ΤΡΑΓΩΔΙΑ
ΑΡΧΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 7ος - 6ος αιώνας π.Χ.
1. ΘΕΣΠΙΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ο ποιητής Θέσπις από τον δήμο Ικαρίας (σημερινό Διόνυσο), θεωρείται σύμφωνα με την παράδοση ο εφευρέτης της τραγωδίας και πιθανότατα και ο πρώτος ηθοποιός. Στα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., είχε την έμπνευση να ξεχωρίσει τον εξάρχων, ο οποίος ήταν ο πρωτοχωρευτής του διθυράμβου, και να παρεμβάλλει στον διθύραμβο απαγγελία με άλλο μέτρο και διαφορετική μελωδία από του Χορού (κατά πάσα πιθανότητα το επιχείρησε πρώτος). Έτσι, επειδή ο εξάρχων του χορού που φορούσε προσωπείο, δηλαδή μάσκα έκανε διαλόγο με τον χορό και αποκρινόταν (αρχ. ὑπεκρίνετο) στις ερωτήσεις του, ονομάστηκε υποκριτής, δηλαδή ηθοποιός.
2. ΠΡΑΤΙΝΑΣ (6ος-5ος αιώνας π.Χ.)
Υπήρξε από τους πρώτους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Έδρασε την εποχή γύρω στην 70ή Ολυμπιάδα και θεωρείται ο εισηγητής του σατυρικού δράματος. Λίγα είναι γνωστά για την ζωή και το έργο του. Γεννήθηκε στους Φλειούς στην βορειοδυτική Αργολίδα. Ήταν σύγχρονος του Χοιρίλου και του Αισχύλου όταν ο Αισχύλος ξεκινούσε την καριέρα του. Φέρεται να έγραψε 18 τραγωδίες και 32 σατυρικά δράματα, αλλά τα έργα του έχουν χαθεί σχεδόν όλα. Εκτός των έργων του έγραψε και διθύραμβους και ωδές, τα λεγόμενα υπορχήματα. Ένα σημαντικό απόσπασμα διασώθηκε από τον Αθήναιο.
3. ΧΟΙΡΙΛΟΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ο Χοιρίλος υπήρξε δραματικός ποιητής. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι έγραψε 160 τραγωδίες και κέρδισε δεκατρείς φορές στα Μεγάλα Διονύσια. Από τα έργα του μας σώζεται ένας τίτλος, «Ἀλόπη», και δύο μικρά αποσπάσματα όπου ο ποιητής ονομάζει μεταφορικά «γῆς ὀστᾶ» τις πέτρες και «γῆς φλέβες» τα ποτάμια.
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
4. ΑΙΣΧΥΛΟΣ (525-456 π.Χ.)
Ο πρώτος από τους τρεις μεγάλους τραγικούς της κλασσικής Αθήνας. Πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην αναγωγή της τραγωδίας από χορική, και μάλιστα στατική, μουσική απαγγελία σε πλήρως ανεπτυγμένο δράμα, σε δράση, δηλαδή, που αναπαρίσταται. Από τα 90 έργα του, σώζονται μόνο 7 τραγωδίες: Πέρσες, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθέας Δεσμώτης, και η τριλογία Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες).
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
μήτοι χλιδῇ δοκεῖτε μηδ᾽ αὐθαδίᾳ
σιγᾶν με· συννοίᾳ δὲ δάπτομαι κέαρ,
ὁρῶν ἐμαυτὸν ὧδε προυσελούμενον.
καίτοι θεοῖσι τοῖς νέοις τούτοις γέρα
440 τίς ἄλλος ἢ ᾽γὼ παντελῶς διώρισεν;
ἀλλ᾽ αὐτὰ σιγῶ, καὶ γὰρ εἰδυίασιν ἂν
ὑμῖν λέγοιμι· τἀν βροτοῖς δὲ πήματα
ἀκούσαθ᾽, ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν
ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους.
445 λέξω δέ, μέμψιν οὔτιν᾽ ἀνθρώποις ἔχων,
ἀλλ᾽ ὧν δέδωκ᾽ εὔνοιαν ἐξηγούμενος·
οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην,
κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων
ἀλίγκιοι μορφῆσι τὸν μακρὸν βίον
450 ἔφυρον εἰκῇ πάντα, κοὔτε πλινθυφεῖς
δόμους προσείλους ᾖσαν, οὐ ξυλουργίαν,
κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι
μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις.
ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ
455 οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου
θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν
ἔπρασσον, ἔστε δή σφιν ἀντολὰς ἐγὼ
ἄστρων ἔδειξα τάς τε δυσκρίτους δύσεις.
καὶ μὴν ἀριθμόν, ἔξοχον σοφισμάτων,
460 ἐξηῦρον αὐτοῖς, γραμμάτων τε συνθέσεις,
μνήμην ἁπάντων, μουσομήτορ᾽ ἐργάνην.
κἄζευξα πρῶτος ἐν ζυγοῖσι κνώδαλα,
ζεύγλησι δουλεύοντα σάγμασίν θ᾽ ὅπως
θνητοῖς μεγίστων διάδοχοι μοχθημάτων
465 γένοινθ᾽, ὑφ᾽ ἅρμά τ᾽ ἤγαγον φιληνίους
ἵππους, ἄγαλμα τῆς ὑπερπλούτου χλιδῆς,
θαλασσόπλαγκτα δ᾽ οὔτις ἄλλος ἀντ᾽ ἐμοῦ
λινόπτερ᾽ ηὗρε ναυτίλων ὀχήματα.
τοιαῦτα μηχανήματ᾽ ἐξευρὼν τάλας
470 βροτοῖσιν, αὐτὸς οὐκ ἔχω σόφισμ᾽ ὅτῳ
τῆς νῦν παρούσης πημονῆς ἀπαλλαγῶ.
ΧΟΡΟΣ
πέπονθας ἀικὲς πῆμ᾽· ἀποσφαλεὶς φρενῶν
πλανᾷ, κακὸς δ᾽ ἰατρὸς ὥς τις ἐς νόσον
πεσὼν ἀθυμεῖς καὶ σεαυτὸν οὐκ ἔχεις
475 εὑρεῖν ὁποίοις φαρμάκοις ἰάσιμος.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
τὰ λοιπά μου κλύουσα θαυμάσῃ πλέον,
οἵας τέχνας τε καὶ πόρους ἐμησάμην.
τὸ μὲν μέγιστον, εἴ τις ἐς νόσον πέσοι,
οὐκ ἦν ἀλέξημ᾽ οὐδέν, οὔτε βρώσιμον,
480 οὐ χριστόν, οὐδὲ πιστόν, ἀλλὰ φαρμάκων
χρείᾳ κατεσκέλλοντο, πρίν γ᾽ ἐγώ σφισιν
ἔδειξα κράσεις ἠπίων ἀκεσμάτων
αἷς τὰς ἁπάσας ἐξαμύνονται νόσους.
τρόπους τε πολλοὺς μαντικῆς ἐστοίχισα,
485 κἄκρινα πρῶτος ἐξ ὀνειράτων ἃ χρὴ
ὕπαρ γενέσθαι, κληδόνας τε δυσκρίτους
ἐγνώρισ᾽ αὐτοῖς ἐνοδίους τε συμβόλους,
γαμψωνύχων τε πτῆσιν οἰωνῶν σκεθρῶς
διώρισ᾽, οἵτινές τε δεξιοὶ φύσιν
490 εὐωνύμους τε, καὶ δίαιταν ἥντινα
ἔχουσ᾽ ἕκαστοι, καὶ πρὸς ἀλλήλους τίνες
ἔχθραι τε καὶ στέργηθρα καὶ ξυνεδρίαι,
σπλάχνων τε λειότητα, καὶ χροιὰν τίνα
ἔχουσ᾽ ἂν εἴη δαίμοσιν πρὸς ἡδονὴν
495 χολή, λοβοῦ τε ποικίλην εὐμορφίαν·
κνίσῃ τε κῶλα ξυγκαλυπτὰ καὶ μακρὰν
ὀσφῦν πυρώσας δυστέκμαρτον εἰς τέχνην
ὥδωσα θνητούς, καὶ φλογωπὰ σήματα
ἐξωμμάτωσα πρόσθεν ὄντ᾽ ἐπάργεμα.
500 τοιαῦτα μὲν δὴ ταῦτ᾽· ἔνερθε δὲ χθονὸς
κεκρυμμέν᾽ ἀνθρώποισιν ὠφελήματα,
χαλκόν, σίδηρον, ἄργυρον χρυσόν τε, τίς
φήσειεν ἂν πάροιθεν ἐξευρεῖν ἐμοῦ;
οὐδείς, σάφ᾽ οἶδα, μὴ μάτην φλῦσαι θέλων.
505 βραχεῖ δὲ μύθῳ πάντα συλλήβδην μάθε·
πᾶσαι τέχναι βροτοῖσιν ἐκ Προμηθέως.
Μετάφραση:
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αν δεν μιλώ, μην το θαρρείτε περηφάνεια
ή πείσμα, αλλά μια σκέψη μού σπαράζει την καρδιά
βλέποντας τον εαυτό μου μες στις συμφορές.
Ποιος άλλος τάχατες έξω από μένα
στους νέους θεούς έδωσε τα προνόμιά τους;
Μα εδώ σωπαίνω· ξέρετε τι θα ᾽χα να σας πω.
Όμως ακούστε των ανθρώπων τα παθήματα,
πώς από νήπια που ήταν πριν, τους έκανα
πλάσματα με μυαλό και πώς τους έδωσα τη σκέψη.
Θα τα ιστορήσω όχι γιατί από τους θνητούς
έχω παράπονο, μα για να δείτε την αγάπη που τους έδειξα.
Λοιπόν, αυτοί, πρώτα έβλεπαν χωρίς να βλέπουν,
άκουαν χωρίς ν᾽ ακούν και, όμοιοι με σκιές του ονείρου,
περνούσαν την μακριά ζωή τους όπως λάχει, ανακατεύοντας
τα πάντα, μη γνωρίζοντας ούτε τα σπίτια τα πλιθόχτιστα
και τα προσήλια μήτε την ξυλουργική·
μόνο βαθιά στο χώμα κατοικούσαν, όπως τα λαφριά
μυρμήγκια, μες σ᾽ ανήλιαγες σπηλιές.
Και δεν είχαν κανένα σίγουρο σημάδι του χειμώνα,
ούτε της ανθοφόρας άνοιξης μήτε του καρπερού καλοκαιριού,
παρά έκαμναν τα πάντα στα τυφλά, ώσπου τους έδειξα
τις αξεδιάλυτες ανατολές των άστρων και τις δύσεις.
Κι ύστερα, ακόμα, υπέρτατη σοφία, τον αριθμό
τους βρήκα και την γνώση των γραμμάτων,
μνήμη των πάντων και μητέρα των Μουσών.
Και πρώτος έζεψα τα ζώα στον ζυγό,
καματερά στη ζεύγλα ή στο σαμάρι υποταγμένα,
για ν᾽ αναλάβουνε τους πιο βαριούς μόχθους του ανθρώπου,
κι έφερα στο άρμα, φιλιωμένα με τα γκέμια, τα άλογα,
αγλάισμα της βαθύπλουτης της πολυτέλειας.
Κι εγώ σοφίστηκα, όχι άλλος, τα λινόπτερα
πλεούμενα των ναυτικών τα θαλασσοδαρμένα.
Τέτοιες σοφές τέχνες βρήκα για τους ανθρώπους,
κι όμως για με δεν έχω τώρα τι να βρω
για να γλιτώσω ο δόλιος απ᾽ τα πάθη μου!
ΧΟΡΟΣ
Έπαθες άπρεπο κακό. Του νου σου το ξεστράτισμα
σε παρασέρνει και, σαν τον κακό γιατρό που αρρώστησε
κι αυτός, βαριά πικραίνεσαι και δε μπορείς
να βρεις για σένα φάρμακο να σε γιατρέψει.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Με την συνέχεια πιο πολύ θα ξαφνιαστείς ακούγοντας
τι τέχνες και τεχνάσματα σκαρφίστηκα.
Και πριν απ᾽ όλα τούτο: όσοι πέφτανε άρρωστοι
δεν είχαν γιατρικό ή να το μασήσουν
ή να το καταπιούν ή να το αλείψουν πάνω τους,
μόνο καταμαραίνονταν χωρίς φάρμακα, ώσπου εγώ
τους έδειξα πώς τα ήπια βάλσαμα ν᾽ ανακατεύουν,
αμυντικά μέσα για όλες τις αρρώστιες.
Και τα πολυάριθμα είδη της μαντικής τούς ταξινόμησα
και πρώτος απ᾽ τα όνειρα ξεχώρισα όσα μέλλονται
να βγουν αληθινά, κι ερμήνευσα τα αινίγματα
τα φραστικά και τα συναπαντήματα του δρόμου.
Κι εγώ φανέρωσα τι δείχνουν με το πέταγμά τους τα γαμψόνυχα
όρνια και ποιοι οι καλοί ή κακοί οιωνοί,
κι εξήγησα το φέρσιμό τους και τις έχθρες τους,
τα συντροφιάσματά τους, τις συνάξεις τους,
κι ακόμα, την στιλπνή θέα των σπλάχνων και το χρώμα τους
που δίνει στους θεούς την πιο περίσσια απόλαυση,
και τις ποικίλες όψεις του λοβού και της χολής.
Και πύρωσα τα τυλιγμένα μες στο λίπος μέλη
και το μακρύ το ραχοκόκαλο, μυώντας τους θνητούς
σε τέχνη δύσκολη κι ανοίγοντας τα μάτια τους,
κλεισμένα ώς τότε, στης φωτιάς τα σήματα.
Να το έργο μου. Κι ό,τι πολύτιμο έχει η γη
κρυμμένο απ᾽ τους ανθρώπους μες στα σπλάχνα της,
το μπρούντζο και το σίδερο, το ασήμι, το χρυσάφι,
ποιος άλλος θα ᾽λεγε πως τους το έδειξε πριν από μένα;
Κανείς, το ξέρω, εκτός αν φλυαρεί κι ανοηταίνει.
Με δυο λόγια μάθε τα πάντα: όλες οι τέχνες
οι ανθρώπινες είναι δωρεές του Προμηθέα
(μετάφραση Π. Μουλλάς)
«ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
375 λέγοιμ᾽ ἂν εἰδὼς εὖ τὰ τῶν ἐναντίων,
ὥς τ᾽ ἐν πύλαις ἕκαστος εἴληχεν πάλον.
Τυδεὺς μὲν ἤδη πρὸς πύλησι Προιτίσιν
βρέμει· πόρον δ᾽ Ἰσμηνὸν οὐκ ἐᾷ περᾶν
ὁ μάντις· οὐ γὰρ σφάγια γίγνεται καλά.
380 Τυδεὺς δὲ μαργῶν καὶ μάχης λελιμμένος
μεσημβριναῖς κλαγγῆσιν ὡς δράκων βοᾷ·
θείνει δ᾽ ὀνείδει μάντιν Οἰκλείδην σοφόν,
σαίνειν μόρον τε καὶ μάχην ἀψυχίᾳ.
τοιαῦτ᾽ ἀϋτῶν τρεῖς κατασκίους λόφους
385 σείει, κράνους χαίτωμ᾽, ὑπ᾽ ἀσπίδος δὲ τῷ
χαλκήλατοι κλάζουσι κώδωνες φόβον·
ἔχει δ᾽ ὑπέρφρον σῆμ᾽ ἐπ᾽ ἀσπίδος τόδε,
φλέγονθ᾽ ὑπ᾽ ἄστροις οὐρανὸν τετυγμένον·
λαμπρὰ δὲ πανσέληνος ἐν μέσῳ σάκει,
390 πρέσβιστον ἄστρων, νυκτὸς ὀφθαλμός, πρέπει.
τοιαῦτ᾽ ἀλύων ταῖς ὑπερκόμποις σαγαῖς
βοᾷ παρ᾽ ὄχθαις ποταμίαις, μάχης ἐρῶν,
ἵππος χαλινῶν ὣς κατασθμαίνων μένει,
ὅστις βοὴν σάλπιγγος ὁρμαίνει μένων.
395 τίν᾽ ἀντιτάξεις τῷδε; τίς Προίτου πυλῶν
κλῄθρων λυθέντων προστατεῖν φερέγγυος;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
κόσμον μὲν ἀνδρὸς οὔτιν᾽ ἂν τρέσαιμ᾽ ἐγώ,
οὐδ᾽ ἑλκοποιὰ γίγνεται τὰ σήματα·
λόφοι δὲ κώδων τ᾽ οὐ δάκνουσ᾽ ἄνευ δορός,
400 καὶ νύκτα ταύτην ἣν λέγεις ἐπ᾽ ἀσπίδος
ἄστροισι μαρμαίρουσαν οὐρανοῦ κυρεῖν,
τάχ᾽ ἂν γένοιτο μάντις ἁνοία τινί.
εἰ γὰρ θανόντι νὺξ ἐπ᾽ ὄμμασιν πέσοι,
τῷ τοι φέροντι σῆμ᾽ ὑπέρκομπον τόδε
405 γένοιτ᾽ ἂν ὀρθῶς ἐνδίκως τ᾽ ἐπώνυμον,
καὐτὸς κατ᾽ αὐτοῦ τήνδ᾽ ὕβριν μαντεύσεται.
ἐγὼ δὲ Τυδεῖ κεδνὸν Ἀστακοῦ τόκον
τῶνδ᾽ ἀντιτάξω προστάτην πυλωμάτων,
μάλ᾽ εὐγενῆ τε καὶ τὸν Αἰσχύνης θρόνον
410 τιμῶντα καὶ στυγοῦνθ᾽ ὑπέρφρονας λόγους.
αἰσχρῶν γὰρ ἀργός, μὴ κακὸς δ᾽ εἶναι φιλεῖ.
σπαρτῶν δ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρῶν, ὧν Ἄρης ἐφείσατο,
ῥίζωμ᾽ ἀνεῖται, κάρτα δ᾽ ἔστ᾽ ἐγχώριος,
Μελάνιππος· ἔργον δ᾽ ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ·
415 Δίκη δ᾽ ὁμαίμων κάρτά νιν προστέλλεται
εἴργειν τεκούσῃ μητρὶ πολέμιον δόρυ.
ΧΟΡΟΣ
τὸν ἁμόν νυν ἀντίπαλον εὐτυχεῖν
θεοὶ δοῖεν, ὡς δικαίως πόλεως
πρόμαχος ὄρνυται· τρέμω δ᾽ αἱματη-
420 φόρους μόρους ὑπὲρ φίλων
ὀλομένων ἰδέσθαι.
Μετάφραση:
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
Τα πάντα ξέρω για τους εχθρούς και θα στα πω·
πώς κλήρωσε ο λαχνός για τον καθένα.
Ο Τυδεύς βρυχάται κιόλας στην πύλη εμπρός του Προίτου,
όμως δεν τον αφήνει, ο μάντης να περάσει τις όχθες του Ισμηνού·
Ευνοϊκά δεν είναι των θυσιών τα σφάγια.
Ο Τυδεύς φρενιάζει και για μάχη λυσσά,
ωσάν το φίδι σφυρίζει στον ήλιο του μεσημεριού·
πετάει βρισιές στον μάντη τον σοφό τον Αμφιάραο
πως τρέμει τάχα μπρος στον θάνατο
και μπρος στης μάχης την ορμή δειλιάζει.
Κραυγάζει και σειούνται στην χαίτη του κράνους
τρία λοφία με φούντες πυκνές
και κάτω απ᾽ την ασπίδα
κουδούνια χάλκινα βροντώντας
σκορπούν τον πανικό.
Απάνω στην ασπίδα έχει χαράξει σημεία περήφανα:
ο ουρανός να λιώνει από τις πυρκαγιές των αστεριών,
λαμπρή πανσέληνος στην μέση να φωτίζει,
η παλαιά του στερεώματος, τ᾽ άγρυπνο μάτι της νυκτός.
Μες στην αγέρωχη σκευή του αλαζονεύεται
στου ποταμού την άκρην αλαλάζει,
σαν άλογο που δεν ακούει γκέμι
κι ορμάει σαν αφουγκράζεται της σάλπιγγας τον ήχο.
Σ᾽ αυτόν ποιον θα τάξεις αντίπαλο;
όταν στην πύλη του Προίτου αμπάρες και δοκάρια σπάσουν
ποιος θα ᾽ναι εκεί φερέγγυος τα στήθη να προτάξει;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Πώς θες να φοβηθώ στολίδια;
Θαρρείς πως μαχαιρώνουνε οι ζωγραφιές;
Λοφία και κουδούνια δε δαγκώνουν
δίχως αιχμή του δόρατος.
Κι αυτή που μολογάς η νύχτα στην ασπίδα
που λαμπαδιάζει απ᾽ τ᾽ αστέρια τ᾽ ουρανού,
θα γίνει μάντισσα δεινή για κάποιον ελαφρόμυαλο.
Όταν πεθάνει και νύχτα σκοτίσει τα μάτια του
της έπαρσής του το σημάδι ορθά και δίκαια
συνώνυμο θα γίνει της θανής του,
σαν να προφήτευσε την τελεσίδικη της ύβρεως πορεία του.
Θ᾽ αντιτάξω στον Τυδέα παλικάρι συνετό
τον υγιό του Αστακού, των πυλών δεινό προστάτη·
το γένος του βαθύ·
τιμά το θρόνο της Αιδούς, σιχαίνεται την κομπορρημοσύνη.
Τα έργα της ντροπής μισεί, δεν ξέρει τι θα πει δειλία.
Κρατάει από το γένος των Σπαρτών,
απ᾽ όσους ελυπήθηκε ο Άρης κι επιζήσαν
αυτόχθονας, ρίζα της χώρας και βλαστός,
Μελάνιππος με τ᾽ όνομα.
Ο Άρης ρίχνει τις ζαριές κι αυτός θα δώσει λύση.
Τον στέλνει στο χρέος το δίκιο της συγγένειας
και των εχθρών το δόρυ θ᾽ αποδιώξει
απ᾽ την μητέρα Γη που τον εγέννησε.
ΧΟΡΟΣ
Είθε να δώσουν οι θεοί
ευτυχισμένη νίκη
στον δικό μας αγωνιστή.
Το δίκαιο της πόλεως
ορμά να διαφεντέψει.
Τρέμω για τους αγαπημένους μου,
μήπως τους δω να χάνονται
στο αίμα βουτηγμένοι του θανάτου.
(μετάφραση Κ. Χ. Μύρης)
5. ΙΟΦΩΝ (5ος αιώνας π.Χ.)
Αθηναίος τραγικός ποιητής. Ήταν γιος του Σοφοκλή. Το 428 π.Χ. ήρθε δεύτερος σε διαγωνισμό μετά τον Ευριπίδη, ο οποίος είχε αγωνιστεί τότε με το έργο του Ιππόλυτος. Φαίνεται μάλιστα πως έλαβε μέρος σε διαγωνισμό και μαζί με τον πατέρα του. Επτά τίτλοι είναι γνωστοί από τα περίπου 50 δράματά του: Αχιλλεύς, Τήλεφος, Ακταίων, Ιλίου πέρσις, Δεξαμενός, Βάκχαι, Aυλωδοί σάτυροι.
6. ΕΥΦΟΡΙΩΝ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας δραματικός ποιητής και γιος του Αισχύλου. Στα Μεγάλα Διονύσια του 431 π.Χ., απέκτησε το πρώτο βραβείο κερδίζοντας τον Σοφοκλή ο οποίος κατετάγη 2ος καθώς και τον Ευριπίδη του οποίου η τετραλογία της «Μήδειας» κατέκτησε την 3η θέση.
7. ΦΙΛΟΚΛΗΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Αθηναίος τραγικός ποιητής, ανιψιός του Αισχύλου. Με την τριλογία του "Πανδιονίς" νίκησε σε δραματικό αγώνα τον Σοφοκλή, όταν παρουσίασε τον "Οιδίποδα Τύραννο" (429-420 π.Χ.). Από τις 100 τραγωδίες του μόνο λίγα αποσπάσματα σώθηκαν.
8. ΣΟΦΟΚΛΗΣ (496-406 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής της κλασικής εποχής. Αυτός, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης είναι οι τρεις τραγικοί ποιητές των οποίων έχουν σωθεί ολοκληρωμένα έργα. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται ότι έγραψε περίπου 123 έργα από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΗΛΕΚΤΡΑ»
Αρχαίο κείμενο:
ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ
σύ μὲν τὰ σαυτῆς πρᾶσσ᾽, ἐμοὶ δὲ σύ, ξένε,
τἀληθὲς εἰπέ, τῷ τρόπῳ διόλλυται;
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
680 κἀπεμπόμην πρὸς ταῦτα καὶ τὸ πᾶν φράσω.
κεῖνος γὰρ ἐλθὼν εἰς τὸ κλεινὸν Ἑλλάδος
πρόσχημ᾽ ἀγῶνος Δελφικῶν ἄθλων χάριν,
ὅτ᾽ ᾔσθετ᾽ ἀνδρὸς ὀρθίων γηρυμάτων
δρόμον προκηρύξαντος, οὗ πρώτη κρίσις,
685 εἰσῆλθε λαμπρός, πᾶσι τοῖς ἐκεῖ σέβας·
δρόμου δ᾽ ἰσώσας τῇ φύσει τὰ τέρματα
νίκης ἔχων ἐξῆλθε πάντιμον γέρας.
χὤπως μὲν ἐν παύροισι πολλά σοι λέγω,
οὐκ οἶδα τοιοῦδ᾽ ἀνδρὸς ἔργα καὶ κράτη·
690 ἓν δ᾽ ἴσθ᾽· ὅσων γὰρ εἰσεκήρυξαν βραβῆς,
δρόμων διαύλων πένταθλ᾽ ἃ νομίζεται,
τούτων ἐνεγκὼν πάντα τἀπινίκια
ὠλβίζετ᾽, Ἀργεῖος μὲν ἀνακαλούμενος,
ὄνομα δ᾽ Ὀρέστης, τοῦ τὸ κλεινὸν Ἑλλάδος
695 Ἀγαμέμνονος στράτευμ᾽ ἀγείραντός ποτε.
καὶ ταῦτα μὲν τοιαῦθ᾽· ὅταν δέ τις θεῶν
βλάπτῃ, δύναιτ᾽ ἂν οὐδ᾽ ἂν ἰσχύων φυγεῖν.
κεῖνος γὰρ ἄλλης ἡμέρας, ὅθ᾽ ἱππικῶν
ἦν ἡλίου τέλλοντος ὠκύπους ἀγών,
700 εἰσῆλθε πολλῶν ἁρματηλατῶν μέτα.
εἷς ἦν Ἀχαιός, εἷς ἀπὸ Σπάρτης, δύο
Λίβυες ζυγωτῶν ἁρμάτων ἐπιστάται·
κἀκεῖνος ἐν τούτοισι Θεσσαλὰς ἔχων
ἵππους, ὁ πέμπτος· ἕκτος ἐξ Αἰτωλίας
705 ξανθαῖσι πώλοις· ἕβδομος Μάγνης ἀνήρ·
ὁ δ᾽ ὄγδοος λεύκιππος, Αἰνιὰν γένος·
ἔνατος Ἀθηνῶν τῶν θεοδμήτων ἄπο·
Βοιωτὸς ἄλλος, δέκατον ἐκπληρῶν ὄχον.
στάντες δ᾽ ὅθ᾽ αὐτοὺς οἱ τεταγμένοι βραβῆς
710 κλήροις ἔπηλαν καὶ κατέστησαν δίφρους,
χαλκῆς ὑπαὶ σάλπιγγος ᾖξαν· οἱ δ᾽ ἅμα
ἵπποις ὁμοκλήσαντες ἡνίας χεροῖν
ἔσεισαν· ἐν δὲ πᾶς ἐμεστώθη δρόμος
κτύπου κροτητῶν ἁρμάτων· κόνις δ᾽ ἄνω
715 φορεῖθ᾽· ὁμοῦ δὲ πάντες ἀναμεμειγμένοι
φείδοντο κέντρων οὐδέν, ὡς ὑπερβάλοι
χνόας τις αὐτῶν καὶ φρυάγμαθ᾽ ἱππικά.
ὁμοῦ γὰρ ἀμφὶ νῶτα καὶ τροχῶν βάσεις
ἤφριζον, εἰσέβαλλον ἱππικαὶ πνοαί.
720 κεῖνος δ᾽ ὑπ᾽ αὐτὴν ἐσχάτην στήλην ἔχων
ἔχριμπτ᾽ ἀεὶ σύριγγα, δεξιὸν δ᾽ ἀνεὶς
σειραῖον ἵππον εἶργε τὸν προσκείμενον.
καὶ πρὶν μὲν ὀρθοὶ πάντες ἕστασαν δίφροις·
ἔπειτα δ᾽ Αἰνιᾶνος ἀνδρὸς ἄστομοι
725 πῶλοι βίᾳ φέρουσιν, ἐκ δ᾽ ὑποστροφῆς
τελοῦντες ἕκτον ἕβδομόν τ᾽ ἤδη δρόμον
μέτωπα συμπαίουσι βαρκαίοις ὄχοις·
κἀντεῦθεν ἄλλος ἄλλον ἐξ ἑνὸς κακοῦ
ἔθραυε κἀνέπιπτε, πᾶν δ᾽ ἐπίμπλατο
730 ναυαγίων Κρισαῖον ἱππικῶν πέδον.
γνοὺς δ᾽ οὑξ Ἀθηνῶν δεινὸς ἡνιοστρόφος
ἔξω παρασπᾷ κἀνοκωχεύει παρεὶς
κλύδων᾽ ἔφιππον ἐν μέσῳ κυκώμενον.
ἤλαυνε δ᾽ ἔσχατος μέν, ὑστέρας ἔχων
735 πώλους, Ὀρέστης, τῷ τέλει πίστιν φέρων·
ὅπως δ᾽ ὁρᾷ μόνον νιν ἐλλελειμμένον,
ὀξὺν δι᾽ ὤτων κέλαδον ἐνσείσας θοαῖς
πώλοις διώκει, κἀξισώσαντε ζυγὰ
ἠλαυνέτην, τότ᾽ ἄλλος, ἄλλοθ᾽ ἅτερος
740 κάρα προβάλλων ἱππικῶν ὀχημάτων.
καὶ τοὺς μὲν ἄλλους πάντας ἀσφαλής δρόμους
ὠρθοῦθ᾽ ὁ τλήμων ὀρθὸς ἐξ ὀρθῶν δίφρων·
ἔπειτα, λύων ἡνίαν ἀριστερὰν
κάμπτοντος ἵππου λανθάνει στήλην ἄκραν
745 παίσας· ἔθραυσε δ᾽ ἄξονος μέσας χνόας,
κἀξ ἀντύγων ὤλισθε· σὺν δ᾽ ἑλίσσεται
τμητοῖς ἱμᾶσι· τοῦ δὲ πίπτοντος πέδῳ
πῶλοι διεσπάρησαν ἐς μέσον δρόμον.
στρατὸς δ᾽ ὅπως ὁρᾷ νιν ἐκπεπτωκότα
750 δίφρων, ἀνωτότυξε τὸν νεανίαν,
οἷ᾽ ἔργα δράσας οἷα λαγχάνει κακά,
φορούμενος πρὸς οὖδας, ἄλλοτ᾽ οὐρανῷ
σκέλη προφαίνων, ἔστε νιν διφρηλάται,
μόλις κατασχεθόντες ἱππικὸν δρόμον,
755 ἔλυσαν αἱματηρόν, ὥστε μηδένα
γνῶναι φίλων ἰδόντ᾽ ἂν ἄθλιον δέμας.
καί νιν πυρᾷ κέαντες εὐθὺς ἐν βραχεῖ
χαλκῷ μέγιστον σῶμα δειλαίας σποδοῦ
φέρουσιν ἄνδρες Φωκέων τεταγμένοι,
760 ὅπως πατρῴας τύμβον ἐκλάχοι χθονός.
τοιαῦτά σοι ταῦτ᾽ ἐστίν, ὡς μὲν ἐν λόγοις
ἀλγεινά, τοῖς δ᾽ ἰδοῦσιν, οἵπερ εἴδομεν,
μέγιστα πάντων ὧν ὄπωπ᾽ ἐγὼ κακῶν.
Μετάφραση:
ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ
Εσύ κοίταζε τα δικά σου. Εσύ όμως, ξένε, λέγε μου την αλήθεια:
με ποιον τρόπο εχάθηκε;
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Και μ᾽ έστειλαν γι᾽ αυτό και θα σου πω τα πάντα.
Εκείνος ήλθε στο καύχημα της Ελλάδας,
τους πολυθρύλητους αγώνες,
για την δόξα των δελφικών επάθλων.
Όταν άκουσε την οξύτατη φωνή
του ανδρός που εκήρυξε το αγώνισμα του δρόμου,
που κρίνεται πρώτο, μπήκε στον στίβο, έλαμπε,
όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί τον θαύμαζαν.
Το τέρμα του δρόμου υπήρξε ισάξιο με τη μορφή του·
βγήκε κρατώντας το βαρύτιμο έπαθλο της νίκης.
Και για να σου λέω πολλά με λίγα λόγια:
τέτοιου ανδρός έργα και θριάμβους δεν γνωρίζω.
Ένα να ξέρεις: σε όσους αγώνες κήρυξαν οι αγωνοθέτες
απέσπασε όλα τα έπαθλα·
τα πλήθη τον εμακάριζαν, ενώ ακουγόταν το «Αργείος,
το όνομα του Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα
που σήκωσε κάποτε τη δοξασμένη στρατιά της Ελλάδας».
Έως εδώ, όλα καλά· όταν όμως κάποιος θεός σε κατατρέχει,
δεν μπορείς να ξεφύγεις, όσο και αν είσαι δυνατός.
Έτσι, μιαν άλλη μέρα, όταν, την ώρα που έβγαινε ο ήλιος,
άρχιζε ο ταχύς αγώνας των αρμάτων,
μπήκε στο στίβο μαζί με πολλούς αρματηλάτες.
Ένας ήταν Αχαιός, ένας από την Σπάρτη,
δύο Κυρηναίοι, κυβερνήτες ζυγωτών αρμάτων·
κοντά σ᾽ αυτούς πέμπτος εκείνος με φορβάδες Θεσσαλικές·
ο έκτος ήταν Αιτωλός με ξανθά πουλάρια·
ο έβδομος κάποιος από την Μαγνησία
ο όγδοος είχε άλογα λευκά και ήταν από το γένος των Αινιάνων·
ο ένατος από την Αθήνα τη θεόκτιστη·
και ακόμα ένας, Βοιωτός, συμπληρώνοντας το δέκατο άρμα.
Στάθηκαν εκεί όπου τους έταξαν με κλήρο οι ορισμένοι κριτές
και όπου παρέταξαν τα άρματα·
όταν ήχησε η χάλκινη σάλπιγγα, πέταξαν·
οι αρματηλάτες φώναξαν στ᾽ άλογα
και με τα δυο τους χέρια τίναξαν τα ηνία·
το κροτάλισμα των αρμάτων απλώθηκε σε όλο τον στίβο·
η σκόνη ανέβαινε ψηλά·
όλοι τους πλάι-πλάι μαστίγωναν τους ίππους χωρίς έλεος,
θέλοντας ο καθένας ν᾽ αφήσει πίσω τους κύκλους των τροχών
και τα ρουθουνίσματα των αλόγων.
Γιατί τα νώτα των αναβατών, τους τροχούς των αρμάτων
τα έβρεχε ο αφρός, τα ζέσταινε η ανάσα των αλόγων.
Εκείνος, οδηγώντας το άρμα του σύρριζα στην έσχατη στήλη,
την άγγιζε ξυστά σε κάθε γύρο με τον άξονα των τροχών,
ενώ χαλάρωνε δεξιά το ακραίο άλογο
και ανέκοπτε τον άλλον που ακολουθούσε κατά πόδας.
Στην αρχή έστεκαν όλοι ορθοί πάνω στα άρματα·
άξαφνα όμως αφηνιάζουν τα ατίθασα πουλάρια του Αινιάνα
και πάνω στη στροφή, την ώρα που τέλειωναν τον έκτο γύρο
και έμπαιναν ήδη στον έβδομο,
συγκρούονται καταμέτωπα με το άρμα της Κυρήνης.
Από κει και πέρα χτυπούσε ο ένας πάνω στον άλλον
και συντρίβονταν, με τη συμφορά να τους ενώνει·
τα ναυάγια των αρμάτων εσκέπασαν όλο τον κάμπο της Κρίσας.
Βλέποντάς τους ο έξοχος ηνίοχος των Αθηνών,
εκτρέπει το άρμα και το συγκρατεί,
αφήνοντας να προσπεράσει το κύμα των αρμάτων
που στροβιλίζονταν στη μέση του στίβου·
έσχατος οδηγούσε το άρμα του ο Ορέστης,
που κρατούσε παραπίσω τις φορβάδες του, βέβαιος για την έκβαση·
μόλις όμως βλέπει τον Αθηναίο να ᾽χει απομείνει μόνος,
αφήνει οξύτατη κραυγή, που σφυρίζει στ᾽ αυτιά των γρήγορων αλόγων,
και τον ακολουθεί· ευθυγραμμίζεται ζυγός με ζυγό,
τα δύο άρματα τρέχουν,
πότε προβάλλει εμπρός το κεφάλι του ενός
πότε του άλλου.
Όλους τους άλλους γύρους ο δύσμοιρος, χωρίς να πέσει,
κρατήθηκε ορθός με το άρμα του όρθιο·
όταν όμως χαλάρωσε το αριστερό λουρί,
την ώρα που το άλογο βρέθηκε πάνω στη στροφή,
χωρίς να το νιώσει, χτυπάει την άκρη της στήλης,
σπάζουν οι τροχοί εκεί που δένουν με τον άξονα,
γλιστράει από το άρμα και τυλίγεται στους σχιστούς ιμάντες.
Και καθώς εκείνος έπεφτε στο χώμα,
τα άλογα σκορπίστηκαν στην μέση του δρόμου.
Το πλήθος, όταν τον είδε να εκτινάσσεται από το άρμα,
σπάραξε για το παλληκάρι
που έπραξε τέτοια έργα
και του έλαχε τέτοια μοίρα,
άλλοτε να σέρνεται με το πρόσωπο στο χώμα,
και άλλοτε τα πόδια του να δείχνουν τον ουρανό,
ώσπου κάποτε οι αρματηλάτες
έκοψαν με κόπο την ορμή των αλόγων
και τον έλυσαν αιμόφυρτο.
Κανείς από αυτούς που τον αγάπησαν,
αν έβλεπε το θλιβερό κορμί του, δεν θα τον γνώριζε.
Και αφού τον έκαψαν στη νεκρική πυρά,
οι ορισμένοι άντρες από τη Φωκίδα, χωρίς να βραδύνουν,
φέρνουν μέσα σε μικρό χαλκό το μέγα σώμα της πικρής στάχτης,
για να λάβει ως κλήρο τάφο στην γη των πατέρων του.
Έτσι έγινε αυτό που έγινε, θλιβερό να το λες,
όμως γι᾽ αυτούς που το είδαν για μας που το είδαμε
από τα κακά που έχω δει ποτέ μου
το μέγιστο.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
«ΑΝΤΙΓΟΝΗ»
Αρχαίο κείμενο:
ΧΟΡΟΣ
πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀν-
θρώπου δεινότερον πέλει·
τοῦτο καὶ πολιοῦ πέραν
335 πόντου χειμερίῳ νότῳ
χωρεῖ, περιβρυχίοισιν
περῶν ὑπ᾽ οἴδμασιν, θεῶν
τε τὰν ὑπερτάταν, Γᾶν
ἄφθιτον, ἀκαμάταν, ἀποτρύεται,
340 ἰλλομένων ἀρότρων ἔτος εἰς ἔτος,
ἱππείῳ γένει πολεύων.
κουφονόων τε φῦλον ὀρ-
νίθων ἀμφιβαλὼν ἄγει
καὶ θηρῶν ἀγρίων ἔθνη
345 πόντου τ᾽ εἰναλίαν φύσιν
σπείραισι δικτυοκλώστοις,
περιφραδὴς ἀνήρ· κρατεῖ
δὲ μηχαναῖς ἀγραύλου
θηρὸς ὀρεσσιβάτα, λασιαύχενά θ᾽
350 ἵππον ὀχμάζεται ἀμφὶ λόφον ζυγῷ
οὔρειόν τ᾽ ἀκμῆτα ταῦρον.
καὶ φθέγμα καὶ ἀνεμόεν φρόνημα καὶ ἀστυνόμους
ὀργὰς ἐδιδάξατο καὶ δυσαύλων
πάγων ὑπαίθρεια καὶ
355 δύσομβρα φεύγειν βέλη
παντοπόρος· ἄπορος ἐπ᾽ οὐδὲν ἔρχεται
τὸ μέλλον· Ἅιδα μόνον
φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται·
νόσων δ᾽ ἀμηχάνων φυγὰς
360 ξυμπέφρασται.
σοφόν τι τὸ μηχανόεν τέχνας ὑπὲρ ἐλπίδ᾽ ἔχων
τοτὲ μὲν κακόν, ἄλλοτ᾽ ἐπ᾽ ἐσθλὸν ἕρπει.
νόμους παρείρων χθονὸς
θεῶν τ᾽ ἔνορκον δίκαν
365 ὑψίπολις· ἄπολις ὅτῳ τὸ μὴ καλὸν
ξύνεστι τόλμας χάριν.
μήτ᾽ ἐμοὶ παρέστιος
γένοιτο μήτ᾽ ἴσον φρονῶν
ὃς τάδ᾽ ἔρδοι.
Μετάφραση:
ΧΟΡΟΣ
Πολλά γεννούν το δέος·
το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά·
περνά τον αφρισμένο πόντο
με τις φουρτούνες του νοτιά,
στην μέση σκάβει το βαθύ
και φουσκωμένο κύμα·
και την υπέρτατη θεά, την Γη,
την άφθαρτη παιδεύει την ακάματη
οργώνοντας με τα καματερά
χρόνο τον χρόνο φιδοσέρνοντας τ᾽ αλέτρι.
Και των αστόχαστων πτηνών
τις φυλές κυνηγά με τα βρόχια,
των αγρίων θηρίων τα έθνη,
των βυθών την υδρόβια φύτρα
με δίχτυα πλεγμένα στριφτά,
ο τετραπέρατος· τ᾽ αγρίμι της βουνοκορφής
δαμάζει με τεχνάσματα· φορεί
στων αλόγων την πλούσια χαίτη ζυγό
και στον ταύρο, που βαρβάτος βοσκάει στα όρη.
Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά,
την σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων,
την όρεξη να ζει σε πολιτείες·
πώς να γλιτώνει το χαλάζι μες στ᾽ αγιάζι,
την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο,
ο πολυμήχανος· αμήχανος δε θ᾽ αντικρύσει
τα μελλούμενα· τον χάρο μόνο
να ξεφύγει δεν μπορεί·
μόλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές
σ᾽ αγιάτρευτες αρρώστιες.
Τέχνες μαστορικές σοφίστηκε
που δεν τις βάζει ο νους
κι όμως μια στο καλό, μια στο κακό κυλάει·
όποιος κρατεί τον ανθρώπινο νόμο
και του θεού το δίκιο, που όρκος το δένει φριχτός
πολίτης· αλήτης και φυγάς,
όποιος κλωσσάει τ᾽ άδικο, μακάρι και μ᾽ αποκοτιά,
ποτέ σε τράπεζα κοινή
ποτέ μου βούληση κοινή
με κείνον που τέτοια τολμάει.
(μετάφραση Κ. Χ. Μύρης)
9. IΩΝ Ο ΧΙΟΣ (490-422 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας τραγικός και διθυραμβικός ποιητής της κλασικής περιόδου. Καταγόταν από την Χίο και ήταν γιος του Ορθομένη. ο Ίωνας έγραψε διθυράμβους, λυρικά ποιήματα, επιγράμματα, ωδές, παιάνες, ύμνους (Ύμνος εις τον Καιρόν), σκόλια, εγκώμια, ελεγείες, καθώς και ιστορικά, φιλοσοφικά και ταξιδιωτικά κείμενα. Από αυτά έχουν σωθεί μόνο σπαράγματα των ελεγειών του, τα οποία περιέχονται στην Ελληνική Ανθολογία, λυρικών ποιημάτων και των κειμένων «Επιδημίαι», «Χίου κτίσις» και «Τριαγμοί».
11. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (485-406 π.Χ.)
Υπήρξε τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδάσκαλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Ο Ευριπίδης εκτός ενός επινίκιου προς τιμή του Αλκιβιάδη που νίκησε στο άρμα και μιας ελεγείας προς τιμή των πεσόντων Αθηναίων στις Συρακούσες, εποίησε 92 δράματα ή 23 τετραλογίες αλλά στα χρόνια των βιογράφων του σώζονταν μόνο τα 78 εκ των οποίων τα 8 ήταν σατυρικά. Αν και η συγγραφική σταδιοδρομία του Ευριπίδη υπήρξε έντονη, εντούτοις επειδή προξένησε πολύ θόρυβο για την εποχή του, δεν τον επιδοκίμαζε ιδιαίτερα το κοινό, γεγονός που φαίνεται από το ότι ο Ευριπίδης αν και συμμετείχε πενήντα χρόνια στους δραματικούς αγώνες, βγήκε πρώτος σε αυτούς μόλις τέσσερις φορές.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΜΗΔΕΙΑ»
Αρχαίο κείμενο:
ΜΗΔΕΙΑ
Κορίνθιαι γυναῖκες, ἐξῆλθον δόμων,
215 μή μοί τι μέμφησθ᾽· οἶδα γὰρ πολλοὺς βροτῶν
σεμνοὺς γεγῶτας, τοὺς μὲν ὀμμάτων ἄπο,
τοὺς δ᾽ ἐν θυραίοις· οἱ δ᾽ ἀφ᾽ ἡσύχου ποδὸς
δύσκλειαν ἐκτήσαντο καὶ ῥᾳθυμίαν.
δίκη γὰρ οὐκ ἔνεστ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖς βροτῶν,
220 ὅστις πρὶν ἀνδρὸς σπλάγχνον ἐκμαθεῖν σαφῶς
στυγεῖ δεδορκώς, οὐδὲν ἠδικημένος.
χρὴ δὲ ξένον μὲν κάρτα προσχωρεῖν πόλει·
οὐδ᾽ ἀστὸν ᾒνεσ᾽ ὅστις αὐθαδὴς γεγὼς
πικρὸς πολίταις ἐστὶν ἀμαθίας ὕπο.
225 ἐμοὶ δ᾽ ἄελπτον πρᾶγμα προσπεσὸν τόδε
ψυχὴν διέφθαρκ᾽· οἴχομαι δὲ καὶ βίου
χάριν μεθεῖσα κατθανεῖν χρῄζω, φίλαι.
ἐν ᾧ γὰρ ἦν μοι πάντα, γιγνώσκει καλῶς,
κάκιστος ἀνδρῶν ἐκβέβηχ᾽ οὑμὸς πόσις.
230 πάντων δ᾽ ὅσ᾽ ἔστ᾽ ἔμψυχα καὶ γνώμην ἔχει
γυναῖκές ἐσμεν ἀθλιώτατον φυτόν·
ἃς πρῶτα μὲν δεῖ χρημάτων ὑπερβολῇ
πόσιν πρίασθαι, δεσπότην τε σώματος
λαβεῖν· κακοῦ γὰρ τοῦτ᾽ ἔτ᾽ ἄλγιον κακόν.
235 κἀν τῷδ᾽ ἀγὼν μέγιστος, ἢ κακὸν λαβεῖν
ἢ χρηστόν· οὐ γὰρ εὐκλεεῖς ἀπαλλαγαὶ
γυναιξὶν, οὐδ᾽ οἷόν τ᾽ ἀνήνασθαι πόσιν.
ἐς καινὰ δ᾽ ἤθη καὶ νόμους ἀφιγμένην
δεῖ μάντιν εἶναι, μὴ μαθοῦσαν οἴκοθεν,
240 ὅπως μάλιστα χρήσεται ξυνευνέτῃ.
κἂν μὲν τάδ᾽ ἡμῖν ἐκπονουμέναισιν εὖ
πόσις ξυνοικῇ μὴ βίᾳ φέρων ζυγόν,
ζηλωτὸς αἰών· εἰ δὲ μή, θανεῖν χρεών.
ἀνὴρ δ᾽, ὅταν τοῖς ἔνδον ἄχθηται ξυνών,
245 ἔξω μολὼν ἔπαυσε καρδίαν ἄσης·
{ἢ πρὸς φίλον τιν᾽ ἢ πρὸς ἥλικα τραπείς·}
ἡμῖν δ᾽ ἀνάγκη πρὸς μίαν ψυχὴν βλέπειν.
λέγουσι δ᾽ ἡμᾶς ὡς ἀκίνδυνον βίον
ζῶμεν κατ᾽ οἴκους, οἳ δὲ μάρνανται δορί·
250 κακῶς φρονοῦντες· ὡς τρὶς ἂν παρ᾽ ἀσπίδα
στῆναι θέλοιμ᾽ ἂν μᾶλλον ἢ τεκεῖν ἅπαξ.
ἀλλ᾽ οὐ γὰρ αὑτὸς πρὸς σὲ κἄμ᾽ ἥκει λόγος·
σοὶ μὲν πόλις θ᾽ ἥδ᾽ ἐστὶ καὶ πατρὸς δόμοι
βίου τ᾽ ὄνησις καὶ φίλων συνουσία,
255 ἐγὼ δ᾽ ἔρημος ἄπολις οὖσ᾽ ὑβρίζομαι
πρὸς ἀνδρός, ἐκ γῆς βαρβάρου λελῃσμένη,
οὐ μητέρ᾽, οὐκ ἀδελφόν, οὐχὶ συγγενῆ
μεθορμίσασθαι τῆσδ᾽ ἔχουσα συμφορᾶς.
τοσοῦτον οὖν σου τυγχάνειν βουλήσομαι,
260 ἤν μοι πόρος τις μηχανή τ᾽ ἐξευρεθῇ
πόσιν δίκην τῶνδ᾽ ἀντιτείσασθαι κακῶν,
{τὸν δόντα τ᾽ αὐτῷ θυγατέρ᾽ ἥν τ᾽ ἐγήματο,}
σιγᾶν. γυνὴ γὰρ τἄλλα μὲν φόβου πλέα
κακή τ᾽ ἐς ἀλκὴν καὶ σίδηρον εἰσορᾶν·
265 ὅταν δ᾽ ἐς εὐνὴν ἠδικημένη κυρῇ,
οὐκ ἔστιν ἄλλη φρὴν μιαιφονωτέρα.
Μετάφραση:
ΜΗΔΕΙΑ
Γυναίκες Κορίνθιες. Από το σπίτι βγήκα
την μομφή σας να αποφύγω.
Γνωρίζω ανθρώπους πολλούς υπερήφανους
άλλους κρυμμένους κι άλλους έξω στον δρόμο.
Άλλοι πάλι εξαιτίας του ήσυχου βίου τους
κακό απόκτησαν όνομα και ραθυμία.
Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στα μάτια του κόσμου.
Προτού βαθιά ερευνήσουν τι κρύβεις στα σπλάχνα σου
με μίσος σε βλέπουν δίχως σε τίποτε να έχουν αδικηθεί.
Χρέος του ξένου είναι βεβαίως
με την πόλη εντελώς να συντάσσεται.
Ούτε επαινώ τον αυθάδη εκείνο αστό
που πικραίνει τους συμπολίτες του με αλαζονεία.
Εμένα όμως τι χτύπημα απρόσμενο με βρήκε
και την ζωή μου χάλασε.
Χάνομαι, φίλες.
Αφήνω τις χαρές του βίου μου και πρέπει να πεθάνω.
Ήταν για μένα η ζωή μου όλη ο Ιάσων.
Καλά το γνωρίζει κι ο ίδιος.
Τώρα βρέθηκε να ᾽ναι ο χειρότερος όλων ο άντρας μου.
Από όλα τα έμψυχα όντα, τα νοήμονα
εμείς οι γυναίκες είμαστε το αθλιότερο φύτρο.
Πρώτα με χρήματα άφθονα πρέπει
τον άντρα μας να αγοράζουμε
κι αφέντη στο κορμί μας επιβάλλουμε.
Χειρότερο άλλο κακό δεν υπάρχει.
Κι είναι εδώ η αγωνία η μεγαλύτερη,
αν πήρες άντρα χρηστό ή άχρηστο.
Για τις γυναίκες βέβαια τιμητικό το διαζύγιο δεν είναι.
Ούτε μπορείς να αποφεύγεις τον άντρα σου.
Κι αν ευρεθείς σε άλλες συνήθειες και νόμους
πρέπει να γίνεις μάντης
για όσα δεν σου έμαθε το πατρικό σου
πώς δηλαδή καλύτερα τον σύζυγό σου να υπηρετείς.
Κι αν όλα τούτα επιτύχουμε με κόπο
κι ο άντρας μας συζεί μαζί μας
χωρίς να νιώθει βάρος το ζυγό του γάμου,
αξιοζήλευτη ζωή περνούμε.
Αλλιώς ο θάνατος μας πρέπει.
Ο άντρας αν βαρεθεί μέσα στο σπίτι του
βγαίνει έξω και της καρδιάς το βάρος ελαφρώνει
κοντά σε φίλους και σε συνομίληκους.
Λένε οι άντρες πως εμείς ακίνδυνη ζωή
στο σπίτι ζούμε ενώ εκείνοι πολεμούν στη μάχη.
Ανόητοι άντρες.
Τρεις φορές θα προτιμούσα σε ώρα μάχης
δίπλα στην ασπίδα να σταθώ
από το να γεννήσω μια φορά.
Όμως τα λόγια τούτα σε μένα μοναχά ταιριάζουν.
Εσύ έχεις πόλη, σπίτι πατρικό,
του βίου την απόλαυση, την συντροφιά των φίλων.
Εγώ είμαι έρημη. Χωρίς πατρίδα
από τον άντρα μου ταπεινωμένη,
λάφυρο από γη βαρβαρική.
Ούτε μητέρα, ούτε αδελφό, συγγενή κανένα
δεν έχω λιμάνι στην συμφορά μου αυτή.
Μια χάρη ωστόσο να σου ζητήσω επιθυμώ:
αν κάποιον τρόπο, κάποιο τέχνασμα εξευρεθεί
τον άντρα μου για τα τόσα εγκλήματα να αντιπληρώσω, σιωπή τότε!
Γεμάτη βέβαια είναι από φόβο η γυναίκα.
Στα χέρια αδύναμη, τα όπλα αποστρέφεται.
Αν όμως βρεθεί στην κλίνη της αδικημένη
πνεύμα πιο αιμοβόρο απ᾽ αυτήν δεν υπάρχει.
(μετάφραση Γιώργης Γιατρομανωλάκης)
«BAKXAI» 
Αρχαίο κείμενο:
ΧΟΡΟΣ
ἔνεπέ μοι, φράσον· τίνι μόρῳ θνῄσκει
ἄδικος ἄδικά τ᾽ ἐκπορίζων ἀνήρ;
ΑΓΓΕΛΟΣ
ἐπεὶ θεράπνας τῆσδε Θηβαίας χθονὸς
λιπόντες ἐξέβημεν Ἀσωποῦ ῥοάς,
1045 λέπας Κιθαιρώνειον εἰσεβάλλομεν
Πενθεύς τε κἀγώ (δεσπότῃ γὰρ εἱπόμην)
ξένος θ᾽ ὃς ἡμῖν πομπὸς ἦν θεωρίας.
πρῶτον μὲν οὖν ποιηρὸν ἵζομεν νάπος,
τά τ᾽ ἐκ ποδῶν σιγηλὰ καὶ γλώσσης ἄπο
1050 σῴζοντες, ὡς ὁρῷμεν οὐχ ὁρώμενοι.
ἦν δ᾽ ἄγκος ἀμφίκρημνον, ὕδασι διάβροχον,
πεύκαισι συσκιάζον, ἔνθα μαινάδες
καθῆντ᾽ ἔχουσαι χεῖρας ἐν τερπνοῖς πόνοις.
αἱ μὲν γὰρ αὐτῶν θύρσον ἐκλελοιπότα
1055 κισσῷ κομήτην αὖθις ἐξανέστεφον,
αἱ δ᾽ ἐκλιποῦσαι ποικίλ᾽ ὡς πῶλοι ζυγὰ
βακχεῖον ἀντέκλαζον ἀλλήλαις μέλος.
Πενθεὺς δ᾽ ὁ τλήμων θῆλυν οὐχ ὁρῶν ὄχλον
ἔλεξε τοιάδ᾽· «ὦ ξέν᾽, οὗ μὲν ἕσταμεν
1060 οὐκ ἐξικνοῦμαι μαινάδων ὄσσοις νόθων·
ὄχθων δ᾽ ἔπ᾽ ἀμβὰς ἐς ἐλάτην ὑψαύχενα
ἴδοιμ᾽ ἂν ὀρθῶς μαινάδων αἰσχρουργίαν.»
τοὐντεῦθεν ἤδη τοῦ ξένου τὸ θαῦμ᾽ ὁρῶ·
λαβὼν γὰρ ἐλάτης οὐράνιον ἄκρον κλάδον
1065 κατῆγεν ἦγεν ἦγεν ἐς μέλαν πέδον·
κυκλοῦτο δ᾽ ὥστε τόξον ἢ κυρτὸς τροχὸς
τόρνῳ γραφόμενος περιφορὰν ἑλκεδρόμον·
ὣς κλῶν᾽ ὄρειον ὁ ξένος χεροῖν ἄγων
ἔκαμπτεν ἐς γῆν, ἔργματ᾽ οὐχὶ θνητὰ δρῶν.
1070 Πενθέα δ᾽ ἱδρύσας ἐλατίνων ὄζων ἔπι
ὀρθὸν μεθίει διὰ χερῶν βλάστημ᾽ ἄνω
ἀτρέμα, φυλάσσων μὴ ἀναχαιτίσειέ νιν,
ὀρθὴ δ᾽ ἐς ὀρθὸν αἰθέρ᾽ ἐστηρίζετο
ἔχουσα νώτοις δεσπότην ἐφήμενον.
1075 ὤφθη δὲ μᾶλλον ἢ κατεῖδε μαινάδας·
ὅσον γὰρ οὔπω δῆλος ἦν θάσσων ἄνω,
καὶ τὸν ξένον μὲν οὐκέτ᾽ εἰσορᾶν παρῆν,
ἐκ δ᾽ αἰθέρος φωνή τις, ὡς μὲν εἰκάσαι
Διόνυσος, ἀνεβόησεν· «ὦ νεάνιδες,
1080 ἄγω τὸν ὑμᾶς κἀμὲ τἀμά τ᾽ ὄργια
γέλων τιθέμενον· ἀλλὰ τιμωρεῖσθέ νιν.»
καὶ ταῦθ᾽ ἅμ᾽ ἠγόρευε καὶ πρὸς οὐρανὸν
καὶ γαῖαν ἐστήριζε φῶς σεμνοῦ πυρός.
σίγησε δ᾽ αἰθήρ, σῖγα δ᾽ ὕλιμος νάπη
1085 φύλλ᾽ εἶχε, θηρῶν δ᾽ οὐκ ἂν ἤκουσας βοήν.
αἱ δ᾽ ὠσὶν ἠχὴν οὐ σαφῶς δεδεγμέναι
ἔστησαν ὀρθαὶ καὶ διήνεγκαν κάρα.
ὁ δ᾽ αὖθις ἐπεκέλευσεν· ὡς δ᾽ ἐγνώρισαν
σαφῆ κελευσμὸν Βακχίου Κάδμου κόραι
1090 ᾖξαν πελείας ὠκύτητ᾽ οὐχ ἥσσονες
{ποδῶν ἔχουσαι συντόνοις δρομήμασι
μήτηρ Ἀγαύη σύγγονοί θ᾽ ὁμόσποροι}
πᾶσαί τε βάκχαι, διὰ δὲ χειμάρρου νάπης
ἀγμῶν τ᾽ ἐπήδων θεοῦ πνοαῖσιν ἐμμανεῖς.
1095 ὡς δ᾽ εἶδον ἐλάτῃ δεσπότην ἐφήμενον,
πρῶτον μὲν αὐτοῦ χερμάδας κραταιβόλους
ἔρριπτον, ἀντίπυργον ἐπιβᾶσαι πέτραν,
ὄζοισί τ᾽ ἐλατίνοισιν ἠκοντίζετο,
ἄλλαι δὲ θύρσους ἵεσαν δι᾽ αἰθέρος
1100 Πενθέως, στόχον δύστηνον, ἀλλ᾽ οὐκ ἤνυτον.
κρεῖσσον γὰρ ὕψος τῆς προθυμίας ἔχων
καθῆσθ᾽ ὁ τλήμων, ἀπορίᾳ λελημμένος.
τέλος δὲ δρυΐνοις συντριαινοῦσαι κλάδοις
ῥίζας ἀνεσπάρασσον ἀσιδήροις μοχλοῖς.
1105 ἐπεὶ δὲ μόχθων τέρματ᾽ οὐκ ἐξήνυτον,
ἔλεξ᾽ Ἀγαύη· «φέρε, περιστᾶσαι κύκλῳ
πτόρθου λάβεσθε, μαινάδες, τὸν ἀμβάτην
θῆρ᾽ ὡς ἕλωμεν μηδ᾽ ἀπαγγείλῃ θεοῦ
χοροὺς κρυφαίους.» αἳ δὲ μυρίαν χέρα
1110 προσέθεσαν ἐλάτῃ κἀξανέσπασαν χθονός.
ὑψοῦ δὲ θάσσων ὑψόθεν χαμαιριφὴς
πίπτει πρὸς οὖδας μυρίοις οἰμώγμασιν
Πενθεύς· κακοῦ γὰρ ἐγγὺς ὢν ἐμάνθανεν.
Μετάφραση:
ΧΟΡΟΣ
Λέγε μου, ιστόρησε, με τι θάνατο επήγε
ο άδικος άνδρας που έπραττε το άδικο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όταν αφήσαμε πίσω μας τις παρυφές της Θήβας,
περάσαμε τις ροές του Ασωπού
και προχωρήσαμε στα βράχια του Κιθαιρώνα
ο Πενθέας, εγώ -εγώ συνόδευα τον αφέντη μου-
και μαζί μας ο ξένος, που μας οδηγούσε στο ταξίδι.
Σταματήσαμε πρώτα σε μια χλοερή κοιλάδα.
Εσίγησαν τα βήματα μας και η γλώσσα μας,
για να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν.
Ήταν ένα φαράγγι ανάμεσα σε γκρεμούς·
έτρεχαν νερά, το σκέπαζε ο ίσκιος του πεύκου.
Εκεί εκάθονταν οι μαινάδες,
με τα χέρια τους δοσμένα σε τερπνά έργα.
Άλλες έστεφαν πάλι με κισσό τον γυμνωμένο θύρσο,
για να γίνει πυκνόμαλλος,
και άλλες, σαν τα πουλάρια
που απαλλάχθηκαν από τον σκαλιστό ζυγό,
αντιφωνώντας τραγουδούσαν μελωδίες βακχικές.
Και ο Πενθέας ο άμοιρος,
που δεν έβλεπε το πλήθος των γυναικών, είπε:
«Ξένε, από εδώ που στεκόμαστε
το βλέμμα μου δεν φτάνει τις ψευτομαινάδες.
Αν όμως ανεβώ πάνω στο ύψωμα,
αν σκαρφαλώσω στον υψηλό αυχένα ενός ελάτου,
θα δω καλά τα αίσχη των μαινάδων.»
Και αμέσως βλέπω το θαύμα του ξένου.
Έπιασε την ουρανομήκη κορυφή ενός ελάτου
και την έφερνε, την έφερνε, την έφερνε στο μαύρο χώμα.
Ελύγιζε όπως λυγίζει το τόξο ή όπως ο κυρτός τροχός
παίρνει το σχήμα που χάραξε ο τόρνος.
Έτσι ο ξένος, οδηγώντας με τα χέρια του το κλωνάρι των βουνών,
το χαμήλωνε στο χώμα,
τα έργα του δεν ήσαν έργα ενός θνητού.
Στερέωσε τον Πενθέα πάνω στα ελάτινα κλαδιά
και ανάμεσα στις παλάμες του άφηνε απαλά το βλαστάρι
να πάει ψηλά, προσέχοντας να μην εκτιναχθεί.
Υψώθη ορθό στον ορθό ουρανό,
με τον αφέντη καθισμένο στη ράχη του.
Όμως πιο πολύ τον είδαν παρά που είδε τις μαινάδες.
Γιατί καλά-καλά δεν πρόφτασε να φανεί καθισμένος ψηλά,
και άξαφνα ο ξένος είχε γίνει άφαντος.
Μια φωνή -πιστεύω του Διονύσου-
αντήχησε από το βάθος του αιθέρα:
«Γυναίκες, φέρνω εκείνον που χλευάζει εσάς,
εμένα, τα όργιά μου.
Τιμωρήστε τον».
Όσο μιλούσε, ανάμεσα στον ουρανό και στη γη
είχε απλωθεί ένα φως ιερού πυρός.
Σίγησε ο αιθέρας,
σίγησαν τα φύλλα στο δασωμένο φαράγγι,
φωνή αγριμιού δεν άκουγες.
Οι μαινάδες δεν άκουσαν καθαρά τον ήχο,
σηκώθηκαν ορθές, έφεραν ένα γύρο το κεφάλι.
Εκείνος τις κάλεσε πάλι.
Όταν οι κόρες του Κάδμου αναγνώρισαν την προσταγή του Βάκχου,
που ήχησε ολοκάθαρη,
όρμησαν γρήγορες σαν το περιστέρι
και μαζί τους οι βάκχες όλες.
Μέσα από την κοίτη του χειμάρρου και από γκρεμούς πηδούσαν,
ξέφρενες από τις πνοές του θεού.
Μόλις είδαν τον αφέντη μου καθισμένο επάνω στο έλατο,
ανέβηκαν σ᾽ ένα βράχο που υψωνόταν απέναντι σαν πύργος
και άρχισαν να του ρίχνουν πέτρες με όλη τους τη δύναμη
και να εξακοντίζουν ελάτινους κλώνους.
Άλλες πετούσαν μέσα από τον αιθέρα θύρσους
σημαδεύοντας τον Πενθέα ένα στόχο θλιβερό, όμως ματαίως.
Πιο ψηλά και από τον ζήλο τους καθόταν ο άμοιρος,
παγιδευμένος και αμήχανος.
Στο τέλος, έσκαβαν τις ρίζες
και με κλάδους δρυός, λοστούς όχι από σίδερο,
πάλευαν να ξεριζώσουν το έλατο.
Και όταν μοχθούσαν και δεν έφταναν τον στόχο,
είπε η Αγαύη: «Εμπρός, μαινάδες,
κυκλώστε το δέντρο και αδράξτε τον κορμό του,
να πιάσουμε το αγρίμι εκεί ψηλά,
να μην προδώσει τους κρυφούς χορούς του θεού.»
Εκείνες άρπαξαν το έλατο με χίλια χέρια
και το σήκωσαν από το χώμα.
Έτσι ψηλά που εκαθόταν, από ψηλά γκρεμίζεται ο Πενθέας,
πέφτει στο χώμα με βογγητό ακατάπαυτο.
Καταλάβαινε ότι βρισκόταν κοντά στο κακό.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
12. ΑΓΑΘΩΝ (448-401 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής, φίλος του Ευριπίδη, του Πλάτωνος και μαθητής του Σωκράτη. Οι τραγωδίες του δεν σώζονται πια σήμερα. Ο Αγάθων καινοτόμησε στα χορικά κάνοντάς τα εμβόλιμα, δηλαδή χωρίς συνάφεια με την υπόθεση του δράματος (γεγονός για το οποίο τον κατακρίνει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική). Επίσης καινοτόμησε και στη μουσική των τραγωδιών. Από τις τραγωδίες του μας είναι γνωστές οι: Aνθεύς, Θυέστης, Μυσοί και Τήλεφος.
13. ΑΣΤΥΔΑΜΑΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Αθηναίος τραγικός ποιητής του 4ου αιώνα π.Χ.. Ήταν γιος του επίσης ποιητή Μαρσίμου και από την ίδια οικογένεια του Αισχύλου. Λέγεται πως οι περισσότερες πληροφορίες που αναφέρονται γι΄ αυτόν τον ποιητή στο Λεξικό του Σουίδα τόσο για τον αριθμό των έργων που έγραψε, αναφέρονται 240 δράματα, όσο και για τις νίκες που έλαβε, περίπου 15, προέρχονται ίσως από τον "Βίο του Αστυδάμαντος" του Αστυδάμαντος του νεότερου, (του γιου του), που αποδίδονται λάθος στον ποιητή αυτόν.
14. ΘΕΟΔΕΚΤΗΣ (4ος αιώνας π.Χ. ακμή)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ρήτορας και ποιητής, που άκμασε στα μέσα του 4ο αιώνα π.Χ.. Ο Θεοδέκτης είχε χρηματίσει μαθητής του Ισοκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Κρίθηκε πιο αξιόλογος ως διαλεκτικός φιλόσοφος παρά ως ποιητής. Στην δε ιδιαίτερη πατρίδα του, στην Φασηλίδα της Λυκίας τιμήθηκε με μεγάλο ανδριάντα στην αγορά της πόλης. Σ΄ αυτόν αποδίδονται πολλά συγγράμματα υπό τους τίτλους "Σωκράτους απολογία", "Νόμοι", "Ρητορική τέχνη", και περίπου 50 τραγωδίες εκ των οποίων διασώθηκαν μόνο κάποιοι τίτλοι και ελάχιστα αποσπάσματα.
15. ΞΕΝΟΚΛΗΣ (4ος αιώνας π.Χ. ακμή)
Ήταν αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής, γιος του Καρκίνου επίσης τραγικού ποιητή. Ο Ξενοκλής ήταν σύγχρονος του Αριστοφάνη, από τον οποίο και διακωμωδείται συχνά όποτε διδόταν η ευκαιρία, όπως π.χ. στις "Νεφέλες". Εξ αυτών φαίνεται ότι δεν υπήρξε και τόσο περίφημος ποιητής. Αντίθετα όμως από τις απόψεις του Αριστοφάνη που διακωμωδούσε τους πάντες, όπως μας πληροφορεί ο Κλαύδιος Αιλιανός το έτος 415 π.Χ. ο Ξενοκλής νίκησε τον Ευριπίδη στο ποιητικό αγώνα του έτους εκείνου με την τετραλογία του "Οιδίπους - Λυκάων - Βάκχαι - Αδάμας" που δυστυχώς όμως το έργο αυτό δεν έχει διασωθεί.
17. ΧΑΙΡΗΜΩΝ (380 π.Χ. ακμή)
Με το όνομα Χαιρήμων φέρεται αρχαίος Άθηναίος τραγικός ποιητής που άκμασε περίπου το 380 π.Χ..Από τα έργα του μόνο λιγα αποσπάσματα έχουν διασωθεί καθώς και κάποια επιγράμματά του στην Ελληνική Ανθολογία. Ο ποιητής Χαιρήμων μνημονεύεται επίσης (Σουίδας) και ως κωμικός ποιητής, που φέρεται και να είναι αυτός που εισήγαγε στη τραγωδία σκηνές από τον κοινό βίο με τάση διακωμώδησης.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΟΙΝΕΥΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΟΙΝΕΥΣ
ἔκειτο δ᾽ ἡ μὲν λευκὸν εἰς σεληνόφως
φαίνουσα μαστὸν λελυμένης ἐπωμίδος,
τῆς δ᾽ αὖ χορεία λαγόνα τὴν ἀριστερὰν
ἔλυσε· γυμνὴ δ᾽ αἰθέρος θεάμασιν
5 ζῶσαν γραφὴν ἔφαινε, χρῶμα δ᾽ ὄμμασιν
λευκὸν μελαίνης ἔργον ἀντηύγει σκιᾶς.
ἄλλη δ᾽ ἐγύμνου καλλίχειρας ὠλένας,
ἄλλης προσαμπέχουσα θῆλυν αὐχένα.
ἡ δὲ ῥαγέντων χλανιδίων ὑπὸ πτυχαῖς
10 ἔφαινε μηρόν, κἀξεπεσφραγίζετο
ὥρας γελώσης χωρὶς ἐλπίδων ἔρως.
ὑπνωμέναι δ᾽ ἔπιπτον ἑλενίων ἔπι,
ἴων τε μελανόφυλλα συγκλῶσαι πτερὰ
κρόκον θ᾽, ὃς ἡλιῶδες εἰς ὑφάσματα
15 πέπλων σκιᾶς εἴδωλον ἐξωμόργνυτο,
ἕρσῃ δὲ θαλερὸς ἐκτραφεὶς ἀμάρακος
λειμῶσι μαλακοὺς ἐξέτεινεν αὐχένας.
Μετάφραση:
ΟΙΝΕΑΣ
Η μια, ξαπλωμένη στο χώμα,
με το χιτώνα λυμένο στον ώμο,
άφηνε να φανεί το στήθος της στο χλομό φως του φεγγαριού.
Της άλλης ο χορός της ελευθέρωσε την αριστερή λαγόνα·
γυμνή φανέρωνε στα βλέμματα του αιθέρα ζωντανή ζωγραφιά
και η λευκή χροιά του δέρματός της έλαμπε μέσα στα μάτια,
έργο της μαύρης σκιάς.
Άλλη εγύμνωνε τους ωραίους βραχίονες,
αγκαλιάζοντας τον τρυφερό λαιμό μιας άλλης.
Εκείνη, ανάμεσα στις πτυχές του σχισμένου χιτώνα,
άφηνε να φανεί ο μηρός
και γι᾽ αυτή τη γελαστή νιότη
χαραζόταν βαθιά ο έρωτας ο χωρίς ελπίδα.
Δαμασμένες από τον ύπνο έπεφταν πάνω σε άγριους βασιλικούς,
τσακίζοντας τα μαύρα πέταλα των μενεξέδων
και τον κρόκο, που αποτύπωνε πάνω στους πέπλους
εικόνα όμοια με του ήλιου·
και η θαλερή ματζουράνα που την έθρεψε η δροσιά
άπλωνε στο λιβάδι τα τρυφερά βλαστάρια της.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
18. ΛΥΚΟΦΡΩΝ (320-280 π.Χ.)
Υπήρξε σπουδαίος ποιητής, κυρίως τραγῳδός και λόγιος. Γεννήθηκε στην Χαλκίδα. Ερχόμενος στην αρχή στην Αθήνα καλλιέργησε το σατυρικό δράμα ονομάζοντάς το "Μενέδημον". Βραδύτερα ασχολήθηκε με την τραγωδία δημιουργώντας 64, κατ΄ άλλους 46, όλα δράματα εκ των οποίων σήμερα είναι γνωστοί μόνο 20 τίτλοι. Έχει όμως περισωθεί απόσπασμα από το σπουδαίο ποίημά του "Πελοπίδες" καθώς και έτερο που περιέχει 1474 ιαμβικούς στίχους με την επιγραφή "Αλεξάνδρα" ή "Κασσάνδρα".
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.
19. ΜΟΣΧΙΩΝ (3ος αιώνας π.Χ.)
Απο τον τραγικό ποιητή Μοσχίωνα, σώζονται περίπου δέκα αποσπάσματα (70 στιχοι).
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΤΙΤΛΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ»
Αρχαίο κείμενο:
πρῶτον δ᾽ ἄνειμι καὶ διαπτύξω λόγῳ
ἀρχὴν βροτείου καὶ κατάστασιν βίου.
ἦν γάρ ποτ᾽ αἰὼν κεῖνος, ἦν ὁπηνίκα
θηρσὶ‹ν› διαίτας εἶχον ἐμφερεῖς βροτοί,
5 ὀρειγενῆ σπήλαια καὶ δυσηλίους
φάραγγας ἐνναίοντες· οὐδέπω γὰρ ἦν
οὔτε στεγήρης οἶκος οὔτε λαΐνοις
εὐρεῖα πύργοις ὠχυρωμένη πόλις.
οὐ μὴν ἀρότροις ἀγκύλοις ἐτέμνετο
10 μέλαινα καρποῦ βῶλος ὀμπνίου τροφός,
οὐδ᾽ ἐργάτης σίδηρος εὐιώτιδος
θάλλοντας οἴνης ὀρχάτους ἐτημέλει,
ἀλλ᾽ ἦν ἀκύμων †κωφεύουσα ῥέουσα γῆ.
βοραὶ δὲ σαρκοβρῶτες ἀλληλοκτόνους
15 παρεῖχον αὐτοῖς δαῖτας· ἦν δ᾽ ὁ μὲν νόμος
ταπεινός, ἡ βία δὲ σύνθρονος Διί·
ὁ δ᾽ ἀσθενὴς ἦν τῶν ἀμεινόνων βορά.
ἐπεὶ δ᾽ ὁ τίκτων πάντα καὶ τρέφων χρόνος
τὸν θνητὸν ἠλλοίωσεν ἔμπαλιν βίον,
20 εἴτ᾽ οὖν μέριμναν τὴν Προμηθέως σπάσας
εἴτ᾽ οὖν ἀνάγκην εἴτε τῇ μακρᾷ τριβῇ
αὐτὴν παρασχὼν τὴν φύσιν διδάσκαλον,
τόθ᾽ ηὑρέθη μὲν καρπὸς ἡμέρου τροφῆς
Δήμητρος ἁγνῆς, ηὑρέθη δὲ Βακχίου
25 γλυκεῖα πηγή, γαῖα δ᾽ ἡ πρὶν ἄσπορος
ἤδη ζυγουλκοῖς βουσὶν ἠροτρεύετο,
ἄστη δ᾽ ἐπυργώσαντο καὶ περισκεπεῖς
ἔτευξαν οἴκους καὶ τὸν ἠγριωμένον
εἰς ἥμερον δίαιταν ἤγαγον βίον.
30 κἀκ τοῦδε τοὺς θανόντας ὥρισεν νόμος
τύμβοις καλύπτειν κἀπιμοιρᾶσθαι κόνιν
νεκροῖς ἀθάπτοις, μηδ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖς ἐᾶν
τῆς πρόσθε θοίνης μνημόνευμα δυσσεβές.
Μετάφραση:
Πρώτα όμως θα πάω πίσω και θα ξετυλίξω με τον λόγο
πώς άρχισε και πώς εδραιώθηκε ο θνητός βίος.
Ήτανε κάποτε μια εποχή που οι θνητοί
είχαν συνήθειες όμοιες με τα ζώα,
που κατοικούσαν σε σπηλιές πάνω στα όρη
και σε ανήλιαγα φαράγγια· γιατί δεν υπήρχε ακόμη
ούτε το στεγασμένο σπίτι ούτε η απλόχωρη πόλη
οχυρωμένη με πέτρινους πύργους.
Το γαμψό άροτρο δεν έσχιζε το σκούρο χώμα,
που τρέφει το καρπερό σιτάρι,
και το φιλόπονο σίδερο δεν φρόντιζε
τις χλοερές σειρές της βακχικής αμπέλου·
η γης ήτανε στείρα, σκληρή, αφιλόξενη.
Η σαρκοβόρος βρώση τους επρόσφερε αλληλοκτόνα δείπνα.
Ο νόμος ήταν ανίσχυρος, η βία μοιραζόταν τον θρόνο με τον Δία·
τον αδύναμο τον κατασπάραζαν οι ισχυρότεροι.
Όταν όμως ο χρόνος, που γεννάει και τρέφει τα πάντα,
έστρεψε τον θνητό βίο σε δρόμο αντίστροφο,
είτε επιστρατεύοντας τον στοχασμό του Προμηθέα
είτε την ανάγκη είτε με την μακρόχρονη τριβή
καθιστώντας διδάσκαλο την ίδια την φύση,
τότες ευρέθη ο καρπός της ήμερης τροφής της αγνής Δήμητρας,
ευρέθηκε η γλυκιά πηγή του Βάκχου,
η γη, έως τότε άσπαρτη,
οργωνόταν ήδη από βόδια που σέρναν τον ζυγό·
ύψωσαν πόλεις με τείχη και πύργους,
έχτισαν στεγασμένα σπίτια
και από τον άγριο βίο οδηγήθηκαν στην ήμερη διαβίωση.
Από τότε όρισε ο νόμος να σκεπάζουν με τάφους όσους πεθαίνουν
και στους άθαφτους νεκρούς να προσφέρουν
τον κλήρο της σκόνης που δικαιούνται
και να μην αφήνουν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων
την ασεβή ανάμνηση των αλλοτινών δείπνων.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
20. ΣΩΣΙΘΕΟΣ (3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής του 3ου αι. π.Χ. Έζησε στην Αθήνα και την Αίγυπτο και συγκαταλέγεται μεταξύ των ποιητών της Αλεξανδρινής πλειάδας. Από το σατυρικό του έργο «Δάφνις» ή «Λυτιέρσας» διασώθηκε μόνο ένα απόσπασμα από τον Στοβαίο καθώς και κάποιοι άλλοι στίχοι από άλλο ποίημα επιγραφόμενο «Εξ Α(ε)θλίου».
21. ΣΩΣΙΦΑΝΗΣ (3ος αιώνας π.Χ.)
Τραγικός ποιητής που καταγόταν από τις Συρακούσες, και έγραψε 73 δράματα, με 7 πρώτες νίκες. Μια από τις τραγωδίες του τιτλοφορείται «Μελέαγρος». Από τα έργα του σώθηκαν μόνο αποσπάσματα.
****************
Πηγές:
http://www.greek-language.gr
https://el.wikipedia.org
http://g-pribas.pblogs.gr
http://greek_greek.enacademic.com
https://www.clevelandart.org/art/2000.71
http://sapereaudeclasicas.blogspot.gr
https://zombiespacecats.wordpress.com
http://musiccriticsinathens.blogspot.gr
http://bigthink.com