ήδη έχει έρθει η όχι.[...]

[...]Τον Ασκληπιό πλήθος άνθρωποι, και Έλληνες και βάρβαροι, παραδέχονται ότι τον έχουν δει πολλές φορές, κι ότι εξακολουθούν και στις μέρες μας να τον βλέπουν, και μάλιστα όχι το φάντασμα του αλλά τον ίδιο, να θεραπεύει και να ευεργετεί και να προλέγει τα μελλούμενα. Ή ας πάρουμε την περίπτωση του Αριστέα του Προκοννήσιου, που εξαφανίστηκε με τρόπο θαυμαστό μπροστά από τα μάτια των ανθρώπων κι ύστερα ξαναεμφανίστηκε, και βρέθηκε σε πολλά μέρη του κόσμου.(…) Κι όμως, κανείς δεν πιστεύει πια ότι ο Αριστέας είναι θεός. Όπως κανείς δεν θεωρεί θεό τον Αβαρη τον Υπερβόρειο που σύμφωνα με τον Ηρόδοτο είχε τέτοια δύναμη που πετούσε απ’ άκρη σ’ άκρη της γης πάνω στο βέλος του. Ή μήπως δεν λένε για την ψυχή του Κλαζομένιου, που πολλές φορές εγκατέλειπε το σώμα και περιπλανιόταν μονάχη;
Ούτε και τούτον θεώρησαν θεό οι άνθρωποι. Και ο Κλεομήδης από την Αστυπάλεα: κλείστηκε μέσα σε μια κασέλα και όταν την έσπασαν οι διώκτες του για να τον συλλάβουν δεν τον βρήκαν μέσα· έγινε άφαντος, σαν από θεϊκό θαύμα. Από τέτοιες ιστορίες άλλο τίποτα. Κοντολογίς, αυτό που θέλω να πω είναι ότι κατά τον ίδιο τρόπο που οι Γέτες λατρεύουν τονΖάμολξηκαι οι Κίλικες τον Μόψο κι οι Ακαρνάνες τον Αμφίλοχο κι οι Θηβαίοι τον Αμφιάρεω κι οι Λεβαδίτες τον Τροφώνιο, έτσι λατρεύουν κι οι Χριστιανοί έναν άνθρωπο που κυνηγήθηκε και πιάστηκε και έχασε τελικά την ζωή του. (…) Κι όμως δεν ανέχονται καμία σύγκριση ανάμεσα στον Ιησού και τον Απόλλωνα ή τον Δία».[...]

[...]«Οι πιο συνετοί των Χριστιανών επιβάλλουν να μην ζυγώνει στις κοινότητες τους κανένας μορφωμένος, κανένας σοφός, κανένας λογικός· τέτοιες ιδιότητες τις θεωρούν κακές. Ενώ όποιος είναι αμαθής, βλάκας, αμόρφωτος ή νήπιος, μπορεί να πλησιάσει άφοβα. Ομολογώντας ότι τέτοιου επιπέδου άνθρωποι είναι άξιοι του θεού τους, δείχνουν ότι επιδιώκουν -και μπορούν- να πείθουν μόνο τους ηλίθιους, τους τιποτένιους, τις γυναικούλες, τους δούλους και τα παιδάκια. Κι όμως, τι το κακό υπάρχει στο να μορφώνεται κανείς και να μελετάει τα λόγια των μεγάλων διανοητών, και να αποκτά σύνεση και σωφροσύνη; σε τι εμποδίζουν αυτά την γνώση του θεού; Δεν είναι αυτά οι προϋποθέσεις ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην αλήθεια;
Αλλά τους βλέπουμε και στις αγορές όπου συγκεντρώνουν ακροατήριο μέσα από τον απλό λαό και λένε τα πιο ακατονόμαστα πράγματα, ενώ δεν τολμούν να παρουσιαστούν και να μιλήσουν ή να εκφράσουν το πιστεύω τους σε μια συνάθροιση μορφωμένων ανθρώπων. Αντίθετα, όπου δει κανείς καμιά παρέα ηλιθίων ή τίποτε παιδάκια ή υπηρέτες, εκεί θα βρει και τους Χριστιανούς να καμαρώνουν και να πουλάν εξυπνάδες. Αλλά και μέσα σε σπίτια ακόμη, βλέπεις κάτι τύπους εντελώς αμόρφωτους και ακαλλιέργητους, κάτι τσαγκάρηδες, εριουργούς και βαφείς, που δε θα τολμούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν μπροστά σε ανώτερους τους. Όποτε όμως βρουν ευκαιρία να ξεμοναχιάσουν τα παιδιά του σπιτιού ή τίποτε ευκολόπιστες γυναικούλες, θα τους ακούσεις να λένε ένα σωρό παράδοξα πράγματα, και μάλιστα διεξοδικότατα: πως δεν πρέπει να δίνουν σημασία στον πατέρα και στον δάσκαλο, αλλά απλώς να υπακούνε· (…) Κι αν τύχει, καθώς δασκαλεύουν το παιδί, να δουν τον πραγματικό δάσκαλο να πλησιάζει ή κάποιον σοβαρό άνθρωπο ή τον ίδιο τον πατέρα του παιδιού, τρέπονται σε φυγή -τουλάχιστον οι πιο διακριτικοί· οι πιο αναιδείς σπρώχνουν το παιδί στην εξέγερση· του εξηγούν χαμηλόφωνα ότι μπροστά στον πατέρα ή το δάσκαλο δεν μπορούν και δεν θέλουν να μιλήσουν, για να αποφύγουν την ανοησία και την σκαιότητα των μεγάλων, κι αυτό για το καλό των παιδιών, για να μην τιμωρηθούν αυτά· και ότι καλό θα ήταν να παρατήσουν γονείς και δασκάλους και ν’ ακολουθήσουν τους συνομηλίκους τους και τις γυναίκες στο τσαγκαράδικο ή στο βαφείο ή στο πλυσταριό, για να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους. Και λέγοντας τέτοια, πείθουν».[...]

[...]«Ακριβώς επειδή δεν μπορούν να πείσουν κάποιον μυαλωμένο, ψάχνουν ανάμεσα στους χαζούς. Εγώ θα παρομοίαζα τον Χριστιανό δάσκαλο με τσαρλατάνο που ενώ υπόσχεται να αποκαταστήσει την υγεία κάποιου, τον αποτρέπει με κάθε τρόπο από το να πάει να κοιταχτεί σ’ έναν έμπειρο γιατρό, από φόβο μήπως τον εκθέσει η επιστημονική κατάρτιση του τελευταίου. (Άλλωστε, συμβαίνει αυτό και στην πραγματικότητα:) Τρέχει σε κάτι νήπιους και ηλίθιους χωριάτες και τους λέει, «μην πηγαίνετε σε γιατρούς, όποιον υπόσχονται να θεραπεύσουν, τον καταστρέφουν», και, «προσοχή, κανείς σας να μην αγγίξει την γνώση, γιατί η γνώση είναι επικίνδυνο πράγμα, η γνώση είναι αρρώστια της ψυχής, η σοφία ισοδυναμεί με καταστροφή. Εμένα ν’ ακούτε, μόνο εγώ θα σας σώσω». Μου θυμίζει μεθυσμένο που κουβεντιάζει παρέα με άλλους μεθυσμένους και κατηγορεί τους ανθρώπους που δεν πίνουν ως μέθυσους».[...]

[...]«Οι πιο λογικοί ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Χριστιανούς, μες στην αμηχανία τους, προσπαθούν να αποδώσουν σ’ όλα αυτά αλληγορική σημασία· όμως οι ιστορίες καθαυτές δεν είναι τέτοιες που να επιδέχονται κάποια αλληγορική ερμηνεία, κάθε άλλο· μιλάμε για απύθμενες βλακείες. Όσο για τις αλληγορίες που τους έχουν αποδοθεί, είναι πιο κακοήθεις και ανάρμοστες από τους ίδιους τους μύθους, και μόνο με την βοήθεια μιας εντυπωσιακής και ολωσδιόλου αναίσθητης βλακείας, καταφέρνουν να ταιριάξουν τα αταίριαστα».



16. ΑΛΒΙΝΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας πλατωνικός φιλόσοφος, που έζησε στην Σμύρνη και υπήρξε μαθητής του Θέωνα του Σμυρναίου και του Γαΐου του Πλατωνικού. Με την σειρά του ο Αλβίνος υπήρξε δάσκαλος του διάσημου γιατρού Γαληνού. Ο Αλβίνος συνέγραψε μία εισαγωγή στα συγγράμματα του Πλάτωνα, τον «Πρόλογο», η οποία σώζεται, καθώς και μία πραγματεία για την πλατωνική διδασκαλία, τον «Διδασκαλικό».

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΟΣ»

10 alvinos

1. Η φιλοσοφία είναι επιδίωξη σοφίας ή απαλλαγή και περιαγωγή της ψυχής από το σώμα, η οποία επέρχεται όποτε στρεφόμαστε προς το νοητό κόσμο και τα πράγματα που υπάρχουν αληθινά. Η σοφία είναι γνώση των θείων και των ανθρώπινων πραγμάτων. Η λέ­ξη φιλόσοφος προέρχεται από την φιλοσοφία, όπως η λέξη μουσικός από την μουσική. Ο φι­λόσοφος πρέπει κατά πρώτον να έχει φυσική κλίση στις επιστήμες που μπορούν να τον προετοιμάσουν και να τον οδηγήσουν στην γνώση του Όντος, το οποίο είναι νοητό, δεν μεταβάλλεται και δεν βρίσκεται σε κατάστα­ση ρευστότητας. Κατόπιν, ο φιλόσοφος πρέπει να διάκειται ερωτικώς προς την αλήθεια και δεν πρέπει κατ' ουδένα τρόπο να δέχεται το ψεύδος. Επιπροσθέτως πρέπει να είναι φύσει σώφρων, οπωσδήποτε, και φύσει εγκρατής ως προς το μέρος της ψυχής που κυριαρχείται από τα πάθη. Γιατί όποιος έχει στόχο να μά­θει να σχετίζεται με τα πράγματα που είναι και κατευθύνει την προσπάθεια του προς αυ­τά, δεν θα έπρεπε να είναι οπαδός των ηδο­νών. Αυτός που πρόκειται να γίνει φιλόσοφος πρέπει επίσης να διαθέτει ανοιχτό μυαλό, για­τί δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο από την μι­κρότητα του νου για μια ψυχή προορισμένη να θεωρεί τα θεία και τα ανθρώπινα πράγματα. Πρέπει επίσης να έχει φυσική κλίση προς την δικαιοσύνη και, μάλιστα, προς την αλήθεια, την ελευθερία και την σωφροσύνη. Ακόμη θα πρέπει να έχει έφεση στην μάθηση και καλή μνήμη, γιατί και αυτές επίσης χαρακτηρίζουν τον φιλόσοφο. Όταν αυτές οι ευγενείς ιδιότητες συμπίπτουν με το σωστό είδος εκπαιδεύσεως και με καλή ανατροφή, καθιστούν τον άνθρω­πο τέλειο ως προς την αρετή. Αν, πάλι, παραμεληθούν, γίνονται πηγή μεγάλων δεινών. Ο Πλάτων λοιπόν συνήθιζε να ορίζει τις χάρες αυτές με τα ίδια ονόματα των αντίστοιχων αρετών, σωφροσύνη, ανδρεία και δικαιοσύνη.

2. Υπάρχουν δύο τρόποι ζωής, ο θεωρητικός και ο πρακτικός. Κύριος σκοπός της θεωρητικής ζωής είναι η γνώση της αλήθειας, ενώ της πρακτικής ζωής ο σκοπός συνίσταται στην εκτέλεση εκείνων των πραγμάτων τα οποία υποδεικνύει η λογική. Η θεωρητική ζωή κατέ­χει την τιμητική θέση, ενώ η πρακτική είναι επόμενη και αναγκαία. Το γεγονός αυτό θα φανεί από τα παρακάτω. Η θεωρία είναι δραστηριότητα του νου, που νοεί τα νοητά. Η πράξη είναι ενέργεια της λογικής ψυχής που γίνεται δια του σώματος. Η ψυχή, όταν θεω­ρεί το Θείον και τις σκέψεις του Θείου, λέγε­ ται ότι βιώνει την μακαριότητα, και η εμπει­ρία αυτή καλείται φρόνησις, που, θα 'λέγε κανείς, δεν είναι παρά η εξομοίωση προς το Θείον. Επομένως η δραστηριότητα αυτού του είδους θα άξιζε να προτιμάται και θα ήταν πολύτιμη, εξαιρετικά επιθυμητή και ιδιαίτερα αρμόζουσα για εμάς. Είμαστε δε ελεύθεροι να την κατακτήσουμε και συνιστά το σκοπό που τίθεται ενώπιον μας. Η πράξη, εντούτοις, και η πρακτική ζωή, που διεκπεραιώνονται δια του σώματος, είναι επιδεκτικές παρεμβά­σεων. Η εκπλήρωση τους απαιτείται από εκείνα τα πράγματα που βλέπουμε κατά την θεωρητική ζωή, που καλεί σε εφαρμογή μέσα στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο σπουδαίος άνδρας θα στραφεί στα κοινά, όποτε βλέπει να τα κακοδιαχειρίζονται οι άλλοι. Έτσι, θα λογαριάσει κατά τις περιστάσεις να υπηρετή­σει ως στρατηγός, ως δικαστής, ως πρέσβης. Θεωρεί όμως εκείνα που αφορούν την νομοθε­σία και την κατάσταση της πολιτείας και την παιδεία των νέων ως τις άριστες δραστηριό­τητες και τις προτιμότερες στον τομέα αυτό. Από όσα ελέχθησαν, βλέπουμε πως αρμόζει στο φιλόσοφο να μην απέχει ποτέ από την θε­ωρία, παρά να την καλλιεργεί και να την προάγει πάντοτε, αντιμετωπίζοντας την πρα­κτική ζωή ως κάτι το δευτερεύον.

3. Κατά τον Πλάτωνα, η επιδίωξη του φιλοσό­φου φαίνεται πως έγκειται σε τρία πράγμα­τα: την θεωρία και την κατανόηση των όντων, την τέλεση καλών έργων και το στοχασμό περί της λογικής. Η γνώση μεν των όντων ονομάζεται Θεωρητική, εκείνη που αφορά τα πρακτέα ονομάζεται Πρακτική και εκείνη που ασχολείται με την λογική Διαλεκτική. Η τελευταία αυτή υποδιαιρείται σε Διαίρεση, Ορισμό, Επαγωγή και Συλλογιστική. Η Συλ­λογιστική, με την σειρά της, υποδιαιρείται στην Αποδεικτική, που πραγματεύεται τον αναγκαίο συλλογισμό, την Επιχειρηματική, που εμφανίζεται στην περίπτωση του πιθα­νού συλλογισμού, και τρίτον στην Ρητορική, που έχει να κάνει με το ενθύμημα, το κα­λούμενο ατελή συλλογισμό, καθώς επίσης και με τα σοφίσματα. Η Ρητορική δεν είναι η κύρια ενασχόληση του φιλοσόφου, είναι όμως αναγκαία. Ένα μέρος της Πρακτικής μπορεί να θεωρηθεί ασχολούμενο με την τρέχουσα ηθική, το δεύτερο μέρος με την διαχείριση του οίκου και το τρίτο με την πύλη και την επιβίωση της. Απο αυτά το πρώτο ονομάζεται Ηθική, το δεύτερο Οικο­νομική και το τελευταίο Πολιτική. Εκείνο το μέρος της Θεωρητικής φιλοσοφίας που πραγματεύεται τα ακίνητα, τα πρώτα αί­τια, και οσα απο τα πράγματα είναι θεία, ονομάζεται Θεολογία. Το μέρος που ασχο­λείται με την κίνηση των αστέρων, τις τρο­χιές τους και τις περιοδικές επιστροφές τους, και την σύσταση αυτού του κόσμου, ονομάζεται Φυσική. Εκείνο που χρησιμο­ποιεί την γεωμετρία και άλλους κλάδους των μαθηματικών είναι τα Μαθηματικά. Έχο­ντας υπόψη αυτήν την διαίρεση και την ταξι­νόμηση των κλάδων της φιλοσοφίας, πρέπει να μιλήσουμε πρώτα για την διαλεκτική θε­ωρία που προτιμούσε ο Πλάτων, και πρώτι­στα περί κριτηρίου.[...]

[...]13. Τα συστατικά τώρα του κόσμου είναι δύο, σώμα και ψυχή. Από αυτά το μεν σώμα είναι ορατό και απτό, η δε ψυχή αόρατη και μη απτή, ενώ η δύναμη και η σύσταση του κα­θενός είναι διαφορετική. Γιατί το σωματικό μέρος του κόσμου έχει γίνει από φωτιά, γη, νερό και αέρα. Παίρνοντας λοιπόν ο δημι­ουργός του κόσμου αυτά τα τέσσερα, όταν ακόμη δεν ήταν καν σε κατάσταση στοιχείων, τους έδωσε το σχήμα πυραμίδας και κύβου και οκταέδρου και εικοσαέδρου και, προπά­ντων, δωδεκαέδρου. Και όταν μεν η ύλη πή­ρε το σχήμα της πυραμίδας, σχήμα που είναι το πιο αιχμηρό και το πιο λεπτό και αποτε­λείται από το μικρότερο αριθμό τριγώνων, έγινε φωτιά. Όταν σχημάτισε οκτάεδρο, πή­ρε την ιδιότητα του αέρα, όταν εικοσάεδρο, του νερού, το δε σχήμα του κύβου απέδωσε στην γη, που είναι η πιο στερεή και σταθερή. Το σχήμα, τέλος, του δωδεκαέδρου χρησιμο­ ποίησε για το παν. Όλων αυτών η βασική φύ­ση, τώρα, είναι τα επίπεδα, αφού τα επίπε­δα προηγούνται των στερεών. Της δε επίπε­δης φύσης ως πρόγονοι υπάρχουν δύο τρίγω­να, και δη τα ωραιότερα ορθογώνια, το μεν ένα σκαληνό, το δε άλλο ισοσκελές. Το σκαληνό έχει μία ορθή γωνία, μία γωνία των δύο τρίτων της ορθής και μία του ενός τρίτου της ορθής. Το πρώτο, λοιπόν, τρίγωνο, δηλαδή το σκαληνό, αποτελεί στοιχείο της πυραμίδας, του οκταέδρου και του εικοσαέδρου, εφόσον η μεν πυραμίδα αποτελείται από τέσσερα ισόπλευρα τρίγωνα, εκ των οποίων το καθέ­να διαιρείται σε έξι σκαληνά τρίγωνα, όπως αναφέρθηκε. Το δε οκτάεδρο αποτελείται από οκτώ ορθογώνια τρίγωνα τα οποία διαι­ρούνται ομοίως σε έξι σκαληνά το καθένα, ενώ το εικοσάεδρο από είκοσι. Το άλλο, πά­λι, δηλαδή το ισοσκελές, αποτελεί συστατικό του κύβου. Γιατί τέσσερα ισοσκελή τρίγωνα μαζί σχηματίζουν τετράγωνο, ο δε κύβος αποτελείται από έξι τετράγωνα. Το δωδεκάεδρο, τέλος, ο θεός χρησιμοποίησε για το παν, διότι και τα ζώδια που βλέπουμε στον ουρανό είναι δώδεκα στο ζωδιακό κύκλο, που το καθένα τους διαιρείται σε τριάντα μοίρες. Κατά παρόμοιο τρόπο, στο δωδεκάεδρο το καθένα από τα δώδεκα πεντά­γωνα διαιρείται σε πέντε τρίγωνα, που το καθένα από αυτά συνίσταται σε έξι τρίγω­να, οπότε στο δωδεκάεδρο βρίσκονται τρια­κόσια εξήντα τρίγωνα, όσες συμβαίνει να είναι και οι μοίρες του ζωδιακού κύκλου. Αποτυπωθείσα, λοιπόν, η ύλη από το θεό στα σχήματα αυτά, περιφερόταν αρχικά χωρίς καμιά τάξη. Κατόπιν ο θεός την έφε­ρε σε τάξη, αρμόζοντας τα πάντα κατ' αναλογίαν μεταξύ τους. Αυτά όμως δεν παρα­ μένουν χωρισμένα στο ίδιο μέρος, παρά κι­νούνται ακατάπαυστα και δονούν την ύλη διότι, πιεζόμενα με την περιφορά του κό­σμου, συνωθούνται και πλησιάζουν μεταξύ τους, κινούμενα τα πιο λεπτοφυή προς αυ­τά που αποτελούνται από μεγαλύτερα μέ­ρη. Γι' αυτό, δεν μένει κανένα σημείο κενό και στερημένο σώματος, και εφόσον η ανώ­μαλη κίνηση αυτή παραμένει, διοχετεύει την ταραχή. Η ύλη λοιπόν σείεται από τα στοιχεία, και αυτά από εκείνη.

14. Έχοντας ορίσει την σύνθεση των σωμάτων, ο Πλάτων διαγράφει την διδασκαλία περί της ψυχής, βάσει των δυνάμεων που αυτή εμφα­νίζει. Γιατί, αφού κρίνουμε όλα τα όντα με την ψυχή, ευλόγως [ο θεός] ανήγαγε όλων των όντων τις αρχές σε αυτήν, ώστε βλέπο­ντας όλα τα αντικείμενα που υποπίπτουν στην προσοχή μας μέσω της συγγένειας και της ομοιότητας, να μπορούμε να εναρμονίζουμε την πραγματικότητα της ψυχής προς τα παρατηρούμενα γεγονότα. Ενώ λέει, λοι­πόν, ότι μια νοητή ουσία είναι αμέριστη, ο Πλάτων ταυτόχρονα όρισε για τα σώματα και μια άλλη, μεριστή, φανερώνοντας ότι η νόηση μπορεί να αγγίζει και τα δύο αυτά εί­δη της ουσίας. Βλέποντας δε και στα νοητά ταυτότητα και διαφορετικότητα όπως και στα μεριστά, [ο δημιουργός] συγκρότησε την ψυχή από όλα αυτά. Γιατί ή το όμοιο γνωρί­ζεται από το όμοιο, όπως το θέλουν οι Πυθαγόρειοι, ή το ανόμοιο από το ανόμοιο, όπως προτιμά ο φυσικός φιλόσοφος Ηρά­κλειτος. Όταν δε ο Πλάτων λέει ότι ο κόσμος είναι δημιουργημένος, δεν θα πρέπει να εν­νοούμε πως τάχα κάποτε δεν υπήρχε κόσμος, παρά πως αυτός είναι πάντοτε εν τη γενέσει και φανερώνει την ύπαρξη κάποιου αιτίου, που προηγείται της δικής του υποστάσεως. Και την εσαεί υπάρχουσα ψυχή του κόσμου δεν την κατασκεύασε ο θεός, παρά την τα­κτοποιεί. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι την κατασκευάζει, με την έννοια ότι την αφυπνίζει και στρέφει το νου της, αλλά και αυτή την ίδια, προς τον ίδιο, σαν αυτή να βρισκόταν σε βαθύ λήθαργο ή ύπνο, ούτως ώστε, αντικρί­ζοντας τα νοητά, να προσλαμβάνει και τις Ιδέες και τις μορφές, μελετώντας τα δικά του νοήματα. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο κόσμος είναι ζωντανός και νοήμων, γιατί ο θεός θέ­λοντας να τον κάνει άριστο, τον έκανε κατ' επέκταση και έμψυχο και νοήμονα. Το έμψυ­χο, βεβαίως, δημιούργημα είναι όλως καλύτε­ρο από το μη έμψυχο, αλλά και το νοτμον από το μη νοτμον, ενώ ίσως δεν μπορεί να υπάρχει νους χωρίς ψυχή. Αφού δε η ψυχή εκτάθηκε από το κέντρο προς τα άκρα του κόσμου, κατέληξε να περιβάλλει από παντού κυκλικά το σώμα του κόσμου και να το κα­λύπτει, ώστε να επεκτείνεται αυτή γύρω από τον κόσμο και με τον τρόπο αυτό να τον συν­δέει και να τον συγκρατεί, ενώ τα εξωτερικά μέρη της επικρατούν των εσωτερικών. Και τούτο γιατί η μεν εξωτερική ψυχή έμεινε άσχιστη, η δε εσωτερική κομματιάστηκε σε επτά κύκλους, διανεμηθείσα εξ αρχής κατά διπλάσια και τριπλάσια διαστήματα. Το μέ­ρος που περιέχεται από την σφαίρα που έμει­νε άσχιστη μοιάζει με το Ταυτό, ενώ το μέρος που εσχίσθη με το Έτερο. Καθώς η κίνηση του περιέχοντος τα πάντα ουρανού είναι ομαλή, είναι επίσης μία και τακτική. Η κίνηση ωστό­σο των εσωτερικών μερών είναι ποικίλη και διαφέρει από ανατολή σε δύση, για τούτο και καλείται πλανήτις. Φέρεται δε η μεν εξωτερι­κή [ψυχή] προς τα δεξιά, κινούμενη από ανατολών προς δυσμάς, ενώ η εσωτερική αντι­στρόφως, προς τα αριστερά, ερχόμενη να συ­ναντήσει τον κόσμο από δυσμών προς ανατο­λάς. Δημιούργησε δε ο θεός και αστέρια και πλανήτες. Τα μεν αστέρια απλανή, που είναι πάμπολλα ως προς το πλήθος, για στολίδι του ουρανού και της νύχτας, τους δε πλανήτες, επτά τον αριθμόν, για την δημιουργία των αριθμών και του χρόνου, και για την κατάδει­ξη των όντων. Γιατί έφτιαξε το χρόνο ως διά­στημα στην κίνηση του κόσμου, κάτι σαν ει­κόνα της αιωνιότητας, η οποία είναι το μέτρο της σταθερότητας του αιώνιου κόσμου. Τα άστρα που δεν είναι απλανή δεν είναι όμοια στην δύναμη. Γιατί ο μεν Ήλιος ηγείται όλων, δείχνοντας και φανερώνοντας τα πάντα.

(μετάφραση Ερατώ Τριανταφυλλίδη)


17. ΝΟΥΜΗΝΙΟΣ Ο ΑΠΑΜΕΥΣ (2ος αιώνας π.Χ.)
Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του μεσοπλατωνισμού (2ος αιώνας π.Χ.). Η σκέψη του άσκησε μεγάλη επίδραση στον Πλωτίνο, τον Πορφύριο και τους χριστιανούς στοχαστές. Ο Νουμήνιος γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας, όπου και δίδαξε στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Ήταν πλατωνικός και πυθαγόρειος ταυτόχρονα. Αναφέρονται τίτλοι επτά έργων του από τα οποία όμως έχουν σωθεί μόνο κάποια αποσπασμάτα. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του είναι το «Περί Αγαθού» και το «Περί αφθαρσίας ψυχής».


18. ΠΛΩΤΙΝΟΣ (203-270 π.Χ.)
Ήταν σημαντικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας και ιδρυτής της νεοπλατωνικής σχολής της φιλοσοφίας. Βασική πηγή πληροφοριών γύρω από την ζωή και το έργο του Πλωτίνου αποτελεί το έργο του μαθητή του Πορφύριου. Η φιλοσοφία του Πλωτίνου πέρα από τον πλατωνικό της χαρακτήρα, λειτουργεί στο ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο της αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Ο Πλωτίνος έδωσε μια άλλη διάσταση στην φιλοσοφική σκέψη. Καθόρισε τον σκοπό της φιλοσοφίας όχι μόνο σε επίπεδο άσκησης του ανθρωπίνου πνεύματος και της ανθρώπινης λογικής ικανότητας, καθώς τον είχαν καθορίσει προγενέστεροι φιλόσοφοι, αλλά σε παράγοντα που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην σωτηρία της αιωνιότητας.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΕΝΝΕΑΔΕΣ»

11 plwtinos

ΕΝΝΕΑΣ ΠΡΩΤΗ – ΠΕΡΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Ο μεν φιλόσοφος υψώνεται από τη φύση του, ο μουσικός όμως και ο εραστής πρέπει να οδηγηθούν.
(...) Το ταξίδι έχει δύο στάδια για όλους, την ανάβαση και την ύψωση' η πρώτη οδηγεί από χαμηλά, η δεύτερη είναι για κείνουν που βρίσκονται ήδη στο κόσμο των νοητών και που έχουν βάλει πόδι εκεί, αλλά πρέπει να βαδίσουν ακόμη μέχρι να φτάσουν στα όρια του τόπου εκείνου, "στο τέλος του ταξιδιού", όταν κανείς έχει φτάσει στην κορυφή του νοητού κόσμου.[...]

[...]Έπειτα με αντίστροφη πορεία, αυτήν της ανάλυσης, επιστρέφει στην Αρχή' τότε έρχεται σε ησυχία, γιατί είναι σε ησυχία όσο είναι Εκεί, και δεν πολυπραγμονεί, αλλά επιδίδεται στη θεωρία του ενός. Αφήνει τη λεγόμενη λογική, περί προτάσεων και συλλογισμών, όπως θα άφηνε την εκμάθηση της γραφής, σε μιαν άλλη τέχνη.

ΕΝΝΕΑΣ ΠΡΩΤΗ – ΠΕΡΙ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ

Ο Ευδαίμων που βιώνει ενεργητικά την τέλεια ζωή και έχει περάσει σ'αυτήν ταυτιζόμενος μαζί της, δεν την έχει αλλά είναι ο ίδιος αυτή η ζωή' καθετί άλλο τού είναι σαν ρούχο -δεν μπορείς να το ονομάσεις μέρος του, επειδή το φορά χωρίς να το θέλει' θα ήταν δικό του αν ενωνόταν εκουσίως μαζί του.[...]

[...]Απόδειξη γι' αυτό είναι ότι όποιος το έχει δεν ζητεί τίποτε άλλο. Τι θα μπορούσε να ζητήσει; Όχι κάτι χειρότερο' το άριστο είναι εντός του. Αυτάρκης είναι ο βίος εκείνου που έχει ζωή έτσι. Αν είναι ενάρετος είναι αυτάρκης στην ευδαιμονία και στην απόκτηση του καλού' δεν υπάρχει καλό που να μην το έχει. Ό,τι ζητεί είναι αναγκαίο, όχι γι' αυτόν, αλλά για κάτι που του ανήκει, δηλαδή το σώμα που είναι ενωμένο μαζί του' κι όταν είναι ζωντανό το σώμα, η ζωή του σώματος έχει τα δικά της αγαθά που δεν είναι αυτά του ενάρετου ανθρώπου. Αυτός γνωρίζει τις ανάγκες του και δίνει όσα δίνει στο σώμα, χωρίς να υποβιβάζει διόλου τη δική του ζωή. Η ευδαιμονία του δεν μειώνεται ακόμη κι αν η τύχει τού πάει ενάντια' και στην περίπτωση αυτή η ζωή παραμένει η ίδια' όταν πεθαίνουν οι συγγενείς και οι γνωστοί του, γνωρίζει τι είναι ο θάνατος, όπως και οι θανόντες εφόσον είναι σώφρονες. Αν ο θάνατος συγγενών και γνωστών του προξενεί λύπη, δεν λυπάται ο ίδιος αλλά αυτό μέσα του που δεν έχει νόηση και δεν θα επιτρέψει οι λύπες να το ταράξουν.[...]

[...](Ο Ευδαίμων) δεν θεωρεί καμιά καλή τύχη ως σπουδαία, όσο σημαντική κι αν είναι, τη βασιλεία για παράδειγμα και την ηγεμονία σε πόλεις και σε έθνη, ούτε τις αποικίες και την ίδρυση πόλεων, ακόμη κι αν τις ίδρυσε ο ίδιος' γιατί λοιπόν να πιστεύει ότι η έκπτωσή του από την εξουσία και η καταστροφή της πόλεώς του είναι κάτι σπουδαίο; Αν πίστευε ότι είναι μεγάλα κακά, ή και απλώς κακά, θα φαινόταν γελοίος για την άποψή του αυτή και δεν θα ήταν ενάρετος αν πίστευε ότι τα ξύλα, οι πέτρες και, μα τον Δία, ο θάνατος των θνητών είναι σημαντικά πράγματα, ο άνθρωπος που, όπως λέμε, θα έπρεπε να πιστεύει ότι ο θάνατος είναι καλύτερος από τη μετά του σώματος ζωή. Αν ο ίδιος γίνει θυσία, θα θεωρήσει τον θάνατό του κακό επειδή πεθαίνει στον βωμό; Κι αν δεν τον θάψουνε, το σώμα του οπωσδήποτε θα σαπίσει είτε πάνω από τη γη είτε από κάτω. Αν ταραχτεί επειδή δεν θα έχει ακριβή κηδεία, αλλά θα τον θάψουνε ανώνυμα, χωρίς να αξιωθεί μεγαλειώδες μνήμα, τι μικρότητα εκ μέρους του. Αν αιχμαλωτιστεί στον πόλεμο, "ο δρόμος είναι ανοιχτός" να φύγει, αν δεν μπορεί πλέον να ζει ευτυχισμένος. Αν οι συγγενείς του αιχμαλωτιστούν στον πόλεμο, "οι κόρες του και οι νύφες του απαχθούν" -λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι πέθανε χωρίς να έχει δει κάτι παρόμοιο' θα αφήσει τον κόσμο με την πίστη όταν θα ήταν κάτι αδύνατο να συμβεί; Αν ναι, είναι ανόητος. Δεν πιστεύει λοιπόν ότι θα ήταν δυνατόν οι συγγενείς του να πέσουν σε τέτοια κακοτυχία; Άραγε, η ιδέα ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί εμποδίζει την ευδαιμονία του; Και όταν το πιστεύει ακόμη, είναι ευτυχισμένος' το ίδιο και αν συμβεί τελικά. Γιατί πιστεύει ότι η φύση του κόσμου είναι τέτοια που φέρνει παρόμοιες ατυχίες και πρέπει να τον ακολουθούμε υπάκουα.

ΕΝΝΕΑΣ ΤΡΙΤΗ – ΠΕΡΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ Α’

Καθώς υποστηρίζουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι αιώνιος και δεν υπήρχε χρονική στιγμή κατά την οποία αυτός δεν υφίστατο, θα ήταν σωστό και συνεπές να πούμε ότι πρόνοια για το σύμπαν είναι να υπάρχει αυτό σύμφωνα με τον νου, ότι ο νους είναι πρότερος του σύμπαντος, όχι υπό την έννοια της χρονικής προτεραιότητας, αλλά επειδή το σύμπαν προέρχεται από το νου και ο νους είναι πρότερος στη φύση και αιτία του σύμπαντος σαν ένα είδος αρχετύπου και υποδείγματος, καθώς το σύμπαν είναι εικόνα εκείνου, υπάρχει λόγω εκείνου και υφίσταται αιώνια, κατ' αυτό τον τρόπο' η φύση του νου και του όντος είναι ο αληθινός και πρωταρχικός κόσμος, που δεν είναι χωρισμένος από τον εαυτό του, που δεν εξασθένησε με τη διαίρεση, που δεν είναι ελλιπής ακόμα και στα μέρη του, καθόσον κάθε μέρος δεν έχει αποκοπεί από το όλον.[...]

[...]Η γένεση του σύμπαντος δεν είναι αποτέλεσμα λογισμού για το ότι πρέπει να γίνει, αλλά προήλθε από την ανάγκη να υπάρξει κάποια δεύτερη φύση' διότι εκείνο το σύμπαν δεν ήταν τέτοιο ώστε να είναι το έσχατο των όντων. Ήταν, πράγματι, το πρώτο και είχε πολλή δύναμη, όλη τη δύναμη' κι αυτή ήταν η δύναμη του να δημιουργεί κάτι άλλο, χωρίς να επιζητεί να το δημιουργήσει.[...]

[...]Το πρέπον και το ωραίο υπάρχει στο όλο όταν ο καθένας τάσσεται στη θέση που πρέπει, κι αυτή η θέση προκειμένου για κείνον που εκπέμπει κακούς ήχους είναι το σκοτάδι και τα τάρταρα, διότι μόνο για το μέρος αυτό είναι ωραίοι εκείνοι οι ήχοι' και το όλον τούτο είναι ωραίο όχι όταν ο καθένας είναι Λίνος, αλλά, αν, συνεισφέροντας τη δική του φωνή, συμβάλλει στην ολοκλήρωση μιας αρμονίας, εκπέμποντας κι αυτός τη φωνή της ζωής
.

ΕΝΝΕΑΣ ΤΕΤΑΡΤΗ – ΠΕΡΙ ΟΥΣΙΑΣ ΨΥΧΗΣ ΠΡΩΤΟΝ

Ο νους είναι πάντοτε αδιαχώριστος και όχι διαιρετός, αλλά η ψυχή είναι αδιαχώριστη και αδιαίρετη εκεί' η φύση της όμως είναι να μερίζεται. Διότι η διαίρεσή της είναι η απομάκρυνσή της από τον νου και η έλευσή της στο σώμα.[...]

[...]Ακόμα κι εδώ, δεν είναι μόνο διαιρετή, αλλά και αδιαίρετη' αυτό, δηλαδή, το στοιχείο της, που διαιρείται, διαιρείται αδιαίρετα. Δίνει, πράγματι, τον εαυτό της στο όλον σώμα και δεν διαιρείται με το να δίνεται όλη στο όλον, ενώ διαιρείται με το να είναι παρούσα σε κάθε μέρος.

ΕΝΝΕΑΣ ΤΕΤΑΡΤΗ – ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΨΥΧΗΣ

Αν το σώμα αυτό είναι μέρος μας, δεν είναι αθάνατο το σύνολό μας, ενώ, αν είναι όργανο, έπρεπε, εφόσον μας δόθηκε για συγκεκριμένο χρόνο, να είναι από τη φύση του τέτοιο. Το άλλος μέρος είναι το σπουδαιότερο και ταυτίζεται με τον άνθρωπο -και αν είναι έτσι, η σχέση του με το σώμα είναι όπως της μορφής με την ύλη ή όπως του χρήστη με το όργανο' έτσι ή αλλιώς, η ψυχή είναι ο εαυτός μας.[...]

[...]Οι αρετές πρέπει να είναι αιώνιες και σταθερές, όπως και τα γεωμετρικά αντικείμενα. Αν όμως είναι αιώνιες και σταθερές, δεν είναι σώματα.[...]

[...]Τώρα όμως βλέποντας στους περισσότερους ανθρώπους την ψυχή ακρωτηριασμένη σε πολλά σημεία, δεν τη σκέπτονται ως ένα πράγμα θεϊκό και αθάνατο. Πρέπει όμως να εξετάζουμε τη φύση καθενός πράγματος αποβλέποντας στην καθαρή του μορφή, καθώς ό,τι προστίθεται είναι πάντοτε εμπόδιο στη γνώση αυτού στο οποίο προστέθηκε. Να την εξετάζεις αφαιρώντας ή μάλλον ο αφαιρών ας δει τον εαυτό του και ας πιστέψει ότι είναι αθάνατος, όταν θεαθεί τον εαυτό του ερχόμενο στον νοητό και καθαρό κόσμο.

ΕΝΝΕΑΣ ΠΕΜΠΤΗ – ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΡΧΙΚΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΝ

[...]Ας φανταστεί την ψυχή σταθερή σ'αυτόν, σαν να εισρέει εντός του από παντού ερχόμενη απ' έξω και διαχεόμενη μέσα του, σαν από παντού να εισέρχεται και να λάμπει εντός του' όπως οι ακτίνες του ήλιου, φωτίζοντας ένα σκοτεινό σύννεφο, το κάνουν να λάμπει και το δείχνουν χρυσό, έτσι και η ψυχή μπαίνει στο σώμα του ουρανού και του δίνει ζωή, αθανασία και το ξυπνά από τον ύπνο του.[...]

[...]Όλα τα πράγματα ζουν μέσω της σύνολης ψυχής, η οποία υπάρχει ολόκληρη παντού, εξομοιούμενη με τον γεννήτορα πατέρα τόσο κατά την ενότητα όσο και κατά την καθολικότητα.[...]

[...]Πρέπει το δεύτερο να είναι μια έκλαμψη που προέρχεται από το πρώτο, ενώ το πρώτο παραμένει αμετάβλητο, σαν το λαμπρό φως του ήλιου το οποίο τρέχει ολόγυρά του, γεννώμενο διαρκώς από αυτόν ο οποίος παραμένει αμετάβλητος.[...]

[...]Το μεγαλύτερο και δεύτερο μετά το αγαθό είναι ο νους' ο νους το βλέπει και χρειάζεται μόνο αυτό' εκείνο όμως δεν χρειάζεται καθόλου τον νου' και αυτό που γεννιέται από κάτι ανώτερο του νου είναι νους, και ο νους υπερέχει όλων των πραγμάτων, διότι όλα τα πράγματα έρχονται μετά από αυτόν' όπως' όπως η ψυχή είναι ο λόγος και κάποιας μορφής ενέργεια του νου, έτσι ακριβώς ο νους είναι ο λόγος του ενός.[...]

[...]Ο νους βλέπει προς το αγαθό όχι χωρισμένος από αυτό, αλλά διότι έρχεται μετά από αυτό και δεν υπάρχει τίποτα ενδιάμεσό τους, όπως επίσης δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσα ψυχής και νου. Το καθετί επιθυμεί τον γεννήτορά του και τον αγαπάει, ιδίως όταν γεννήτορας και τέκνο είναι μόνοι τους' όταν όμως ο γεννήτορας είναι το άριστο ον, το τέκνο συνυπάρχει αναγκαστικά με αυτόν, δεδομένου ότι χωρίζεται από αυτόν μόνο κατά την ετερότητα.[...]



19. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (234-305 π.Χ.)
Ήταν νεοπλατωνικός φιλόσοφος από την Τύρο της Φοινίκης, με σημαντική προσφορά στον τομέα της λογικής. Επιμελήθηκε και εξέδωσε τις «Εννεάδες» του Πλωτίνου, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλός του. Η «Εισαγωγή» του, έργο το οποίο αποτελεί εισαγωγή στην λογική και την φιλοσοφία, υπήρξε (σε λατινική μετάφραση) το βασικό σχολικό εγχειρίδιο επί της λογικής κατά τον Μεσαίωνα. Επίσης έγραψε σχόλια στον Ευκλείδη, τα οποία χρησιμοποίησε ως πηγή ο Πάππος Αλεξανδρεύς. Ο Πορφύριος, ο οποίος θεωρείται πως ήταν πιθανώς αραβικής καταγωγής, έγραψε στα ελληνικά και έζησε στην Ρώμη και την Σικελία. Το έργο παραδόθηκε στην πυρά με την εφαρμογή αυτοκρατορικού διατάγματος του Κωνσταντίνου, και διασώθηκε μόνο ένα κομμάτι του.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«Η ΠΕΡΙ ΑΝΕΒΩ ΕΠΙΣΤΟΛΗ»

Αρχίζω την φιλία μου προς εσένα από τους θεούς, τους αγαθούς δαίμονες και τις φιλοσοφικές εκείνες αναζητήσεις, που έχουν μια ομοιότητα με αυτές τις δυνάμεις. Και όσον αφορά σε αυτά τα συγκεκριμένα, πολλά έχουν λεχθεί από τουςΈλληνεςφιλοσόφους, αλλά, ως επί το πλείστον, οι αρχές της πεποίθησης τους αντλούνται από υποθέσεις.

Αρχικά λοιπόν, η ύπαρξη των θεών πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη. Αλλά αναρωτιέμαι, ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός από τα ανώτερα γένη, εκ των οποίων και διαφοροποιούνται μεταξύ τους και ποιος είναι ο τρόπος που γίνονται αντιληπτές οι ουσίες μέσα από τις ενέργειες, τις φυσικές κινήσεις και τα παρεπόμενα ή αν υπάρχουν σύμφωνα με τα διαφορετικά σώματα όπως για παράδειγμα των θεών σε σχέση με τα αιθέρια, των
δαιμόνωνσε σχέση με τα αέρια και των ψυχών σε σχέση με τα γήινα-και αν αυτή είναι η αιτία της διάστασης που αναζητούμε.

Ρωτώ επίσης για ποιο λόγο, αφού οι θεοί είναι οι μόνοι που κατοικούν στον ουρανό, γίνονται επικλήσεις στους χθόνιους και στους υποχθόνιους θεούς από τους
θεουργούς; Για ποιον λόγο κάποιοι από τους θεούς λέγονται υδάτινοι, άλλοι αέριοι, ενώ κάποιοι άλλοι βρίσκονται σε άλλους τόπους και περιορίζονται περιγραφικά σε κάποια μέρη των σωμάτων, παρά το γεγονός ότι έχουν άπειρη, αδιαίρετη και ασύλληπτη δύναμη; Και, παρομοίως, πώς είναι η ένωση μεταξύ τους, αφού περιγράφονται σύμφωνα με διαφορετικά μέρη, διαφορετικούς τόπους και υποκείμενα σώματα;

Και για ποιο λόγο οι θεολόγοι ή οι σοφοί που ασχολούνται με τα θεία παριστούν τους θεούς ως εμπαθείς, επιδεικνύοντας ανορθωμένους
φαλλούςκαι χρησιμοποιώντας προσβλητική γλώσσα; Και πώς γίνεται, αν οι κλήσεις στους θεούς -που υποστηρίζεται ότι μπορούν να εξιλεώσουν και να εξευμενίσουν την μανία των θεών ή ακόμη και να καλύψουν τις ανάγκες τους, είναι απαθείς, να μην είναι μάταιες; Διότι, το απαθές είναι άκλητο, αβίαστο και δεν εξαναγκάζεται. Αν είναι όμως έτσι, γιατί πολλά στοιχεία στις τελετουργίες, παρίστανται εμπαθώς; Οι κλήσεις, επίσης, προς τους θεούς είναι παθητικές, αλλά ακόμη και οι θεοί, σύμφωνα με τον Όμηρο, αλλάζουν γνώμη.

Εάν, όμως παραδεχθούμε, όπως άλλοι, ότι οι θεοί είναι καθαρές νοήσεις και ότι οι
δαίμονες
είναι ψυχικά όντα που συμμετέχουν στο νοητό, τότε σε ένα ακόμη μεγαλύτερο βαθμό οι καθαρές νοήσεις είναι άκλητες και αμιγείς με τα αισθητά. Ωστόσο, οι ικεσίες είναι ξένες για την αγνότητα του νοητού και άρα δεν γίνονται για εκείνο. Αυτά, όμως, που προσφέρονται στις τελετές, προσφέρονται ως αισθητές και φυσικές ουσίες.

Άρα, λοιπόν, αυτό που διακρίνει τους θεούς από τους
δαίμονες, είναι η διαφορά του σωματικού από το ασώματο; Αν, όμως, μονάχα οι θεοί είναι ασώματοι, τότε πώς μπορεί ο ήλιος και η σελήνη και οι ορατές φύσεις στον ουρανό να είναι θεοί; Και για ποιο λόγο κάποιοι θεοί είναι αγαθοποιοί ενώ κάποιοι άλλοι κακοποιοί; Τι είναι εκείνο που συνενώνει τους θεούς που έχουν σώμα με τους ασώματους στον ουρανό; Και τι είναι αυτό που διακρίνει τουςδαίμονεςαπό τους ορατούς και αόρατους θεούς, αφού οι ορατοί θεοί είναι συνδεδεμένοι με τους αόρατους; Σε τι διαφέρουν μεταξύ τους έναςδαίμονας, έναςήρωαςκαι μια ψυχή; Μήπως διαφέρουν σε ό, τι αφορά την ουσία, τη δύναμη ή την ενέργεια;

Και ποιο είναι το γνώρισμα της παρουσίας του θεού, του αγγέλου, του αρχαγγέλου, του δαίμονα ή κάποιου άρχοντα ή της ψυχής; Διότι, η περιαυτολογία και η κατασκευή φαντασμάτων φαίνεται κοινή στους θεούς και στους δαίμονες και σε όλα τα ανώτερα γένη. Διότι, η τάξη των θεών δεν θα είναι με κανένα τρόπο καλύτερη από των
δαιμόνων.

Η άγνοια και η εξαπάτηση σχετικά με τις θείες φύσεις, είναι
ασέβεια
και ακαθαρσία, ενώ η επιστημονική γνώση για τους θεούς όσια και ωφέλιμη, καθώς η άγνοια περί των τιμίων και καλών πραγμάτων είναι σκοτάδι, ενώ η γνώση περί αυτών φως. Και η πρώτη, πράγματι, θα γεμίσει τους ανθρώπους με όλα τα κακά, μέσω της απαιδευσίας και της απερισκεψίας, ενώ η δεύτερη θα καταστεί η αιτία όλων των αγαθών που θα τους προκύψουν.

Τι είναι όμως αυτό που επιτυγχάνεται με την πρόγνωση; Διότι, συχνά αποκτούμε γνώση για τα μελλούμενα μέσω των ονείρων, πολλές φορές χωρίς να το επιβάλλουμε εβρισκόμενοι σε έκσταση και υπερκινητικότητα (διότι το σώμα βρίσκεται σε ησυχία), αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε όταν είμαστε ξύπνιοι.

Πολλοί, λόγω ενθουσιασμού και θεοφορίας, προβλέπουν μελλοντικά γεγονότα και στην συνέχεια βρίσκονται σε τέτοια εγρήγορση που ενεργούν και κατ’ αίσθηση, χωρίς όμως να συνειδητοποιούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται ή, τουλάχιστο, στο βαθμό που μπορούσαν προηγουμένως.

Κάποιοι από αυτούς που εκστασιάζονται ενθουσιάζονται ακούγοντας αυλούς ή κύμβαλα ή τύμπανα ή κάποια συγκεκριμένη μελωδία, όπως τους κορυβαντιώντες, τους σαβαζιώντες και εκείνους που είναι εμπνευσμένοι από την μητέρα των θεών. Άλλοι, εμπνέονται πίνοντας νερό, όπως ο ιερέας του Κλάρου στον Κολοφώνα, άλλοι καθήμενοι στο στόμιο ενός σπηλαίου, όπως εκείνες που προφητεύουν στους
Δελφούς και άλλοι εισπνέοντας ατμό από το νερό, σαν τις προφήτισσες στις Βραγχίδες. Κάποιοι, επίσης, ενθουσιάζονται παρατηρώντας προσεκτικά χαρακτήρες, σαν εκείνους που πληρούνται από εισροή πνευμάτων. Άλλοι, πάλι, που έχουν συνείδηση για όσα κάνουν σε ό,τι αφορά το φανταστικό, είναι θεία εμπνευσμένοι, κάποιοι χρησιμοποιώντας ως συνεργάτη το σκοτάδι, άλλοι κάποια ποτά και άλλοι επωδές και μουσικές φόρμες. Άλλοι φαντάζονται με την βοήθεια του νερού, άλλοι ενός τοίχου, άλλοι του υπαίθριου αέρα και άλλοι του ήλιου ή άλλων ουρανίων σωμάτων. Κάποιοι επίσης καθιερώνουν την τέχνη της αναζήτησης του μέλλοντος μέσω τωνσπλάχνων, τωνπουλιώνκαι των αστεριών. Παρομοίως, ερωτώ σε ό,τι αφορά τον τρόπο τηςμαντείας, ποιος είναι και ποιου τύπου, που εμείς έχουμε ήδη επεξηγήσει, τόσο γενικά όσο και ειδικά. Αλλά εσύ εκφράζεις τους μάντεις όταν ισχυρίζεσαι πως όλοι δηλώνουν ότι κατέχουν μια εκ των πρότερων γνώση των μελλοντικών γεγονότων μέσω των θεών ή τωνδαιμόνωνκαι ότι δεν είναι δυνατό άλλοι να γνωρίζουν τα μελλούμενα, πέραν εκείνων που τα γνωρίζουν. Μέχρι ποιου βαθμού θα πρέπει το θείο να υπηρετεί τους ανθρώπους, ώστε να μην είναι κάποιοι οκνηροί και αλευρομάντεις;

Όμως, όσον αφορά στις αιτίες της πρόγνωσης, είναι αβέβαιο κατά πόσο ένας θεός ή άγγελος ή δαίμονας ή κάποια άλλη δύναμη παρίσταται στις επιφάνειες ή μαντείες ή κάποιες άλλες ιερές ενέργειες, καθώς ο θεός επιτελεί αυτά επειδή έλκεται από τις ανάγκες που απαριθμούμε κατά τις κλήσεις.

Ή μήπως η ψυχή ισχυρίζεται και φαντάζεται αυτά και είναι τα
πάθητης που εγείρονται από μικρούς σπινθήρες; Ή άραγε δημιουργείται από την ψυχή μας μια ορισμένη μικτή μορφή υπόστασης και εκτός της θείας έμπνευσης;

Πρέπει, άραγε, να λεχθεί ότι η ψυχή γεννά δύναμη φανταστική του μέλλοντος, μέσα από τέτοιες κινήσεις ή ότι τα υλικά πράγματα υπάρχουν εξαιτίας ενύπαρκτων
δαιμονικών
δυνάμεων που λαμβάνονται από τους ζωντανούς οργανισμούς;

Διότι κατά τον ύπνο, χωρίς να σκεφτόμαστε, μερικές φορές επιβαλλόμαστε στο μέλλον, ενώ άλλες που σκεφτόμαστε πολλαπλώς δεν το επιτυγχάνουμε.

Και το γεγονός ότι το πάθος της ψυχής καθίσταται η αιτία της, φαίνεται από το γεγονός πως οι αισθήσεις καταλαμβάνονται από τους καπνούς που προσφέρονται. Ακόμη, χρησιμοποιούνται προσευχές, ενώ οι κατάλληλοι για την πρόβλεψη -όχι όλοι οι άνθρωποι- είναι οι πιο απλοί και νέοι.

Η έκσταση, λοιπόν, της δύναμης της λογικής είναι η αιτία της θέωσης, όπως παρομοίως συμβαίνει με την
μανίαπου προκύπτει από ασθένειες, πνευματικές παρεκκλίσεις ή νηφάλια και προσεκτική κατάσταση ή διαχύσεις του σώματος ή έξαρση της φαντασίας σε περίοδο ασθένειας ή μια φιλόδοξη κατάσταση του νου, παρόμοια με εκείνη που προκύπτει μεταξύ της νηφαλιότητας και της έκστασης ή των φαντασιών που κατασκευάζονται τεχνητά για μαγγανεία.

Η φύση, όπως η τέχνη και η συμπάθεια των επί μέρους πραγμάτων στο σύμπαν, προεκδηλώνουν κάποιες συμπεριφορές το ένα του άλλου, ως να ήταν μέρη ενός ζωντανού οργανισμού. Και τα σώματα είναι έτσι κατασκευασμένα, ώστε να προσημαίνουν το ένα το άλλο, πράγμα που υποδηλώνεται και από τα έργα που προλέγουν το μέλλον. Διότι, εκείνοι που καλούν θεότητες χρησιμοποιώντας λίθους και βότανα, που επιλύουν ορισμένα ιερά αινίγματα, ανοίγουν τα κλειστά και μεταβάλλουν τις σκόπιμες προθέσεις των παραληπτών, με αποτέλεσμα να απεργάζονται το ορθό αντί του κακού, υποσημαίνουν την εξωγενή αιτία της έμπνευσης.

Ούτε πρέπει να αποβληθούν οι κατασκευαστές των δραστικών
ειδώλων, διότι οι ειδωλοποιοί παρατηρούν την κίνηση των ουράνιων σωμάτων και μπορούν να πουν από τη συμφωνία κάποιου αστεριού με κάποιο άλλο αστέρι ή αστέρια [κατά πόσο] οι προγνώσεις θα είναι αληθείς ή ψευδείς, όπως και αν τα δρώμενα θα είναι αργά ή διηγηματικά ή αποτελεσματικά, παρόλο που κανένας θεός ήδαίμοναςδεν κατέρχεται εξ αιτίας των ειδώλων.

Αλλά υπάρχει και κάποιο ποικιλόμορφο και πολύτροπο γένος απατηλής φύσης, που δικαιολογεί την
μαντείαπροσποιούμενο θεούς, δαίμονες και ψυχές των πεθαμένων, μέσω των οποίων το κάθε πράγμα μπορεί να είναι αγαθό ή κακό. Διότι, αυτοί δεν είναι ικανοί να προσφέρουν οτιδήποτε στα όντως αγαθά, όπως είναι εκείνα της ψυχής ούτε να γνωρίζουν περί αυτών, αλλά κακομεταχειρίζονται, κοροϊδεύουν, και συχνά εμποδίζουν εκείνους που στοχεύουν να είναι ενάρετοι. Είναι γεμάτοι περηφάνια, και χαίρονται με καπνούς και θυσίες. Οι αγύρτες μας επιτίθενται με πολλούς τρόπους, προσδοκώντας να επιτύχουν ό,τι έχουν κατά νου.

Ένα είναι, λοιπόν, το άχραντο ιερατικό και θείο αληθινό γένος της
μαντείας. Και αυτό δεν χρειάζεται κανένα διαιτητή, εμένα ή κάποιον άλλο, καθώς αυτό προκρίνει από πολλά πράγματα και πονηρούς δαίμονες.

Με συγχύζει πολύ να κατανοήσω τον τρόπο με τον οποίο τα ανώτερα όντα, όταν κληθούν, διατάσσονται από εκείνους που τα καλούν, σαν να ήταν κατώτερα από αυτούς και ενώ αξιώνουν ο θεραπευτής να είναι δίκαιος, όταν καλούνται να αδικήσουν το υπομένουν. Πώς γίνεται, παρόλο που οι θεοί δεν ακούν τον καλούντα αν δεν είναι καθαρός από
ερωτικές
σχέσεις, την ίδια στιγμή να μην αρνούνται να οδηγήσουν οποιονδήποτε σε παράνομη σχέση;

Ποια χρησιμότητα ή δύναμη έχουν οι
θυσίεςστο σύμπαν και για ποιο λόγο κάνουμε προσφορές στους τιμώμενους θεούς και προσφέρουμε δώρα σε αυτούς που μας ωφελούν; Ακόμη, γιατί οι ερμηνευτές των προφητειών θεωρούν απαραίτητο να απέχουν από τα έμψυχα, από φόβο μήπως οι θεοί μολυνθούν από τις αναθυμιάσεις, ενώ οι θεοί δελεάζονται ιδιαίτερα από τις μυρωδιές των ζώων; Και γιατί δεν πρέπει ο επόπτης των ιερουργιών να ακουμπά ένα νεκρό σώμα, ενώ οι περισσότερες επικλήσεις στους θεούς γίνονται με την βοήθεια νεκρών ζώων;

Και γιατί, ακόμα χειρότερα, χρησιμοποιούνται απειλές για εκφοβισμό είτε να κλονίσουν τους ουρανούς είτε να αποκαλύψουν τα μυστικά της Ίσιδος είτε να δείξουν το απόρρητο στην Άβυδο είτε να σταματήσουν τη βάρκα του Όσιρι είτε να διασκορπίσουν τα μέλη του Όσιρι στον Τυφώνα είτε να κάνουν κάτι άλλο παρόμοιο από τυχαίους ανθρώπους, όχι κατά των
δαιμόνωνή των ψυχών που αναχωρούν, αλλά κατά του βασιλιάΉλιουή τηςΣελήνης
, για να εξαναγκαστούν οι θεότητες αυτές να πουν την αλήθεια; Μήπως αυτοί που λένε τέτοια πράγματα, απειλώντας αυτά που δεν γνωρίζουν, δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν και αποδεικνύονται ανώριμοι και ανόητοι, καθώς κατέχονται από άσκοπο φόβο και τρομοκρατούνται από τέτοια παραμυθιάσματα; Και όμως ο Χαιρήμονας, ο ιερός γραμματέας, γράφει αυτά τα πράγματα, ως να ειπώθηκαν αρχικά από τους Αιγυπτίους. Λέγεται μάλιστα ότι αυτά, αλλά και άλλα παρόμοια, είναι πιο επιβλητικά. Επίσης, εκείνες οι ευχές λένε ότι, η θεότητα εμφανίζεται μέσα από το βόρβορο, ότι κάθεται πάνω στο λωτό, ότι ταξιδεύει με πλοίο και ότι αλλάζει την μορφή του κάθε ώρα, σύμφωνα με τα σήματα του ζωδιακού κύκλου και παρουσιάζεται στον εαυτό του, αγνοώντας ότι το πάθος της φαντασίας τους εξαρτάται από το θεό. Εάν όμως τα πράγματα αυτά λέγονται συμβολικά, όντας σύμβολα των δυνάμεων εκείνης της θεότητας, απαιτώ μια ερμηνεία των συμβόλων. Διότι, είναι προφανές ότι, αν αυτά είναι παρόμοια με τα πάθη του Ήλιου στις εκλείψεις, τότε θα μπορούσαν να τα δουν όλοι οι άνθρωποι που αποβλέπουν σε αυτόν.

Επίσης, γιατί από τα σημαντικά ονόματα προτιμούμε κάποια που είναι βαρβαρικά αντί για τα δικά μας, αφού αυτός που ακούει βλέπει τα σημαινόμενα, ώστε η έννοια να παραμένει σταθερή, ασχέτως του ονόματος που έχει. Διότι, ο θεός που καλείται δεν είναι αιγυπτιακού γένους, αλλά και αν ήταν δεν θα χρησιμοποιούσε την αιγυπτιακή ούτε γενικά οποιαδήποτε ανθρώπινη γλώσσα. Διότι, είτε όλα αυτά είναι τεχνάσματα γητευτών και πέπλα που προέρχονται από τα πάθη μας για να επιφημούμε το θείο είτε φτιάχνουμε εν αγνοία μας έννοιες αντίθετες των θεϊκών ή αυτού που πραγματικά υπάρχει.

Παρομοίως, επιθυμώ να μάθω κατά πόσο το πρωταρχικό αίτιο για τους Αιγυπτίους είναι ο νους ή κάτι πάνω από το νου, μοναχός του ή σε σχέση με κάτι άλλο ή άλλα, κατά πόσο είναι ασώματος ή σωματικός αν είναι ίδιος με το δημιουργό ή προηγείται, αν όλα προέρχονται από μια αρχή ή από πολλές, αν η γνώση προηγείται της ύλης ή των σωμάτων και αν η ύλη είναι αδημιούργητη ή δημιουργημένη.

Διότι, ο Χαιρήμονας και όλοι οι άλλοι δεν θεωρούν ότι υπάρχει κάτι άλλο που προηγείται του ορατού κόσμου και στην αρχή των συγγραμμάτων τους παραδέχονται την ύπαρξη των θεών των Αιγυπτίων και κανενός άλλου θεού, εκτός των πλανητών και εκείνων που συμπληρώνουν το ζωδιακό κύκλο, εκείνων που προαναγγέλλουν τους δεκανείς, τους ωροσκόπους και εκείνους που αποκαλούνται δυνατούς ηγεμόνες, των οποίων τα ονόματα αναφέρονται στο αλμανάκ, μαζί με τις τελετές, τις ανατολές, τις δύσεις και τις σημειώσεις για τα μελλούμενα.

Διότι, ο Χαιρήμονας είδε αυτούς που υποστηρίζουν ότι ο
Ήλιοςείναι Δημιουργός και διάβασε τους ιερατικούς μύθους που αφορούν στον Όσιρι και την Ίσιδα, που μπορούν να αναλυθούν στα αστέρια και στις φάσεις τους, στις εκλείψεις και αναδύσεις τους, στο μεγάλωμα και την μείωση τηςσελήνης, στην πορεία του ήλιου ή στο νυκτερινό και ημερήσιο ημισφαίριο ή στον ποταμό Νείλο. Και, εν συντομία, οι Αιγύπτιοι αναλύουν όλα τα πράγματα φυσικά και όχι σύμφωνα με τις αιθερικές ή τις ζωντανές ουσίες. Οι πλείστοι μάλιστα από αυτούς, υποστηρίζουν ότι η δύναμη μας εξαρτάται από την κίνηση των αστεριών και ότι όλα τα πράγματα δένονται με τους άλυτους δεσμούς της Ανάγκης, που αποκαλούμεΜοίρα. Επίσης, συσχετίζουν την μοίρα με τους θεούς, τους οποίους λατρεύουν σε ιερά και με αγάλματα, θεωρώντας τους λυτρωτές από την μοίρα.

Σχετικά τώρα με τον
προσωπικό δαίμονα, υπάρχουν ποικίλες αντιλήψεις και θα πρέπει να βρούμε πώς σχετίζεται με τον οικοδεσπότη της γενέσεως και με ποια μορφή απορροής, ζωής ή δύναμης κατέρχεται σε εμάς. Και επίσης, κατά πόσο υπάρχει ή δεν υπάρχει. Και κατά πόσο η ανακάλυψη του οικοδεσπότη της γενέσεως είναι απίθανη ή πιθανή. Διότι αν είναι πιθανή, οποίος μάθει το σχήμα της δημιουργίας είναι ευτυχής καθώς όταν γνωρίσει τον προσωπικό του δαίμονα λυτρώνεται από τη μοίρα.

Επίσης οι κανόνες της γενεθλιολογίας ή της πρόβλεψης από τη μέρα γέννησης είναι αμέτρητοι και ακατανόητοι. Και η γνώση αυτής της μαθηματικής επιστήμης δεν είναι δυνατό να αποκτηθεί, διότι υπάρχει πολλή διαφωνία όσον αφορά σε αυτήν, ενώ ο Χαιρήμονας και πολλοί άλλοι έχουν γράφει εναντίον της. Η ανακάλυψη όμως του οικοδεσπότη ή των οικοδεσποτών της γενέσεως, αν υπάρχουν περισσότεροι από ένας, δεν είναι εύκολη υπόθεση και οι αστρολόγοι παραδέχονται ότι είναι ανέφικτη.
Ωστόσο, λένε ότι ο προσωπικός δαίμονας μπορεί να μαθευτεί...

Ακόμη, επιθυμώ να γνωρίζω κατά πόσο ο προσωπικοί δαίμονες ελέγχουν τα μέρη του σώματος μας, έτσι που ένας να είναι ο επόπτης της υγείας, άλλος της μορφής του σώματος και άλλος των σωματικών συνηθειών και κατά πόσο υπάρχει ένας δαίμονας που ελέγχει από κοινού όλα αυτά, καθώς αποτελεί επιχείρημα υπέρ του ότι υπάρχει ένας δαίμονας που είναι προστάτης όλων των πραγμάτων που βρίσκονται μέσα μας, ένας στο σώμα, άλλος στην ψυχή και άλλος στο νου και ότι κάποιοι από αυτούς είναι καλοί, μα άλλοι κακοί. Επίσης, αμφιβάλλω κατά πόσο αυτός ο δαίμονας είναι μέρος της ψυχής, όπως το νοερό, και αν είναι ευδαίμονας επειδή κατέχει σώφρονα νου. Παρομοίως, θεωρώ ότι υπάρχει μια διπλή λατρεία του προσωπικού δαίμονα, καθώς κάποιοι κάνουν τελετουργίες καλώντας δύο και άλλοι τρεις δαίμονες· Από όλους τους ανθρώπους εντούτοις, ο δαίμονας καλείται με κοινή κλήση. Γιατί όμως ο προσωπικός δαίμονας καλείται από όλους τους ανθρώπους με τρόπο κοινό;

Ρωτώ ακόμη, αν δεν υπάρχει κάποια άλλη κρυφή οδός προς την ευδαιμονία, αν δεν είναι πρέπον να αχούμε τις ανθρώπινες γνώμες στην θεία
μαντικήκαιθεουργίακαι κατά πόσο η ψυχή σχεδιάζει μεγάλα πράγματα από τα τυχαία. Επιπλέον, υπάρχουν και κάποιες άλλες μέθοδοι που ασχολούνται με την πρόβλεψη των μελλοντικών γεγονότων. Αλλά, ίσως, εκείνοι που κατέχουν την θεία πρόγνωση να μην προβλέπουν μελλοντικά γεγονότα, αλλά να είναι ευτυχισμένοι. Διότι, ολόκληρη η θεία πρόγνωση είναι αγαθοειδής. Ούτε προβλέπουν πραγματικά τι είναι το μέλλον ούτε ξέρουν πως να χρησιμοποιήσουν αυτήν την γνώση σωστά. Επιθυμώ, λοιπόν, να μου δείξεις το δρόμο προς την ευδαιμονία και πού έγκειται η ουσία της. Διότι, εμείς δεν συμφωνούμε καθόλου σε ό,τι την αφορά, καθώς σχηματίζουμε μιαν υπόθεση περί του αγαθού βασισμένοι στην ανθρώπινη λογική. Αλλά, αν αναλάβουν τα ζητήματα αυτά εκείνοι που σχεδίασαν τους τρόπους της επαφής με τα ανώτερα όντα, η σοφία θα χρησιμοποιείται μάταια, καθώς θα ενοχλούν το θείο νου για να βρουν ένα δραπέτη ή να αποκτήσουν γη ή αν θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, για ένα γάμο ή το εμπόριο. Και αν δεν παραλείψουν το ζήτημα αυτό, αλλά δηλώσουν αυτό που αληθεύει για άλλα πράγματα χωρίς να πουν κάτι σταθερό και άξιο πεποίθησης για την ευδαιμονία που να συνεπάγεται την ενασχόληση τους με δύσκολα αλλά άχρηστα ζητήματα, σε αυτήν την περίπτωση δεν θα γνωρίζουν ούτε θεούς ούτε αγαθούς δαίμονες αλλά τον αποπλανητή δαίμονα. Αν αυτό δεν γίνει αποδεκτό, η ολότητα θα είναι ανθρώπινο δημιούργημα και φαντασία μιας θνητής φύσης.


20. ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ (245-325 μ.Χ.)
Ήταν Σύρος νεοπλατωνικός φιλόσοφος, αραβικής καταγωγής ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κατεύθυνση που ακολούθησε στην συνέχεια η νεοπλατωνική φιλοσοφία, και πιθανώς ακόμη και ο δυτικός παγανισμός. Είναι ευρύτερα γνωστός λόγω του έργου του αναφορικά με την πυθαγόρεια φιλοσοφία. Ο Ιάμβλιχος έζησε σε μια ταραγμένη εποχή, μια περίοδο μεγάλων ζυμώσεων, κατά την οποία ένας πολιτισμικός κύκλος πλησιάζει στο τέλος του κι ένας καινούργιος ανοίγει. Την μεταβατική αυτήν περίοδο εμφανίζεται το φιλοσοφικό ρεύμα των νεοπλατωνικών. Από την «Χαλδαϊκή Θεολογία» του Ιάμβλιχου διασώθηκαν έξι βιβλία: «Περί του πυθαγορικού βίου», «Προτρεπτικός επί φιλοσοφίαν», «Περί της κοινής μαθηματικής», «Περί της Νικομάχου Γερασηνού Αριθμητικής Εισαγωγής», Τα «Θεολογούμενα αριθμητικά» και το «Περί των Αιγυπτίων Μυστηρίων». Επίσης, εκτεταμένα αποσπάσματα από το «Περί Ψυχής», από το «Επιστολαί προς Μακεδόνιον και Σώπατρον», «Περί ειμαρμένης» και από το «Προς Δέξιππον και Σώπατρον», το «Περί διαλεκτικής», σώζονται στο «Ανθολόγιον» του Στοβαίου.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

12 iamvlixos

Συνοπτικά:

Α.
Πίστευε στην ύπαρξη 3 κόσμων: του ορατού (ή αισθητού) που είναι ο κατώτερος, του νοερού ο οποίος θεωρείται ο ενδιάμεσος κόσμος και του νοητού ο οποίος είναι ο ανώτερος. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον διαχωρισμό υπάρχουν ξεχωριστοί τύποι θυσιών που αφορούν τα διάφορα είδη που ζουν στον κάθε κόσμο. Όπως είναι φυσικό αναφέρει την ύπαρξη πολλών ενδιάμεσων όντων μεταξύ του Ενός και του κόσμου. Υπάρχουν ουράνιοι, υπερουράνιοι, φυσικοί, αέριοι, υδάτινοι θεοί, δαίμονες, ήρωες και άχραντες- αμόλυντες ψυχές.     Όλα τα πράγματα είναι γεμάτα από αυτούς και όπως ακριβώς οι ακτίνες του ηλίου αγγίζουν τα πάντα εξωτερικά , με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κι οι θεοί φωτίζουν οτιδήποτε μετέχει σε αυτούς με κάποιο τρόπο. Έτσι κάποια μέρη , αγάλματα κλπ θεωρούνται ιερά. Έχει λεχθεί ότι ο Ιάμβλιχος έχει συγγράψει ένα έργο το «Περί αγαλμάτων», το οποίο όμως έχει χαθεί όπου ανέλυε τη σωστή κατασκευή αγαλμάτων. «Τα αγάλματα που απεικονίζουν θεούς κατασκευάζονται από μυημένους καλλιτέχνες και με την εποπτεία ιερέων της αντίστοιχης θεότητας. Αποτυπώνουν την μυστηριακή γλώσσα του σώματος η οποία μετέδιδε πληροφορίες κατευθείαν στο υποσυνείδητο εκείνου που έβλεπε το άγαλμα και προκαλούσε στην ψυχή αγαλλίαση». Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο στο άγαλμα εμπεριέχεται η νοητή φύση του θεού.
Όλοι οι θεοί είναι αγαθοί και εξ’ ου και είναι υπαίτιοι αγαθών. Η
απελευθέρωση των ψυχών επομένως επιτυγχάνεται μέσω των υπερουράνιων θεών σε άμεση σχέση με την ενάρετη ζωή που οφείλουμε να βιώνουμε. Από το Εν κι Αγαθό ( το οποίο είναι ακίνητο, πρωταρχικό και αυτοπάτορας) ο Ιάμβλιχος θεωρεί ότι προέρχεται κι ο Νους. Μέσω αυτού ο άνθρωπος συνδέεται αρχικά με τις θείες οντότητες. Ο νους, ο όποιος προέρχεται από την Μονάδα ,στρέφεται συνεχώς προς αυτήν και συνυπάρχει πάντοτε με τους θεούς. Αυτός λοιπόν είναι που γνωρίζει την αντιστοιχία των συμβόλων τα οποία χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε ώστε να τους επικαλεσθούμε. Οι θεοί επίσης χρησιμοποιούν τους δαίμονες για να μας αποκαλύψουν την βούλησή τους μέσα από φυσικά σημάδια. Στο κάθε έθνος , όπως και στο κάθε ιερό κληρώνεται ένας θεός προστάτης. Δεν θα μπορούσε να είναι βέβαια διαφορετικά και για τον άνθρωπο, όπου η κάθε ενσαρκωμένη ψυχή έχει τον δικό της προστάτη δαίμονα. Αν καταφέρουμε μέσω της ιερουργίας να μας παρουσιαστεί ο οικείος μας δαίμονας, τότε αυτός, μεταξύ άλλων, θα μας αποκαλύψει το όνομα του, την λατρεία του , καθώς και τον σωστό τρόπο ώστε να τον επικαλούμαστε κάθε φορά που το επιθυμούμε. Ο δαίμονας που μας προστατεύει (αλλά και μας ελέγχει) μπορεί να υποχωρήσει ή να μπει στην υπηρεσία ενός θεού, ο οποίος μέσω της θεουργίας γίνεται ο επόπτης μας. Δυστυχώς όμως η πλειοψηφία των ανθρώπων παραμένει υποταγμένη στις πέντε αισθήσεις, εξ’ ου κι υποταγμένη στο πεπρωμένο που της επιφυλάσσει η Ειμαρμένη. Αλλά κάποιοι καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα δεσμά της Μοίρας χρησιμοποιώντας την βοήθεια των θεών ή των δαιμόνων. Πάντως οι θεουργοί δεν ενοχλούν τις θείες οντότητες για ασήμαντα πράγματα ή για την προσωπική τους περιέργεια- διασκέδαση, αλλά για την κάθαρση της ψυχής και την λύτρωση.

Β. Εφάρμοσε τον συγκρητισμό και προώθησε έντονα την θεουργία και τον Πλατωνικό μυστικισμό σε συνδυασμό με πολλά πυθαγόρεια δόγματα. Συνδυάζει την κλασσική φιλοσοφία, με τις ανατολικές θρησκείες και την μαγική τελετουργία, έχοντας ως βασικό του στόχο να δημιουργήσει ένα θρησκευτικοφιλοσοφικό σύστημα το οποίο να είναι ικανό να πολεμήσει τον χριστιανισμό που είχε μία ανερχόμενη πορεία. Αλλά πάνω από όλα, μέσα από την θεουργία πίστευε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε μια άμεση επικοινωνία ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους, ώστε με την βοήθεια των θεών να λυτρωθούμε από την Ειμαρμένη - Μοίρα. Μόνο όταν οι θεοί μας αποκαλύπτονται στις τελετουργίες θα μπορέσουμε να τους κατανοήσουμε. Διαφορετικά θα παραμείνουμε εξαρτημένοι της ύλης. Βέβαια ο Ιάμβλιχος δεν καταδικάζει την ύλη ως κάτι κακό. Αντίθετα θεωρεί ότι έχουμε ενσαρκωθεί για να εκπληρώσουμε έναν καθοριστικό ρόλο. Απλά πιστεύει ότι αυτός ο ρόλος μπορεί να εκπληρωθεί μόνο με την λατρεία των θεών και μέσα από τα μυστήρια. Η γνώση των θεών συνοδεύεται με μία στροφή προς τον εαυτό και την αυτογνωσία. Η συνεχή μάλιστα προσευχή μεγαλώνει την ικανότητα της ψυχής μας να υποδέχεται τους θεούς, αυξάνοντας τον θείο έρωτα και καθιστώντας μας συνομιλητές των θεών! Αφού, όπως έχουμε πει η απελευθέρωση των ψυχών επιτυγχάνεται μέσω των υπερουράνιων θεών και την ενάρετη ζωή, οφείλουμε να συνδυάζουμε την προσευχή με την θυσία ώστε να επιτύχουμε την τέλεια ιερατική λειτουργία. Εξ’ ου κι αυτός που γνωρίζει την αντιστοιχία των συμβόλων μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ώστε να τους επικαλεσθεί μέσω της εξομοίωσης. Κάποια λοιπόν σύμβολα αντιστοιχούν μεταξύ τους λόγω της ομοιότητας τους. Μπορούμε δηλαδή να χρησιμοποιήσουμε λίθους, ζώα (ή ακόμα και μέρη ζώων πχ την καρδιά ενός κόκορα), αρώματα, χρώματα, βότανα, ονόματα , αστρολογικές χρονικές στιγμές ώστε να καταφέρουμε να εξυψωθούμε και να γίνουν άξιοι της προσοχής των θεών. Κάποια από αυτά τα σύμβολα επίσης μπορεί να είναι οπτικά, όπως πχ. μία εικόνα ή και ηχητικά όπως είναι οι ύμνοι και οι επωδές. Χρησιμοποιούσαν ακόμα και τους αριθμούς. Για παράδειγμα μία τέτοια αντιστοιχία μπορούμε να δούμε με τον αριθμό 60, τον οποίο παίρνουμε από τον κροκόδειλο (που κάνει πάνω κάτω 60 αυγά, τα οποία επωάζονται για περίπου 60 ημέρες), ο οποίος σχετιζόταν με τον ήλιο.

Γ. Πίστευε ότι οι θεοί «τοποθετούν κάποια σύμβολα ακόμα και σε κάθε ενσαρκωμένη ψυχή, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι το αγνοούν». Και αυτά ακριβώς τα σύμβολα είναι που θα χρησιμοποιήσουν προς όφελος τους οι θεουργοί ώστε να ξαναενωθούν με την Μονάδα. Είναι εξίσου βασικό οι αρχαίες προσευχές, τα ιερά άσυλα και κυρίως τα ονόματα επίκλησης των θεών να διατηρούνται αναλλοίωτα γιατί διαφορετικά χάνουν την αποτελεσματικότητα τους.

Δ.
Καταδίκαζε την συνεχή τάση των ελλήνων για νεωτερισμούς και καινοτομίες. Υπάρχουν 2 μορφών θυσιών: η μία που απευθύνεται σε ανθρώπους που είναι εντελώς εξαγνισμένοι (πράγμα υπερβολικά σπάνιο) και η άλλη απευθύνεται στις ψυχές η οποίες είναι ακόμα παγιδευμένες από το σώμα. Είναι λοιπόν εντελώς άπρεπο η θυσία να υπερβαίνει τις ικανότητες του ιερέα. Συγχρόνως οι θυσίες πρέπει να είναι αντίστοιχες με τους τόπους διαμονής των θεών. Πρέπει να τιμάς τον κάθε θεό σύμφωνα με την θέση που κατέχει απονέμοντας τα όμοια στα όμοια ώστε να μην προσφέρουμε ανάξιο δώρο. Οι βασικοί λοιπόν τύποι θυσιών είναι:

1) Οι υπερκόσμιοι κι ασώματοι θεοί αποζητούν μόνο νοητικές θυσίες.

2) Οι ενδιάμεσοι θεοί (χάρις στους οποίους ενώνονται τα εγκόσμια με τα υπερκόσμια) ζητούν τόσο υλικές θυσίες όσο και ασώματες.

3) Ενώ οι εγκόσμιοι υλικοί θεοί επιθυμούν τις υλικές θυσίες. Ο δημιουργός του σύμπαντος έκανε κάποιες οντότητες να είναι ανεξάρτητες και αυτάρκεις, ενώ κάποιες άλλες είναι υποχρεωμένες να ψάξουν για την τροφή τους. Έτσι μπορούμε να δούμε πχ. τους δαίμονες να εξαρτώνται από τους ανθρώπους για την τροφή τους μέσω των θυσιών, ώστε εάν αμελήσουμε να τους τις προσφέρουμε γίνονται αίτιοι κακών και ταραξιών.


21. ΑΘΗΝΑΙΟΣ Ο ΝΑΥΚΡΑΤΙΤΗΣ (τέλη 2ου – αρχές 3ου αιώνας μ.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας βιολόγος, φυτολόγος, ζωολόγος, γαστρονόμος, διαιτολόγος, μαθηματικός, ρήτορας και γραμματικός από την Ναυκράτιδα της Αιγύπτου. Έζησε στην Αλεξάνδρεια και αργότερα στην Ρώμη. Κυριότερο έργο του ήταν το τριαντάτομο «Δειπνοσοφισταί», από το οποίο σώζεται μόνο η "Σύνοψις" σε 15 βιβλία, και αυτά αποσπασματικά. Το έργο του Αθήναιου είναι μια πηγή πληροφοριών για πλήθος χαμένων αρχαιοτέρων συγγραμμάτων. Άλλα έργα του, τα οποία δεν σώζονται, ήταν τα «Περί των εν Συρία βασιλευσάντων» και «Περί του θαλασσίου ιχθύος Θράττης».

22. ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ (331/332-363 μ.Χ.)
Γνωστός ως Ιουλιανός ο Παραβάτης ή Ιουλιανός ο Αποστάτης, αλλά και Ιουλιανός ο Μέγας, ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο και αξιοσημείωτος φιλόσοφος και συγγραφέας στην ελληνική γλώσσα. Ο Ιουλιανός ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας της Κωνσταντίνειας δυναστείας και ο μοναδικός παγανιστής μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο. Ο Ιουλιανός ήταν πολύ επηρεασμένος από την κλασική παιδεία, και τον ενοχλούσε η ραγδαία εξάπλωση του Χριστιανισμού, τον οποίο θεωρούσε ασύμβατο με την ελληνική φιλοσοφία και εν γένει τον ελληνικό πολιτισμό. Απο την εργογραφία του Ιουλιανού σώζονται αποσπάσματα.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ»

13 ioulianos

Αρχαίο κείμενο:

165-184 «Αφορντες ον ες τ τν θεν γλματα, μτοι νομζωμεν ατ λθους εναι μτε ξλα, μηδ μντοι τος θεος ατος εναι τατα. Κα γρ οδ τς βασιλικς εκνας ξλα κα λθον κα χαλκν λγομεν, ο μν οδ ατος τος βασιλας, λλ εκνας βασιλων. στις ον στι φιλοβασιλες, δως ρ τν το βασιλως εκνα, κα στις στ φιλπαις, δως ρ τν το παιδς, κα στις φιλοπτωρ, τν το πατρς· οκον κα στις φιλθεος, δως ες τ τν θεν γλματα κα τς εκνας ποβλπει, σεβμενος μα κα φρττων ξ φανος ρντας ες ατν τος θεος. Ε τις ον οεται δεν ατ μηδ φθερεσθαι δι τ θεν παξ εκνας κληθναι, παντελς φρων ενα μοι φανεται· χρν γρ δπουθεν ατ μηδ π νθρπων γενσθαι. Τ δ π νδρς σοφο κα γαθο γενμενον π νθρπου πονηρο κα μαθος φθαρναι δναται· τ δ π τν θεν ζντα γλματα κατασκευασθντα τς φανος ατν οσας, ο περ τν ορανν κκλ φερμενοι θεο, μνει τν ε χρνον ἀΐδια. Μηδες ον πιστετω θεος, ρν κα κοων ς νβρισν τινες ες τ γλματα κα τος ναος».

191-197 «Μηδες ον παττω λγοις μηδ ταρατττω περ τς προνοας μς· ο γρ μν νειδζοντες τ τοιατα, τν ουδαων ο προφται, τ περ το νε φσουσι το παρ ατος τρτον νατραπντος, γειρομνου δ οδ νν; γ δ επον οκ νειδζων κενοις, ς γε τοσοτοις στε ρον χρνοις ναστσασθαι διενοθην ατν ες τιμν το κληθντος π ατ θεο·»


Μετάφραση:

«Όταν αντικρίζουμε τα των Θεών αγάλματα, ας μην τα νομίζουμε ως λίθους ή ξύλα, αλλά ούτε να θεωρούμε ότι είναι οι ίδιοι οι Θεοί. Και τις βασιλικές εικόνες (δηλ. τις εικόνες των Βασιλέων) δεν τις λέμε ξύλα ή λίθο ή χαλκό, ούτε, βέβαια, και βασιλείς, αλλά εικόνες των Βασιλέων. Όποιος, λοιπόν, αγαπά τον Βασιλέα (φιλοβασιλεύς), ορά με ευχαρίστηση την του Βασιλέως εικόνα, όπως και όποιος αγαπά το παιδί του (φιλοπαίς) ορά με ευχαρίστηση την εικόνα του παιδιού του, και όποιος αγαπά τον πατέρα του (φιλοπάτωρ), την εικόνα του πατέρα του∙ όποιος, λοιπόν, αγαπά τους Θεούς (φιλόθεος) αποβλέπει με ευχαρίστηση τα αγάλματα και τις εικόνες των Θεών, νιώθοντας την ίδια στιγμή σεβασμό και ρίγος καθώς τον βλέπουν, αόρατοι, οι Θεοί. Αν τώρα κάποιος νομίζει πως αυτά τα αγάλματα δεν μπορούν να καταστραφούν επειδή κάποτε ονομάστηκαν εικόνες Θεών, θα τον θεωρήσω τελείως άμυαλο∙ διότι θα έπρεπε τότε να μην είχαν φτιαχτεί από ανθρώπινα χέρια. Είναι άλλωστε δυνατό, ένας άθλιος και αμαθής άνθρωπος να καταστρέψει το έργο ενός αγαθού και σοφού ανθρώπου∙ όμως τα ζωντανά αγάλματα που κατασκεύασαν οι Θεοί από την αφανή ουσία τους, δηλαδή εκείνοι οι Θεοί που περιφέρονται κυκλικά στον ουρανό, μένουν αΐδια στον αεί χρόνο. Ας μην χάνει λοιπόν κανείς την Πίστη του στους Θεούς, επειδή βλέπει και ακούει ότι κάποιοι φέρθηκαν υβριστικά προς τα αγάλματα και τους ναούς.»

«Να μην σας ξεγελάει λοιπόν κανείς με τα λόγια ούτε να σας κλονίζει την
Πίστη στην Πρόνοια∙ και εκείνοι που σας χλευάζουν για αυτά, δηλαδή οι προφήτες των Ιουδαίων, τι έχουν να πούνε για το ναό τους που τρεις φορές γκρεμίστηκε και ακόμα δεν έχει ανεγερθεί; Εγώ δεν το είπα αυτό χλευαστικά, εγώ που πρώτος ύστερα από τόσα χρόνια σκέφτηκα να τον ανοικοδομήσω προς τιμή του Θεού που λατρεύουν σε αυτόν.»


23. ΠΟΥΜΠΛΙΟΣ ΕΡΕΝΝΙΟΣ ΔΕΞΙΠΠΟΣ (4ος αιώνας μ.Χ.)
Νεοπλατωνικός φιλόσοφος. Ήταν μαθητής του Ιαμβλίχου. Σώζονται τα σχόλιά του στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη με τον τίτλο «Εις τα(ς) Αριστοτέλους Κατηγορίας απορίαι και λύσεις», γραμμένα σε διαλογική μορφή. Στο έργο αυτό προσπαθεί να αντικρούσει τις αντιρρήσεις του Πλωτίνου κατά των περίφημων «Κατηγοριών».


****************

Πηγές:

https://el.wikipedia.org
http://www.greek-language.gr
http://e-kyklos.blogspot.gr/2012/03/blog-post_6032.html
http://aboutlibraries.gr
http://www.physics4u.gr/articles/2009/astronomia2.html
http://www.ygeiaonline.gr
https://plus.google.com/+AjaxDragonkiller/posts/a4CPLdc7fvG
http://thesecretrealtruth.blogspot.gr/2012/10/blog-post_2033.html
http://afipnisiel.blogspot.gr/2011/09/blog-post_4870.html
http://maiandros.blogy.gr/post/1394:
https://laexuberanciadehades.wordpress.com/category/cultura/page/7/
http://oodegr.co/neopaganismos/sykofanties/daimones_1.htm#_ftn6
http://antikleidi.com/2012/09/03/elitis-2-2/
https://www.scribd.com
http://autochthonesellhnes.blogspot.gr/2014/12/blog-post_44.html
http://blog.antilogvacations.com/2016/06/9-World-Renowned-Destinations-for-History-Lover.html
http://http---ellinon-anava.pblogs.gr
http://sathiyayugam.blogspot.gr/2014/12/25.html
http://www.esoterica.gr/articles/religion/origenis/origenis.htm
http://mosa-moz.blogspot.gr/2012/07/blog-post.html
https://spithes.wordpress.com
http://mythagogia.blogspot.gr/2014/11/blog-post_27.html http://www.hutui6.com/creation-wallpapers.html
http://xletsos-basilhs.blogspot.gr/2014/09/blog-post_27.html
http://wwwondering.blogspot.gr/2015/09/hump-day-art_30.html
http://www.apologitis.com/gr/ancient/porfyrios_tot.htm
http://www.evprattein.gr/index.php/2011-06-03-09-41-23/147-2011-06-27-07-45-45.html
http://cdn.shopify.com/s/files/1/0322/6233/products/samuel-farrand-metatron-art_1024x1024.jpg?v=1436493805

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Vienna_-_Statue_of_Pallas_Athene_Parlament_-_6278.jpg
repository.edulll.gr/edulll/bitstream/10795/1705/2/1705_albinusdidaskalikos.pdf