Έλληνες Ποιητές
Μεσαιωνική περίοδος
Γεώργιος Πισίδης (αρχές 7ου αιώνα - περ. 631/34).
Μια από τις πιο ξεχωριστές προσωπικότητες λογοτεχνών του 7ου αιώνα ειδικότερα αλλά και της μεσαιωνικής ποίησης γενικότερα.
Καταγόμενος, σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, από την Αντιόχεια της Πισιδίας (νοτιοανατολική Μικρά Ασία), περιοχή που αργότερα αποτέλεσε μαζί με άλλες το «θέμα των Ανατολικών», ο Γεώργιος Πισίδης διετέλεσε διάκονος της Αγίας Σοφίας και στην συνέχεια φύλακας των ιερών σκευών (σκευοφύλαξ) και ρεφερενδάριος, δηλαδή απεσταλμένος του Πατριάρχη στον αυτοκράτορα. Η ποιητική μεγαλοφυΐα του Γεωργίου Πισίδη εκτιμήθηκε αργότερα.
Ο περίφημος λόγιος του Βυζαντίου Μιχαήλ Ψελλός, τον σύγκρινε με τον ποιητή Ευριπίδη. Ο σύγχρονος επιστημονικός κόσμος θεωρεί τον Πισίδη ως τον καλύτερο κοσμικό ποιητή της μεσαιωνικής περιόδου.
Ποίηση: Τα πιο σημαντικά του έργα είναι:
- Το «Εις την κατά Περσών εκστρατείαν Ηρακλείου» όπου αφηγείται την νίκη του βασιλέα Ηράκλειου κατά των Περσών.
- Το «Εις την γενομένην έφοδον των βαρβάρων» όπου εξιστορεί την έφοδο των βαρβάρων και την προσπάθεια του αυτοκράτορα Ηρακλεία να πολεμήσει εναντίον τους.
- Την «Ηρακλειάς» η οποία είναι ένας πανηγυρικός ύμνος για τον αυτοράτορα Ηρακλεία και γράφτηκε για την τελική του νίκη εναντίον των Περσών, η Τρίτη ακρόαση της Ηρακλειάδος έχει χαθεί.
- Το «Εξαήμερον» ένα είδος θεολογικο-φιλοσοφικού διδακτικού ποιήματος με 1910 τρίμετρους στίχους, το οποίο αναφέρεται στην δημιουργία του κόσμου και κάνει υπαινιγμούς για γεγονότα εποχής. Αυτό το έργο του, διαδόθηκε πέρα από τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μεταφράστηκε στα Σλαβικά και στα Ρωσικά.
Έγραψε επίσης τα έργα «Εις τον μάταιον βίον», «Εις τον ανθρώπινον βίον», «Ύμνος εις την Ανάστασιν του Χριστού», «Κατά δυσσεβούς Σευήρου» (δογματικό ποίημα κατά του μονοφυσιτισμού), το επίγραμμα «Εις εαυτόν» καθώς και άλλα ποιήματα πολεμικής, ελεγειακής και θεολογικής φύσης.
Έργο του επίσης, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, είναι και ο «Ακάθιστος Ύμνος».
Παραδείγματα έργων:
Εις την κατά Περσών εκστρατείαν Ηρακλείου 
α’ ακρόαση, στίχοι 1-14 (απόσπ.)
Ὦ τὰς ἀΰλους τῶν ἄνω στρατηγίας
Τριὰς διευθύνουσα φωσφόρῳ λόγῳ
πρὸς ἔμπυρόν τε καὶ πεπηγμένην στάσιν
λόγῳ γὰρ αὐτῶν ἐκπυροῦσα τὰς φύσεις
ὕλην ἄϋλον δεικνύειν ἐπίστασαι
τοὺς οὐρανοὺς πληροῦσα καὶ τὸν αἰθέρα
πυροῦσα καὶ σφίγγουσα τὴν οἰκουμένην,
καὶ πανταχοῦ παροῦσα μὴ κινουμένη,
καὶ μηδαμοῦ χωροῦσα καὶ χωρουμένη
ὅπου δέησις ἐκ βάθους ἀνίπταται,
δὸς τοῖς ἀμυδροῖς τῶν λογισμῶν ὀργάνοις
σάλπιγγος ἦχον καὶ λαλοῦσαν ἀσπίδα.
δίδαξον ἡμᾶς εὔστοχον κινεῖν ξίφος,
γλῶσσαν κατ’ ἐχθρῶν, ὅπλον ἠκονημένον·
ἴθυνον ἡμᾶς ἔνθα τῆς ἐξουσίας
τῆς σῆς ἔνεστι συγγράφειν τὰ θαύματα…
Μετάφραση ποιήματος:
Ω Τριάδα εσύ,
που τις άυλες στρατιές του ουρανού
με το φωτεινό σου λόγο κατευθύνεις
σε μια στάση γεμάτη θέρμη
και σταθερότητα γιατί με το λόγο σου
ξέρεις να θερμαίνεις τις φύσεις τους
και να καθιστάς την ύλη άυλο
εσύ που γεμίζεις τον ουρανό
και ζεσταίνεις τον αιθέρα
και αγκαλιάζεις την οικουμένη
και βρίσκεσαι παντού χωρίς να κινείσαι
που δε χωράς πουθενά και χωράς εκεί
που η δέηση αναδύεται από τα βάθη της ψυχής,
δώσε στα θολωμένα όργανα της σκέψης
τον ήχο της σάλπιγγας και τη λαλιά της ασπίδας.
και δίδαξε μας να χειριζόμαστε σωστά το ξίφος,
δηλαδή τη γλώσσα κατά των εχθρών Σου,
σαν όπλο ακονισμένο, οδήγησε μας εκεί
που θα μπορούμε να γράψουμε
για τα θαυμαστά έργα της εξουσίας σου…
Ηρακλειάς α’ ακρόαση στίχοι 65 – 84 (απόσ.)
Ὅµηρε, τὸν πρὶν µηδαµῶς Ἡρακλέα
θεὸν προσειπεῖν ἀξιώσῃς ἀσκόπως·
τί γὰρ τὸ κοινὸν ὠφέλησε τοῦ βίου
κάπρος φονευθεὶς ἢ λέων πεπνιγµένος;
θαύµαζε µᾶλλον ὡς ἐν ἀνθρώποις ἕνα
τὸν κοσµορύστην εὐλόγως Ἡρακλέα.
Κατῆλθεν οὗτος ἄχρι τῆς Ἅιδου θύρας,
τὴν λύτταν ἦγξε τοῦ κυνὸς τοῦ παµφάγου,
Ἄλκηστιν ἐξήγειρε τὴν οἰκουµένην,
ἀνεῖλε τὸν δράκοντα τὸν µιαιφόνον
καθεῖλεν ὕδραν µυριαύχενον βλάβην,
ῥυπῶντα τὸν πρὶν ἐξεκόπρωσεν βίον,
ἔπνιξε τὸν λέοντα τὸν κοσµοφθόρον,
καὶ νῦν προῆλθεν Ἡρακλῆς τῷ πράγµατι
λαβὼν τὰ χρυσᾶ µῆλα, τὰς πόλεις ὅλας.
Παρῆλθε πηγὴ τῆς ἀφεγγοῦς ἑσπέρας,
τὸ φῶς ὑπέστη καὶ διέστη τὸ σκότος
καὶ δεύτερος νῦν κοσµοποιεῖται βίος
καὶ κόσµος ἄλλος καὶ νεωτέρα κτίσις…
Μετάφραση ποιήματος:
Όµηρε, τον µυθικό Ηρακλή καθόλου
να µην τον κρίνεις άξιο να τον ονοµάσεις θεό
γιατί πώς ωφέλησε τη ζωή των ανθρώπων
ο κάπρος που σκοτώθηκε ή το πνιγµένο λιοντάρι;
Αντίθετα περισσότερο θαύµαζε έναν
ανάµεσα στους ανθρώπους δίκαια,
τον Ηρακλή που δάµασε λαούς.
Αυτός (ο Ηρακλής) κατέβηκε ως τις πύλες του Άδη,
έπνιξε τη λύσσα του παµφάγου σκύλου
και ξαναζωντάνεψε την Άλκηστη, δηλαδή την οικουµένη,
σκότωσε τον δράκοντα που µολύνεται
µε το αίµα των θυµάτων του,
και έριξε κάτω τη λερναία ύδρα, την πληγή µε τα χίλια κεφάλια,
καθάρισε από την κόπρο τη ζωή που πιο πριν ήταν βρόµικη,
έπνιξε το λιοντάρι που κατέστρεφε τον κόσµο
και τώρα (ο νέος) Ηρακλής ολοκλήρωσε το έργο του
αφου κατέλαβε τα χρυσά µήλα,
δηλαδή όλες τις πόλεις (της Περσίας).
Πέρασε η αιτία της σκοτεινής νύχτας,
το φως έφτασε και διαλύθηκε το σκοτάδι
και τώρα µια δεύτερη ζωή εγκαθιδρύεται στον κόσµο
και ένας νέος κόσµος και µια καινούρια πλάση…
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
https://www.scribd.com
http://users.uoa.gr
Βιβλιογραφία:
Γεωργίου του Πισίδου, Εις την κατά Περσών εκστρατείαν Ηρακλείου.
Georgii Pisidae expeditio Persica, bellum Avaricum, Heraclias
Όψεις αυτοαναφορικότητας στην Expeditio Persica του Γεώργιου Πισίδη, Diogenes 2 (2014): σελ. 48-71 ISSN 2054-6696