Έλληνες Πεζογράφοι
Επτανησιακή σχολή - 19ος αιώνας
Δημήτριος Βικέλας (15 Φεβρουαρίου 1835 - 7 Ιουλίου 1908)
Ήταν Έλληνας λόγιος, ποιητής και πεζογράφος. Είναι επίσης γνωστός για την συμμετοχή του στην επιτροπή διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896. Μάλιστα, ήταν και ο πρώτος πρόεδρος της ΔΟΕ.
Η οικογένεια του πατέρα του, Εμμανουήλ Βικέλα, ήταν σπουδαία εμπορική οικογένεια με καταγωγή από την Βέροια. Το αρχικό όνομά της ήταν Μπεκέλας. Η οικογένεια της μητέρας του Σμαράγδας ήταν η επίσης μεγάλη εμπορική οικογένεια Μελά.
Η Σμαράγδα ήταν αδερφή του συγγραφέα Λέοντος Μελά. Ο Δημήτριος γεννήθηκε στη Σύρο αλλά από την ηλικία των τεσσάρων ετών εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο και έπειτα στην Κωνσταντινούπολη.
Λόγω των μετακινήσεων της οικογένειας αλλά και δικών του προβλημάτων υγείας η φοίτησή του στα σχολεία δεν ήταν τακτική. Η μητέρα του όμως ήταν πολύ καλλιεργημένη και του προσέφερε αρκετά μαθήματα κατ' οίκον.
Ο ίδιος αργότερα ομολόγησε ότι σ' αυτήν όφειλε την κλίση του προς τα φιλολογικά ενδιαφέροντα. Σε κάποια από τις πολλές μετακινήσεις της οικογένειάς του ξαναβρέθηκε στην Σύρο, όπου και φοίτησε στο Λύκειο του Χρήστου Ευαγγελίδη. Εκεί, αυτός και ο συμμαθητής του Εμμανουήλ Ροΐδης, εξέδιδαν χειρόγραφη εφημερίδα. Το 1851 μετάφρασε την «Εσθήρ» του Ρακίνα.
Το 1852 μετέβη στο Λονδίνο για επαγγελματική εξάσκηση και εργάστηκε ως υπάλληλος και ως συνέταιρος στον εμπορικό οίκο των αδελφών Μελά. Παράλληλα σπούδασε Βοτανική (το μόνο μάθημα που μπορούσε να παρακολουθήσει, λόγω ωραρίου), αλλά τα ενδιαφέροντά του ήταν φιλολογικά και μ' αυτά ασχολήθηκε κυρίως (μελέτη και μεταφράσεις). Από το 1855 έγραφε και ποιήματα, τα οποία δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας ή υπέβαλλε στους ποιητικούς διαγωνισμούς του Πανεπιστημίου.
Το 1876 η εταιρεία Μελά διαλύθηκε και αποφάσισε να επιστρέψει στην Αθήνα. Λόγω όμως των προβλημάτων υγείας της συζύγου του έζησε αναγκαστικά πολλά χρόνια στο Παρίσι. Εκεί έγραψε και τον «Λουκή Λάρα» και πλήθος μεταφράσεων. Παράλληλα βέβαια ταξίδευε συχνά στην Αθήνα και στις εφημερίδες δημοσίευε τα διηγήματά του. Εν τω μεταξύ η υγεία της συζύγου του επιδεινωνόταν και αναγκάστηκε να την εγκλείσει σε ψυχιατρική κλινική.
Αυτό του επέτρεψε να περνάει περισσότερο καιρό στην Ελλάδα και τελικά το 1897 να εγκατασταθεί οριστικά στην Αθήνα. Εκτός από τα επιστημονικά του έργα, ασχολήθηκε με έργα κοινωφελή. Το σημαντικότερο από αυτά είναι η ίδρυση του Συλλόγου Προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, το 1899, με γραμματέα τον Γεώργιο Δροσίνη. Μετά το θάνατό του κληροδότησε την πλούσια βιβλιοθήκη του στον δήμο Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος ονόμασε την βιβλιοθήκη του προς τιμήν του "Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη".
Ο καταξιωμένος λόγιος Δημήτριος Βικέλας έφυγε ήσυχα από την ζωή στις 7 Ιουλίου 1908, σε ηλικία 73 ετών, ενώ δημοσίευμα της εποχής έγραψε ότι «οφείλει τόσα πράγματα η νεωτέρα κοινωνική ζωή μας εις την ευγένειαν και εις τα φώτα του Βικέλα, ώστε δικαίως η απώλειά του θεωρείται εθνική».
Ολυμπισμός
Ο Δημήτριος Βικέλας έλαβε μέρος στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο των Παρισίων το 1894, μετά από προτροπή του προέδρου του Πανελλήνιου Αθλητικού Συλλόγου Ιωάννη Φωκιανού, επειδή ο τελευταίος δεν μπορούσε να συμμετάσχει και επειδή ο Δημήτριος Βικέλας ήταν ήδη γνωστός Έλληνας λογοτέχνης στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με ισχυρές διασυνδέσεις.
Η ιδέα του Βαρόνου Πιέρ ντε Κουμπερτέν για τον Ολυμπισμό και την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητας στην σύγχρονη εποχή βρήκε σάρκα και οστά στο Συνέδριο, στο οποίο ιδρύθηκε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή ,εκλέχθηκε πρώτος της πρόεδρος ο Δημήτριος Βικέλας, και αποφασίστηκε να διεξαχθούν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα το 1896 μετά από πρόταση του Δημητρίου Βικέλα.
Εργογραφία:
Ως λογοτέχνης μνημονεύεται για το μυθιστόρημά του «Λουκής Λάρας», το οποίο είναι ένα έργο πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Πεζογράφημα με ρεαλιστικό και κοινωνικό περιεχόμενο, γράφτηκε το 1879 και αναφέρεται στις επιπτώσεις τις επανάστασης του 1821 στους απλούς ανθρώπους. Μαζί με τον Γεώργιο Βιζυηνό, θεωρείται ο εισηγητής του ηθογραφικού διηγήματος στην Ελλάδα.
Επίσης έγραψε:
- Την τραγωδία «Εσθήρ». Ερμουπόλη 1851
- Την ποιητική συλλογή «Στίχοι». Λονδίνο 1862
- Την μελέτη «Περί νεοελληνικής φιλολογίας». Λονδίνο 1871
- Την μελέτη «Περί Βυζαντινών». Λονδίνο 1874
- Το πεζογραφικό έργο «Διηγήματα». Αθήνα 1887
- Το «Διαλέξεις και Αναμνήσεις», που περιέχει 23 δοκίμια του. Αθήνα 1893
- Το «Η ζωή μου. Παιδικαί αναμνήσεις» που περιέχει τα απομνημονεύματα του. Αθήνα 1908
- Το διήγημα «Ο Πάπα Νάρκισσος». Αθήνα 1887
- Το διήγημα «Ό Φίλιππος Μάρθας». Αθήνα 1887
Μεταφράσεις:
Ο ίδιος έχει μεταφράσει πολλά βιβλία ανάμεσα στα οποία έργα μεγάλων ξένων συγγραφέων όπως ο Σαίξπηρ και άλλοι.
Ποίηση:
Το 1885 κυκλοφόρησε στην Αθήνα σε δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση η ποιητική του συλλογή «Στίχοι».
Παραδείγματα έργων:
Λουκής Λάρας (απόσπ.)
«Την επιούσαν ήμεθα από πρωίας συνηγμένοι κατά το σύνηθες εις την ισόγειον της οικίας είσοδον, ήτις εχρησίμευεν ως κοινή αίθουσά μας. Καθήμενοι εις των θυρών τα κατώφλια και επί των βαθμίδων της κλίμακος συνεσκεπτόμεθα, ως πάντοτε, περί του πρακτέου, αναμένοντες τι η ημέρα θα μας φέρει και υπολογίζοντες πότε ηδυνάμεθα να περιμένωμεν απόκρισιν εκ Ψαρών.
Η Ανδριάνα μόνη ήτο απούσα. Είχεν εξέλθει προς εύρεσιν τροφής. Και άλλοτε κατώρθωσε να ποικίλει την πενιχράν δίαιτάν μας συλλέγουσα χόρτα άγρια εις τους πέριξ του χωρίου λόφους. Αλλ’ εβράδυνεν ήδη να επιστρέψει. Και η μήτηρ μου, ανησυχούσα, πολλάκις ήνοιξε την θύραν και προέτεινε την κεφαλήν εις την οδόν, να ίδει μη φαίνεται ερχόμενη.
Η Ανδριάνα ήτο ο γενικός προστάτης, η αληθής πρόνοια ολοκλήρου της εις Μεστά δυστυχούς ημών ομάδος. Πλήρης αυταπαρνήσεως και αφοσιώσεως, περιέθαλπε την μητέρα και τας αδελφάς μου και εφρόντιζε περί πάντων των λοιπών· όλα τα επρόφθανεν, όλα τα εσυλλογίζετο· αυτή εύρισκεν ή εφεύρισκε την καθημερινήν τροφήν μας, αυτή έφερε το νερόν εκ της πηγής, αυτή κατώρθωσε δι’ αχύρων και παλαιών ταπήτων ν’ αυτοσχεδιάσει στρωμνάς δι’ όλους εις τα εύκαιρα δωμάτια της οικίας εκείνης· αυτή μας έφερεν ειδήσεις έξωθεν, σχετιζόμενη μετά των χωρικών και τα πάντα ερευνώσα και τα πάντα μανθάνουσα. Η ενεργητικότης της ήτο αδάμαστος και ακατάβλητος η ευθυμία της. Είχε την καρδίαν υγιά και ακμαίαν όσον και το σώμα, και συχνάκις δια της ζωηρότητος, διά της φαιδρότητός της έφερεν εις τα χείλη μας το μειδίαμα, εν μέσω της επικρατούσης εκεί γενικής αθυμίας.»…
…Η είσοδος ήτο στενή και σκοτεινή, εις δε το βάθος ηνοίγετο ο σταύλος τετράγωνος και οπωσούν ευρύχωρος· αλλ’ ουδ’ αυτός είχε παράθυρον ή άλλην οπήν, ώστε, ότε εκλείετο η επί της αυλής θύρα της διόδου, το σκότος ήτο ψηλαφητόν και η αποφορά δεν είχε διέξοδον. Τέσσαρα ημερόνυκτα εμείναμεν εντός του κρυψώνος τούτου, δεκαοκτώ εν συνόλω ψυχαί!
Το εσπέρας της πρώτης ημέρας η φιλάνθρωπος γραία μάς έφερε σάκκον πλήρη σύκων. Ότε δε συνηθίσαμεν εις το σκότος, ανεκαλύψαμεν εις μίαν γωνίαν κάδον έχοντα εισέτι ύδωρ αρκετόν, προς ποτισμόν των αγελάδων. Χάρις εις το ύδωρ τούτο και εις τα σύκα δεν απεθάνομεν της δίψης και της πείνης. Εις θέσιν σε προέχουσαν επί μιας των πλευρών του σταύλου εύρομεν άχυρον, το οποίον εστρώσαμεν κατά γης, διά να μη κατακλίνωνται επί του βορβορώδους εδάφους αι γυναίκες και τα παιδία. Και εζήσαμεν ούτω τέσσαρας νύκτας και τέσσαρας ημέρας!»
Διηγήματα Η άσχημη αδερφή, Α’ μέρος (απόσπ.)
«Ο Κύριος Πλατέας, καθηγητής των Ελληνικών εις το Γυμνάσιον Ερμουπόλεως, επέστρεφεν από τον τακτικόν απογευματινόν περίπατόν του. Άλλοτε ο περίπατος ούτος εγίνετο εις τα Βαπόρια. Αλλ' αφού ήρχισεν η χάραξις της οδού της μελλούσης, ως ελέγετο, ν' απολήξη εις Χρούσα, ο Κύριος καθηγητής, αντί του τετραπλού καθ' εκάστην γύρου του εις τον περιωρισμένον και μόνον έως τότε περίπατον εκείνον των Ερμουπολιτών,έφερε τα βήματά του εις την νέαν οδόν. Παρακολουθών μετά μεγίστου ενδιαφέροντος την γινομένην εργασίαν, παρεξέτεινεν από εβδομάδα εις εβδομάδα τον δρόμον του αναλόγως της προοδευούσης οδοποιίας, οι δε συνάδελφοί του έλεγον περί αυτού ότι θα καταντήση ούτω να περιπατή μέχρι τέλους έως εις τα Χρούσα, όταν η οδός τελειωθή. Αλλά κατ' εκείνην την εποχήν (δηλαδή περί το έτος χιλιοστόν οκτακοσιοστόν και πεντηκοστόν) η συντηρητική των δημοτών μερίς εθεώρει άσκοπον και περιττήν την προς κατασκευήν της οδού δαπάνην, μη επιτρεπομένης δε της τοιαύτης δαπάνης και από τα μέσα του δήμου, αι εργασίαι είχον πρό τινων μηνών διακοπή. Η οδός έφθανε μέχρι του ανοίγματος της πετρώδους φάραγγος του Μάνα, και μέχρι του σημείου εκείνου περιωρίζετο επί του παρόντος ο καθημερινός του Κυρίου Πλατέα περίπατος.
Την άσκησιν ταύτην επέβαλλον εις τον καθηγητήν λόγοι υγιεινής. Αληθώς ηεξωτερική του μορφή δεν εμαρτύρει την ανάγκην πολλής προσοχής περί τα της διαίτης. Αλλ' αυτή αύτη η πληθώρα υγείας, η εκδηλουμένη διά της αυξανούσης πολυσαρκίας, ήτο λόγος ανησυχίας δικαιών τα προφυλακτικά μέτρα του.»
Η ζωή μου (απόσπ.)
«Επί των ακαλλιεργήτων τότε λόφων ήνθιζαν τα ωραία άνθη των σπαρτών. Ο παιδικός μου θαυμασμός δια το χαρέστατον φυτόν δεν εξαντλήθη έκτοτε, οπόταν δεν βλέπω ανθισμένα σπαρτά, επανέρχονται εις την μνήμην μου οι λόφοι του Γενιμαχαλά.
Η νεόδμητος οικία της θείας μας εκείτο εις ύψωμα, οπόθεν κατέβαινε τις δια κλίμακος λιθίνης εις επίπεδον στενόν μετασχηματισθέν εις κήπον, κάτωθεν δε αυτού υπήρχε βράχος, βρεχόμενος από την θάλασσαν. Η Ντούντου ηγάπα τα άνθη της και παρακολουθεί μετά τίτος ανησυχίας τα εντός του κήπου παιγνία μας...
…Εν γένει, ο βίος ομοιάζει προς οδοιπορίαν διά σιδηροδρόμου.»
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.greek-language.gr
http://www.ebooks4greeks.gr
Βιβλιογραφία:
Μαριάννα Δήτσα, "Εισαγωγή" στο: Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, Ερμής, Αθήνα 1991