Έλληνες Ποιητές
Μεσαιωνική περίοδος
Μιχαήλ Γλυκάς (1143 μ.Χ – 1180 μ.Χ).
Ήταν λόγιος, ποιητής, θεολόγος και χρονογράφος. Καταγόταν από την Κέρκυρα αλλά έζησε στην Κωνσταντινούπολη στα χρόνια του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού.
Το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του έζησε επί της βασιλείας Κομνηνών και όλων των Αγγέλων. Σύμφωνα με μία σημείωση του ελληνικού χειρογράφου της Μαρκιανής βιβλιοθήκης, ο Μιχαήλ Γλυκάς ζει από τα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Β’ Κομνηνού ως και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 μ.Χ. Η βασιλεία του Α’ Κομνηνού του καθόρισε την ζωή.
Υπηρέτησε στην αυτοκρατορική γραμματεία ως γραμματικός μέχρι που φυλακίστηκε, ενώ παράλληλα επιδόθηκε και στην συγγραφική δραστηριότητα, ασχολούμενος κυρίως με θεολογικά θέματα, τα οποία πραγματεύτηκε τόσο σε πεζό όσο και σε έμμετρο λόγο.
Η υπηρεσία του και η συγγραφική δραστηριότητα του καταδεικνύουν άνθρωπο ευμαθή, πολυδιαβασμένο και εύστροφο. Παρ όλο που είχε την παιδεία καθώς κατείχε την θέση του γραμματικού και παρόλο που η τάση των ανωτέρων στρωμάτων της εποχής του ήταν η χρήση της γεμάτης στόμφο αρχαΐζουσας γλώσσας, ο ίδιος χρησιμοποιούσε μια πιο λαϊκότροπη γλώσσα όχι όμως την δημοτική.
Αναφέρεται ότι κλείστηκε στην φυλακή σε νεαρή ηλικία για άγνωστο μέχρι σήμερα λόγο ( ο Ευστρατιάδης καταλήγει στο συμπέρασμα ως αιτία φυλακίσεως του ήταν λόγω μαγείας και μαγγανείας όμως πολλοί ερευνητές και ιστορικοί σήμερα διαφωνούν). Μέσα από την φυλακή έγραφε πολλά ποιήματα καθώς και ένα ποίημα στο οποίο παρακαλούσε τον αυτοκράτορα να τον ελευθερώσει.
Ο αυτοκράτορας όμως οργίστηκε εναντίον του και διέταξε να τον τυφλώσουν, ποινή που μάλλον δεν εκτελέστηκε.
Ποίηση: Τo πιο σημαντικό του έργο είναι:
- To «Ους έγραψεν καθ’ ον» που είναι ένα ποίημα με 581 στίχους το οποίο συνέθεσε ενώ ήταν στην φυλακή. Επίσης είναι το και το μοναδικό του ποίημα του που έχει διασωθεί στις μέρες μας.
Πεζογραφία:
- Το πιο γνωστό έργο του είναι η «Βίβλος χρονική περιέχουσα την ιστορίαν της Βυζαντίδος», μια χρονογραφία από την δημιουργία του κόσμου μέχρι το 1118. Έγραψε επίσης και μια συλλογή παροιμιών.
Παράδειγμα έργου:
«Ους έγραψεν καθ’ ον» (απόσπ.)
Ἤμουν παιδίν, ἐγήρασα, πολὺν διῆλθον κόσμον,
σοφῶν ἀρχαίων ἤκουσα, πολλὰς ἀνέγνων βίβλους,
πάντων ἐν πείρᾳ γέγονα, πᾶσαν ὁδὸν ἐξεῦρον,
πλάσματα πάλιν μυθικὰ καὶ λόγους γραϊδίων
ἠκριβωσάμην, ὅ φασιν, ἐξ ἀπαλῶν ὀνύχων,
τὴν γνῶσιν σχεῖν πειρώμενος πάντων καὶ τῶν τυχόντων,
ὡς μὴ καταβαπτίζεσθαι βυθῷ τῆς ἀγνωσίας.
Ὡς δέ τις μεγαλέμπορος θέλων πολλὰ κερδῆσαι,
δεινοῦ παντὸς ὑπερορᾷ, κατατολμᾷ θαλάσσης,
καὶ τὰ φρικτὰ καταφρονεῖ χάσματα τῶν κυμάτων,
καὶ πορρωτάτω στέλλεται πάντως ριψοκινδύνως˙
οὕτως εἰς πλάτος ἐμαυτὸν ἀφῆκα τὸ τοῦ λόγου…
…Τῆς φυλακῆς ἡ κάκωσις, ἡ τσίκνα, τὸ καρβούνιν,
ἐγὼ τὸ ἐξεύρω μοναχός, ἐμέναν καίει μόνον,
μόνος ἐγὼ δαμάζομαι κ᾿ ἐγὼ τὴν πείραν ἔχω
Ἡ φυλακὴ καὶ ὁ θάνατος καὶ χείρων τοῦ θανάτου·
ἡ φυλακὴ καὶ κάματος καὶ χείρων τῆς καμίνου·
οἵαν ἂν εἴπῃς κόλασιν, παχυμερῶς κολάζει,
παχυμερῶς στενοχωρεῖ καὶ θλίβει καὶ δαμάζει·
ἡ θλίψης δὲ τῆς φυλακῆς, ἡ μέριμνα, ἡ ἀνάγκη
πολυμερής, πολύτροπος, πολυειδής, ποικίλη.
Καθ᾿ ὥραν φθάνει ὁ θάνατος, καθ᾿ ὥραν ἀποθνήσεις·
χωρὶς θαλάσσης πνίγεσαι, χωρὶς πυρὸς ἐξάπτεις,
μέλη καὶ μέλη τέμνεσαι καὶ δίχα μαχαιρίου·
οὐκ ἔναι πόνος πούποτε νὰ μὴ σὲ κατακρούσῃ…
…φύλλον θροεῖ σε ἂν σαλευθῇ, πουλὶν ἂν ἴδῃς τρέμεις,
ἂν γένῃ κτύποτς πούποτε, μόδιν ἀγγέλους βλέπεις,
φοβεῖσαι μὴ ἔλθῃ μήνυμα τὸ οὐκ ἤθελες ν᾿ ἀκούσῃς,
ἀδημονεῖς, ἐννοιάζεσαι, συντρίβεσαι, τρομάσσεις,
βλέπεις ἡμέραν, θλίβεσαι, φοβεῖσαι ὡς οὐ πρέπει.
πάλιν τὴν νύκταν δειλιᾷς, τὸ τί νὰ φέρῃ οὐκ οἶδες,
στενοχωρεῖσαι, ἀγανακτεῖς, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ προσκρούεις,
ὡς ἐννοιασμένον περπατεῖς καὶ ὡσὰν ἐνταλωμένον,
τόπον ἐκ τόπου μεριμνᾷς καὶ τόπος οὐ χωρεῖ σε·
λιποθυμεῖς, σκοτίζεσαι, κοντοανασαίνεις, πίπτεις,
κεῖται τὸ σῶμα σου νεκρόν, ἄψυχον τὴν τελείαν,
ὀψὲ καὶ μόλις γρηγορεῖς, μόλις ἐπαναφέρεις·
τὴν γῆν δαγκάνεις, εὔχεσαι, περακαλεῖς καὶ λέγεις:
«Χριστέ μου, δὸς ἀνάπαυσιν, Χριστέ μου, φέρε ὑπνίτζιν,
νὰ παύσουν αἱ ὀδύναι μου, νὰ χαλαρώσῃ ὁ πόνος!»
Μετάφραση ποιήματος:
Ήμουν παιδί και γέρασα, πέρασα χρόνο πολύ στον κόσμο
Αρχαίους σοφούς άκουσα, πολλά απόκρυφα βιβλία
πήρα πολύ την πείρα από τους πάντες, βρήκα κάθε δρόμο,
πλάσματα έμαθα μυθικά και λόγους των γερόντων
ακριβός, τις φήμες από μικρό παιδί κατέχω ακόμα
την γνώση έχω φλεγόμενος για τα πάντα και τα τυχαία,
για να μην πνίγεστε μέσα στον βυθό της άγνοιας.
Και σαν κάποιος μεγαλέμπορας που θέλει πολλά να κερδίσει
και δεν τον νοιάζουν τα δεινά, και τολμάει να μπει στην θάλασσα
τα φρικτά μήκη των κυμάτων καθώς τα παραβλέπει
και μπροστά προχωράει με κάθε κίνδυνο για την ζωή του.
Σε τέτοια κλίμακα κι εγώ δεν θα άφηνα τις γνώσεις…
…της φυλακής η δυστυχία, η μυρωδιά, το κάρβουνο,
εγώ το ξέρω μοναχά, εμένα καίει μόνον
μόνος εγω δαμάζομαι κι εγώ έχω την πείρα.
Η φυλακή ο θάνατος και το κακότερο θανάτου,
η φυλακή κι ο φροντιστής, κακότερο είναι της φωτιάς
ως σαν την κόλαση, περισσότερο σε κολάζει.
περισσότερο στεναχωρεί σε θλίβει σε δαμάζει
η θλίψη δε της φυλακής, η μέριμνα κι η ανάγκη
πολυμερής είναι και πολύτροπη, και με πολλά είδη και ποικίλη.
Κάθε ώρα έρχεται ο θάνατος, κάθε ώρα εσύ πεθαίνεις
χωρίς την θάλασσα πνίγεσαι, χωρίς φωτιά ανάβεις,
κομμάτι το κομμάτι κόβεσαι δίχως το μαχαίρι
αυτόν τον πόνο εύχομαι ποτέ να μην τον νιώσεις.
…φύλλο αν δεις να κουνιέται χάνεις τα λογικά σου, πουλί αν δεις φοβάσαι,
αν κάποιον χτύπο ακούσεις, γύρο σου αγγέλους βλέπεις,
φοβάσαι αν έρθει μήνυμα που δεν θέλεις να ακούσεις
αδημονείς, νοιάζεσαι, θλίβεσαι και τρομάζεις,
βλέπεις την ημέρα θλίβεσαι, φοβάσαι περισσότερο από το πρέπει.
Την νύχτα πάλι δειλιάζεις, το τι έφερε δεν είδες,
στεναχωριέσαι, αγανακτείς κι εδώ και εκεί περιφέρεσαι
σαν κάποιον που νοιάζεται περπατάς και σαν πεταλωμένο,
τόπους και τόπους εξετάζεις και τόπος δεν σε χωράει
λιποθυμάς, σκοτίζεσαι, σιγά ανασαίνεις, πέφτεις,
το σώμα σου κάτω νεκρό, ολότελα άψυχο
μετά από χρόνο όταν πάλι συνέρχεσαι, μόλις ξυπνήσεις
την γη δαγκώνεις, εύχεσαι, παρακαλείς και λες:
«Χριστέ μου δώσε μου ανάπαυση, Χριστέ μου δως μου ύπνο
Να ησυχάσουν οι οδύνες μου, να ηρεμήσει ο πόνος!»…
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
https://www.scribd.com
http://users.uoa.gr
http://epet.nlg.gr
Βιβλιογραφία:
Αγνή Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου, Η Βυζαντινή Ιστοριογραφία (324-1204) Σύντομη επισκόπηση, Αθήνα
ΕὔδοξοςΤΣΟΛΑΚΗΣ, Μιχαὴλ Γλυκᾶς, Στίχοι οὓς ἔγραψε καθ᾿ ὃν κατε-σχέθη καιρόν,[Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς Φιλοσοφικῆς ΣχολῆςΑΠΘ,Παρά-ρτημα3],Θεσσαλονίκη, 1959.