Πεζογράφοι 20ος αιώνας

Στρατής Μυριβήλης

Στρατής Μυριβήλης

Έλληνες πεζογράφοι 20ος αιώνας Στρατής Μυριβήλης (30 Ιουνίου 1892 - 19 Ιουλίου 1969) Ήταν Έλληνας συγγραφέας, απ' τους σημαντικότερους πεζογράφους της Γενιάς του '30. Γεννήθηκε στην Συκαμιά της Λέσβου στις 30 Ιουνίου 1892, όπου και έζησε ως το 1969. Κατά τα πρώτα του σχολικά χρόνια αδιαφορούσε για τα μαθήματα και δεν άντεχε την πειθαρχία του σχολείου. Παρόλα αυτά στο Γυμνάσιο η λογοτεχνία κίνησε έντονα το ενδιαφέρον του. Η Λέσβος εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλη πνευματική άνθηση και ο Μυριβήλης

 

Έλληνες πεζογράφοι

20ος αιώνας

Στρατής Μυριβήλης (30 Ιουνίου 1892 - 19 Ιουλίου 1969)

01 stratis mirivilisΉταν Έλληνας συγγραφέας, απ' τους σημαντικότερους πεζογράφους της Γενιάς του '30. Γεννήθηκε στην Συκαμιά της Λέσβου στις 30 Ιουνίου 1892, όπου και έζησε ως το 1969. Κατά τα πρώτα του σχολικά χρόνια αδιαφορούσε για τα μαθήματα και δεν άντεχε την πειθαρχία του σχολείου. Παρόλα αυτά στο Γυμνάσιο η λογοτεχνία κίνησε έντονα το ενδιαφέρον του. Η Λέσβος εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλη πνευματική άνθηση και ο Μυριβήλης ήρθε σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους του νησιού και άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά. Παράλληλα, επειδή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, εργαζόταν ως δάσκαλος.

Το 1912 μετακόμισε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στην Φιλοσοφική και την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως συντάκτης σε διάφορες εφημερίδες. Την ίδια χρονιά κατατάχθηκε στον στρατό ως εθελοντής και πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Μικρασιατική εκστρατεία. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή επέστρεψε στην Λέσβο, όπου και παρέμεινε ως το 1932. Εκεί ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία και την λογοτεχνία. Επίσης εξέδιδε δύο εφημερίδες, την "Καμπάνα" (1923-1924) και τον "Ταχυδρόμο" (μέχρι την εγκατάστασή του στην Αθήνα το 1932). Συνέχισε να συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες ("Η Καθημερινή", "Ακρόπολις", "Η Πρωία"), περιοδικά ("Νέα Εστία", "Το Ναυτικό μας", "Στρατιωτικά Νέα") και τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών. Παράλληλα, από το 1938 ως το 1955 εργαζόταν στην βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ έγινε και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1958. Το 1940 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας για την συλλογή διηγημάτων «Το γαλάζιο βιβλίο» και το 1958 έγινε Ακαδημαϊκός. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Στρατής Μυριβήλης μαζί με άλλους Έλληνες λόγιους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. Κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τάχθηκε με ζήλο εναντίον των κομμουνιστών. Πέθανε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 1969, από βρογχοπνευμονία.
Εργογραφία

Ο Στρατής Μυριβήλης πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1915, με τα διηγήματα «Κόκκινες ιστορίες». Η πρώτη περίοδος του έργου του είναι εμπνευσμένη από το παρόν ή το άμεσο παρελθόν, την ζωή στην Μυτιλήνη και κυρίως τις εμπειρίες του από τον πόλεμο. Αποκορύφωση της έκφρασης του αντιπολεμικού πνεύματος είναι το μυθιστόρημα «Η ζωή εν τάφω» (1924). Αυτήν η περίοδος ολοκληρώνεται το 1932 με το μυθιστόρημα «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια». Κατά την δεύτερη περίοδο στράφηκε στο παρελθόν και τις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Τα έργα της περιόδου είναι οι νουβέλες «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης» (1943), «Τα παγανά» (1945), «Ο Παν» (1946), το μυθιστόρημα «Η Παναγιά η Γοργόνα» (1949) και οι συλλογές διηγημάτων «Το πράσινο βιβλίο» (1935), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959).

Συνολική εργογραφία:

Συλλογές διηγημάτων

  • «Κόκκινες ιστορίες», 1915
  • «Διηγήματα», 1928
  • «Το πράσινο βιβλίο», 1936
  • «Το γαλάζιο βιβλίο», 1939
  • «Το κόκκινο βιβλίο», 1952
  • «Το βυσινί βιβλίο», 1959

Μυθιστορήματα

  • «Η Ζωή εν τάφω», 1924 α' έκδοση
  • «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», 1932
  • «Η Παναγιά η Γοργόνα» (δημοσιεύτηκε με τίτλο Η Παναγιά η Ψαροπούλα το 1939 σε συνέχειες. Στην συνέχεια αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και οριστικά εκδόθηκε το 1949).
  • «Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων» (μαζί με τους Καραγάτση, Τερζάκη, Βενέζη), 1958.

Νουβέλες

  • «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης», 1941
  • «Τα παγανά», 1945
  • «Ο Παν», 1946

Άλλα έργα

  • «Ο αργοναύτης» (παιδικό μυθιστόρημα), 1936
  • «Το τραγούδι της Γης-ελληνική συμφωνία». Λυρικό πεζογράφημα., 1937
  • «Μικρές φωτιές» (ποιητική συλλογή), 1942
  • «Ιωάννης Γρυπάρης· Σκαραβαίοι και Τερρακότες» (διάλεξη της 11ης/4/1943 στο θέατρο Κυβέλη), 1943
  • «Το Πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου» (δοκίμιο), 1945
  • «Απ' την Ελλάδα» (ταξιδιωτικό), 1954
  • «Μιλάμε για την Τέχνη» (δοκίμιο), 1958
  • «Το λογοτεχνικό τέταρτο» (δοκίμιο - εκπομπές από ραδιόφωνο), 1962
  • «Αγνάντεμα Α: Ο Παλαμάς στη ζωή μου» (δοκίμιο), 1963


Παραδείγματα έργων:

H ζωή εν τάφω Ο λόφος με τις παπαρούνες (απόσπ.)

02 h zoh en tafo«Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
Ήταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κ' εμάς. Είχε νερό μπόλικο και πρασινάδα εκεί δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο.
Μας δεχτήκανε με χαρές σχεδόν παιδιάτικες. Γελούσανε, και μεις γελούσαμε, μας χάριζαν κονσέρβες, σουγιάδες. Με τα μεγάλα τους χέρια μάς χτυπούσανε στην πλάτη. Τραβούσανε και μας δείχναν από την τραχηλιά τους χρυσά, σιντεφένια σταυρουδάκια και φυλαχτάρια κρεμασμένα με αλυσιδίτσες. Σταυροκοπιόντανε με τον ορθόδοξο τρόπο.
— Κριστιάν! Κριστιάν!
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ' τη γλώσσα τ' αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κ’ η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.
Βρήκα κ' ένα νεώτατον αξιωματικό, λεπτοκαμωμένο σαν κορίτσι, με μεγάλα γυαλιά και γελαζούμενα χείλη, που θυμόταν απ' το σκολειό του μερικά αρχαία, τσάτρα-πάτρα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά σαν του καλαμποκιού, είχε κ’ ένα χρυσό μουστακάκι.
— Ημείς ρούσιαν λίαν Έλληνες αγαπώμεθαν! Οδησσόν λίαν Έλληνες! Λίαν!
Πήρε ύφος και μου απάγγειλε κάτι αλαμπουρνέζικα, που, όπως με βεβαίωσε ήταν Όμηρος από το πρωτότυπο. Κατόπι κάμανε μια μεγάλη χορωδία και μας τραγούδησαν λαϊκά τραγούδια. Καμπόσοι τα κομπανιάριζαν με κάτι μακριές μπαλαλάικες που τις σήκωναν στη ράχη σταυρωτά με το ντουφέκι τους. Δεν κατάλαβα τα λόγια των τραγουδιών, μα σίγουρα θα μιλούσαν για ένα δάσος χιονισμένο, για ένα χωριό χιονισμένο, που οι μπουχαρίδες των καλυβιώ του θυμιάζουνε γαλάζιον καπνό μέσα στον παγωμένον αγέρα. Ξανθιές γυναίκες με χοντρές πλεξούδες κάθουνται πίσω απ' τα κλειστά τους τζάμια, με το λευκό κούτελο ακουμπισμένο στο γυαλί…»


Το τραγούδι της γης
(απόσπ.)

03 to tagoudi ths ghs«Ας σβήσει το τραγούδι. Ας σβήσει σιγαλινά το τραγούδι. Ας καταλαγιάσουν οι φωτιές, ας μαραθούν οι ξανθές φλόγες, ας ρίξουν τα φτερά τους τα μελτέμια. Στάχτη χιονίζει στα ξανθά κεφάλια, χρυσόσκονη πασπαλίζεται στην πράσινη κόμη των δασών.

Αγαπημένοι, θα πεθάνουμε ένα βράδυ, και ο νους μας, που αστράφτει από τη ματιά του Θεού, θα σκοτεινιάσει σαν την απονύχτερη εκκλησία. Έτσι θα πεθάνουμε ένα βράδυ, όταν το φως της ζωής θα χαμηλώνει στον ορίζοντά μας όπως το μάτι της αδειανής λάμπας. Και την ίδιαν ώρα μιλιούνια νέες ζωές θα ξεκινούν ανυπόμονα από τις καρπισμένες μήτρες. Αμέτρητα χεράκια θα ψάχνουνε να πιάσουν το γαλάζιο φως, αυτό που θα βασιλεύει αξημέρωτα μέσα στα πηγμένα μάτια μας. Θα να ρθει η αφεύγατη ώρα. Και μεις πρέπει να κλειδώσουμε δυνατά τα δόντια, να καταπιούμε, περήφανοι και πεισματάρηδες, ετούτον το μικρό στοχασμό. Θα σταθεί ακίνητο το βλέφαρό μας, όπως το ματόφυλλο των αγαλμάτων. Θα πετάξει η ματιά μες από τα μαραμένα ματόκλαδά μας, όπως φεύγει μια πεταλούδα…»

 

Το πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου (απόσπ.)

04 to pneuma«Είναι μέσα στη ζωή των ατόμων, όπως και μέσα στη ζωή των λαών, μερικές ημερομηνίες που στέκουνται σαν ορόσημα και υψώνουνται σαν βίγλες. Εκεί λοιπόν που περπατάμε την καθημερινή μας χαμοζωή, σκυφτοί κάτω από το βάρος της βιοπάλης, σκυθρωποί από τα πάθη και τα ιδιωτικά συμφέροντα, βλοσυροί από τον ανελέητον αγώνα για την ύπαρξη, ακούμε τις ιερές καμπάνες να σημαίνουν τον όρθρο της ψυχής και ξαφνιαζόμαστε.

Σταματάμε μεσοστρατίς και βλέπουμε μπροστά μας την ψηλή κορφή. Η καρδιά γεμίζει αναγάλλια, τα μάτια μας βουρκώνουν. Ώ! την ξαίρουμε τούτη την υψηλότατη σκοπιά, στην κορφή της ανεμίζει χαιρετιστικά η σημαία που υψώσαμε με τα ματωμένα μας χέρια. Με τούτα τα δικά μας χέρια, με των πατεράδων μας, με των προγόνων μας τα χέρια!

Αυτό μας κάνει να σηκώσουμε το μέτωπο, αυτό μας κάνει να ξεφορτωθούμε μια στιγμή το φορτίο των μεριμνών που χαμηλώνουν τα μάτια και το πρόσωπο προς τη γη. Τότες μια λαχτάρα ξεπηδάει από την καρδιά μας. Νανέβουμε την ψηλή κορυφή, να σταθούμε ορθοί στην ακρότατην άκρην…»


Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.ebooks.edu.gr
http://stratis-myrivilis.weebly.com