Έλληνες Ποιητές
Μεσαιωνική περίοδος
Λέων ο Φιλόσοφος ή Μαθηματικός (790 μ.Χ – περί 869 μ.Χ).
Υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της μεσαιωνικής ιστορίας. Ήταν περίφημος λόγιος και ποιητής, ένας εκ των πρωτεργατών της Αναγέννησης των Μακεδόνων, μαθηματικός, γεωμέτρης, αστρονόμος και φιλόσοφος.
Λόγω έλλειψης ανώτερων σχολών στην Κωνσταντινούπολη θα φύγει για την Άνδρο όπου θα μαθητεύσει πλάι σ’ έναν μοναχό ο οποίος θα του διδάξει μαθηματικά και γενικότερα τις θετικές επιστήμες (το γεγονός αυτό μας πληροφορεί και για το χαμηλό επίπεδο των σπουδών στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 9ου αιώνα.
Μετά την επιστροφή του ξανά στην Κωνσταντινούπολη θα διδάξει ιδιωτικά στο σπίτι του για περίπου δέκα με δεκαπέντε χρόνια χωρίς να είναι ευρύτερα γνωστός. Ο Λέοντας θα αναδειχθεί λόγω του ενδιαφέροντος που θα επιδείξει γι’ αυτόν ο χαλίφης Αl-Μamun. Η ιστορία έχει ως εξής: ένας μαθητής του που υπηρετούσε ως γραμματέας του στρατού στα ανατολικά σύνορα, πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Άραβες και συμμετείχε σε συζητήσεις πάνω σε θέματα γεωμετρίας. Ο χαλίφης θα εντυπωσιαστεί με τις γνώσεις του και όταν ο γραμματέας θα τον πληροφορήσει για τον δάσκαλό του θα στείλει επιστολή στον Λέοντα προτείνοντάς του να έρθει να διδάξει στην Βαγδάτη. Ο Λέοντας παρέδωσε την επιστολή σε αξιωματούχο της κυβέρνησης με αποτέλεσμα να το μάθει ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, ο οποίος θα του παραχωρήσει μια αίθουσα για δημόσια διδασκαλία στην εκκλησία των Αγίων Τεσσαράκοντα. Η ημερομηνία θανάτου του Λέοντα είναι άγνωστη, η τελευταία μαρτυρία γι' αυτόν είναι του 869, πιθανότατα πέθανε λίγο αργότερα.
Ποιήση: Τα πιο σημαντικά του έργα είναι:
- To «Ευγε τύχην» που είναι ένα διδακτικό ποίημα που ο ίδιος ποιητής δείχνει την ταπεινότητα και την βαθιά του πίστη στον Θεό.
- Το «Ψυχρόν το γήρας» οπού περιγράφονται τα συναισθήματα του ίδιου του ποιητή ως προς την ηλικία του.
Πεζογραφία:
- Χειρόγραφες σημειώσεις στους «Νόμους» του Πλάτωνα.
Παραδείγματα έργων:
Εύγε τύχη (απόσπ.)
Εὖγε, Τύχη,
με ποεῖς ἀπραγμοσύνῃ μ᾿ Ἐπικούρου
ἡδίστη κομέουσα καὶ ἡσυχίῃ τέρπουσα.
Τίπτε δέ μοι χρέος ἀσχολίης πολυκηδέος ἀνδρῶν;
Οὐκ ἐθέλω πλοῦτον,
τυφλὸν φίλον, ἀλλοπρόσαλλον,
Οὐ τιμάς· τιμαὶ δὲ βροτῶν ἀμενητὸς ὄνειρος·
ἔρρε μοι, ὦ Κίρκης δνοφερὸν σπέος·
αἰδέομαι γὰρ οὐράνιος γεγαὼς
βαλάνους ἅτε θηρίον ἔσθειν·
μισῶ Λωτοφάγων γλυκερὴν λιποόπατριν ἐδωδήν,
Σειρήνων τε μέλος καταγωγὸν ἀναίνομαι ἐχθρῶν·
ἀλλὰ λαβεῖν θεόθεν ψυχοσσόον
εὔχομαι ἄνθος, μῶλυ, κακῶν δοξῶν ἀλκτήριον·
ὦτα δὲ κηρῷ ἀσφαλέως κλείσας
προσφυγὴν γενετήσιον ὁρμήν.
Ταῦτα λέγων τε γράφων
τε πέρας βιότοιο κιχείην.
Μετάφραση ποιήματος:
Τύχη, κάνεις πολύ καλά που με στολίζεις
με την ευχάριστη απραξία του Επίκουρου
και μου προσφέρεις ν᾿ απολαύσω τη γαλήνη.
Τι μου χρειάζεται η ασχολία των ανθρώπων
με τις τόσες έγνοιες;
Τον πλούτο δεν επιθυμώ, φίλο τυφλό και αλλοπρόσαλλο,
ούτε και τις τιμές, που ῾ναι για τους θνητούς
ξεθωριασμένο όνειρο.
Φύγε μακριά μου, σκοτεινή σπηλιά της Κίρκης.
Ντρέπομαι, ενώ κατάγομαι από τον ουρανό,
να τρέφομαι σα ζώο με τα βελανίδια.
Μισώ των Λωτοφάγων την γλυκιά τροφή
που την πατρίδα σου ν᾿ απαρνηθείς σε κάνει.
Και των Σειρήνων την πλανεύτρα μουσική
την αποδιώχνω σαν εχθρό μου.
Αλλά προσεύχομαι να μου χαρίσει ο Θεός το Μώλυ,
το λουλούδι που μας σώζει την ψυχή
και προστατεύει απ᾿ τις κακογνωμιές.
Και κλείνοντας καλά τ᾿ αυτιά μου με κερί
την γεννετήσια μου εύχομαι ορμή να γαληνέψω.
Μακάρι, λέγοντας και γράφοντας αυτά,
να φτάσω ως το τέλος της ζωής μου.
Ψυχρόν το γήρας (απόσπ.) 
Ψυχρὸν τὸ γῆρας, ἥ τ᾿ ἐμὴ κρᾶσις φύσει
(φεῦ) φλεγματώδης· μὴν δ᾿ ὁ Φεβρουάριος
ψυχρὸς μάλιστα, ζώδιον δ᾿ Ὑδροχόου
τὸ νῦν πολεῦον καὶ συνὸν μεθ᾿ ἡλίου
πήγνυσι καὶ τὸν οἶνον ἔν τισιν τόποις
τούς τ᾿ ἀμφορεῖς ῥήγνυσιν ἐκ τῆς ψύξεως.
ὁ δ᾿ οἶκος ἔνθα νῦν κατασκηνῶ πάλιν
ἀγάννιφός τε και λίαν δυσχείμερος
ὁ θρασκίας δὲ δριμὴς ἐστι καὶ πικρός,
Μετάφραση ποιήματος:
Κρύα τα γηρατειά κι η κράση μου, αλίμονο,
από τη φύση της φλεγματική.
Κι ο μήνας Φεβρουάριος ο πιο ψυχρός,
μα και το ζώδιο του Υδροχόου που επικρατεί
και συναντιέται με τον ήλιο
παγώνει σ᾿ ορισμένους τόπους ως και το κρασί
και σπάζει απ᾿ τη παγωνιά τους αμφορείς
Μα και το σπίτι όπου τώρα κάθομαι
κουκουλωμένο από χιόνια, απροστάτευτο και παγερό
κι ο βορεινός Θρακιάς σκληρός και ανελέητος
φυσάει τσουχτερός και δυνατός
φέρνοντας τον αέρα μεσ᾿ από τα Τάρταρα…
Μῆτερ ἐμὴ δύσμητερ (απόσπ.)
Μῆτερ ἐμὴ δύσμητερ, ἀπηνέα θυμὸν ἔχουσα,
λίην ἄχθομαι ἑλκος, ὅ με βροτὸς οὔτασεν ἀνὴρ
νύκτα δ᾿ ὀρφναίην, ὅτε δ᾿ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι,
γυμνὸς ἄτερ κόρυθός τε καὶ ἀσπίδος, οὐδ᾿ ἔχειν ἔγχος·
πᾶν δ᾿ ὑπερθερμάνθη ξίφος αἵματι·
αὐτὰρ ἔπειτα οὐρόν τε προέηκεν ἀπήμονά τε λιαρόν τε.
Μετάφραση ποιήματος:
Μητέρα μου, κακή μητέρα και σκληρόκαρδη,
πόνο βαρύ μου φέρνει η πληγή που μου ‘κανε τη νύχτα στο πυκνό σκοτάδι ένας θνητός γυμνός,
χωρίς ασπίδα, περικεφαλαία και κοντάρι.
Όλο το ξίφος του ζεστάθηκε μες στο καυτό μου αίμα.
Μα ύστερα με φύσηξε ένα απαλό θερμό αεράκι.
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://users.uoa.gr
http://www.ime.gr
Βιβλιογραφία:
Pierre Waltz, «Anthologie Grecque», ed. Les Belles Lettres, Paris, 1960.
W.R.Paton, «The Greek Anthology», Loeb Classical Library, v.ΙΙΙ.