Έλληνες πεζογράφοι
20ος αιώνας
Κώστας Ταχτσής (8 Οκτωβρίου 1927 – 25 Αυγούστου 1988)
Ήταν διακεκριμένος Έλληνας λογοτέχνης της λεγόμενης μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στην Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του Ταχτσή, Γρηγόριος, και η μητέρα του, Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Οι πρόγονοι του πατέρα του ήταν Έλληνες που ήρθαν στην Θεσσαλονίκη πρόσφυγες γύρω στο 1860, όταν η Βουλγαρία έκανε την εθνική της επανάσταση κι ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος. Ο Κώστας Ταχτσής ήταν ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας. Το πρώτο παιδί του ζεύγους που ήταν και αγόρι είχε πεθάνει λίγες μέρες μετά την γέννα. Αυτός ο αδερφός που έχασε πριν να γεννηθεί ο ίδιος, ήταν και μια από τις έμμονες ιδέες του συγγραφέα.
Σε ηλικία επτά ετών, μετά τον χωρισμό των γονέων του, αναγκάστηκε να πάει στην Αθήνα για να ζήσει με την γιαγιά του. Στην Αθήνα τελειώνει δημοτικό και γυμνάσιο, εκτός από μία τάξη του δημοτικού (συγκεκριμένα την δευτέρα, στην οποία γράφτηκε απευθείας ως κατοίκον διδαχθείς) που την τέλειωσε στην Βέροια.
Το 1945 υποβάλει τα χαρτιά του στην Σχολή Εμποροπλοιάρχων, αλλά τις ημέρες των εξετάσεων αρρωσταίνει από τυφοειδή πυρετό. Εγγράφηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, αφού φοίτησε μόνο για δύο χρόνια. Στρατεύεται και ενώ αρχικά υπηρετεί ως απλός φαντάρος, του απονέμεται αργότερα ο βαθμός του ανθυπολοχαγού. Το 1951 προσλήφθηκε ως βοηθός του Αμερικανού διευθυντή στα έργα για το φράγμα του Λούρου. Το φθινόπωρο του 1954 φεύγει για την Αγγλία μέχρι το καλοκαίρι του 1955, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα και ζει από τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Τον Μάρτιο του 1956 πηγαίνει στην Γερμανία και στο Αμβούργο μπαρκάρει με δανέζικο πλοίο ως καμαρότος. Ξεμπαρκάρει στο Λιβόρνο και επιστρέφει στην Αθήνα.
Εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία «Το παιδί και το δελφίνι». Το φθινόπωρο ξεκινάει για την Βιέννη για να συνεχίσει το γράψιμο ενός μυθιστορήματος. Το 1957 ακολουθεί ως μάνατζερ τον πιανίστα Τώνη Παπαγεωργίου στην περιοδεία του στην Ανατολική Αφρική. Από το Ναϊρόμπι φεύγει για την Αυστραλία όπου εργάζεται σε κάποιο πολυκατάστημα και στην συνέχεια ως σιδηροδρομικός υπάλληλος επί δύο χρόνια. Στην συνέχεια προσλαμβάνεται στην υπηρεσία δημοσίων σχέσεων της Κρατικής Τράπεζας της Αυστραλίας. Την άνοιξη του 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα και επιχειρεί να κάνει τον γύρο της Ευρώπης με μια βέσπα, με την οποία έφτασε ως το Εδιμβούργο. Στην διάρκεια αυτής της περιοδείας γράφει μερικά κεφάλαια από «Το τρίτο στεφάνι». Ξαναβρίσκεται για λίγο χρονικό διάστημα στην Αυστραλία από όπου στέλνει στην Ελλάδα για τύπωμα τα χειρόγραφα του «Τρίτου στεφανιού» που απορρίπτεται ως ακατάλληλο.
Τελικά το εξέδωσε τον Νοέμβριο του 1962 ο ίδιος με δικά του έξοδα. Δυο μήνες μετά πηγαίνει στην Αμερική και μένει εκεί ως τον Δεκέμβριο του 1964. Επιστρέφει και συνεργάζεται με το περιοδικό Πάλι και εργάζεται για δύο καλοκαίρια ως ξεναγός και μεταφραστής. Στην δικτατορία του 1967 πρωτοστατεί στην δήλωση των 18 και καλείται επανειλημμένως στην Ασφάλεια, ενώ κατά την Μεταπολίτευση πάλεψε για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων.
Στις 27 Αυγούστου 1988, η αδελφή του τον βρήκε δολοφονημένο στο σπίτι του στον Κολωνό. Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει το έγκλημα. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε μόνον ότι ο θάνατος είχε επέλθει από στραγγαλισμό περί τα δύο εικοσιτετράωρα νωρίτερα.
Εργογραφία:
- Ο Ταχτσής εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα στις αρχές της δεκαετίας του 1950 με τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1951), «Μικρά ποιήματα» (1952) και «Περί ώραν δωδεκάτην» (1953), που αργότερα αποκήρυξε. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές «Συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954) και «Καφενείο “Το Βυζάντιο”» (1956).
- Με πολλές δυσκολίες, το 1962 εξέδωσε με δικά του έξοδα το μυθιστόρημα «Το τρίτο στεφάνι», με το οποίο αργότερα καθιερώθηκε ως ένας από τους καλύτερους πεζογράφους της γενιάς του. Μαζί με τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλους συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του πρωτοποριακού λογοτεχνικού περιοδικού Πάλι (1964–1967).
- Το 1972 εξέδωσε την συλλογή διηγημάτων «Τα ρέστα» και το 1979 μία συλλογή αυτοβιογραφικών κειμένων με τίτλο «Η γιαγιά μου η Αθήνα».
Μετά τον θάνατό του εκδόθηκαν τα βιβλία του:
- «Το φοβερό βήμα» (ημιτελής αυτοβιογραφία, 1989),
- «Από τη χαμηλή σκοπιά» (1992),
- «Συγγνώμην, εσείς δεν είσθε ο κύριος Ταχτσής;» (1996)
- «Τετράδιον εκθέσεων Κωνσταντίνου Γρηγ. Ταχτσή» (εκθέσεις από τα σχολικά χρόνια του συγγραφέα, 1996).
- «Ένας έλληνας δράκος στο Λονδίνο» (2002).
Μετέφρασε επίσης αρχαία ελληνική και ξένη λογοτεχνία, κυρίως κωμωδίες.
Παραδείγματα έργων:
Το τρίτο στεφάνι Κεφ.α’ (απόσ.)
«Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!… Τι πληγή είν΄ αυτή που μούστειλες θε μου; Τι αμαρτίες έχω κάνει για να με τιμωρείς τόσο σκληρά; Ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θάμαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι να βλέπω τη μούρη της, ν΄ ακούω τη φωνή της, ως πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν΄ απαλλαγώ απ΄ αυτό το έκτρωμα της φύσεως που μ΄ άφησε ο πατέρας της για να μ΄ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ΄ άφησαν να κάνω την έκτρωση!…
Μα γιατί τους βλαστημάω; Δε ζούνε πια. Ούτε φταίν΄ εκείνοι. Φταίω εγώ που τους άκουσα. Σε τέτοια ζητήματα πρέπει ν΄ ακούει κανείς μόνο τον εαυτό του, κανέναν άλλον!… Όσο ήταν μικρή, παρηγοριόμουνα με την σκέψη πως, μεγαλώνοντας θ΄ άλλαζε. «Θ’ αλλάξει!» έλεγα. «Θα στρώσει. Στο κάτω της γραφής, αργά ή γρήγορα, μια μέρα θα παντρευτεί. Θα τη φορτωθεί άλλος στην καμπούρα του». Μα δε βαριέσαι! Άδικα ήλπιζα. Όπως πάν’ τα πράματα, μου φαίνεται πως θα μείνει γεροντοκόρη. Και πώς να μη μείνει γεροντοκόρη τέτοια που είναι; Αχ, ας όψεται εκείνο το τέρας, η Ερασμία, που την κατέστρεψε με τις κατηχήσεις της. Ποιος άντρας θα γυρίσει, σας παρακαλώ, να την κοιτάξει ερωτικά έτσι που ντύνεται, έτσι που φέρεται, έτσι που μιλάει; Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα δεχτεί να την κάνει μητέρα των παιδιών του μ΄ αυτές τις γελοίες ιδέες που έχει, με τις νευρώσεις που έχει, με το έκζεμα που το ξύνει συνεχώς και δεν τ΄ αφήνει να κλείσει; Θα μείνει δυστυχώς στο ράφι, και δεν ξέρω η έρμη ποια απ΄ τις δυο μας να λυπηθώ περισσότερο : Τον εαυτό μου ή εκείνην; Γιατί, ό,τι κι αν λέω, κακά τα ψέματα. Μάνα της είμαι και την πονάω.
Μα πονάω και τον εαυτό μου. Κάθε φορά που με συγχύζει, με τρελαίνει ο πόνος του έλκους. «Αφού σ΄ έκαν΄ ο θεός άσκημη», της λέω, «ντύσου τουλάχιστον λιγάκι πιο φανταχτερά, μπας και ξεγελάσεις κανέναν!» Μα δυστυχώς δε μούμοιασε ούτε σ΄ αυτό. Δε θέλω να πω πως είμ΄ όμορφη. Μα έχω αέρα. Ήξερα πάντα να ντύνομαι. Στην ηλικία της έπιανα πουλιά στον αέρα. Περνούσα και γύριζαν τα κεφάλια των ανδρών, όπως γυρίζουν τα ηλιοτρόπια στον ήλιο. Δεν ήμουνα σαν κι αυτό το σαμιαμίδι! Ήθελα νάξερα σε ποιον διάβολο έμοιασε. Σε μένα δεν έμοιασε, στη γιαγιά της δεν έμοιασε, στον παππού της καθόλου, στον πατέρα της ακόμα λιγότερο. Μπορεί νάταν παλιάνθρωπος, μπορεί νάταν αυτό που ήταν, αλλ΄ ήταν άνθρωπος του κόσμου. Ήταν όμορφος – πιο όμορφος απ΄ ό,τι έπρεπε…
Όχι, δεν είμαι όμορφη! Μα ξέρω να ζήσω. Ποια γυναίκα στην ηλικία μου θα βαστιόταν τόσο καλά, όσο βαστιέμαι εγώ; Όλες μου οι φίλες κι όλες μου οι συμμαθήτριες απ΄ τ΄ Αρσάκειο έχουν γεράσει…»
Τα ρέστα (απόσπ.)
«Σ’ έβλεπαν να κρατάς κάτι σφιχτά μέσα στη φούχτα σου, και σούλεγαν: - Έλα να παλέψουμε και θα σ’ αφήσω να με νικήσεις, και σούκλεβαν τα ρέστα χωρίς να πάρεις είδηση, κι εκείνη, αντί να βγει και να δείρει τα παιδιά, έδερν’ εσένα.
«Ήμαρτον μανούλα μου», φώναζες μέσα απ’ τους λυγμούς σου, «ήμαρτον», δεν θα το ξανακάνω!», και προσπαθούσες να κρυφτείς πίσω απ’ τη φούστα της, μα όσο της ξέφευγες, κι όσο περισσότερο έκλαιγες, τόσο περισσότερο σκύλιαζε, δεν της άρεσε να κλαις, ούτε να παρακαλάς, εννοούσε να δέχεσαι την τιμωρία σαν άντρας. – «Ή θα γίνεις άντρας και θα μάθεις να μην κλαις», σούλεγε αφρίζοντας και χτυπώντας όπου έβρισκε, «ή θα σε σκοτώσω από τώρα μια και καλή, να σε κλάψω και να σε ξεχάσω, άναντρους σαν τον προκομμένο τον πατέρα σου δε χρειάζεται άλλους η κοινωνία – πες μου, θα γίνεις άντρας;»
Έμπαινες στο σπίτι τρέμοντας σαν κατάδικος που πάει για εκτέλεση και, ξαφνικά, από την έκφραση του προσώπου της καταλάβαινες πως το σάλιο δεν είχε στεγνώσει ακόμα και το στήθος σου φούσκωνε μ’ ανακούφιση, και, γεμάτος αγάπη κι ευγνωμοσύνη, γεμάτος έκσταση μπροστά σ’ αυτό το θαύμα, την κοιτούσες, θάθελες να τρέξεις να τη φιλήσεις...»
Το φοβερό βήμα (απόσπ.)
«Όταν μέναν μόνοι τους άφηναν να φανούν και τα δικά τους τα αισθήματα, κοιτάζανε με περιφρόνηση, σχεδόν με μίσος προς το μέρος που 'χε φύγει η κοπέλα, κούναγαν το κεφάλι τους σα να θρηνούσαν την κατάντια τους, έδιναν μπάτσες στο πεσμένο πέος τους σα να 'ταν κάτι ανεξάρτητο απ' αυτούς, υπεύθυνο για την κατρακύλα τους... Όλ' αυτά, καταλαβαίνεις, άρχισαν να με βάζουν σε σκέψεις. Πρώτα-πρώτα, όλοι αυτοί οι ημίθεοι, που ως τότε έβλεπα με δέος και θεωρούσα απρόσιτους, ήταν εξίσου ευάλωτοι, κι ίσως ακόμα πιο χαζοί, κι απ' τους άλλους. Πιο πολύ καβαλούσαν την ιδέα της γυναίκας παρά την ίδια τη γυναίκα…»
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
https://www.sarantakos.com
http://latistor.blogspot.com
http://www.biblionet.gr
Βιβλιογραφία:
Ανδρέας Αγγελάκης, Κώστας Ταχτσής: Η κοινωνική και ποιητική του περίπτωση, σελ. 80. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989. ISBN 9600303746.
Ολγα Σέλλα, Ο Κώστας Ταχτσής γοητεύει ακόμα, Αφιέρωμα της Καθημερινής 3 Μαϊου 2009.