ΚΩΜΩΔΙΑ
ΑΡΧΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 7ος - 6ος αιώνας π.Χ.
1. ΦΡΥΝΙΧΟΣ (535 π.Χ.)
Υπήρξε κωμικός ποιητής της αρχαιότητας πριν αφοσιωθεί στην τραγωδία. Έμεινε στην ιστορία για το πρόστιμο ύψους χιλίων δραχμών που του επέβαλαν οι Αθηναίοι ως τιμωρία εξαιτίας της παράστασης «Μιλήτου Άλωσις». Το έργο του «Μιλήτου Άλωσις» απαγορεύτηκε ακριβώς γιατί θεωρήθηκε ότι προξενούσε λύπη και προσέβαλλε την ευαισθησία των Αθηναίων υπενθυμίζοντάς τους τα δεινά που υπέφερε η Μίλητος όταν την κατέκτησαν.
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
2. ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ (524-435 π.Χ.)
Φιλόσοφος και κωμικός ποιητής, ο οποίος έζησε στην Σικελία, όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς του. Έγραψε 52 περίπου κωμωδίες σε δωρική διάλεκτο, όπως "Προμηθεύς", "Ήβη", "Χορευταί", "Ήφαιστος" κ.α., από τις οποίες σώζονται λίγα μόνο αποσπάσματα. Αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Οι σύγχρονοί του τον χαρακτήρισαν φιλόσοφο, γιατί εκτός από τους κωμικούς τύπους που παρουσιάζει στα έργα του, υπάρχουν μέσα σ` αυτά διάσπαρτες και σοφές γνώμες. Μερικά από τα έργα του, όπως "Θεαροί" και "Ήβη και γάμος" κλίνουν περισσότερο προς την φαρσοκωμωδία.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΒΟΥΣΙΡΙΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Πράτον μεν αίκ’ έσθοντο ίδοις νιν, αποθάνοις,
βρέμει μεν ο φάρυγξ ένδοθ’ αραβεί δ’ α γνάθος,
ψοφεί δ’ ο γομφίος, τέτριγε δ’ ο κυνόδων,
σίζει δε ταις ρίνεσσι, κινεί δ’ ούατα.
Μετάφραση:
Πρώτα-πρώτα αν τον έβλεπες να τρώει, θα έχανες την ζωή σου,
βροντάει φάρυγγας μέσα, κροταλίζουν τα σαγόνια,
βουητό βγάζει ο γομφίος, και το σκυλόδοντο τριγμούς,
σφυρίζουν τα ρουθούνια, και τα αυτιά του κινούνται.
(Μετάφραση: ∆ανιήλ Ιακώβ)
«ΟΔΥΣΣΕΥΣ»
Αρχαίο κείμενο:
τῆλ΄ἀπε]νθὼντεῖδεθωκησῶτεκαὶλεξοῦ[μ΄ὅπως
πιστάκ΄ε]ἴμεινταῦτακαὶτοῖςδεξιωτέροι[ςδοκῆι.
«τοῖςθεοῖς]ἐμὶνδοκεῖτεπάγχυκαὶκατὰτρόπ[ον
καὶ ἐοικό]τως ἐπεύξασθ΄͵ αἴ τις ἐνθυμεῖν γ[α λῆι͵
ὅσσ΄ ἐγών]γ΄ ὤφειλον ἐνθ[ὼ]ν ὗσπερ ἐκελή[σασθ΄ ἐμὲ
τῶν παρ΄ ὑμέ]ων ἀγαθικῶν κακὰ προτιμάσαι θ΄ [ἅμα
ἅμα τε κίν]δυνον τελέσσαι καὶ κλέος θεῖον [λαβεῖν͵
πολεμίω]ν μολὼν ἐς ἄστυ͵ πάντα δ΄ εὖ σαφα[νέως
πυθόμε]νος δίοις τ΄ Ἀχαιοῖς παιδί τ΄ Ἀτρέος φί[λωι
ἂψ ἀπαγγ]εῖλαι τὰ τηνεῖ καὐτὸς ἀσκηθὴς [μολεῖν.»
Μετάφραση:
τώρα που απομακρύνθηκα θα κάτσω εδώ και θα συλλογιστώ
πώς θα φανεί η ιστορία μου αληθινή
ακόμη και στους εξυπνότερους ανάμεσά τους.
«Θαρρώ πως στους θεούς ταιριάζει να προσευχηθείτε
ολόψυχα, με τρόπο που αρμόζει: αρκεί μόνο κανείς να θυμηθεί
πόσες εγώ αναγκάστηκα πηγαίνονταςεκεί που με προστάξατε
απ’ τις ανέσεις σας να αφήσω για χάρη των δυσκολιών,
για να εκτελέσω σχέδιο επικίνδυνο και δόξα θεϊκή να λάβω
στην πόλη των εχθρών πηγαίνοντας. Κι αφού όλα τα έμαθα
ξεκάθαρα,στους έξοχους τους Αχαιούς και στον αγαπητό τον γιο του Ατρέα,
επέστρεψα για να τα πω, γυρίζοντας κι ο ίδιος σώος».
3. ΗΓΗΜΩΝ Ο ΘΑΣΙΟΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας κωμικός ποιητής με την ακμή του να συμπίπτει με την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Γνωστός και με το προσωνύμιο «Φακή», ο Ηγήμων διακρίθηκε κυρίως ως δημιουργός της παρωδίας ως θεατρικού είδους. Η παρωδία του «Γιγαντομαχία» ήταν ουσιαστικά μια σατιρική αυτοβιογραφία του, με την οποία ωστόσο οι Αθηναίοι γέλασαν τόσο πολύ, ώστε ξέχασαν την ήττα τους στη Σικελία, που την πληροφορήθηκαν τότε, και παρέμειναν στο θέατρο γελώντας και κλαίγοντας.
4. ΚΡΑΤΗΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Κωμικός ποιητής της Αθήνας, ο οποίος πήρε τρεις φορές το πρώτο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια. Πρώτη φορά βραβεύτηκε πιθανώς προς το τέλος της δεκαετίας του 450 π.Χ. ή στις αρχές της δεκαετίας του 440 π.Χ.. Από τις κωμωδίες του Κράτη διασώζονται 60 αποσπάσματα με δέκα τίτλους.
5. ΜΑΓΝΗΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος κωμικός ποιητής της Αθήνας, και ήταν σύγχρονος του Χιονίδη. Ο Χιονίδης και ο Μάγνος είναι οι αρχαιότεροι γνωστοί κωμικοί ποιητές. Αναφέρονται ως νικητές στα Μεγάλα Διονύσια.
6. ΦΟΡΜΙΣ (478 π.Χ.)
Είναι ένας από τους δημιουργούς της αρχαίας κωμωδίας, ή κάποιας μορφής αυτής. Καταγόταν από το Μαίναλο, αλλά πήγε να υπηρετήσει τον Γέλωνα στην Σικελία. Λέγεται ότι ήταν αυτός που πρώτος εισήγαγε ηθοποιούς με μακριούς χιτώνες μέχρι τους αστραγάλους και στόλιζε την σκηνή με δέρματα βαμμένα μωβ, σαν μια μορφή κουρτίνας.
7. ΠΡΟΔΙΚΟΣ Ο ΚΕΙΟΣ (470-399 π.Χ.)
Στην Απολογία του Σωκράτη αναφἐρεται ότι ζούσε στην Ιουλίδα της Κέας. Ήταν από τους σημαντικότερους σοφιστές της αρχαιότητας, σύγχρονος του Σωκράτη που είχε γίνει πολύ γνωστός στην Αθήνα από τις συχνές διπλωματικές αποστολές που του ανέθεσε η πατρίδα του. Φημιζόταν για την ρητορική του τέχνη και την σοφία, εξ ου και η φράση «σοφότερος Προδίκου».
8. ΕΥΠΟΛΙΣ (445-412 π.Χ.)
Ήταν κωμωδιογράφος που γεννήθηκε στην Αθήνα. Η πρώτη του κωμωδία είχε τον τίτλο «Μαρικάς», όπου διακωμωδούσε το δημαγωγό Υπέρβολο, το φημισμένο για τον κυνισμό του. Στα έργα του κτύπησε τους δημαγωγούς και τους σοφιστές. Έκανε αυστηρή κριτική σε καθετί που θεωρούσε ότι ήταν άσχημο. Έγραψε 14 κωμωδίες και κατ' άλλους 17. Απ' αυτές σώθηκαν μόνο 400 αποσπάσματα. Πέθανε το 412 π.Χ. στην Αθήνα.
9. ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ (445-386 π.Χ.)
Γιος του Φιλίππου από τον δήμο Κυδαθήναιον, ήταν Αθηναίος σατιρικός ποιητής του 5ου αιώνα. Ο Αριστοφάνης είναι, μαζί με τον Εύπολι και τον Κρατίνο, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της περιόδου της αρχαίας αθηναϊκής κωμωδίας που χαρακτηρίζεται ως «αρχαία κωμωδία» και ο μοναδικός, του οποίου σώζονται ακέραια έργα. Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., συνέγραψε 46 κωμωδίες. Από αυτές σώζονται εννέα ακέραιες, ενώ παραδίδονται 924 αποσπάσματα.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΟΡΝΙΘΕΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ἀπόλωλεν ὁ Ζεύς.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
πηνίκ᾽ ἄττ᾽ ἀπώλετο;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
1515 ἐξ οὗπερ ὑμεῖς ᾠκίσατε τὸν ἀέρα.
θύει γὰρ οὐδεὶς οὐδὲν ἀνθρώπων ἔτι
θεοῖσιν, οὐδὲ κνῖσα μηρίων ἄπο
ἀνῆλθεν ὡς ἡμᾶς ἀπ᾽ ἐκείνου τοῦ χρόνου,
ἀλλ᾽ ὡσπερεὶ Θεσμοφορίοις νηστεύομεν
1520 ἄνευ θυηλῶν· οἱ δὲ βάρβαροι θεοὶ
πεινῶντες ὥσπερ Ἰλλυριοὶ κεκριγότες
ἐπιστρατεύσειν φάσ᾽ ἄνωθεν τῷ Διί,
εἰ μὴ παρέξει τἀμπόρι᾽ ἀνεῳγμένα,
ἵν᾽ εἰσάγοιτο σπλάγχνα κατατετμημένα.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
1525 εἰσὶν γὰρ ἕτεροι βάρβαροι θεοί τινες
ἄνωθεν ὑμῶν;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
οὐ γάρ εἰσι βάρβαροι,
ὅθεν ὁ πατρῷός ἐστιν Ἐξηκεστίδῃ;
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
ὄνομα δὲ τούτοις τοῖς θεοῖς τοῖς βαρβάροις
τί ἐστιν;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ὅ τι ἐστίν; Τριβαλλοί.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
μανθάνω.
1530 ἐντεῦθεν ἆρα τοὐπιτριβείης ἐγένετο.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
μάλιστα πάντων. ἓν δέ σοι λέγω σαφές·
ἥξουσι πρέσβεις δεῦρο περὶ διαλλαγῶν
παρὰ τοῦ Διὸς καὶ τῶν Τριβαλλῶν τῶν ἄνω·
ὑμεῖς δὲ μὴ σπένδεσθ᾽, ἐὰν μὴ παραδιδῷ
1535 τὸ σκῆπτρον ὁ Ζεὺς τοῖσιν ὄρνισιν πάλιν,
καὶ τὴν Βασίλειαν σοὶ γυναῖκ᾽ ἔχειν διδῷ.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
τίς ἐστιν ἡ Βασίλεια;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
καλλίστη κόρη,
ἥπερ ταμιεύει τὸν κεραυνὸν τοῦ Διὸς
καὶ τἄλλ᾽ ἁπαξάπαντα, τὴν εὐβουλίαν,
1540 τὴν εὐνομίαν, τὴν σωφροσύνην, τὰ νεώρια,
τὴν λοιδορίαν, τὸν κωλακρέτην, τὰ τριώβολα.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
ἅπαντά γ᾽ ἆρ᾽ αὐτῷ ταμιεύει;
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
φήμ᾽ ἐγώ.
ἥν γ᾽ ἢν σὺ παρ᾽ ἐκείνου παραλάβῃς, πάντ᾽ ἔχεις.
τούτων ἕνεκα δεῦρ᾽ ἦλθον, ἵνα φράσαιμί σοι.
1545 ἀεί ποτ᾽ ἀνθρώποις γὰρ εὔνους εἴμ᾽ ἐγώ.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
μόνον θεῶν γὰρ διὰ σ᾽ ἀπανθρακίζομεν.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
μισῶ δ᾽ ἅπαντας τοὺς θεούς, ὡς οἶσθα σύ.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
νὴ τὸν Δί᾽ ἀεὶ δῆτα θεομισὴς ἔφυς,
Τίμων καθαρός.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ἀλλ᾽ ὡς ἂν ἀποτρέχω πάλιν
1550 φέρε τὸ σκιάδειον, ἵνα με κἂν ὁ Ζεὺς ἴδῃ
ἄνωθεν, ἀκολουθεῖν δοκῶ κανηφόρῳ.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
καὶ τὸν δίφρον γε διφροφόρει τονδὶ λαβών.
Μετάφραση:
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πάει ο Ζευς.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Από τι ώρα περίπου πάει;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Από τότε που εσείς κατοικίσατε τον αέρα.
Γιατί κανένας άνθρωπος δεν προσφέρει πια θυσία στους θεούς
και από εκείνη τη στιγμή δεν ανέβηκε σε εμάς τσίκνα από μεριά.
Έτσι, χωρίς θυσίες, νηστεύουμε, λες και είναι Θεσμοφόρια.
Και οι βάρβαροι θεοί, πεινασμένοι, κρώζουν σαν τους Ιλλυριούς
και λένε ότι θα επιτεθούν από ψηλά εναντίον του Δία,
αν δεν εξασφαλίσει ανοιχτές αγορές,
ώστε να εισάγουν σπλάχνα τεμαχισμένα.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Δηλαδή υπάρχουν άλλοι, βάρβαροι θεοί πάνω από σας;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Δεν υπάρχουν βάρβαροι θεοί;
Και από πού είναι ο πατρικός θεός του Εξηκεστίδη;
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Το όνομα των βαρβάρων αυτών θεών ποιο είναι;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ποιο είναι; Τριβαλλοί.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Κατάλαβα· από εδώ προφανώς βγήκε το «άι στον τρίβολο».
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ακριβώς. Σου αποκαλύπτω ένα μόνο:
θα καταφθάσουν εδώ, εκ μέρους του Διός
και των Τριβαλλών των επάνω,
πρέσβεις περί συμφιλιώσεως.
Εσείς μη συνδιαλλαγείτε, εάν ο Ζευς δεν παραχωρήσει
και πάλι το σκήπτρο στα πουλιά
και δεν σου δώσει να έχεις γυναίκα τη Βασίλεια.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Ποια είναι η Βασίλεια;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Νεαρά θεσπέσιου κάλλους,
που κουμαντάρει τον κεραυνό του Δία
και τα άλλα απαξάπαντα: την ορθοκρισία,
την ευνομία, τη σωφροσύνη, το ναύσταθμο,
την καταλαλιά, τον κορβανά, τη μισθοδοσία.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Δηλαδή του τα κουμαντάρει όλα;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ναι, σου λέω. Αν σου παραδώσει αυτή, ελέγχεις τα πάντα.
Γι᾽ αυτό ήρθα εδώ, για να σου ανοίξω τα μάτια.
Μια ζωή, βλέπεις, εγώ θέλω το καλό των ανθρώπων.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Σε εσένα και μόνο απ᾽ όλους τους θεούς οφείλουμε
το ψητό στα κάρβουνα.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Γνωρίζεις ότι μισώ τους θεούς μηδενός εξαιρουμένου.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Ναι μα τον Δία, υπήρξες όντως ανέκαθεν φύσει μισόθεος,
σκέτος Τίμων.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Όμως, για να τρέξω πάλι πίσω, δώσε μου το σκιάδειο,
ώστε, αν τυχόν με δει ο Δίας από ψηλά,
να κάνω πως συνοδεύω κανηφόρο.
ΠΕΙΣΕΤΑΙΡΟΣ
Άρπα και την καρέκλα και κάνε και τον καρεκλοφόρο.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
«ΙΠΠΗΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΧΟΡΟΣ
ἀλλ᾽ ἴθι χαίρων, καὶ πράξειας
κατὰ νοῦν τὸν ἐμόν, καί σε φυλάττοι
500 Ζεὺς Ἀγοραῖος· καὶ νικήσας
αὖθις ἐκεῖθεν πάλιν ὡς ἡμᾶς
ἔλθοις στεφάνοις κατάπαστος.
ὑμεῖς δ᾽ ἡμῖν προσέχετε τὸν νοῦν
τοῖς ἀναπαίστοις,
505 ὦ παντοίας ἤδη μούσης
πειραθέντες καθ᾽ ἑαυτούς.
εἰ μέν τις ἀνὴρ τῶν ἀρχαίων κωμῳδοδιδάσκαλος ἡμᾶς
ἠνάγκαζεν λέξοντας ἔπη πρὸς τὸ θέατρον παραβῆναι,
οὐκ ἂν φαύλως ἔτυχεν τούτου· νῦν δ᾽ ἄξιός ἐσθ᾽ ὁ ποητής,
510 ὅτι τοὺς αὐτοὺς ἡμῖν μισεῖ τολμᾷ τε λέγειν τὰ δίκαια,
καὶ γενναίως πρὸς τὸν Τυφῶ χωρεῖ καὶ τὴν ἐριώλην.
ἃ δὲ θαυμάζειν ὑμῶν φησιν πολλοὺς αὐτῷ προσιόντας
καὶ βασανίζειν πῶς οὐχὶ πάλαι χορὸν αἰτοίη καθ᾽ ἑαυτόν,
ἡμᾶς ὑμῖν ἐκέλευε φράσαι περὶ τούτου. φησὶ γὰρ ἁνὴρ
515 οὐχ ὑπ᾽ ἀνοίας τοῦτο πεπονθὼς διατρίβειν, ἀλλὰ νομίζων
κωμῳδοδιδασκαλίαν εἶναι χαλεπώτατον ἔργον ἁπάντων·
πολλῶν γὰρ δὴ πειρασάντων αὐτὴν ὀλίγοις χαρίσασθαι·
ὑμᾶς τε πάλαι διαγιγνώσκων ἐπετείους τὴν φύσιν ὄντας
καὶ τοὺς προτέρους τῶν ποιητῶν ἅμα τῷ γήρᾳ προδιδόντας·
520 τοῦτο μὲν εἰδὼς ἅπαθε Μάγνης ἅμα ταῖς πολιαῖς κατιούσαις,
ὃς πλεῖστα χορῶν τῶν ἀντιπάλων νίκης ἔστησε τροπαῖα·
πάσας δ᾽ ὑμῖν φωνὰς ἱεὶς καὶ ψάλλων καὶ πτερυγίζων
καὶ λυδίζων καὶ ψηνίζων καὶ βαπτόμενος βατραχείοις
οὐκ ἐξήρκεσεν, ἀλλὰ τελευτῶν ἐπὶ γήρως, οὐ γὰρ ἐφ᾽ ἥβης,
525 ἐξεβλήθη πρεσβύτης ὤν, ὅτι τοῦ σκώπτειν ἀπελείφθη·
εἶτα Κρατίνου μεμνημένος, ὃς πολλῷ ῥεύσας ποτ᾽ ἐπαίνῳ
διὰ τῶν ἀφελῶν πεδίων ἔρρει, καὶ τῆς στάσεως παρασύρων
ἐφόρει τὰς δρῦς καὶ τὰς πλατάνους καὶ τοὺς ἐχθροὺς προθελύμνους·
ᾆσαι δ᾽ οὐκ ἦν ἐν συμποσίῳ πλήν· «Δωροῖ συκοπέδιλε»,
530 καὶ «τέκτονες εὐπαλάμων ὕμνων» οὕτως ἤνθησεν ἐκεῖνος.
νυνὶ δ᾽ ὑμεῖς αὐτὸν ὁρῶντες παραληροῦντ᾽ οὐκ ἐλεεῖτε,
ἐκπιπτουσῶν τῶν ἠλέκτρων καὶ τοῦ τόνου οὐκέτ᾽ ἐνόντος
τῶν θ᾽ ἁρμονιῶν διαχασκουσῶν· ἀλλὰ γέρων ὢν περιέρρει,
ὥσπερ Κοννᾶς, στέφανον μὲν ἔχων αὗον, δίψῃ δ᾽ ἀπολωλώς,
535 ὃν χρῆν διὰ τὰς προτέρας νίκας πίνειν ἐν τῷ πρυτανείῳ,
καὶ μὴ ληρεῖν, ἀλλὰ θεᾶσθαι λιπαρὸν παρὰ τῷ Διονύσῳ.
οἵας δὲ Κράτης ὀργὰς ὑμῶν ἠνέσχετο καὶ στυφελιγμούς,
ὃς ἀπὸ σμικρᾶς δαπάνης ὑμᾶς ἀριστίζων ἀπέπεμπεν,
ἀπὸ κραμβοτάτου στόματος μάττων ἀστειοτάτας ἐπινοίας·
χοὗτος μέντοι μόνος ἀντήρκει, τοτὲ μὲν πίπτων, τοτὲ δ᾽ οὐχί.
541 ταῦτ᾽ ὀρρωδῶν διέτριβεν ἀεί, καὶ πρὸς τούτοισιν ἔφασκεν
ἐρέτην χρῆναι πρῶτα γενέσθαι πρὶν πηδαλίοις ἐπιχειρεῖν,
κᾆτ᾽ ἐντεῦθεν πρῳρατεῦσαι καὶ τοὺς ἀνέμους διαθρῆσαι,
κᾆτα κυβερνᾶν αὐτὸν ἑαυτῷ. τούτων οὖν οὕνεκα πάντων,
545 ὅτι σωφρονικῶς κοὔκ ἀνοήτως εἰσπηδήσας ἐφλυάρει,
αἴρεσθ᾽ αὐτῷ πολὺ τὸ ῥόθιον, παραπέμψατ᾽ ἐφ᾽ ἕνδεκα κώπαις,
θόρυβον χρηστὸν ληναΐτην,
ἵν᾽ ὁ ποιητὴς ἀπίῃ χαίρων
κατὰ νοῦν πράξας,
550 φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ.
Μετάφραση:
ΧΟΡΟΣ
Στο καλό, στο καλό, κι όλα νά ᾽ρθουν σ᾽ εσένα δεξιά,
η δική μου καρδιά όπως ποθεί·
ο Αγοραίος ο Δίας να σου γίνει βοηθός·
κι αφού βγεις νικητής, να γυρίσεις σ᾽ εμάς
με πολλά στο κεφάλι στεφάνια.
Στους ανάπαιστους τώρα προσέξτε
που θα πούμε, ω εσείς
που και μόνοι σας είδη της μούσας πολλά
δοκιμάσατε ως τώρα.
Απ᾽ τους γέρους δασκάλους Χορών κωμικών
αν κανένας μας πίεζε να βγούμε
ν᾽ απαγγείλουμε στίχους μπροστά στους θεατές
σε παράβαση, εμείς τέτοια χάρη
δεν του κάναμε πρόθυμα· αλλά ο ποιητής
που μας έβαλε τώρα τ᾽ αξίζει,
γιατί εχθρεύεται αυτούς που μισούμε κι εμείς
και τολμά να φωνάζει το δίκιο
και το Σίφουνα ορμά να χτυπήσει,χωρίς
να δειλιάσει, τον άγριο Κυκλώνα.
Όσο τώρα για κείνο που κάνουν πολλοί
από σας, που τον βρίσκουνε, λέει,
κι απορούν και ρωτούν γιατί τόσον καιρό
δε ζητούσε Χορό στ᾽ όνομά του,
την εξήγηση ανάθεσε τώρα σ᾽ εμάς
να σας δώσουμε. Λέει ο ποιητής μας
πως ο λόγος της άργητας τούτης, δεν είν᾽
η αμυαλιά, μα πιστεύει πως είναι
η δουλειά του δασκάλου Χορών κωμικών
το πιο δύσκολο πράμα στον κόσμο·
της ριχτήκανε πάμπολλοι ως τώρα, μα αυτή
χαμογέλασε μόνο σε λίγους.
Ξέρει εκείνος εξάλλου, έχει δει από καιρό,
πως η γνώμη σας εύκολα αλλάζει
και ξεχνάτε, απαρνιέστε τους πρώτους ποιητές,
τα γεράματα μόλις τους βρούνε·
ξέρει πόσες το Μάγνη έχουν βρει συμφορές,
μόλις άρχισε ο δόλιος ν᾽ ασπρίζει,
ενώ ενάντια σ᾽αντίπαλους είχε Χορούς
νίκης τρόπαια στημένα ένα πλήθος·
απ᾽ το στόμα του πόσες ακούατε φωνές,
φτεροθρόισμα και χτύπο κιθάρας,
πράσινο είχε βατράχι βαφτεί, και για σας
το Λυδό, το ζουζούνι είχε κάμει·
μα τι τ᾽ όφελος; αχ, όταν γέρασε πια,
νιος σαν ήταν, αυτό δε γινόταν
του ᾽πατε «έξω», γιατί των αστείων η πηγή
στην ψυχή του είχε τώρα στερέψει.
Ο Κρατίνος θυμάται κι αυτόν ο ποιητής
σαν ποτάμι σε ολόστρωτους κάμπους
από επαίνους ζωσμένος εκύλαε γραμμή
και κατέβαζε μες στα νερά του
συγκλαδόκορμα δρυά και πλατάνια ψηλά,
μα κι αντίπαλους μ᾽ όλες τις ρίζες·
«Καλοδούλευτων ύμνων τεχνίτες», «Δωρώ
συκοπέδιλη»· σ᾽ όλα τα γλέντια
μήπως άκουγες κι άλλο τραγούδι απ᾽ αυτά;
τόση δόξα είχε τότε ο Κρατίνος·
τώρα στάλα σπλαχνιά δεν αισθάνεστ᾽ εσείς,
σαν κοιτάτε ανοστιές ν᾽ αραδιάζει,
να μην έχει στη λύρα του μείνει χορδή,
να της πέφτουνε πια τα στριφτάρια
κι όλ᾽ οι αρμοί της να χάσκουν· κι αυτός, ο φτωχός,
τριγυρνά δω κι εκεί, ο γεροντάκος,
σαν κανένας Κοννάς, με στεφάνι ξερό
στο κεφάλι και ψόφιος της δίψας,
πρυτανείο ενώ του ᾽πρεπε, μέσα σ᾽ αυτό
γιατί τις τόσες του νίκες να πίνει
κι αντί σάχλες να λέει, να κοιτά ως θεατής
πλάι στο Διόνυσο, με όψη γελάτη.
Μα κι ο Κράτης σαν πόσους θυμούς από σας
δε δοκίμασε, πόσα στραπάτσα,
που από στόμα ηχερό, σαν πιτούλες, για σας
εξεφούρνιζε τα έξυπνα αστεία,
και χορτάτοι από τέτοιο προσφάι, που πολύ
δε σας στοίχιζε, φεύγατε πίσω·
τούτος όμως, μια πέφτοντας, μια πάλι ορθός,
είν᾽ ο μόνος που βάσταξε ωστόσο.
Να ποιοι λόγοι αναγκάζαν λοιπόν τον ποιητή
ν᾽ αναβάλλει· σκεφτότανε κιόλας
λαμνοκόπος να γίνει πως ταίριαζε, πριν
στο τιμόνι να βάλει το χέρι,
κι αφού μάθει τιμόνι, στην πλώρη να πάει,
τους καιρούς από κει ν᾽ αγναντεύει,
κυβερνήτης να γίνει αυτεξούσιος στερνά.
Για όλ᾽ αυτά, κι επειδή φέρθηκε έτσι
μετρημένα, επειδή δε σαλτάρισε εδώ
μ᾽ αμυαλιά ν᾽ αραδιάζει παλάβρες,
βροντερά ας κυματίσουν τα ζήτω γι᾽ αυτόν,
για τιμή του ποιητή μας υψώστε
στην ενδέκατη απάνω κουπιά
αχολόι των Ληναίων γιορτινό,
με αναγάλλια να φύγει από δω,
σαν του δώσετε αυτό που ποθεί,
κι η χαρά στη θωριά του να λάμψει.
(μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου)
10. ΦΕΡΕΚΡΑΤΗΣ (440 π.Χ.)
Αρχαίος Έλληνας κωμικός ποιητής που έδρασε γύρω στα 440 π.Χ. Ανήκει στην αρχαία αττική κωμωδία και μαζί με τον Κράτη θεωρείται από τους προδρόμους του Αριστοφάνη. Στον Φερεκράτη αποδίδονται 16 κωμωδίες. Μερικοί από τους τίτλους που σώθηκαν σε επιγραφές είναι: "Άγριος", "Αυτόμολος", "Γράες", "Δουλοδιδάσκαλος", "Επιλήσμων", "Ιωνός ή Παννυχίς", "Κορριαννώ", "Κραπάταλος", "Τυραννίς", "Ψευδοηρακλής" κ.ά.
11. ΠΛΑΤΩΝΑΣ (427-347 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με την μορφή φιλοσοφικών διαλόγων έχει σωθεί ολόκληρο. Άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στη δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι και σήμερα. To σύνολο του έργου του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με την μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του, Σωκράτη, και τον μαθητή του, Αριστοτέλη.
12. ΑΝΤΙΦΑΝΗΣ (408-334 π.Χ.)
O σημαντικότερος συγγραφέας της Μέσης Αττικής κωμωδίας. Προφανώς δεν καταγόταν από την Αθήνα, αλλά ίσως από τηνΚίο, την Προποντίδα, την Σμύρνηή την Ρόδο. Έγραψε 260 κωμωδίες (κατά άλλους, 365!), από τις οποίες όμως μόνο αποσπάσματα έχουν διασωθεί.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΟΙΗΣΙΣ»
Αρχαίο κείμενο:
μακάριόν ἐστιν ἡ τραγῳδία
ποίημα κατὰ πάντ᾽, εἴ γε πρῶτον οἱ λόγοι
ὑπὸ τῶν θεατῶν εἰσιν ἐγνωρισμένοι,
πρὶν καί τιν᾽ εἰπεῖν· ὥσθ᾽ ὑπομνῆσαι μόνον
5 δεῖ τὸν ποιητήν. Οἰδίπουν γὰρ † φῶ
τὰ δ᾽ ἄλλα πάντ᾽ ἴσασιν· ὁ πατὴρ Λάιος,
μήτηρ Ἰοκάστη, θυγατέρες, παῖδες τίνες,
τί πείσεθ᾽ οὗτος, τί πεποίηκεν. ἂν πάλιν
εἴπῃ τις Ἀλκμέωνα, καὶ τὰ παιδία
10 πάντ᾽ εὐθὺς εἴρηχ᾽, ὅτι μανεὶς ἀπέκτονε
τὴν μητέρ᾽, ἀγανακτῶν δ᾽ Ἄδραστος εὐθέως
ἥξει πάλιν τ᾽ ἄπεισι –ῡ –υ –
‹ἔπει›θ᾽ ὅταν μηδὲν δύνωντ᾽ εἰπεῖν ἔτι,
κομιδῇ δ᾽ ἀπειρήκωσιν ἐν τοῖς δράμασιν,
15 αἴρουσιν ὥσπερ δάκτυλον τὴν μηχανήν,
καὶ τοῖς θεωμένοισιν ἀποχρώντως ἔχει.
ἡμῖν δὲ ταῦτ᾽ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ πάντα δεῖ
εὑρεῖν, ὀνόματα καινά, – ῡ –υ –
ῡ –υ – κἄπειτα τὰ †διῳκημένα
20 πρότερον, τὰ νῦν παρόντα, τὴν καταστροφήν,
τὴν εἰσβολήν. ἂν ἕν τι τούτων παραλίπῃ
Χρέμης τις ἢ Φείδων τις, ἐκσυρίττεται·
Πηλεῖ δὲ πάντ᾽ ἔξεστι καὶ Τεύκρῳ ποιεῖν
Μετάφραση:
Η τραγωδία είναι είδος που αξίζει να το μακαρίζεις
από κάθε άποψη. Πρώτα-πρώτα, οι υποθέσεις
είναι ήδη γνωστές στους θεατές,
προτού καν μιλήσεις γι᾽ αυτές. Ο ποιητής
χρειάζεται μόνο να τις υπενθυμίσει.
Αν, λόγου χάρη, πω «Οιδίπους»,
τα υπόλοιπα τα γνωρίζουν όλα:
πατέρας του ο Λάιος, μητέρα του η Ιοκάστη,
ποιες οι κόρες του, ποιοι οι γιοι του,
τι θα πάθει, τι έπραξε ήδη.
Αν πάλι κάποιος αναφέρει τον Αλκμέωνα,
και τα μικρά παιδιά, μηδενός εξαιρουμένου,
σου είπανε στο πι και φι ότι τρελάθηκε και σκότωσε τη μητέρα του,
ότι θα καταφθάσει έξω φρενών ο Άδραστος
και ότι θα ξαναφύγει ***
Έπειτα, όταν δεν έχουν πια να πουν τίποτα
και τα βρίσκουν σκούρα με την πλοκή,
υψώνουν τη μηχανή όπως το δάχτυλο
και οι θεατές δεν έχουν πρόβλημα.
Εμείς όμως δεν έχουμε τέτοια·
είμαστε υποχρεωμένοι να επινοήσουμε τα πάντα,
νέα ονόματα,***
έπειτα τι προηγήθηκε, τι διαδραματίζεται τώρα,
το κλείσιμο, την εισαγωγή.
Αν κάποιος Χρέμης ή κάποιος Φείδων
παραλείψει έστω και ένα απ᾽ αυτά,
τον πέταξαν έξω με σφυρίγματα.
Στον Πηλέα όμως και τον Τεύκρο επιτρέπονται τα πάντα.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
13. ΚΡΑΤΙΝΟΣ Ο ΝΕΩΤΕΡΟΣ (α’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.)
Αθηναίος κωμωδιογράφος, της Μέσης κωμωδίας. Ο Διογένης ο Λαέρτιος διέσωσε ένα απόσπασμα από μία κωμωδία του με τον τίτλο «Ψευδοϋποβολιμιαίος». Στο έργο αυτό ο Κρατίνος διακωμωδεί την διδασκαλία του Πλάτωνα περί ψυχής. Από αυτό το στοιχείο προκύπτει το συμπέρασμα ότι ήταν σύγχρονος του Πλάτωνα. Ο Αθήναιος, επίσης, διέσωσε αποσπάσματα από μερικές κωμωδίες του Κρατίνου που φέρουν τους τίτλους Γίγαντες, Θηραμένης, Ομφάλη, Τιτάνες και Χείρων.
14. ΕΥΒΟΥΛΟΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας Αθηναίος ποιητής της κλασικής περιόδου. Καταγόταν από την Αθήνα όπου και άκμασε τον 4ο αιώνα π.Χ.. Ανήκε στην λεγόμενη Μέση κωμωδία έχοντας γράψει περισσότερα από 100 έργα στα οποία έχει διασώσει πολλά αποσπάσματα του Ευριπίδη.
15. ΞΕΝΑΡΧΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Αθηναίος ποιητής της Μέσης κωμωδίας. Έζησε στους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δεν έχουν σωθεί παρά μόνο μερικά αποσπάσματα από τις κωμωδίες του, ενώ είναι γνωστοί οι ακόλουθοι τίτλοι: Δίδυμοι, Πένταθλος, Πορφύρα, Πρέσπος, Σκύθα, Στρατιώτης, Ύπνος.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.
16. ΝΙΚΟΧΑΡΗΣ (420-354 π.Χ.)
Κωμικός ποιητής, Αθηναίος γιός του κωμικού Φιλωνίδη. Στα 388 π.Χ., διαγωνίστηκε με τον Αριστοφάνη και τον Νικοφώντα, με το έργο Λάκωνες, ενώ οι άλλοι δύο πήραν μέρος με τα «Πλούτος» και «Αδωνις» αντίστοιχα. Εγραψε πάνω από πενήντα κωμωδίες. Σώθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα και οι τίτλοι: 1. Αγαμέμνων, 2. Αμυμόνη, 3. Γαλάτεια, 4. Ηρακλής Γάμων, 5. Ηρακλής Χορηγός, 6. Κένταυροι, 7. Κρήτες, 8. Λήμνιαι, 9. Πέλοψ.
17. ΑΝΑΞΑΝΔΡΙΔΗΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Κωμικός ποιητής. Καταγόταν από την Κάμειρο της Ρόδου (κατ’ άλλους από την Κολοφώνα) και έζησε για πολλά χρόνια στην Αθήνα. Θεωρείται ο αρχαιότερος εκπρόσωπος της Μέσης Κωμωδίας και αναφέρεται ότι έγραψε 65 έργα. Από αυτά έχουν σωθεί μόνο τίτλοι (42) και αποσπάσματα, από τα οποία δεν είναι δυνατόν να κριθεί η αξία του. Αναφέρονται τρεις νίκες του στα Διονύσια και επτά στα Λήναια. Θεωρείται ότι είναι ο πρώτος ποιητής που εισήγαγε ερωτικά θέματα.
18. ΑΡΑΡΩΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Αθηναίος ποιητής της Μέσης κωμωδίας. Ήταν ο δεύτερος από τους τρεις γιους του Αριστοφάνη. Έγραψε τις κωμωδίες Καινεύς, Καμπυλίων, Πανός γοναί, Υμέναιος, Άδωνις και Παρθενίδιον, οι οποίες όμως δεν διασώθηκαν. Λέγεται ότι δίδαξε και πρωταγωνίστησε στα δύο τελευταία έργα του πατέρα του (Κώκαλος και Αιολοσίκων), ενώ για το έργο του έχει ειπωθεί ότι, αν και δεν έφτανε αυτό του πατέρα του, ήταν αναμφισβήτητα καλής ποιότητας.
19. ΕΦΙΠΠΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ (4ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας κωμικός (δραματικός) ποιητής της μέσης κωμωδίας. Το 366 π.Χ. ο Αθηναίος αυτός κωμωδιογράφος δίδαξε το έργο του Άρτεμις. Διασώθηκαν οι τίτλοι και ελάχιστα αποσπάσματα από τις κωμωδίες του.
20. ΒΙΩΝ Ο ΒΑΡΥΣΘΕΝΙΤΗΣ (4ος ή 3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας κυνικός φιλόσοφος, που έζησε τον 4ο ή 3ο αιώνα π.Χ. και καταγόταν από την περιοχή της νοτιοδυτικής Ουκρανίας, από όπου και το «Βορυσθενίτης». Ο Βίων έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου υπήρξε μαθητής του Κράτητος και ανάμεσα σε άλλους φιλοσόφους άκουσε και τον Θεόφραστο. Ο Βίων διακρίθηκε πάντως περισσότερο ως σατιρικός συγγραφέας και λιγότερο ως φιλόσοφος. Διακωμώδησε γραμματικούς, μουσικούς και όλους τους σημαντικούς φιλοσόφους σε έργα πεζά και έμμετρα.
21. ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ (378-320 π.Χ.)
Κωμικός ποιητής, του οποίου η ακμή τοποθετήται στα 390π.Χ. Εγραψε περί τα 24 έργα, από τα οποία σώζωνται μόνο κάποια αποσπάσματα.
22. ΦΙΛΗΜΩΝ (361-263 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας συγγραφέας, εκπρόσωπος της Νέας Κωμωδίας. Υπήρξε ο σημαντικότερος ποιητής της νέας κωμωδίας και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, όπου και τιμήθηκε ιδιαίτερα. Ο Φιλήμων είχε γράψει 94 έργα, από τα οποία είναι γνωστά 64 τίτλοι, όχι όλοι αυθεντικοί.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ»
Διότι μια λαχτάρα μ’ έπιασε ξαφνικά
να βγω και να το πω στον κόσμο,
αλλά και στα ουράνια, πώς ετοίμασα το πιάτο.
Μα την Αθηνά, πόσο ευχάριστο είναι
να το πετυχαίνω κάθε φορά.
Τι ψάρι τρυφερό ήταν αυτό που είχα μπροστά μου!
Τι πιάτο ετοίμασα! Όχι φαρμακωμένο από τα τυριά,
ούτε σκεπασμένο από πάνω με χορταρικά,
ξεπρόβαλε από το φούρνο ψημένο όπως ήταν και ζωντανό.
Τόσο τρυφερή, τόσο απαλή ήταν η φωτιά
που άναψα για να το μαγειρέψω.
Δεν θα πιστέψετε το αποτέλεσμα.
Ήταν όπως όταν ένα κοτόπουλο αρπάξει
κάτι μεγαλύτερο απ ό,τι μπορεί να καταπιεί
και αρχίζει να τρέχει γύρω γύρω κάνοντας κύκλους,
ανίκανο να το αφήσει από τα μάτια του
κι αποφασισμένο να το καταπιεί,
ενώ τα άλλα κοτόπουλα το κυνηγάνε από πίσω.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη τότε: ο πρώτος άντρας
που ανακάλυψε τις ηδονές του πιάτου
πήδηξε πάνω κι έτρεχε γύρω γύρω,
παίρνοντας το πιάτο μαζί του, ενώ οι άλλοι
τον ακολουθούσαν καταπόδας.
Επέτρεψα στον εαυτό μου να τσιρίξει από χαρά,
καθώς μερικοί άρπαζαν κάτι,
κάποιοι τα άρπαζαν όλα και άλλοι δεν άρπαζαν τίποτα.
Και να σκεφτείς ότι είχα αναλάβει ένα ποταμόψαρο,
που τρέφεται μέσα στο Βόρβορο.
Αν είχα στα χέρια μου κανένα σκάρο
ή γλαυκίσκο από την Αττική,
ή καρχαρία από το Άργος [της Αμφιλοχίας],
ή μουγγρί από την αγαπημένη μου Σικυώνα,
το ψάρι που κουβαλάει ο Ποσειδώνας στους θεούς στον ουρανό,
τότε όλοι όσοι τα έτρωγαν θα είχαν γίνει θεοί.
Έχω ανακαλύψει το μυστικό της αθανασίας·
και πεθαμένους ανασταίνω, μόλις n μυρωδιά του ψαριού μου
φτάσει στα ρουθούνια τους.
«ΣΑΡΔΙΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
εἰ τὰ δάκρυ΄ ἡμῖν τῶν κακῶν ἦν φάρμακον͵
ἀείθ΄ὁκλαύσαςτοῦπονεῖνἐπαύετο͵
ἠλλαττόμεσθ΄ἂνδάκρυαδόντεςχρυσίον·
νῦνδ΄οὐπροσέχειτὰπράγματ΄οὐδ΄ἀποβλέπει
εἰςταῦτα͵δέσποτ΄͵ἀλλὰτὴναὐτὴνὁδόν͵
ἐάντεκλάῃςἄντεμή͵πορεύεται.
τίοὖνποιεῖςπλέον;Α.οὐδέν·ἡλύπηδ΄ἔχει
ὥσπερτὰδένδρατοῦτοκαρπὸντὸδάκρυον.
Μετάφραση:
Α: «Αν τα δάκρυαστις συμφορές μαςήταν φάρμακο
και ο κλαμένος πάντα σταματούσε να πονά,
θ’ αγοράζαμε δάκρυα δίνοντας χρυσάφι.
Τώρα όμως τα πράγματα δεν δίνουν σημασία, ούτε προσέχουν
τα δάκρυα, αφεντικό, αλλά τον ίδιο δρόμο,
είτε κλαις, είτε δεν κλαις, βαδίζουν.
Τι θα κάνεις, λοιπόν, στο εξής;»
Β: «Τίποτα. Η λύπη έχει,
όπως τα δέντρα, τούτο το δάκρυ ως καρπό!».
23. ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ (342-291 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας συγγραφέας, εκπρόσωπος της Νέας Κωμωδίας. Στην εποχή του θεωρείται ότι έχει πια παρέλθει ο "χρυσός αιώνας" του αρχαιοελληνικού δράματος και ότι οι ηθοποιοί είχαν ήδη αποκτήσει πιο σημαντικό ρόλο από ό,τι οι δραματουργοί. Ήταν γιος του Διοπείθη από την Κηφισιά. Του αποδίδονται πάνω από εκατό έργα, ενώ αναφέρεται ότι έλαβε το πρώτο βραβείο οκτώ φορές, δυστυχώς από το έργο του έχουν απομείνει μόνο πέντε ελλιπείς κωμωδίες.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΔΥΣΚΟΛΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
ΚΝΗΜΩΝ
γραῦ, τὴν θύραν κλείσασ᾽ ἄνοιγε μηδενί,
ἕως ἂν ἔλθω δεῦρ᾽ ἐγὼ πάλιν· σκότους
ἔσται δὲ τοῦτο παντελῶς, ὡς οἴομαι.
‹ΜΗΤΗΡ›
430 Πλαγγών, πορεύου θᾶττον· ἤδη τεθυκέναι
ἡμᾶς ἔδει.
ΚΝΗΜΩΝ
τουτὶ τὸ κακὸν τί βούλεται;
ὄχλος τις. ἄπαγ᾽ ἐς κόρακας.
‹ΜΗΤΗΡ›
αὔλει, Παρθενί,
Πανός· σιωπῇ, φασί, τούτῳ τῷ θεῷ
οὐ δεῖ προσιέναι.
(ΓΕΤΑΣ)
νὴ Δί᾽ ἀπεσώθητέ γε.
‹ΚΝΗΜΩΝ›
ὦ Ἡράκλεις, ἀηδίας.
‹ΓΕΤΑΣ›
435 καθήμεθα
χρόνον τοσοῦτον περιμένοντες.
(ΜΗΤΗΡ)
εὐτρεπῆ
ἅπαντα δ᾽ ἡμῖν ἐστι;
(ΓΕΤΑΣ)
ναὶ μὰ τὸν Δία.
‹ΜΗΤΗΡ›
τὸ γοῦν πρόβατον μικροῦ τέθνηκε γάρ, τάλαν
οὐ περιμένει τὴν σὴν σχολήν. ἀλλ᾽ εἴσιτε·
440 κανᾶ πρόχειρα, χέρνιβας, θυλήματα
ποιεῖτε.
‹ΓΕΤΑΣ›
ποῖ κέχηνας, ἐμβρόντητε σύ;
ΚΝΗΜΩΝ
κακοὶ κακῶς ἀπόλοισθε. ποιοῦσίν γέ με
ἀργόν· καταλιπεῖν γὰρ μόνην τὴν οἰκίαν
οὐκ ἂν δυναίμην. αἱ δὲ Νύμφαι μοι κακὸν
445 ἀεὶ παροικοῦσ᾽, ὥστε μοι δοκῶ πάλιν
μετοικοδομήσειν καταβαλὼν τὴν οἰκίαν
ἐντεῦθεν. ὡς θύουσι δ᾽ οἱ τοιχωρύχοι·
κοίτας φέρονται, σταμνί᾽, οὐχὶ τῶν θεῶν
ἕνεκ᾽ ἀλλ᾽ ἑαυτῶν. ὁ λιβανωτὸς εὐσεβὲς
450 καὶ τὸ πόπανον· τοῦτ᾽ ἔλαβεν ὁ θεὸς ἐπὶ τὸ πῦρ
ἅπαν ἐπιτεθέν. οἱ δὲ τὴν ὀσφῦν ἄκραν
καὶ τὴν χολήν, ὅτι ἔστ᾽ ἄβρωτα, τοῖς θεοῖς
ἐπιθέντες αὐτοὶ τἄλλα καταπίνουσι. γραῦ,
ἄνοιγε θᾶττον τὴν θύραν. [ποητέ]ον
455 ἐστὶν γὰρ ἡμῖν τἄνδον ὡς ἐμοὶ δοκεῖ.
(ΓΕΤΑΣ)
τὸ λεβήτιον, φῄς, ἐπιλέλη[σθ]ε; παντελῶς
ἀποκραιπαλᾶτε. καὶ τί νῦν ποιήσομεν;
ἐνοχλητέον τοῖς γειτνιῶσι τῷ θεῷ
ἐσθ᾽ ὡς ἔοικε. παιδίον. μὰ τοὺς θεοὺς
460 θεραπαινίδια γὰρ ἀθλιώτερ᾽ οὐδαμοῦ
οἶμαι τρέφεσθαι. παῖδες. οὐδὲν ἄλλο πλὴν
κινητιᾶν ἐπίσταται παῖδες καλοί
καὶ διαβαλεῖν ἐὰν ἴδῃ τις. παιδίον.
τουτὶ τὸ κακὸν ‹τί› ἐστί; παῖδες. οὐδὲ εἷς
465 ἐστ᾽ ἔνδον. ἠήν. προστρέχειν τις φαίνεται.
ΚΝΗΜΩΝ
τί τῆς θύρας ἅπτει, τρισάθλι᾽, εἰπέ μοι,
ἄνθρωπε;
‹ΓΕΤΑΣ›
μὴ δάκῃς.
(ΚΝΗΜΩΝ)
ἐγώ σε νὴ Δία,
καὶ κατέδομαί γε ζῶντα.
(ΓΕΤΑΣ)
μή, πρὸς ‹τῶν› θεῶν.
(ΚΝΗΜΩΝ)
ἐμοὶ γάρ ἐστι συμβόλαιον, ἀνόσιε,
καὶ σοί τι;
(ΓΕΤΑΣ)
470 συμβόλαιον οὐδέν· τοιγαροῦν
προσελήλυθ᾽ οὐ χρέος σ᾽ ἀπαιτῶν οὐδ᾽ ἔχων
κλητῆρας, ἀλλ᾽ αἰτησόμενος λεβήτιον.
(ΚΝΗΜΩΝ)
λεβήτιον;
(ΓΕΤΑΣ)
λεβήτιον.
‹ΚΝΗΜΩΝ›
μαστιγία,
θύειν με βοῦς οἴει ποεῖν τε ταὔθ᾽ ἅπερ
ὑμεῖς ποεῖτε;
(ΓΕΤΑΣ)
475 οὐδὲ κοχλίαν ἔγωγέ σε.
ἀλλ᾽ εὐτύχει, βέλτιστε. κόψαι τὴν θύραν
ἐκέλευσαν αἱ γυναῖκες αἰτῆσαί τε με.
ἐπόησα τοῦτ᾽· οὐκ ἔστι· πάλιν ἀπαγγελῶ
ἐλθὼν ἐκείναις. ὦ πολυτίμητοι θεοί,
480 ἔχις πολιὸς ἅνθρωπός ἐστιν οὑτοσί.
(ΚΝΗΜΩΝ)
ἀνδροφόνα θηρί᾽· εὐθὺς ὥσπερ πρὸς φίλον
κόπτουσιν. ἂν ἡμῶν προσιόντα τῇ θύρᾳ
λάβω τιν᾽, ἂν μὴ πᾶσι τοῖς ἐν τῷ τόπῳ
παράδειγμα ποιήσω, νομίζεθ᾽ ἕνα τινὰ
485 ὁρᾶν με τῶν πολλῶν. ὁ νῦν οὐκ οἶδ᾽ ὅπως
διευτύχηκεν οὗτος, ὅστις ἦν ποτε.
Μετάφραση:
ΚΝΗΜΩΝ
Γριά, κλείσε την πόρτα και μην ανοίξεις σε κανένα,
ώσπου να επιστρέψω πάλι εδώ· καταπώς βλέπω,
αυτό θα γίνει όταν θα έχει νυχτώσει για καλά.
‹Η ΜΗΤΕΡΑ›
Βιάσου, Πλαγγόνα· έπρεπε ήδη
να έχουμε προσφέρει την θυσία.
ΚΝΗΜΩΝ
Τούτο το κακό τι θέλει; Τι ανθρωπομάνι!
Πηγαίνετε στον κόρακα.
‹Η ΜΗΤΕΡΑ›
Παίξε, Παρθενίδα, στον αυλό την μελωδία του Πάνα.
Αυτόν τον θεό δεν πρέπει, λένε, να τον πλησιάζει κανείς σιωπηλός.
(ΓΕΤΑΣ)
Επιτέλους φτάσατε σώες, μα τον Δία.
‹ΚΝΗΜΩΝ›
Μέγας είσαι Ηρακλή, για ξέρασμα είναι.
‹ΓΕΤΑΣ›
Καθόμαστε και περιμένουμε τόση ώρα.
(Η ΜΗΤΕΡΑ)
Είναι τα πάντα έτοιμα;
(ΓΕΤΑΣ)
Πανέτοιμα.
‹Η ΜΗΤΕΡΑ›
Πάντως το πρόβατο δεν περιμένει πότε θα έχεις χρόνο εσύ
λίγο ακόμα, κακομοίρη, και θα τα τίναζε.
Μπείτε επιτέλους μέσα. Ετοιμάστε τα κάνιστρα,
το ιερό νερό, τις προσφορές για την θυσία.
‹ΓΕΤΑΣ›
Πού χάσκεις εσύ, αεροπαρμένε;
‹ΚΝΗΜΩΝ›
Κακήν κακώς να πάτε.
Με καταδικάζουν να μην μπορώ να κάνω τίποτα.
Γιατί πώς ν᾽ αφήσω μόνο του το σπίτι;
Και τούτες οι Νύμφες
το ιερό που έχουν δίπλα μου
για κακό δικό μου το έχουν.
Γι᾽ αυτό, καταπώς βλέπω,
θα κατεδαφίσω το σπίτι και θα πάω να το χτίσω αλλού.
Πώς θυσιάζουν οι λωποδύτες!
Κουβαλάνε στρωσίδια, στάμνες,
όχι βέβαια για τους θεούς, για την πάρτη τους.
Η ευσέβειά τους εξαντλείται στο λιβάνι και στο πρόσφορο·
αυτά τα ρίχνουν απλόχερα στη φωτιά
και τα παίρνει ο θεός. Από το σφάγιο όμως
προσφέρουν στους θεούς την άκρη της ουράς και την χολή,
που ούτως ή άλλως δεν τρώγονται,
και τα υπόλοιπα τα καταβροχθίζουν οι ίδιοι.
Γριά, άνοιξε γρήγορα την πόρτα.
Όπως φαίνεται πρέπει να έχουμε ασχολία κατ᾽ οίκον.
(ΓΕΤΑΣ)
Ξεχάσατε, είπες, το καζάνι; Είστε τύφλα στο μεθύσι και κοιμάστε.
Και τώρα τι θα κάνουμε;
Απ᾽ ό ,τι βλέπω πρέπει να ενοχλήσουμε τους γείτονες του θεού.
Νεαρούλη. Μα τους θεούς, θλιβερότερα δουλικά
δεν νομίζω να υπάρχουν πουθενά στον κόσμο.
Νεαροί. Άλλο από πήδημα δεν ξέρουν
ε, ομορφόπαιδα, και να βγάζουν γλώσσα,
όταν πιάνονται στα πράσα. Νεαρέ.
Τι ᾽ναι τούτο το κακό; Ε, υπηρέτες.
Δεν υπάρχει ψυχή μέσα.
Έε! Βλέπω κάποιον να τρέχει καταδώ.
ΚΝΗΜΩΝ
Γιατί αγγίζεις την πόρτα, χαμένο κορμί; Μίλα.
‹ΓΕΤΑΣ›
Μη με δαγκώσεις.
(ΚΝΗΜΩΝ)
Βρε θα σε φάω ζωντανό, μα τον Δία.
(ΓΕΤΑΣ)
Για τ᾽ όνομα των θεών, μη.
(ΚΝΗΜΩΝ)
Εγώ και εσύ, αλιτήριε, έχουμε μήπως κάποιο συμβόλαιο;
(ΓΕΤΑΣ)
Κανένα συμβόλαιο. Γι᾽ αυτό και εγώ
δεν ήρθα για να ζητήσω να μου εξοφλήσεις κάποιο χρέος
ούτε κουβάλησα κλητήρες,
ήρθα να δανειστώ ένα καζάνι;
(ΚΝΗΜΩΝ)
Καζάνι;
(ΓΕΤΑΣ)
Καζάνι.
‹ΚΝΗΜΩΝ›
Τι νόμισες, κάθαρμα, ότι θυσιάζω βόδια
και κάνω αυτά που κάνετε του λόγου σας;
(ΓΕΤΑΣ)
Εσύ; Βρε ούτε σαλιγκάρι, αν θες τη γνώμη μου.
Να είσαι καλά, άνθρωπε μου. Μου είπαν οι γυναίκες
να χτυπήσω την πόρτα και να ζητήσω ένα καζάνι.
Το έκανα. Δεν υπάρχει. Γυρνάω πίσω και τους λέω «δεν υπάρχει».
Ω πολυτίμητοι θεοί, φίδι κολοβό είναι ο άνθρωπος.
(ΚΝΗΜΩΝ)
Ανθρωποκτόνα τέρατα. Δεν το ᾽χουν τίποτα
να χτυπούν την πόρτα, λες και είμαι φίλος τους.
Έτσι και πιάσω κάποιον από σας να πλησιάζει στην πόρτα,
αν δεν τον κάνω παράδειγμα για όλους στην περιοχή,
τότε θεωρήστε ότι είμαι και εγώ ένας από τον σωρό.
Ετούτος τώρα, όποιος και αν ήταν,
υπήρξε τυχερός και την γλίτωσε, κι εγώ δεν ξέρω πώς.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
«ΔΥΣΚΟΛΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
(ΣΥΡΟΣ)
φεύγεις τὸ δίκαιον.
(ΔΑΟΣ)
δυστυχής.
οὐ δεῖ σ᾽ ἔχειν τὰ μὴ σά.
(ΣΥΡΟΣ)
ἐπιτρεπτέον τινί
ἐστι περὶ τούτων.
(ΔΑΟΣ)
220 βούλομαι· κρινώμεθα.
(ΣΥΡΟΣ)
τίς οὖν;
(ΔΑΟΣ)
ἐμοὶ μὲν πᾶς ἱκανός. δίκαια δὲ
πάσχω· τί γάρ σοι μετεδίδουν;
(ΣΥΡΟΣ)
τοῦτον λαβεῖν
βούλει κριτήν;
(ΔΑΟΣ)
ἀγαθῇ τύχῃ.
(ΣΥΡΟΣ)
πρὸς τῶν θεῶν,
βέλτιστε, μικρὸν ἂν σχολάσαις ἡμῖν χρόνον;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
ὑμῖν; περὶ τίνος;
(ΣΥΡΟΣ)
225 ἀντιλέγομεν πρᾶγμά τι.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
τί οὖν ἐμοὶ μέλει;
(ΣΥΡΟΣ)
κριτὴν τούτου τινὰ
ζητοῦμεν ἴσον· εἰ δή σε μηδὲν κωλύει,
διάλυσον ἡμᾶς.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
ὦ κάκιστ᾽ ἀπολούμενοι,
δίκας λέγοντες περιπατεῖτε, διφθέρας
ἔχοντες;
(ΣΥΡΟΣ)
230 ἀλλ᾽ ὅμως. τὸ πρᾶγμ᾽ ἐστὶν βραχύ,
καὶ ῥᾴδιον μαθεῖν. πάτερ, δὸς τὴν χάριν·
μὴ καταφρονήσῃς, πρὸς θεῶν. ἐν παντὶ δεῖ
καιρῷ τὸ δίκαιον ἐπικρατεῖν ἁπανταχοῦ,
καὶ τὸν παρατυγχάνοντα τούτου τοῦ μέρους
235 ἔχειν πρόνοιαν κοινόν ἐστι τῷ βίῳ
πάντων.
ΔΑΟΣ
μετρίῳ γε συμπέπλεγμαι ῥήτορι.
τί γὰρ μετεδίδουν;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
ἐμμενεῖτ᾽ οὖν, εἰπέ μοι,
οἷς ἂν δικάσω;
ΣΥΡΟΣ
πάντως.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
ἀκούσομαι· τί γὰρ
τό με κωλύον; σὺ πρότερος ὁ σιωπῶν λέγε.
ΔΑΟΣ
240 μικρόν γ᾽ ἄνωθεν, οὐ τὰ πρὸς τοῦτον μόνον
πραχθένθ᾽, ἵν᾽ ᾖ σοι καὶ σαφῆ τὰ πράγματα.
ἐν τῷ δασεῖ τῷ πλησίον τῶν χωρίων
τούτων ἐποίμαινον τριακοστὴν ἴσως,
βέλτιστε, ταύτην ἡμέραν αὐτὸς μόνος
245 κἀκκείμενον παιδάριον εὗρον νήπιον
ἔχον δέραια καὶ τοιουτονί τινα
κόσμον.
Μετάφραση:
(ΣΥΡΟΣ)
Πας να ξεφύγεις από το δίκαιο.
(ΔΑΟΣ)
Εσύ στρεψοδικείς, άθλιε.
Δεν είναι σωστό να έχεις ό,τι δεν σου ανήκει.
(ΣΥΡΟΣ)
Πρέπει να αναθέσουμε σε διαιτητή να κρίνει την υπόθεση.
(ΔΑΟΣ)
Σύμφωνοι. Να κριθούμε.
(ΣΥΡΟΣ)
Και ποιος θα κρίνει;
(ΔΑΟΣ)
Εγώ δέχομαι οποιονδήποτε. Όμως καλά να πάθω·
γιατί τι ήθελα και σου έδινα μερίδιο;
(ΣΥΡΟΣ)
Θέλεις να ορίσουμε αυτόν κριτή;
(ΔΑΟΣ)
Με το καλό!
(ΣΥΡΟΣ)
Για τ᾽ όνομα των θεών, χρυσέ μας άνθρωπε,
μπορείς να διαθέσεις για μας λίγο χρόνο;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Για σας; Σχετικά με ποιο θέμα;
(ΣΥΡΟΣ)
Διαφωνούμε για ένα ζήτημα.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Κι εμένα τι με νοιάζει;
(ΣΥΡΟΣ)
Ψάχνουμε να βρούμε γι᾽ αυτό έναν κριτή αμερόληπτο.
Αν λοιπόν δεν έχεις πρόβλημα, λύσε μας την διαφορά.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Βρε που κακό χρόνο να ᾽χετε, μου φοράτε προβιές
και κόβετε βόλτες έχοντας στήσει δικαστήριο;
(ΣΥΡΟΣ)
Παρ᾽ όλα αυτά. Το ζήτημα δεν είναι τίποτα σπουδαίο
και δεν είναι δύσκολονα σχηματίσεις γνώμη.
Κάνε μας τη χάρη, παππού.
Για τ᾽ όνομα των θεών, μη μας περιφρονήσεις.
Παντού και πάντα πρέπει να νικάει το δίκαιο·
ο καθένας οφείλει να νοιάζεται γι᾽ αυτό·
είναι κάτι που ισχύει για όλους.
ΔΑΟΣ
Έχω να αντιμετωπίσω ρήτορα που δεν είναι παίξε-γέλασε.
Τι ήθελα και έδινα μερίδιο;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Θα σεβαστείτε λοιπόν την απόφαση που θα βγάλω; Πες μου.
ΣΥΡΟΣ
Οπωσδήποτε
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Ακούω. Τι μ᾽ εμποδίζει, άλλωστε;
Μίλα πρώτος εσύ που σιωπάς.
ΔΑΟΣ
Θα πάω λίγο πιο πίσω,
δεν θ᾽ αναφέρω μόνο τι έγινε μ᾽ αυτόν,
για να έχεις σαφή εικόνα για το ζήτημα.
Πριν από καμιά τριανταριά ημέρες, χρυσέ μου άνθρωπε,
έβοσκα ολομόναχος τα πρόβατα στο δάσος κοντά σε τούτα τα χωράφια
και βρήκα παρατημένο ένα μωρουδάκι·
μαζί του βρέθηκε μια αλυσίδα
και κάποια άλλα τέτοια κοσμηματάκια.
(μετάφραση. Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
24. ΠΟΣΕΙΔΙΠΠΟΣ Ο ΚΑΣΣΑΝΔΡΕΥΣ (316-250 π.Χ.)
Ήταν κωμικός ποιητής από την Κασσάνδρεια της Χαλκιδικής. Ήταν ένας από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς κωμωδιών στην εποχή του και αναδείχθηκε τέσσερις φορές νικητής σε δραματικούς αγώνες από το 289 π.Χ. και μετά. Είναι γνωστό ότι έγραψε τριάντα κωμωδίες, γνωρίζουμε όμως μόνο τους τίτλους από δεκαεφτά από αυτές ενώ έχουν διασωθεί και ορισμένα αποσπάσματα από κάποια από τα έργα του. Κατά τον Αύλο Γέλλιο οι κωμωδίες του Ποσείδιππου παίχτηκαν ακόμα και στην Ρώμη, μεταφρασμένες ή διασκευασμένες.
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.livepedia.gr
http://www.ygeiaonline.gr
http://www.greek-language.gr
http://antikleidi.com
http://www.ekivolos.gr
https://commons.wikimedia.org
https://www.college.columbia.edu
http://erevoktonos.blogspot.gr