Έλληνες πεζογράφοι
20ος αιώνας
Γεώργιος Θεοτοκάς (1905 - 30 Οκτωβρίου 1966)
Ήταν Έλληνας λογοτέχνης και δικηγόρος. Αποτέλεσε έναν από τους εκπροσώπους και τους κορυφαίους διανοητές της γενιάς του ’30, ίσως και το πιο πολύπτυχο μέλος της.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ενώ οι γονείς του, Ανδρονίκη και Μιχάλης κατάγονταν από την Χίο. Φοίτησε στην Σχολή Ζαμαρία την περίοδο 1911-1913 και κατόπιν στο Εθνικόν Ελληνογαλλικόν Λύκειον, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1922. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922, η οικογένεια Θεοτοκά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο Θεοτοκάς φοίτησε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγγραφόμενος σε αυτήν το 1922 από την οποία αποφοίτησε στις 26 Νοεμβρίου 1926. Στα φοιτητικά του χρόνια μέλος της Φοιτητικής Συντροφιάς δημοσιεύει άρθρο στην εφημερίδα Νέα Χίος με τίτλο «Η κοινωνική σημασία του έργου του Ψυχάρη». Παράλληλα αρθρογραφεί στην ομώνυμη εφημερίδα της Φοιτητικής Συντροφιάς με θέματα από το γλωσσικό ζήτημα και την λογοτεχνία, έως το οικογενειακό δίκαιο.
Τον Ιανουάριο του 1927 αναχώρησε για το Παρίσι με σκοπό την πραγματοποίηση ελεύθερων σπουδών στα αντικείμενα της νομικής, της ιστορίας και της φιλοσοφίας. Εκεί αρθρογραφεί από τις στήλες της εφημερίδας Αγών των αδελφών Καστανάκη. Την περίοδο αυτή διαμορφώνονται οι ιδέες που θα αποτυπώσει στο «Ελεύθερο Πνεύμα» το οποίο αρχίζει να επεξεργάζεται στον επόμενο σταθμό των σπουδών του το Λονδίνο. Το 1928 μετακομίζει από το Παρίσι στο Λονδίνο όπου μελετά το αγγλικό δίκαιο, την αγγλική φιλολογία και παρακολουθεί μαθήματα ιστορίας και πολιτισμού. Επέστρεψε λίγο αργότερα, το φθινόπωρο του 1929, στην Αθήνα και εργάστηκε ως δικηγόρος. Παράλληλα, δραστηριοποιήθηκε έντονα στον πνευματικό χώρο. Το 1929 εξέδωσε το δοκίμιό του «Ελεύθερο Πνεύμα», που εκ των υστέρων χαρακτηρίστηκε ως «μανιφέστο" της Γενιάς του '30» και συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ το 1933 κυκλοφόρησε το πρώτο λογοτεχνικό του έργο, το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος «Αργώ».
Η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε με το «Βραβείο πεζογραφίας» το 1939 για το μυθιστόρημά του «Το Δαιμόνιο». Το έργο του διακόπηκε όμως προσωρινά λόγω του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940: στις 22 Νοεμβρίου 1940 παρουσιάζεται εθελοντής στο Γουδί αλλά του αρνούνται την κατάταξη. Στις 10 Μαΐου 1948 παντρεύεται την βυζαντινολόγο Ναυσικά Στεργίου στην Θεσσαλονίκη. Στην διάρκεια της δεκαετίας του 1940 στρέφεται στο θέατρο και εκδίδει τα έργα: «Αντάρα στ' Ανάπλι» (1942), «Το Γεφύρι της Άρτας» (1942), «Πέφτει το βράδυ» (γραμμένο το 1941 και δημοσιευμένο το 1943). «Το κάστρο της Ωριάς» (1944) και το 1947 «Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας». Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου τις περιόδους: 16 Φεβρουαρίου 1945-10 Μαΐου 1946 και 1952-1953. Το 1945 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας Sigfrid Siwertz.
Από τον Αύγουστο του 1952 έως τις αρχές Φεβρουαρίου 1953 ταξιδεύει στις ΗΠΑ. Το 1960 επισκέπτεται την Αίγυπτο, το Όρος Σινά και το Άγιον Όρος. Το 1961 ταξίδεψε στον Λίβανο και στην Συρία, το 1962 στην Ρουμανία, στην Σοβιετική Ένωση και στην Περσία. Τον Δεκέμβριο του 1962 επισκέπτεται την την Οδησσό, την Μόσχα και το Λένινγκραντ. Τον Σεπτέμβριο του 1963 συμμετείχε μαζί με τον Ευάγγελο Παπανούτσο στην Υποεπιτροπή Παιδείας της Ενώσεως Κέντρου, η οποία συνέταξε ένα πλήρες σχέδιο για το εκπαιδευτικό σύστημα σε περίπτωση που η Ένωση Κέντρου ανελάμβανε την εξουσία. Το 1964 διορίστηκε πρόεδρος του Δ.Σ. του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ενώ το 1965 επισκέπτεται την Βουλγαρία. Η σύζυγός του Ναυσικά Στεργίου πέθανε τον Ιούλιο του 1959 και το 1966 παντρεύτηκε με την Κοραλία Ανδρειάδη. Πέθανε στις 30 Οκτωβρίου του 1966 στην Αθήνα, σε ηλικία 61 χρόνων, από καρκίνο στο συκώτι, ο οποίος δεν είχε διαγνωσθεί έγκαιρα.
Εργογραφία:
Μερικά από τα πιο σημαντικά του έργα ενδεικτικά είναι τα εξής:
- «Ελεύθερο Πνεύμα»
- «Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα»
- «Αργώ»(1933, 1936)
- «Το Δαιμόνιο»
- «Λεωνής»
- «Στο κατώφλι των καιρών»
- «Εθνική Κρίση»
Παραδείγματα έργων:
Ελεύθερο Πνεύμα (απόσπ.)
«Την έλλειψη αληθινής ανάπτυξης, φανερώνει καλά και η έλλειψη ανοχής και ψυχραιμίας που χαρακτηρίζει σχεδόν πάντα τις ελληνικές συζητήσεις. Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου. Πώς μπορεί να είναι σοβαρό υποκείμενο αφού τολμά να λέει όχι όταν εμείς λέμε ναι; Να πάει πρώτα να μάθει γράμματα κι ύστερα να έρθει να συζητήσει μαζί μας.
Αυτό δεν είναι όλο. Τον αρνούνται και ως άτομο. Είναι φαύλος και κακόπιστος. Είναι κουτός. Είναι παλαβός. Είναι αίσχος για την Ελλάδα να υπάρχει ένα τέτοιος άνθρωπος. Είναι δημόσιος κίνδυνος. Πρέπει να εκλείψει οπωσδήποτε, να εξολοθρευτεί, να καταργηθεί, να μην μείνει κανένα ίχνος του στο πρόσωπο της Γης. Δεν κατορθώνουν να πιστέψουν οι Έλληνες ότι ένας άνθρωπος που σκέπτεται διαφορετικά από αυτούς μπορεί να είναι πολύ άξιος, πολύ έντιμος, πολύ χρήσιμος άνθρωπος. Άξιοι, έντιμοι, χρήσιμοι είναι μονάχα αυτοί που συμφωνούν μαζί μας. Οι άλλοι όλοι: φωτιά και τσεκούρι!
Μεσ’ στο δημιουργικό αναβρασμό της σημερινής Ευρώπης τι θέση κρατά η Ελλάδα; Τι συμβολή προσφέρουμε στις μεγάλες προσπάθειες που καταβάλλονται τριγύρω μας; Τίποτα! Το αισθανόμαστε βαθιά μόλις περάσουμε τα σύνορά μας πως δεν αντιπροσωπεύουμε τίποτα, πως κανείς δεν μας λογαριάζει στα σοβαρά, πως δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τη θέση που κρατούμε στην Ευρώπη, πως είμαστε στα μάτια των ξένων μονάχα χρηματομεσίτες, βαπορατζήδες και μικρομπακάληδες και τίποτα περισσότερο. Αφού περιπλανηθούμε αρκετά μεσ’ στον ευρωπαϊκό πολιτισμό γυρνούμε κάποτε στο σπίτι με σφιγμένη την καρδιά. Που είναι λοιπόν οι Έλληνες; Τους γυρέψαμε παντού και δεν τους βρήκαμε πουθενά.
Υπάρχουν όμως σε αυτό το σημείο, όπως σ’ όλα, διάφοροι ορίζοντες και διάφορες προοπτικές. Οι νοικοκυραίοι, αντιπρόσωποι της σημερινής ελληνικής αρμοδιότητας, θα μας πουν πως δεν είναι η ώρα κατάλληλη για να ξυπνούμε…»
Αργώ α’ τόμος (απόσπ.)
«Για το Σωματείο η Αργώ: «Η ατμόσφαιρα της αίθουσας είταν πάντα βαριά από ηλεκτρισμό και η παραμικρή πρόκληση μπορούσε να ανάψει μονομιάς τη φωτιά –τις ζητωκραυγές, τους γιουχαϊσμούς, τα σφυρίγματα, τα θούρια τις βρισιές: άτιμοι, προδότες, δολοφόνοι… Το ξύλο έπεφτε για ψύλλου πήδημα και τα τζάμια αλλάζανε συχνά»…
Για την αδρανούσα ελίτ: (περιγραφή από την Αθηναϊκή Λέσχη) «Αρκετοί κύριοι τον τριγύριζαν και τον άκουαν, ξαπλωμένοι σε βαθιές πέτσινες πολυθρόνες, με ύφος πολυάσχολο και βαριεστημένο, μάλλον ηλικιωμένοι οι περισσότεορι, κοιλαράδες, φαλακροί, κατακόκκινοι, νυσταλέοι όλοι τους. Έμοιαζαν χορτάτοι άνθρωποι, γεμάτα πουγγιά, καλοφτασμένες καρριέρες, που δεν σκοτιζότανε για τίποτα στον κόσμο παρά μονάχα για την ακεραιότητα των εισοδημάτων τους»…
Για το θλιβερό περιβάλλον των λαϊκών γειτονιών: «Μα σ’ αυτή τη συνοικία του Σταθμού της Πελοποννήσου, ο Θεός, το Κράτος και ο Δήμος συνωμότησαν , θαρρείς για να μην αφήσουν καμμία παρηγοριά στις ψυχές των ανθρώπων. Εδώ όλα είναι γκρίζα και ανέκφραστα. Η φύση απουσιάζει και την αντικατασταίνουνε μερικές μαύρες καμινάδες εργοστασίων, που ξεπροβάλλουν δώθε-κείθε ανάμεσα από τα ντουβάρια»…
Λεωνής (απόσπ.)
«Ο παππούς τον γαργάλευε κι ο Λεωνής ξεφώνιζε. Ύστερα ο παππούς άρχιζε διάφορες σοβαρές συζητήσεις με τα πρόσωπα που είταν εκεί. Ο Λεωνής δεν καταλάβαινε τίποτα, μα χαιρότανε ν’ ακούει. Μαζευότανε σε μια γωνιά και άκουε.
Ο παππούς είτανε ψηλός και ίσιος, είχε ωραία μέση, του άρεζε να χορεύει ελληνικούς χορούς. Είχε γένια άσπρα κομμένα τετράγωνα. Την Κυριακή φορούσε μαύρη ρεντιγκότα και ημίψηλο καπέλο και κρατούσε ένα μεγάλο, βαρύ μπαστούνι με ασημένιο χέρι σαν εκείνα που συνήθιζαν οι δεσποτάδες.
Το όνομά του είταν ο γέρο Μπιλαρίκης, έτσι τον έλεγαν όταν δεν είτανε παρών. Τα παιδιά του είτανε τα παιδιά του γέρο Μπιλαρίκη, μ’ αυτό τον τίτλο τα ήξερε ο κόσμος. Ο Λεωνής είτανε το εγγονάκι του γέρο Μπιλαρίκη. Όλους τους σκίαζε ο παππούς και τους πρόσταζε.»
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com
Βιβλιογραφία:
Γιώργος Θεοτοκάς «Ελεύθερο Πνέυμα», Επιμέλεια Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα 2002.