Έλληνες Πεζογράφοι
Επτανησιακή σχολή - 19ος αιώνας
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (4 Μαρτίου 1851 - 3 Ιανουαρίου 1911)
Γεννήθηκε στην Σκιάθο και γονείς του ήταν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Γκουλιώ (Αγγελική) Εμμανουήλ, το γένος Μωραΐτη. Είχε τέσσερις αδελφές και δύο αδερφούς. Εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, την θρησκευτικότητα, τα εξωκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια χριστιανική ιδιοσυγκρασία, που διατήρησε έως το τέλος της ζωής του.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του. Γράφτηκε στο Σχολαρχείο (1860), την τρίτη τάξη του οποίου όμως αναγκάστηκε να παρακολουθήσει στην Σκόπελο (1865), καθώς στην Σκιάθο είχε καταργηθεί. Η πορεία των γυμνασιακών του σπουδών πραγματοποιήθηκε επίσης μετ' εμποδίων, συνοδευόμενη από διαρκείς διακοπές εξαιτίας κυρίως της οικονομικής ανέχειας της οικογένειάς του. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο της Αθήνας το 1874, ενώ είχε προηγηθεί περιπλάνησή του στα γυμνάσια της Χαλκίδας και του Πειραιά.
Άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να φέρει το «αγγελικό σχήμα», επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του.
Μόνος του θα μάθει αγγλικά και γαλλικά στα πρώτα χρόνια των σπουδών του. Φίλος και σύντροφός του σ᾿ αυτά τα χρόνια ο λογοτέχνης ξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο μετέπειτα Ανδρόνικος μοναχός. Ο Μωραϊτίδης θα τον φέρει σε επαφή με λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της εποχής, κι ο Παπαδιαμάντης θ᾿ αρχίσει να βλέπει τα έργα του να δημοσιεύονται στον «Ραμπαγά», στον «Νεολόγο» της Κωνσταντινουπόλεως, στο «Μη Χάνεσαι» και στις εφημερίδες «Εφημερίς» και «Ακρόπολις». Γρήγορα οι συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες θα αυξηθούν, αλλά βιοποριστικό του επάγγελμα θα γίνει η δημοσιογραφία κι οι μεταφράσεις.
Το 1879 δημοσιεύει το μυθιστόρημα «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος». Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει το μυθιστόρημά του «Οι έμποροι των Εθνών» στην εφημερίδα «Μη χάνεσαι», ενώ παράλληλα άρχισε να εργάζεται ως μεταφραστής. Το 1884 άρχισε να δημοσιεύει στην «Ακρόπολη» το μυθιστόρημά του «Γυφτοπούλα», όπου από το 1892 ως το 1897 εργάζεται ως τακτικός συνεργάτης. Γράφει και μερικά ποιήματα θρησκευτικής έμπνευσης, που εξυμνούν τη μητέρα του και την Παναγία. Γρήγορα, όμως, βρήκε τον αληθινό του δρόμο και στράφηκε προς το διήγημα. Ο «Χρήστος Μηλιόνης» (1885), εμπνευσμένος από ένα δημοτικό τραγούδι, είναι η απαρχή της στροφής αυτής. Από το 1885 καταγίνεται αποκλειστικά μ’ αυτό το είδος. Οι προοπτικές φαίνονται μεγάλες για μία επιτυχή δημοσιογραφική και λογοτεχνική πορεία στην Πρωτεύουσα, όμως αυτό δεν συγκινεί τον «κοσμοκαλόγερο», τον μοναχικό και ταπεινό Παπαδιαμάντη. Οι μόνες ώρες που φαίνεται να χαίρεται στην Αθήνα είναι εκείνες που περνάει με τους απλούς καθημερινούς λαϊκούς ανθρώπους, κι εκείνες που ψάλλει στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι. Δεξιός ψάλτης ο Παπαδιαμάντης, αριστερός ο Μωραϊτίδης, και ιερέας ο προσφάτως ανακηρυχθείς Άγιος Νικόλαος Πλανάς.
Πέρα από την δυσκολία του να προσαρμοστεί στην πρωτεύουσα, παθαίνει και ρευματισμούς στα χέρια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει την δημοσιογραφική του εργασία. Χωρίς κανέναν οικονομικό πόρο θα επιστρέψει στην Σκιάθο όπου, άρρωστος, θα αφεθεί για λίγο στις φροντίδες των αδελφών του. Από το 1902 έως το 1904 μένει στην Σκιάθο απ’ όπου δημοσιεύει την «Φόνισσα». Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στον «Παρνασσό» η 25ετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, υπό την προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Αμέσως μετά επιστρέφει στην πατρίδα του όπου και μένει ως το τέλος της ζωής του. Θα προειδεί τον θάνατό του, και την δυσκαταποσία των τελευταίων ωρών του, και θα ζητήσει να τον κοινωνήσει ο ιερέας της ενορίας του δυο μέρες πριν. Κοιμήθηκε το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία. Η κηδεία του έγινε την ίδια μέρα και τον επικήδειο εκφώνησε ο Γεώργιος Ρήγας. Στις 22 Νοεμβρίου 1912 τον τάφο του επισκέφτηκε η Μαρία Βοναπάρτη και το 1925 στήθηκε η προτομή του, έργο του Θ. Θωμόπουλου.
Το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το οποίο είναι σήμερα διεθνώς αναγνωρισμένο, επηρεάστηκε άμεσα από το νησί στο οποίο γεννήθηκε και πέθανε, το νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανένας άλλος, αλλά και από τους ανθρώπους του, τις πραγματικές ιστορίες των οποίων μετέφερε γράφοντας. Υπήρξε ένας άριστος μελετητής της ανθρώπινης ψυχολογίας και των ηθών της εποχής του. Με την απαράμιλλη και γεμάτη λυρισμό πένα του, έγραψε χωρίς αμφιβολία τα κορυφαία ηθογραφήματα της νεότερης Ελλάδας. Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο δοκίμιό του για τον Μακρυγιάννη έγραψε: «Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχομε τον Παπαδιαμάντη».
Εργογραφία:
Ο Παπαδιαμάντης δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο κανένα έργο του. Μετά το θάνατό του, τυπώθηκαν από τις εκδόσεις Φέξη (1912-1913) έντεκα τόμοι με όσα διηγήματα βρέθηκαν τότε. Πέρα από τα τρία μυθιστορήματα και τα τρία εκτεταμένα διηγήματα (νουβέλες), έγραψε 180 διηγήματα και 40 μελέτες και άρθρα. Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη ανήκουν στην τρίτη περίοδο της εξέλιξής του, την λεγόμενη νατουραλιστική περίοδο, που αρχίζει με το πρώτο του διήγημα το 1887 και φτάνει ως το 1892.
Τα πιο σημαντικά του έργα ενδεικτικά είναι τα εξής:
- «Οι έμποροι των εθνών»
- «Η Γυφτοπούλα»
- «Σταχομαζώχτρα»
- «Ολόγυρα στη Λίμνη»
- «Στο Χριστό στο κάστρο»
- «Νοσταλγός»
- «Η Φόνισσα»
- «Ο Νεκρός ταξιδιώτης»
Ποιήματα
- «Στην Παναγίτσα στο Πυργί»
- «Προς την μητέρα μου»
- «Δέησις»
- «Έκπτωτος ψυχή»
- «Η κοιμισμένη βασιλοπούλα»
- «Το ωραίον φάσμα»
- «Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη»
- «Νύχτα βασάνου»
- «Επωδή παπά στη χολέρα»
- «Επωδή γιατρού στη χολέρα»
- «Το τραγούδι της Κατίνας»
- «Εις ιππεύουσαν Παναγυριώτισσαν»
- «Έρωτες στα κοπριά»
- «Στην Παναγία τη Σαλονικιά»
Διακρίσεις
- Βράβευσή του από την επίσημη πολιτεία με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος λίγο πριν από τον θάνατό του.
- Δημιουργία μουσείου στην γενέτειρά του Σκιάθο με το όνομά του.
Παραδείγματα έργων:
Η φόνισσα Κεφ. Ε’ (απόσπ.)
«Λοιπὸν ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος τί σημαίνει μία μήτηρ νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ πατὴρ διὰ τάς κόρας της, καὶ νὰ μὴν εἶναι τοὐλάχιστον μήτε χήρα. Ὀφείλει ἡ ἰδία καὶ νὰ ὑπανδρεύσῃ καὶ νὰ προικίσῃ καὶ προξενήτρια καὶ πανδρολόγισσα νὰ γίνῃ. Ὡς ἀνὴρ ὀφείλει νὰ δώσῃ οἰκίαν, ἄμπελον, ἀγρόν, ἐλαιῶνα, νὰ δανεισθῇ μετρητά, νὰ τρέξῃ εἰς τοῦ συμβολαιογράφου, νὰ ὑποθηκεύσῃ. Ὡς γυνή, πρέπει νὰ κατασκευάσῃ ἤ νὰ προμηθευθῇ «προῖκα», τουτέστι παράφερνα, ἤτοι σινδόνας, χιτώνια κεντητά, μεταξωτὰς ἐσθῆτας μὲ χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ὡς προξενήτρια πρέπει ν' ἀνιχνεύσῃ γαμβρόν, νὰ τὸν κυνηγήσῃ, νὰ τὸν ἁλιεύσῃ, νὰ τὸν ζωγρήσῃ. Καὶ ὁποῖον γαμβρόν!
Ἕνα ὡσὰν τὸν Κωνσταντήν, ὅστις ἐρρογχάλιζε τώρα, πέραν τοῦ μεσοτοίχου, εἰς τὸν πλαγινὸν θαλαμίσκον, ἄνθρωπον σπανόν, «ἀίσκιωτον», ἄγαρμπον. Καὶ ὁ τοιοῦτος να ἔχῃ «καπρίτσια», ἀπαιτήσεις, πείσματα· σήμερον νὰ ζητῇ τοῦτο καὶ αὔριον ἐκεῖνο· τὴν μίαν ἡμέραν νὰ ζητῇ τόσα, τὴν ἄλλην περισσότερα· καὶ συχνὰ «νὰ τὸν βάζουν στὰ λόγια» ἄλλοι ἰδιοτελεῖς ἤ φθονεροί, ν' ἀκούῃ ἐντεῦθεν κ' ἐκεῖθεν διαβολάς, ῥᾳδιουργίας, «μαναφούκια» καὶ νὰ μὴ θέλῃ «νὰ ταιριασθῇ». Καὶ νὰ ἐγκαθίσταται μετὰ τὸν ἀρραβῶνα στῆς πενθερᾶς τὸ σπίτι, καὶ να «σκαρώνῃ» ἔξαφνα «πρωιμάδι». Κι ὅλον τὸν καιρὸν «κόττα−πίττα». Κι αὐτὸν τὸν γαμβρόν, μὲ μυρίους κόπους, μὲ ἀνεκδιήγητα βάσανα, μόλις, μετὰ πολὺν καιρόν, νὰ τὸν πείθῃ τις νὰ στεφανωθῇ ἐπὶ τέλους. Κ' ἡ νύφη νὰ καμαρώνῃ, φέρουσα στολισμὸν πολυτελῆ, καρπὸν πολλῆς νηστείας καὶ οἰκονομίας, κ' ἡ νύφη νὰ μὴν ἔχῃ πλέον μέσην, διὰ ν' ἀναδεικνύεται τὸ πάλαι λιγυρὸν ἀνάστημά της.
Καὶ τρεῖς μήνας μετὰ τὸν γάμον νὰ γεννᾷ κόρην − μετὰ τρία ἀκόμη ἔτη ἓναν υἱὸν − μετὰ δύο ἔτη πάλιν κόρην − αὐτὴν τὴν νεογέννητον, χάριν τῆς ὁποίας ἠγρύπνει τώρα τόσας νύκτας ἡ γηραιὰ μάμμῃ. Καὶ δι' ὃλ' αὐτὰ τὰ θυγάτρια νὰ μέλλῃ νὰ ὑποφέρῃ ἡ μήτηρ των τόσα − κι ἄλλα τόσα − κι ἄλλα τόσα, ἀπὸ ὅσα ἔχει ὑποφέρει ἡ μάννα της δι' αὐτήν.
Ἔμεινεν ἡ καημένη, ἡ ἀνδροκόρη, ἡ Ἀμέρσα, ἀνύπανδρη (ἂς ἔχῃ τὴν εὐχὴν της). Εἶδε τὴν γλύκα. Τῷ ὄντι, φρόνιμη νέα. Τὶ θ' ἀπήλαυεν ἀπὸ τὰ βάσανα τοῦ κόσμου; Καὶ οὒτ' ἐζήλευε κἂν! Τὶ νὰ ζηλέψη; Ἔβλεπε τὴν μεγάλην ἀδελφὴν της καὶ τὴν ἐλυπεῖτο − τὴν ἐκαίετο.
Ὅσον διὰ τὴν μικράν, τὴν Κρινιώ, ἄμποτε κι αὐτὴν ὁ Θεὸς νὰ τὴν φωτίση! Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, ἡ μάννα της δὲν ἔχει σκοπὸν − δὲν βαστᾷ πλέον, δὲν ἀντέχει − νὰ ὑποφέρῃ διὰ νὰ τὴν ὑπανδρεύση καὶ τὸ πολλοστημόριον ὅσων διὰ τὴν μεγάλην ἀδελφὴν της ὑπέφερε. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἔπρεπε πράγματι νὰ γεννῶνται τόσα κοράσια; Καὶ ἂν γεννῶνται, ἀξίζει τὸν κόπον ν' ἀνατρέφωνται; «Δεν εἶναι», ἔλεγεν ἡ Φραγκογιαννού, «δὲν εἶναι χάρος, δὲν εἶναι βράχος;» Καλύτερα «να μὴ σώνουν νὰ πᾶνε παραπάνω». «Σὰ σ' ἀκούω γειτόνισσα!»
Μεγάλην καὶ ἱερὰν ἀνακούφισιν ᾐσθάνετο ἡ πολυπαθὴς γυνή, ὅταν συνέβαινε, μετὰ τῆς μικρὰς πομπῆς τοῦ ἱερέως, προπορευομένου τοῦ Σταυροῦ, ν' ἀκολουθῇ βαστάζουσα εἰς τάς χεῖρας της ἡ ἰδία, ὡς φιλεύσπλαγχνος καὶ συμπονετικὴ ὁποὺ ἦτον, τὸ ἐν εἴδει λίκνου μικρὸν φέρετρον. Προέπεμπε τὸ θυγάτριον μιᾶς γειτόνισσας, ἤ μακρινῆς συγγενοῦς, μέχρι τοῦ τάφου...»
Όνειρο στο κύμα (απόσπ.)
«Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισχώρει μορμυρίζον, χορεύουν με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του και λαχταρεί να σηκωθεί και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε – καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου δια να «αρμυρίσουν» εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την «ελιμπίστηκα», κι ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Άυγουστον μήνα.
Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι, το οποίον εχαράσσετο επάνω εις την ράχην. Δι’ αυτού είχα κατέλθει, και δι’ αυτού έμελλα πάλιν να επιστρέψω εις το βουνό την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα γίδια μου, δια να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σιγά δια να καθίσουν να ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κι εκάθισαν ήσυχα. Επτά ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και θα ήκουον μακρόθεν τους κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.»
Ο Νοσταλγός (απόσπ.)
«Εκάθισεν εις τας κώπας και ήρχισε να ελαύνη. Εκείνη, εις την πρύμνην καθημένη, εδέχετο κατ᾽ όψιν το ωχρόν φως της σελήνης, το οποίον επέχριεν ως με αργυράν κόνιν τους αβρούς χαρακτήρας του ωραίου προσώπου της. Ο νέος την εκοίταζε δειλώς…
Η Λιαλιώ έμεινε με το μεσοφούστανον, κοντόν έως τας κνήμας, λευκόν όσον και το κολόβιον, και με τας λευκάς περικνημίδας, υφ᾽ ας εμάντευε τις τας τορνευτάς και κομψάς κνήμας, λευκοτέρας ακόμη. Έμεινε με τα κρίνα του λαιμού της ατελώς καλυπτόμενα από την πορφυράν μεταξωτήν τραχηλιάν της, κ᾽ εκάθισε συνεσταλμένη παρά την πρύμνην, βραχυσωμοτέρα ή όσον ήτο, με το μέτριον και χαρίεν ανάστημά της…»