Έλληνες Πεζογράφοι
Επτανησιακή σχολή - 19ος αιώνας
Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904)
Ήταν σημαντικός Έλληνας λογοτέχνης. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του συγκροτείται από πολλά διαφορετικά είδη, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής (εκ Χίου) γονείς, τον Δημήτριο Ροΐδη και την Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα την Γένοβα, και αργότερα της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπουδάζει εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χ. Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα υπό τον τίτλο Μέλισσα.
Το 1855 αποφοιτώντας εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για θεραπεία για το πρόβλημα της βαρηκοΐας που είχε εμφανιστεί από τα μαθητικά του χρόνια και συνέχισε να τον ταλαιπωρεί σε όλη την ζωή του. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας. Μετά από ένα χρόνο και εξ αιτίας της επιδείνωσης της υγείας του πήγε στο Ιάσιο και το 1857 στην Βραΐλα, όπου ανέλαβε την αλληλογραφία του εμπορικού οίκου του θείου του, Δημητρίου Ροδοκανάκη. Τότε ασχολήθηκε κρυφά με την μετάφραση του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου, ο θείος του όμως το αντιλήφθηκε και τον παρότρυνε να την δημοσιεύσει. Την πλήρη μετάφραση εξέδωσε το 1860, έναν χρόνο αφού είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του.
Την επόμενη χρονιά ακολούθησε τους γονείς του στην Αίγυπτο, για θεραπεία της μητέρας του, όμως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1862 επέστρεψε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τις εμπορικές δραστηριότητες που του είχε αφήσει ο πατέρας του αλλά να αφοσιωθεί στην ενασχόληση του με τα γράμματα. Το 1866 ολοκλήρωσε την συγγραφή του μυθιστορήματος «Πάπισσα Ιωάννα», έργο μέσα από το οποίο σατιρίζει τον κλήρο της Δυτικής Εκκλησίας την περίοδο του Μεσαίωνα. Το βιβλίο αφορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο (αφορισμός που άρθηκε αργότερα) αλλά με τις συνεχείς πέντε εκδόσεις του κατάφερε να καταξιώσει διεθνώς τον Ροΐδη (ως διάσημο ή μάλλον διαβόητο - κατά σημείωση του Αρίστου Καμπάνη), ο οποίος τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με γαλλόφωνες εφημερίδες ενώ το 1870 έγινε και διευθυντής της εφημερίδας Grèce (Γκρες).
Το 1873 απώλεσε σχεδόν όλη του την περιουσία που είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής. Τον Ιανουάριο του 1875 και για 18 μήνες εξέδιδε με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο περιοδικό, χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, Ασμοδαίος μέσα από τις σελίδες του οποίου είχε την δυνατότητα να σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας καθώς και να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Υπέγραφε με τα ψευδώνυμα «Θεοτούμπης», «Σκνίπας» και πολλά άλλα παρόμοια, τα περισσότερα μιας μόνο χρήσεως, αφού τα ψευδώνυμα αυτά φαίνεται πως ήταν συνήθως αναγραμματισμοί φράσεων που τόνιζαν κάτι που είχε αναφερθεί στο αντίστοιχο άρθρο. Καυτηρίαζε την κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως την πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη.
Το 1877 άρχισε η διαμάχη του με τον Άγγελο Βλάχο, με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», στο οποίο στρεφόταν κατά του ακραίου ρομαντισμού και της πραγμάτωσής του στο έργο της Α' Αθηναϊκής Σχολής και των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878 διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες.
Το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά. Την περίοδο 1890-1900 δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος του καθαρά αφηγηματικού του έργου, που περιλαμβάνει αρκετά διηγήματα. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνεργαζόταν με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στα οποία δημοσίευε διηγήματα και κριτικά άρθρα. Πέθανε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 1904.
Εργογραφία:
• «Πάπισσα Ιωάννα» (1866). Eίναι το πιο διάσημο από τα αφηγηματικά έργα του και ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, με πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας έρχεται σε ρήξη με την κρατούσα λογοτεχνική παράδοση, τον ρομαντισμό, και με την ενίσχυση του κύρους της Εκκλησίας. Η υπόθεση του έργου είναι ένας θρύλος του 9ου αι. αρκετά διαδεδομένος στην Ευρώπη, για μια γυναίκα που κατάφερε να ανέλθει στον παπικό θρόνο, έμεινε έγκυος και γέννησε κατά την διάρκεια μιας λιτανείας, όπου και πέθανε.
- «Ιστορία ενός σκύλου»
- «Ιστορία μιας γάτας»
- «Ιστορία ενός αλόγου»
- «Ψυχολογία Συριανού συζύγου»
- «Η Μηλιά»(στην δημοτική, 1895)
- «Το παράπονο ενός νεκροθάπτου»
- «Περί συγχρόνου εν Ελλάδι κριτικής»
- «Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως»
- «Τα Κείμενα»
- «Γεννηθήτω φως»
- «Αριστοτέλης Βαλαωρίτης»
- «Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880»
- «Πάρεργα, επιμ. Δ. Ι. Σταματόπουλος»
- «Το ταξίδι του Ψυχάρη»
- «Τα Είδωλα»
- Σατωβριάνδου Οδοιπορικόν. Από Παρισίων εις Ιεροσόλυμα και από Ιεροσολύμων εις Παρισίους. (1860)
- Μακώλεϋ Ιστορία της Αγγλίας, 7 τόμοι
- Ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε
- Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας
Τα διηγήματα του Ροΐδη διαδραματίζονται στην Αθήνα και στην Ερμούπολη και στηρίζονται κυρίως σε προσωπικά του βιώματα. Είναι εμφανής σε όλα η κριτική του διάθεση εναντίον της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλά έχουν ήρωες ζώα: η σύγκριση των ζώων με τον άνθρωπο είναι αρνητική εις βάρος του δευτέρου.
Ο Ροΐδης, παρ' όλο που ο ίδιος έγραψε σε καθαρεύουσα, υποστήριζε την χρήση της δημοτικής στην λογοτεχνία.
Οι κυριότερες μελέτες του στις οποίες αναφέρεται σε γλωσσικά θέματα είναι: Ο Πρόλογος στη μετάφραση του «Οδοιπορικού» του Σατωβριάνδου, Ο Πρόλογος στα «Πάρεργα», η μελέτη για το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη και, η σημαντικότερη και εκτενέστερη, τα «Είδωλα» (1893). Το πρόβλημα της «διγλωσσίας» το θεωρούσε εθνική συμφορά και επέρριπτε στους λογίους την ευθύνη για αυτό.
Την δημοτική γλώσσα την θεωρούσε ισάξια της καθαρεύουσας σε πλούτο, ακρίβεια και σαφήνεια και πρότεινε για την λογοτεχνική γλώσσα την σταδιακή απλοποίηση της καθαρεύουσας και τον εμπλουτισμό της δημοτικής ώστε τελικά να «συναντηθούν» σε μια γλώσσα.
Παραδείγματα έργων:
Πάπισσα Ιωάννα (απόσπ.)
«Περὶ δὲ τῶν κρίσεών μου περὶ τῶν σημερινῶν τελετῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦτο μόνο λέγω, ὅτι οἰαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ ἐνδόμυχοι τῶν ἀνθρώπων πεποιθήσεις, μία τὶς ἐξωτερικὴ λατρεία τοῦ θείου πανταχοῦ καὶ πάντοτε ἐκρίθη ἀναγκαία. Ὁ ἁπλοὺς χριστιανὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἵνα παρηγορηθῇ ἐλπίζων τοὺς ἀδάμαντας καὶ σμαράγδους τοῦ Παραδείσου τῆς Ἀποκαλύψεως, ὁ δὲ φιλόσοφος σκέπτεται ἐκεῖ περὶ τοῦ ἀπείρου, τοῦ ἰδανικοῦ, τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἄλλων τοιούτων φιλοσοφικῶν κόμβων. Ἀμφοτέρων ὅμως ἡ διάνοια ἀνυψοῦται εἰς θεωρίας ἀνωτέρας τῶν ἐπιουσίων περισπασμῶν, ἀμφότεροι ἐξέρχονται ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου περιβόλου κρείττονες ἑαυτῶν καὶ κατανοοῦντες τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τοῦ Ἰησοῦ, «Οὐκ ἐν ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος».
Ἀλλ᾿ ἡ τοιαύτη λατρεία, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν αὐτῆς, πρέπει νὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἰδέας, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν ἀνθρώπων, τροποποιούμενα καθ᾿ ἑκάστην ὑπὸ τοῦ προοδεύοντος ἢ ἁπλῶς μεταβαλλομένου πολιτισμοῦ. «Τὸ θυσιαστήριον», λέγει ὁ χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος, «πρέπει νὰ μένῃ ἀκλόνητον, ἀλλὰ τὰ κοσμήματα αὐτοῦ νὰ μεταβάλλωνται κατὰ τὰς ἐποχάς». Οἱ Δυτικοὶ πεισθέντες πρὸ πολλοῦ περὶ τούτου ἐφρόντισαν νὰ ἐξορίσωσι τῶν ἐκκλησιῶν των πᾶν τὸ μὴ συνᾶδον πρὸς τὰς τάσεις τῶν συγχρόνων. Ἡ διάρκεια τῆς λειτουργίας περιωρίσθη εἰς ἓν τέταρτον τῆς ὥρας, αἱ νηστεῖαι εἶναι ὑποφερταί, οἱ ἱερεῖς ἐξευγενισμένοι, αἱ εἰκόνες αὐτῶν ἠδύνουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἡ μουσικὴ κηλεῖ τὴν ἀκοήν· ὥστε ἕκαστος δύναται ἄνευ μεγάλου τινὸς κόπου ἢ ἀηδίας νὰ εἶναι καλὸς χριστιανός.
Ἀλλ᾿ ἡμεῖς ἐκρίναμε καλὸν νὰ μείνωμεν προσηλωμένοι εἰς τοὺς τύπους τοῦ μεσαιῶνος ὡς τὰ ὀστρείδια εἰς τὸν βράχον. Ἡ ἀκολουθία μας διαρκεῖ δυὸ ὥρας, ὡς ἡ ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, καὶ οὐδεὶς ἀκροᾶται αὐτῆς· οἱ ἱερεῖς ἐκλέγονται ἐκ τῶν «περικαθαρμάτων τῆς γῆς», ὡς κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, καὶ οὐδεὶς ἀκούει τὰς συμβουλὰς αὐτῶν· αἱ νηστεῖαι ἁρμόζουσιν εἰς μεγαλοσχήμους καλογήρους, καὶ οὐδεὶς νηστεύει· αἱ εἰκόνες εἶναι τερατόμορφοι καὶ οὐδεὶς ἀσπάζεται αὐτάς· περὶ δὲ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν ῥινοφωνίας κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω τι ἐνταῦθα.
Ἐκ τούτων πάντων συμβαίνει ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ἐθνῶν, μόνοι ἡμεῖς, αἱ ἀνεπτυγμέναι τουλάχιστον παρ᾿ ἡμῖν τάξεις, στερούμεθα, δὲν λέγω τῆς πίστεως, διότι ἡ στέρησις αὕτη κατήντησε γενικὸν δυστύχημα, ἀλλὰ καὶ πάσης ἐξωτερικῆς λατρείας, ἥτις, ὡς ἀνωτέρω ἐρρέθη, ἔχει κἀκείνη τὰ καλά της, ἐνθυμίζουσα εἰς τὸν ἄνθρωπον ὅτι πλὴν τῶν σαρκικῶν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀπολαύσεις. Τὸ κατ᾿ ἐμέ, ὁσάκις ἐγονυπέτησα ὑπὸ τοὺς θόλους γοτθικῆς ἐκκλησίας, ἠσπάσθην εἰκόνα τοῦ Ραφαήλου ἢ ἔτεινα τὸ οὖς εἰς ἱερὰν τοῦ Μοζάρτου ἢ Ροσσίνι μελωδίαν…»
Τα Ανθελληνικά Αφανισμός γνώσης (απόσπ.)
«…Διότι και τους θεούς μετέβαλεν εις δαίμονας η Εκκλησία. Οι αρχαίοι ελάτρευον και εθεοποίουν τον άνθρωπον και την φύσιν. Το φως τού Ήλίου, η χλόη των λειμώνων, ο φλοίσβος τής θαλάσσης, το μειδίαμα τής παρθένου, ο έρως τής πατρίδος, ο οίκτος προς τους πάσχοντας, η φρόνησις, η ανδρεία εκαλούντο Απόλλων, Παν, Ποσειδών, Αφροδίτη, Ασκληπιός, Άρης, Αθηνά και είχον ναούς και θυσιαστήρια. Αλλ’ άμα ενίκησεν ο χριστιανισμός, ευθύς έσπευσε να κρημνίση βωμούς και τεμένη, και φωνή μεγάλη ηκούσθη λέγουσα: “Απέθανον οι θεοί”...
…Και μη νομίση τις, ότι η κραυγή εσήμαινεν, ότι ονόματα μόνον εξέλιπον ή κατηργήθησαν απλώς οι τύποι τής αρχαίας λατρείας. Απ’ εναντίας, η έρευνα των εκκλησιαστικών μνημείων πείθει ημάς, ότι αυτήν την φύσιν απεστρέφετο ο χριστιανός, ότι χρυσή αυτού ελπίς και άσβεστος πόθος ήτο ο όλεθρος τής οικουμένης, η έκλειψις τής ζωής, η συντέλεια τού αιώνος, ην παρίστα ως εγγίζουσαν και ποθητήν…
Ξεκάθαρος ο σκοπός τής θρησκείας και του ιερατείου. Επιδιώκει ν’ αφανίσει την προηγούμενην γνώση και σοφίαν καθώς και την γενικότερη επαφή τού ανθρώπου με την φύσην, στοχεύοντας στο σκότος και την άγνοιαν.
Το θείον άστρον τής πρωίας, το οποίον τοσάκις εφώτισε μετά μακράν αγρυπνίαν τον Αρχιμήδην ανευρίκονται τους νόμους τής φύσεως ή τον Πλάτωνα ονειρευόμενον την αθανασίαν, είχε μεταβληθή εις βδελυρόν διάβολον ονόματι Εωσφόρον…»
Άπαντα Ρήσεις α’ (απόσπ.)
«Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ής πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου. Αν υπήρχε λεξικόν της νεοελληνικής γλώσσης νομίζομεν ότι ο ορισμός της λέξεως κόμμα ήθελεν είναι ο ακόλουθος: Ομάς ανθρώπων ειδότων να αναγιγνώσκωσι και να ανορθογράφωσιν οίτινες ενούμενοι υπό έναν οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν του πρωθυπουργού ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι.
Ο ελληνικός λαός αναλίσκει τον χρόνο του εις αγόνους συζητήσεις…»
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://users.uoa.gr
https://www.scribd.com
http://www.freeinquiry.gr
Βιβλιογραφία:
Κλέων Παράσχος, Εμμανουήλ Ροΐδης. Η ζωή, το έργο, η εποχή του.,Αθήνα 1942