ΣΑΤΥΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ
ΑΡΧΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 7ος - 6ος αιώνας π.Χ.
1. ΧΟΙΡΙΛΟΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ο Χοιρίλος υπήρξε δραματικός ποιητής. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι έγραψε 160 τραγωδίες και κέρδισε δεκατρείς φορές στα Μεγάλα Διονύσια. Από τα έργα του μας σώζεται ένας τίτλος, «Ἀλόπη», και δύο μικρά αποσπάσματα όπου ο ποιητής ονομάζει μεταφορικά «γῆς ὀστᾶ» τις πέτρες και «γῆς φλέβες» τα ποτάμια.
2. ΠΡΑΤΙΝΑΣ (6ος-5ος αιώνας π.Χ.)
Υπήρξε από τους πρώτους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Έδρασε την εποχή γύρω στην 70ή Ολυμπιάδα και θεωρείται ο εισηγητής του σατυρικού δράματος. Λίγα είναι γνωστά για την ζωή και το έργο του. Γεννήθηκε στους Φλειούς στην βορειοδυτική Αργολίδα. Ήταν σύγχρονος του Χοιρίλου και του Αισχύλου όταν ο Αισχύλος ξεκινούσε την καριέρα του. Φέρεται να έγραψε 18 τραγωδίες και 32 σατυρικά δράματα, αλλά τα έργα του έχουν χαθεί σχεδόν όλα. Εκτός των έργων του έγραψε και διθύραμβους και ωδές, τα λεγόμενα υπορχήματα. Ένα σημαντικό απόσπασμα διασώθηκε από τον Αθήναιο.
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
3. ΑΙΣΧΥΛΟΣ (525-456 π.Χ.)
Ο πρώτος από τους τρεις μεγάλους τραγικούς της κλασσικής Αθήνας. Πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην αναγωγή της τραγωδίας από χορική, και μάλιστα στατική, μουσική απαγγελία σε πλήρως ανεπτυγμένο δράμα, σε δράση, δηλαδή, που αναπαρίσταται. Από τα 90 έργα του, σώζονται μόνο 7 τραγωδίες : Πέρσες, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθέας Δεσμώτης, και η τριλογία Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες).
4. ΣΟΦΟΚΛΗΣ (496-406 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής της κλασικής εποχής. Αυτός, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης είναι οι τρεις τραγικοί ποιητές των οποίων έχουν σωθεί ολοκληρωμένα έργα. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται ότι έγραψε περίπου 123 έργα από τα οποία παραδίδονται ολοκληρωμένες μόνο επτά τραγωδίες.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΙΧΝΕΥΤΑΙ»
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Ακούστε άνθρωποι καλά και σεις θεοί γροικάτε
πως προκηρύχνω αμοιβή μεγάλη να προσφέρω
σε όποιον ψάξει να μου βρει, σ’ αυτόν που θα μου φέρει
τα βόδια που μου κλέψανε τα ιερά γελάδια.
πολλή η στεναχώρια μου κι η λύπη μου μεγάλη
γιατί’ χα αγάπη περισσή στο ιερό κοπάδι,
στα τροφαντά μοσχάρια μου και στις μικρές δαμάλες
που τώρα χαθήκανε και τα ζητώ του κάκου.
Άφαντα γίναν και θαρρώ πως κάπου μου τα πήρε
και μακριά τα τράβηξε απο την βοϊδοστάνη
η κάποια μάγια έκανε και εξαφάνισέ τα
δεν το φαντάστηκα ποτε, δεν το χωράει ο νους μου
πως κάποιος θα σκεφτότανε τέτοια δουλειά να κάνει,
ειτ’ άνθρωπος είτε θεός έτσι να με προσβάλει.
Σαν είδα πως μου λείπανε ξεχύθηκα στους δρόμους
και ξέφρενα προστρέχοντας ψάχνω παντού να τα’ βρω
κι όπου στέκω σε θεούς φωνάζω και σ’ ανθρώπους
να μάθουν σ’ ουρανό και γης παντού πως τα γυρεύω.
Ακούστε άνθρωποι καλά και σεις θεοί γροικάτε
πως προκηρύχνω αμοιβή μεγάλη να προσφέρω
σε όποιον ψάξει να μου βρει, σ’ αυτόν που θα μου φέρει
τα βόδια που μου κλέψανε, τα ιερά γελάδια.
Απ’ άκρη σ’ άκρη έψαξα ολόκληρη την Θράκη.
Τίποτα δεν συνάντησα και ξεκινώ κατόπιν
και φθάνω στους Θεσσαλικούς τους ζηλεμένους κήπους,
στις πλούσιες μπαίνω μετά της Βιωτίας πόλεις.
Του κάκου ψάχνω. Κι από’ κει στην γη των Δωριέν.
Αλλ’ άδικα κοπίασα. Και να ‘μια στην Κυλλήνη,
Εδώ σ’ αυτά τα δύσβατα, τ’ απάτητα λαγκάδια.
Ακούστε και συντρέχτε με, μην είναι ‘δω κανένας
βοσκός, ζευγάς για κυνηγός ακόμα καρβουνιάρης,
αγρίμι η και ξωτικό νεραϊδογεννημένο;
Φωνάζω τόσο δυνατά που ν’ ακουστεί ολούθε
πως όποιος έρθει των βοδιών τον κλέφτη και μου φέρει
θα λάβει ως δώρο τούτο δω το θεϊκό χρυσάφι.
ΣΙΛΗΝΟΣ
Αφέντη Φοίβε άκουσα την θεϊκή φωνή σου
κι από αλάργα έτρεξα με την ψυχή στο στόμα,
όσο μπορώ στα χρόνια μου τα πόδια μου να βιάσω.
Πρόθυμος κυρ Απόλλωνα ό,τι μπορώ να κάνω,
Αδύνατα και δυνατά. Η χάρη σου μεγάλη.
Αμέσως το κυνήγημα εδά θε ν’ αρχινήσω.
Μα δεν μου λες; Ετούτο δω τ’ ολόχρυσο στεφάνι
είναι αυτό που όπως λες ανταμοιβή θα δώσεις;
Αυτό είναι το χάρισμα που δώρο το προσφέρεις;
Αμ τότε τι καθυστερώ; φωνάζω τα παιδιά μου
που’ναι ανοιχτομάτικα, στο ψάξιμο ξεφτέρια,
φτάνει τα όσα έταξες στ’ αλήθεια να τα δώσεις.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Καλή είναι και γρήγορη η απόφαση που πήρες,
μονάχα μην αργοπορείς σε πράξη να την βάλεις.
ΣΙΛΗΝΟΣ
Τα βόδια που σου κλέψανε εγώ θα σου τα φέρω
κι έχε το δώρο έτοιμο στα χέρια να το δώσεις
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Τα’ χω τα δώρα έτοιμα αμέσως να τα δώσω
σ’ αυτόν που ίχνη των βοδιών μπορεί ν’ ανακαλύψει.
ΣΙΛΗΝΟΣ
Μη δεν κατάλαβα καλά; Μιλάς και γι’ άλλα δώρα;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Θα γίνετε ελεύθεροι εσύ και τα παιδιά σου.
Για πάντα όλη σου η γενιά σκλάβα δεν θα λογιέται.
ΧΟΡΟΣ ΣΑΤΥΡΩΝ
Στιγμή μην αργούμε
τρεχάτε να βρούμε τα βόδια
ολόγυρα κοίτα
και γρήγορα χτύπα τα πόδια
και δω και κει πέρα,
στην γη στον αέρα να ψάξεις,
το μάτι όπου πέφτει του Φοίβου
τον κλέφτη ν’ αρπάξει ο γέρος προστάζει,
να τρέξεις φωνάζει
με φόρα τον κλέφτη να πιάσεις
μην τύχει και χάσεις τα δώρα.
Ελεύθερο βίο εμείς κι ο πατέρας
θα ζούμε απ’ το τέλος ετούτης της μέρας
και φίλος μας θα’ ν’ ο θεός από πάνω
και διάφορο θα’ χω στους κόπους που κάνω,
την αμοιβή που θα μας ρίξει
όσα χρυσά μας έχει δείξει.
5. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (485-406 π.Χ.)
Υπήρξε τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδάσκαλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Ο Ευριπίδης εκτός ενός επινίκιου προς τιμή του Αλκιβιάδη που νίκησε στο άρμα και μιας ελεγείας προς τιμή των πεσόντων Αθηναίων στις Συρακούσες, εποίησε 92 δράματα ή 23 τετραλογίες αλλά στα χρόνια των βιογράφων του σώζονταν μόνο τα 78 εκ των οποίων τα 8 ήταν σατυρικά. Αν και η συγγραφική σταδιοδρομία του Ευριπίδη υπήρξε έντονη, εντούτοις επειδή προξένησε πολύ θόρυβο για την εποχή του, δεν τον επιδοκίμαζε ιδιαίτερα το κοινό, γεγονός που φαίνεται από το ότι ο Ευριπίδης αν και συμμετείχε πενήντα χρόνια στους δραματικούς αγώνες, βγήκε πρώτος σε αυτούς μόλις τέσσερις φορές.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΚΥΚΛΩΨ»
Αρχαίο κείμενο:
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
590 ἄγε δή, Διονύσου παῖδες, εὐγενῆ τέκνα,
ἔνδον μὲν ἁνήρ· τῷ δ᾽ ὕπνῳ παρειμένος
τάχ᾽ ἐξ ἀναιδοῦς φάρυγος ὠθήσει κρέα.
δαλὸς δ᾽ ἔσωθεν αὐλίων πνέων καπνὸν
παρευτρέπισται, κοὐδὲν ἄλλο πλὴν πυροῦν
595 Κύκλωπος ὄψιν· ἀλλ᾽ ὅπως ἀνὴρ ἔσῃ.
ΧΟΡΟΣ
πέτρας τὸ λῆμα κἀδάμαντος ἕξομεν.
χώρει δ᾽ ἐς οἴκους πρίν τι τὸν πατέρα παθεῖν
ἀπάλαμνον· ὥς σοι τἀνθάδ᾽ ἐστὶν εὐτρεπῆ.
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
Ἥφαιστ᾽, ἄναξ Αἰτναῖε, γείτονος κακοῦ
600 λαμπρὸν πυρώσας ὄμμ᾽ ἀπαλλάχθηθ᾽ ἅπαξ,
σύ τ᾽, ὦ μελαίνης Νυκτὸς ἐκπαίδευμ᾽, Ὕπνε,
ἄκρατος ἐλθὲ θηρὶ τῷ θεοστυγεῖ,
καὶ μὴ ᾽πὶ καλλίστοισι Τρωϊκοῖς πόνοις
αὐτόν τε ναύτας τ᾽ ἀπολέσητ᾽ Ὀδυσσέα
605 ὑπ᾽ ἀνδρὸς ᾧ θεῶν οὐδὲν ἢ βροτῶν μέλει.
ἢ τὴν τύχην μὲν δαίμον᾽ ἡγεῖσθαι χρεών,
τὰ δαιμόνων δὲ τῆς τύχης ἐλάσσονα.
ΧΟΡΟΣ
λήψεται τὸν τράχηλον
ἐντόνως ὁ καρκίνος
610 τοῦ ξενοδαιτυμόνος· πυρὶ γὰρ τάχα
φωσφόρους ὀλεῖ κόρας.
ἤδη δαλὸς ἠνθρακωμένος
615 κρύπτεται ἐς σποδιάν, δρυὸς ἄσπετον
ἔρνος. ἀλλ᾽ ἴτω Μάρων, πρασσέτω,
μαινομένου ᾽ξελέτω βλέφαρον
Κύκλωπος, ὡς πίῃ κακῶς.
620 κἀγὼ τὸν φιλοκισσοφόρον Βρόμιον
ποθεινὸν εἰσιδεῖν θέλω,
Κύκλωπος λιπὼν ἐρημίαν·
ἆρ᾽ ἐς τοσόνδ᾽ ἀφίξομαι;
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
σιγᾶτε πρὸς θεῶν, θῆρες, ἡσυχάζετε,
625 συνθέντες ἄρθρα στόματος· οὐδὲ πνεῖν ἐῶ,
οὐ σκαρδαμύσσειν οὐδὲ χρέμπτεσθαί τινα,
ὡς μὴ ᾽ξεγερθῇ τὸ κακόν, ἔστ᾽ ἂν ὄμματος
ὄψις Κύκλωπος ἐξαμιλληθῇ πυρί.
ΧΟΡΟΣ
σιγῶμεν ἐγκάψαντες αἰθέρα γνάθοις.
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
630 ἄγε νυν ὅπως ἅψεσθε τοῦ δαλοῦ χεροῖν
ἔσω μολόντες· διάπυρος δ᾽ ἐστὶν καλῶς.
ΧΟΡΟΣ
οὔκουν σὺ τάξεις οὕστινας πρώτους χρεὼν
καυτὸν μοχλὸν λαβόντας ἐκκαίειν τὸ φῶς
Κύκλωπος, ὡς ἂν τῆς τύχης κοινώμεθα;
ΧΟΡΟΣ α
635 ἡμεῖς μέν ἐσμεν μακροτέρω πρὸ τῶν θυρῶν
ἑστῶτες ὠθεῖν ἐς τὸν ὀφθαλμὸν τὸ πῦρ.
ΧΟΡΟΣ β
ἡμεῖς δὲ χωλοί γ᾽ ἀρτίως γεγενήμεθα.
ΧΟΡΟΣ α
ταὐτὸν πεπόνθατ᾽ ἆρ᾽ ἐμοί· τοὺς γὰρ πόδας
ἑστῶτες ἐσπάσθημεν οὐκ οἶδ᾽ ἐξ ὅτου.
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
ἑστῶτες ἐσπάσθητε;
ΧΟΡΟΣ α
640 καὶ τά γ᾽ ὄμματα
μέστ᾽ ἐστὶν ἡμῖν κόνεος ἢ τέφρας ποθέν.
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
ἄνδρες πονηροὶ κοὐδὲν οἵδε σύμμαχοι.
ΧΟΡΟΣ
ὁτιὴ τὸ νῶτον τὴν ῥάχιν τ᾽ οἰκτίρομεν
καὶ τοὺς ὀδόντας ἐκβαλεῖν οὐ βούλομαι
τυπτόμενος, αὕτη γίγνεται πονηρία;
ἀλλ᾽ οἶδ᾽ ἐπῳδὴν Ὀρφέως ἀγαθὴν πάνυ,
ὥστ᾽ αὐτόματον τὸν δαλὸν ἐς τὸ κρανίον
στείχονθ᾽ ὑφάπτειν τὸν μονῶπα παῖδα γῆς.
ΟΔΥΣΣΕΥΣ
πάλαι μὲν ᾔδη σ᾽ ὄντα τοιοῦτον φύσει,
650 νῦν δ᾽ οἶδ᾽ ἄμεινον. τοῖσι δ᾽ οἰκείοις φίλοις
χρῆσθαί μ᾽ ἀνάγκη. χειρὶ δ᾽ εἰ μηδὲν σθένεις,
ἀλλ᾽ οὖν ἐπεγκέλευέ γ᾽, ὡς εὐψυχίαν
φίλων κελευσμοῖς τοῖσι σοῖς κτησώμεθα.
ΧΟΡΟΣ
δράσω τάδ᾽· ἐν τῷ Καρὶ κινδυνεύσομεν.
655 κελευσμάτων δ᾽ ἕκατι τυφέσθω Κύκλωψ.
ἰὼ ἰώ· γενναιότατ᾽ ὠ-
θεῖτε σπεύδετ᾽, ἐκκαίετε τὰν ὀφρὺν
θηρὸς τοῦ ξενοδαίτα.
τύφετ᾽ ὦ, καίετ᾽ ὦ
660 τὸν Αἴτνας μηλονόμον.
τόρνευ᾽ ἕλκε, μή σ᾽ ἐξοδυνηθεὶς
δράσῃ τι μάταιον.
ΚΥΚΛΩΨ
ὤμοι, κατηνθρακώμεθ᾽ ὀφθαλμοῦ σέλας.
ΧΟΡΟΣ
καλός γ᾽ ὁ παιάν· μέλπε μοι τόνδ᾽ αὖ, Κύκλωψ.
Μετάφραση:
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Εμπρός λοιπόν, γιοι του Διονύσου, γόνοι γενιάς αρχοντικής.
Μέσα είναι του λόγου του. Σε λίγο,
όταν θα έχει βυθιστεί στον ύπνο,
από το αναίσχυντο λαρύγγι του θα ξεράσει τις σάρκες.
Μέσα στην σπηλιά ο δαυλός καπνίζει πανέτοιμος·
δεν μένει παρά να κάνουμε κάρβουνο το μάτι του Κύκλωπα.
Κοίταξε μόνο να φανείς άντρας.
ΧΟΡΟΣ
Θα κάνουμε την καρδιά μας βράχο και ατσάλι.
Έμπα όμως μέσα προτού ο πατέρας πάθει τίποτα
που δεν το κάνουν με το χέρι.
Τα εδώ σου τα έχουμε όλα έτοιμα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Ήφαιστε, άρχοντα της Αίτνας, κάψε το λαμπερό του μάτι
και απαλλάξου μια κι έξω από τον κακό γείτονα.
Και εσύ, βλαστάρι της σκοτεινής Νύχτας, Ύπνε,
έλα βαθύς και τύλιξε το θεομίσητο θηρίο,
και μην αφήστε τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του
μετά τους ωραίους αγώνες της Τροίας,
να αφανιστούν από κάποιον που δεν σκοτίζεται για θεούς ή ανθρώπους.
Ειδάλλως, πρέπει να θεωρούμε την τύχη θεό
και τους θεούς κατώτερους από την τύχη.
ΧΟΡΟΣ
Τον λαιμό του ανθρωποφάη
τί σφιχτά η τανάλια τώρα θα του πιάσει,
και τις φωτοφόρες του ματιού του κόρες
η φωτιά ταχιά θα του χαλάσει.
Καψαλίστηκε ο δαυλός
μες στην χόβολη χωμένος
δρένιος κλώνος τρομερός,
Μ᾽ ας αρχίσει ο Μάρωνας, την δουλειά ας αρχίσει,
και του Κύκλωπα το μάτι
του ξεφρενιασμένου να του χύσει,
σε κακό του το πιοτό να του γυρίσει·
κι έτσι και τον φιλοκισσοφόρο
τον αγαπημένο Βάκχο να τον ξαναδώ
και του Κύκλωπα ν᾽ αφήσω
την ερημιά... Τάχα
θα τ᾽ αξιωθώ;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Σωπάστε για τ᾽ όνομα των θεών, ζωντόβολα,
μείνετε ακίνητοι, ράψτε το· μην ανασαίνετε,
μην παίξει το μάτι σας, μη βήξει κανείς,
να μην ξυπνήσει το κακό προτού το μάτι του Κύκλωπα
αναμετρηθεί με την φωτιά.
ΧΟΡΟΣ
Σωπαίνουμε· κρατάμε την ανάσα μας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Εμπρός λοιπόν, μπείτε μέσα
και αδράξτε με τα δυό σας χέρια το δαυλό·
έχει πυρώσει για τα καλά.
ΧΟΡΟΣ
Δεν θα ορίσεις εσύ ποιοι να πιάσουν πρώτοι
τον πυρωμένο λοστό
και να κάψουν το φως του Κύκλωπα,
ώστε να συμμετέχουμε και εμείς σε ό,τι φέρει η τύχη.
ΧΟΡΟΣ α
Εμείς, εδώ έξω από την πύλη
είμαστε αρκετά μακριά,
για να σπρώξουμε την φωτιά στο μάτι.
ΧΟΡΟΣ β
Εμείς πάλι αυτήν την στιγμή κουτσαθήκαμε.
ΧΟΡΟΣ α
Πάθατε δηλαδή ό,τι κι εγώ· γιατί εδώ που στεκόμαστε
πιάστηκαν κι εγώ δεν ξέρω πώς τα πόδια μας.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Πιαστήκατε εκεί που στεκόσταστε;
ΧΟΡΟΣ α
Και τα μάτια μας δυστυχώς
έχουν γεμίσει σκόνη ή στάχτη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Αυτοί οι σύμμαχοι είναι δειλοί και ανύπαρκτοι.
ΧΟΡΟΣ
Επειδή λυπόμαστε την πλάτη μας και τα πλευρά μας
και δεν θέλω να χάσω τα δόντια μου γρονθοκοπούμενος,
αυτό εσύ το λες δειλία;
Ξέρω πάντως μια εκπληκτική γητειά του Ορφέα,
ώστε να πάει μόνος του ο δαυλός στο κούτελο
και να πυρπολήσει τον μονόφθαλμο γιο της γης.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Ανέκαθεν γνώριζα ότι το έχεις στο αίμα σου
να φέρεσαι όπως φέρεσαι,
τώρα όμως το γνωρίζω ακόμα καλύτερα.
Θέλω δεν θέλω πρέπει να στηριχτώ στους συντρόφους μου.
Ωστόσο, αν δεν έχεις δύναμη στα χέρια σου,
τουλάχιστον φώναζε,
για να εμψυχώσουν οι φωνές τους φίλους.
ΧΟΡΟΣ
Έγινε. Μήπως θα κινδυνεύσω εγώ;
Αν είναι μόνο να φωνάζω,
ας γίνει παρανάλωμα του πυρός ο Κύκλωπας.
Χο, ο, οπ, παληκαρίσια
σπρώξτε το γοργά-γοργά,
κάψτε, κάψτε του το μάτι
του θεριού, τ᾽ ανθρωποφάη,
βάλτε του φωτιά,
κάψτε τον τόν προβατάρη
που την Αίτνα κατοικεί
γύρνα, γύρνα το ροκάνι
τράβα γλήγορα αποκεί,
μήπως από τον πολύ τον πόνο
σε χτυπήσει και σε βρει.
ΚΥΚΛΩΠΑΣ
Ωχ! Έγινε κάρβουνο το φως του οφθαλμού μου.
ΧΟΡΟΣ
Υπέροχος ο παιάνας· τραγούδησέ μου τον ξανά, Κύκλωπα.
(μετάφραση Παναγής Λεκατσάς [στ. 608-623, 656-662], Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
5. ΚΡΙΤΙΑΣ (460-403 π.Χ.)
Αθηναίος πολιτικός, φιλόσοφος, ποιητής, ρήτορας και ο σκληρότερος και βιαιότερος από τους Τριάκοντα Τυράννους της Αθήνας. Γιος του πλούσιου Κάλλαισχρου, μαθητής του Σωκράτη, του Γοργία και πολλών φιλοσόφων και σοφιστών. Η μεγάλη του ευφυΐα και η πολυμερής παιδεία που πήρε, τον έκαναν έναν από τους ικανότερους πολιτικούς και μορφωμένους άνδρες της εποχής του.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΣΙΣΥΦΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΣΙΣΥΦΟΣ
ἦν χρόνος ὅτ᾽ ἦν ἄτακτος ἀνθρώπων βίος
καὶ θηριώδης ἰσχύος θ᾽ ὑπηρέτης,
ὅτ᾽ οὐδὲν ἆθλον οὔτε τοῖς ἐσθλοῖσιν ἦν
οὔτ᾽ αὖ κόλασμα τοῖς κακοῖς ἐγίγνετο.
5 κἄπειτά μοι δοκοῦσιν ἅνθρωποι νόμους
θέσθαι κολαστάς, ἵνα δίκη τύραννος ᾖ
‹x–υ–x› τήν θ᾽ ὕβριν δούλην ἔχῃ·
ἐζημιοῦτο δ᾽ εἴ τις ἐξαμαρτάνοι.
ἔπειτ᾽ ἐπειδὴ τἀμφανῆ μὲν οἱ νόμοι
10 ἀπεῖργον αὐτοὺς ἔργα μὴ πράσσειν βίᾳ,
λάθρᾳ δ᾽ ἔπρασσον, τηνικαῦτά μοι δοκεῖ
‹υ–› πυκνός τις καὶ σοφὸς γνώμην ἀνήρ
‹θεῶν› δέος θνητοῖσιν ἐξευρεῖν, ὅπως
εἴη τι δεῖμα τοῖς κακοῖσι, κἂν λάθρᾳ
15 πράσσωσιν ἢ λέγωσιν ἢ φρονῶσί ‹τι›.
ἐντεῦθεν οὖν τὸ θεῖον εἰσηγήσατο,
ὡς ἔστι δαίμων ἀφθίτῳ θάλλων βίῳ
νόῳ τ᾽ ἀκούων καὶ βλέπων, φρονῶν τε καὶ
προσέχων τε ταῦτα καὶ φύσιν θείαν φορῶν,
20 ὃς πᾶν {μὲν} τὸ λεχθὲν ἐν βροτοῖς ἀκού‹σ›εται,
‹τὸ› δρώμενον δὲ πᾶν ἰδεῖν δυνήσεται.
ἐὰν δὲ σὺν σιγῇ τι βουλεύῃς κακόν,
τοῦτ᾽ οὐχὶ λήσει τοὺς θεούς· τὸ γὰρ φρονοῦν
‹x–› ἔνεστι. τούσδε τοὺς λόγους λέγων
25 διδαγμάτων ἥδιστον εἰσηγήσατο
ψευδεῖ καλύψας τὴν ἀλήθειαν λόγῳ.
‹ν›αίει‹ν› δ᾽ ἔφασκε τοὺς θεοὺς ἐνταῦθ᾽ ἵνα
μάλιστ᾽ ἂ‹ν› ἐξέπληξεν ἀνθρώπους ἄγων,
ὅθεν περ ἔγνω τοὺς φόβους ὄντας βροτοῖς
30 καὶ τὰς ὀνήσεις τῷ ταλαιπώρῳ βίῳ,
ἐκ τῆς ὕπερθε περιφορᾶς, ἵν᾽ ἀστραπάς
κατεῖδον οὔσας, δεινὰ δὲ κτυπήματα
βροντῆς τό τ᾽ ἀστερωπὸν οὐρανοῦ δέμας,
Χρόνου καλὸν ποίκιλμα, τέκτονος σοφοῦ,
35 ὅθεν τε λαμπρὸς ἀστέρος στείχει μύδρος
ὅ θ᾽ ὑγρὸς εἰς γῆν ὄμβρος ἐκπορεύεται.
τοίους πέριξ ἔστησεν ἀνθρώποις φόβους,
δι᾽ οὓς καλῶς τε τῷ λόγῳ κατῴκισεν
τὸν δαίμον᾽ οὗτος ἐν πρέποντι χωρίῳ,
40 τὴν ἀνομίαν τε τοῖς νόμοις κατέσβεσεν
***
οὕτω δὲ πρῶτον οἴομαι πεῖσαί τινα
θνητοὺς νομίζειν δαιμόνων εἶναι γένος
Μετάφραση:
ΣΙΣΥΦΟΣ
Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία η ανθρώπινη ζωή
ήταν ακατάστατη, γεμάτη θηριωδία,
υποταγμένη στη δύναμη· μια εποχή όπου ούτε οι καλοί άνθρωποι
επιβραβεύονταν ούτε πάλι οι κακοί τιμωρούνταν.
Ύστερα νομίζω, οι άνθρωποι θέσπισαν νόμους
που όριζαν ποινές, ώστε το δίκαιο
να τους εξουσιάζει όλους εξίσου
και να έχει την αλαζονεία υπόδουλή του·
κι αν τυχόν κάποιος έκανε ένα λάθος, τον τιμωρούσαν.
Στην συνέχεια, επειδή οι νόμοι εμπόδιζαν μεν τους ανθρώπους
να αδικούν στα φανερά, αλλά ωστόσο
οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να αδικούν στα κρυφά,
τότε, νομίζω, για πρώτη φορά κάποιος έξυπνος
και σοφός άνθρωπος σοφίστηκε
για τους θνητούς τον φόβο των θεών,
ώστε να υπάρχει κάτι που να το φοβούνται οι κακοί
ακόμη κι όταν κάνουν ή λένε ή διανοούνται κάτι στα κρυφά.
Επινόησε έτσι το θείο, ότι δηλαδή υπάρχει ένας δαίμονας
που ζει μια δίχως τέλος ακμή, ένας δαίμονας που ακούει και βλέπει νοερά,
που στοχάζεται στο έπακρο, που προσέχει τα πάντα
και που έχει περιβληθεί μια θεϊκή φύση:
ο δαίμονας αυτός θα ακούει οτιδήποτε λέγεται ανάμεσα στους θνητούς
και θα μπορεί να αντιλαμβάνεται οτιδήποτε γίνεται.
Κι αν σιωπηρά σχεδιάζεις κάτι κακό,
δεν θα μείνει απαρατήρητο από τους θεούς.
Γιατί ο λογισμός τους είναι πολύ δυνατός.
Με αυτά τα λόγια παρουσίασε την πιο ελκυστική διδαχή,
καλύπτοντας την αλήθεια πίσω από έναν ψεύτικο λόγο.
Έλεγε πως οι θεοί κατοικούν σ᾽ έναν τόπο,
για τον οποίο οι άνθρωποι,
και μόνο που τον βλέπουν, νιώθουν τρόμο.
Κατάλαβε ότι ακριβώς από εκεί πήγαζαν και οι φόβοι των ανθρώπων,
και η επικουρία στις ταλαιπωρίες του βίου,
δηλαδή από τον περιστρεφόμενο, εκεί ψηλά,
θόλο του ουρανού, όπου έβλεπε ότι ήσαν οι αστραπές
και τα φοβερά χτυπήματα της βροντής, και το αστερινό φως του ουρανού,
όμορφο, γεμάτο στολίδια, έργο του Χρόνου, του
σοφού αρχιμάστορα·
είναι ο τόπος όπου πορεύεται η φωτεινή διάπυρη μάζα του άστρου,
και απ᾽ όπου πέφτει στη γη η υγρή βροχή.
Με τέτοιους φόβους έζωσε τους ανθρώπους·
με τους φόβους αυτούς έβαλε στα λόγια του το θεό
να κατοικήσει σε κατάλληλο τόπο,
και διαμέσου των νόμων εξάλειψε την ανομία.
***
Και νομίζω πως έτσι έπεισε, για πρώτη φορά,
τους θνητούς να πιστέψουν ότι υπάρχει των θεών το γένος.
(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)
6. ΠΥΘΩΝ (β’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.)
Δραματικός ποιητής από την Κατάνη. Ακολούθησε στην Ασία τον Μέγα Αλέξανδρο. Έγραψε το σατυρικό δράμα Αγήν, που σατίριζε τους Αθηναίους.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΓΗΝ»
Αρχαίο κείμενο:
ἔστιν δ᾽ ὅπου μὲν ὁ κάλαμος πέφυχ᾽ ὅδε
†φέτωμ᾽ ἄορνον, οὑξ ἀριστερᾶς δ᾽ ὅδε
πόρνης ὁ κλεινὸς ναός, ὃν δὴ Παλλίδης
τεύξας κατέγνω διὰ τὸ πρᾶγμ᾽ αὑτοῦ φυγήν.
5 ἐνταῦθα δὴ τῶν βαρβάρων τινὲς μάγοι
ὁρῶντες αὐτὸν παγκάκως διακείμενον
ἔπεισαν ὡς ἄξουσι τὴν ψυχὴν ἄνω
τὴν Πυθιονίκης ***
... ἐκμαθεῖν δέ σου ποθῶ
μακρὰν ἀποικῶν κεῖθεν, Ἀτθίδα χθόνα
10 τίνες τύχαι †καλοῦσιν ἢ πράττουσι τί.
‹Β›
ὅτε μὲν ἔφασκον δοῦλον ἐκτῆσθαι βίον,
ἱκανὸν ἐδείπνουν· νῦν δὲ τὸν χέδροπα μόνον
καὶ τὸν μάραθον ἔσθουσι, πυροὺς δ᾽ οὐ μάλα.
‹Α›
καὶ μὴν ἀκούω μυριάδας τὸν Ἅρπαλον
15 αὐτοῖσι τῶν Ἀγῆνος οὐκ ἐλάττονας
σίτου διαπέμψαι καὶ πολίτην γεγονέναι.
‹Β›
Γλυκέρας ὁ σῖτος οὗτος ἦν, ἔσται δ᾽ ἴσως
αὐτοῖσιν ὀλέθρου κοὐχ ἑταίρας ἀρραβών.
Μετάφραση:
Εκεί όπου υψώνονται τα καλάμια που βλέπεις
υπάρχει ένα χάσμα που οδηγεί στον Άδη·
εδώ αριστερά είναι ο περιώνυμος ναός της πόρνης·
τον έχτισε φυσικά ο Παλλίδης,
που καταδίκασε γι᾽ αυτό τον εαυτό του σε εξορία.
Εδώ λοιπόν, όταν τον είδαν κάποιοι βάρβαροι μάγοι
να έχει το κακό του το χάλι,
τον έπεισαν ότι θα φέρουν πίσω
την ψυχή της Πυθιονίκης ***
Επειδή όμως κατοικώ μακριά από εκεί,
φλέγομαι να μάθω από σένα
ποια είναι η συγκυρία στην Αττική γη
και πώς περνούν οι Αθηναίοι.
‹Β› Όταν έλεγαν ότι διάγουν βίον δούλων,
χόρταιναν το ψωμί· τώρα τρώνε μονάχα
τα κουκκιά τους και τον μάραθο, σιτάρι ούτε για δείγμα.
‹Α› Ωστόσο ακούω ότι ο Άρπαλος
τους έπεμψε τόννους σιτάρι, όχι λιγότερο από τον Αγήνα,
και πως έγινε Αθηναίος πολίτης.
‹Β› Το σιτάρι εκείνο ήτανε της Γλυκέρας,
και ίσως θα αποδειχθεί γι᾽ αυτούς αρραβώνας συμφοράς,
όχι εταίρας.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.ygeiaonline.gr
http://www.greek-language.gr
http://www.theorisi.gr/pdf/satyroi_ixneytes.pdf
http://www.parapolitika.gr