Έλληνες Ποιητές
Μεσαιωνική περίοδος
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (949 μ.Χ – 1022 μ.Χ).
Γεννήθηκε στην Μικρασιάτικη Γαλάτεια της Παφλαγονίας. Οι γονείς του, ευγενείς και διακεκριμένοι στην επαρχία που ζούσαν, ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για την παιδεία και την αγωγή του μικρού Συμεών.
Για τον λόγο αυτό και τον στέλνουν σε ηλικία 6 ετών στην Κωνσταντινούπολη σε συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία κατείχαν θέση στα ανάκτορα. Από αυτήν την ηλικία δέχεται τα πρώτα μαθήματα και σύντομα επιδίδεται στην ταχυγραφία και καλλιγραφία. Την ίδια εποχή με την βοήθεια του θείου του αποδέχεται το αξίωμα του Σπαθαροκουβιλάριου, καθώς και την διάκριση να γίνει μέλος της Συγκλήτου.
Η γνωριμία του με τον πνευματικό του, άγιο Συμεών τον Ευλαβή τον Στουδίτη, έχει ανοίξει άλλους ορίζοντες και διαφορετικούς πόθους στην καρδιά του. Γι’ αυτό και μόλις του δίνεται η κατάλληλη ευκαιρία, μετά τον θάνατο του Νικηφόρου Φωκά (969 μ.Χ), εγκαταλείπει την θέση του στα ανάκτορα και σε ηλικία 14 ετών πηγαίνει στην περίφημη Μονή του Στουδίου και αναζητεί να μείνει πλησίον του πνευματικού του πατρός. Ο πνευματικός του όμως δεν συμφωνεί με την παραμονή του στο μοναστήρι, γιατί κρίνει ότι η ηλικία του είναι ακατάλληλη για μια τόσο μεγάλη απόφαση και του υπαγορεύει να επιστρέψει στο σπίτι του θείου του. Ο ίδιος φανερά λυπημένος από την εξέλιξη των πραγμάτων, επιστρέφει στο σπίτι του θείου του, όπου επιδίδεται στην προσευχή και στην μελέτη θεολογικών και πνευματικών κειμένων που του συνέστησε ο πνευματικός του. Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Aργότερα μεταβαίνει στην μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου που γίνεται ηγούμενος για 25 συναπτά έτη και έπειτα αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως όπου και πέθανε. Για την θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Άγιος Συμεών ονομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός».
Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».
Ποίηση: Τα πιο σημαντικά του έργα είναι:
- To «Ύμνοι Θείων Ερώτων» που είναι συλλογή ποιημάτων.
- To ποίημα «Ο αρραβώνας» θεολογικού περιεχομένου.
- Το «Αυτόν» που είναι ποίημα θεολογικού επίσης περιεχομένου.
- Το «Τροφή θηρίων» που είναι ποίημα φιλοσοφικού περιεχομένου.
- Το «Ο θάνατος τη λύπη» που είναι ποίημα διδακτικού περιεχομένου.
Πεζογραφία:
- «Λόγοι των εξηγήσεων»
- «Κατηχητικοί λόγοι»
- «Πρακτικά, Γνωστικά και Θεολογικά Κεφάλαια»
Συνολικά από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι, 282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια.
Παραδείγματα έργων:
Ο αρραβώνας (απόσπ.)
…όσοι νομίζουν ότι Σ’ έχουν,
το Φως του κόσμου,
λένε όμως δεν Σε βλέπουν,
δεν είναι ο βίος τους μέσα στο φως,
η λάμψη Σου δεν τους κυκλώνει,
καθαρὰ δεν Σε κοιτάζουν και αδιάκοπα, Σωτήρα,
ας μάθουν: στην σκέψη τους ποτὲ δεν έλλαμψες,
το σπίτι Σου στην βρώμικη ψυχή τους
δεν το έφτιαξες,
μάταια επιχαίρουν, κενές οι ελπίδες,
όσοι νομίζουν μετὰ θάνατον, τάχα,
θα δουν το Φως Σου.
Είναι τώρα ο Αρραβώνας,
απὸ Σένα πάντως τώρα εδώ, Σωτήρα,
χαράζεται η Σφραγίδα Σου στα πρόβατα Σου.
Καθένα κλείνει ο θάνατος του.
Στο τέλος και μετά, όλοι το ίδιο άπραγοι,
ούτε κακὸ, ούτε καλὸ κανείς δεν έχει δύναμη να κάνει τότε,
Σωτήρα μου, είναι βέβαιο, όπως βρεθεί καθένας, έτσι θα μείνει.
Κύριε, με φοβίζει αυτό, με κάνει και τρέμω αυτό,
τις αισθήσεις μου όλες τις λιώνει αυτό…
Αυτόν (απόσπ.)
ΑΣΩΜΑΤΟ η σωματικό, ότι αν σκεφτείς,
θα βρεις τον Θεὸ να τα έχει κάνει όλα.
Τα ουράνια, ότι ακούσεις,
τα επίγεια κι όσα είναι στους βυθούς,
για όλα Μία η ζωὴ και η δόξα,
Ένας ο πόθος τους, Μία η βασιλεία,
ο Πλούτος, η Χαρά, ο Στέφανος, η Νίκη, η Ειρήνη,
κάθε ομορφιά που υπάρχει,
είναι η επίγνωση της αρχής και αιτίας,
απ’ όπου όλα πήγασαν κι έχουν γίνει.
Αυτό είναι η σύσταση των επάνω και των κάτω,
Αυτό η τάξη των νοητών όλων,
Αυτό υποταγή των ορατών όλων,
Αυτό είχαν οι άγγελοι ασάλευτο θεμέλιο…
Τροφὴ των θηρίων (απόσπ.)
Γιατί τα πάντα σου εξηγώ;
Γιατί να ερμηνεύω προσπαθώ;
Αν ο ίδιος δεν τα δοκιμάσεις
αν δεν καταλάβεις μόνος σου
αδύνατο να μάθεις.
Πως θα μάθεις, απορείς, θα πεις :
αλίμονο, πως γίνεται, γιατί αγνοώ;
Ἡ άγνοια μακριά με κρατάει απ’ τα καλά,
αλίμονο, πόσο υστερώ!
Και θα τρέξεις να μάθεις,
γνωστικός βέβαια ν’ αποκαλείσαι.
Άν αγνοείς τον ίδιο τον εαυτό σου,
ο χαρακτήρας σου ποιος είναι, πως ζεις,
με ποιόν τρόπο θα πάρεις γνώση του δημιουργού,
πως θα γίνει ν’ αποκληθείς πιστός,
και πως θα γίνει άνθρωπος να ονομαστείς,
την ώρα που είσαι βόδι, μπορείς θηρίο;
Κάποιο άλογο, θα γίνεις ζώο
η χειρότερο απ' αυτά,
όσο αγνοείς ποιος σε δημιούργησε…
Ο Θάνατος την λύπη
Πράγμα άκουσα παράξενο που καταπλήσσει:
Άυλη φύση στερεότερη από πέτρα
πως έπαθε όμοια με το φημιστό διαμάντι,
Που ενώ η φωτιά δεν το μαλάκωσε κι η σφύρα,
κερί με το μολύβι ως μπλέχτηκε έχει γίνει.
Πίστεψα τώρα πως μικρές νερού σταγόνες
τρώνε με τον καιρό τη σκληρή πέτρα
και τίποτε στη ζωή αμετάβλητο δε μένει.
Με το παρόν πως με γελά μην πει κανένας.
Αλίμονο σ᾿ αυτόν που όσα περνούν της ζωής τα βλέπει
στα χέρια του ως να τα ῾χει και τα φχαριστιέται.
Τα ίδια θα πάθει, όσα έπαθα, ο δυστυχισμένος.
Από γλυκύτατο με χώρισε αδελφόν η νύχτα.
το ακομμάτιαστο κόβοντας φως της αγάπης.
Πηγές:
http://www.saint.gr
http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/
Βιβλιογραφία:
«Ύμνοι Θείων Ἐρώτων», Εἰσαγωγή, ανθολογία, μετάφραση: Γ. Βαλσάμης, ISBN: 978-1475265873 / 1475265875