Έλληνες πεζογράφοι
20ος αιώνας
Ρένος Αποστολίδης (2 Μαρτίου 1924 – 10 Μαρτίου 2004)
Ήταν Έλληνας συγγραφέας, φιλόλογος και κριτικός της λογοτεχνίας της μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στην Αθήνα, πατέρας του ήταν ο Ηρακλής Ν. Αποστολίδης, ενώ η μητέρα του, Ελπινίκη, το γένος Ζαμπέλη, ήταν δασκάλα. Το 1935 τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και το 1941 το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου στις 28 Οκτωβρίου του 1941 οργάνωσε μαθητική αποχή. Συμμετείχε στην απαγορευμένη από την κυβέρνηση Παπανδρέου πορεία στις 3 Δεκέμβρη του 1944 με τους οπαδούς του ΕΑΜ, την έναρξη των Δεκεμβριανών. Από το 1945 σπουδάζει στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του, γιατί τον κάλεσαν να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό κατά την διάρκεια του Εμφυλίου όπου συμμετείχε ως Ανθυπολοχαγός του Εθνικού Στρατού. Ζώντας από κοντά την καταστροφή και τον θάνατο, ο ίδιος αναφέρει ότι ορκίστηκε να ρίξει μήτε μία σφαίρα και να καταγράψει ό,τι ζούσε επί δυόμισι χρόνια στον Γράμμο, το Βίτσι και κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Ρούμελης και της Πελοποννήσου. Μόλις απολύθηκε, δημοσίευσε την «Πυραμίδα 67», ένα αυθεντικό κείμενο για τον Εμφύλιο Πόλεμο. Απολύθηκε από τον στρατό όντας χαρακτηρισμένος ως εθνικόφρονας β’ κατηγορίας.
Το 1950 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, για να διδάξει κατόπιν Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία και Λατινικά σε ιδιωτικά αθηναϊκά γυμνάσια. Η πρώτη του συγγραφική του εμφάνιση έγινε το 1944, με την δημοσίευση του δοκιμίου «Καιρός τού είναι» στο περιοδικό Γράμματα. Έναν χρόνο αργότερα, εξέδωσε την πρώτη του συλλογή δοκιμίων «Τρεις σταθμοί μιας πορείας». Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας ως συντάκτης στα έντυπα Ελευθερία, Νίκη, Εικόνες, Γνώσεις, Νεώτερον Λεξικόν Ηλίου, Ανεξάρτητος Τύπος και άλλων εκδόσεων, αλλά και ως κριτικός βιβλίων στα έντυπα Γράμματα, Φοιτητική Φωνή, Δελτίον του Βιβλίου, Κύκλος, Κοχλίας, Νέα Εστία, Νέοι Ρυθμοί, Νέες Εικόνες, Έθνος, Εθνικός Κήρυκας, Εποπτεία και Νέα Κοινωνιολογία.
Από το 1951 ανέλαβε την αρχισυνταξία και την κριτική στήλη στο περιοδικό Ο Αιώνας μας, και το 1952 ίδρυσε με τον πατέρα του το περιοδικό Τα Νέα Ελληνικά, από τις σελίδες του οποίου άσκησε έντονη κριτική «εναντίον του πολιτικού και λογοτεχνικού κατεστημένου», και ιδιαιτέρως κατά της «Γενιάς του '30», καταλογίζοντας σε αυτήν «πνευματική και ηθική ανεπάρκεια». Για την στάση του αυτή, είχε μηνύσει ο Μ. Καραγάτσης τον ίδιο και τον πατέρα του για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, το 1960 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για την συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές».
Το 1966 ο Αποστολίδης ξεκίνησε να δημοσιεύει σε συνέχειες στα Νέα Ελληνικά αποσπάσματα από το «Ημερολόγιο» του Ιωάννη Μεταξά συνοδευμένα από δικό του σαρκαστικό σχολιασμό. Τα δημοσιεύματα προκάλεσαν την αντίδραση της νεοσύστατης οργάνωσης Κόμμα 4ης Αυγούστου, ο αρχηγός της οποίας, Κώστας Πλεύρης, επιτέθηκε στον Αποστολίδη από την εφημερίδα της οργάνωσης και μετά την ανταπάντηση του Αποστολίδη κατέθεσε μήνυση εναντίον του. Η υπόθεση εκδικάστηκε μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, με το οποίο επιβλήθηκε στρατιωτική δικτατορία, οπότε έπαψε η κυκλοφορία των «Νέων Ελληνικών», που μέχρι τότε είχαν δημοσιεύσει μόνο πέντε άρθρα, που αφορούσαν τους δύο πρώτους τόμους του ημερολογίου του Μεταξά. Στο δικαστήριο ο Αποστολίδης καταδικάστηκε, αλλά στο εφετείο δήλωσε ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει τους τεταρταυγουστιανούς και η μήνυση ανακλήθηκε.
Από το 1962 έως το 1964, διετέλεσε συνεργάτης της Γενικής Διεύθυνσης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1963 κατήλθε υποψήφιος βουλευτής υπό τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη ενώ ήδη από το 1961 έγραφε κείμενα στο περιοδικό της νεολαίας του κόμματός του (κόμμα των Προοδευτικών). Κατά την διάρκεια της δικτατορίας, το 1969 μετά από υπόδειξη στον Γεώργιο Παπαδόπουλο η οποία προκάλεσε την προσωπική εντολή του δικτάτορα, επιβάλλεται η υποχρεωτική δημοσίευση σε συνέχειες στον αθηναϊκό Τύπο της «Ανθολογίας Διηγήματων» του Ηρακλή Ν. Αποστολίδη υπό τον όρο να μην λογοκριθούν τα κείμενα αυτά, έτσι με αυτόν τον τρόπο δημοσιεύτηκαν και κείμενα αντιφρονούντων όπως του πολιτικού εξόριστου Δημήτρη Χατζή. Η δημοσίευση, ωστόσο, της δικής του νουβέλας «Ο Α2», με θέμα τον Εμφύλιο, προκάλεσε την επέμβαση της λογοκρισίας και την διακοπή της δημοσίευσής της κατόπιν παρέμβασης του δικτάτορα και του Ιωάννη Λαδά.
Μετά την δικτατορία και έως το 1979, συνέχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Τετράμηνα και δημοσίευσε αρκετά έργα του. Στα τελευταία του χρόνια έκανε δημόσιες διαλέξεις και εμφανίζονταν στην τηλεόραση για θέματα της ελληνικής γλώσσας και παιδείας και λογοτεχνίας, ενώ υπήρξε επίτιμος καλεσμένος σε παρουσιάσεις έργων του. Ήταν υποστηρικτής του πολυτονικού συστήματος γραφής, της ιστορικής ελληνικής ορθογραφίας και της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση από το πρωτότυπο. Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 2004 χτυπημένος από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Μιας και ήταν αγνωστικός και ελευθεριακός η ταφή του έγινε χωρίς θρησκευτική τελετή.
Εργογραφία:
Το δημοσιευμένο έργο του Ρένου Αποστολίδη ανέρχεται στα τριάντα βιβλία με διηγήματα, δοκίμια και κριτική. Επιμελήθηκε την κλασική επτάτομη Ανθολογία Ποίησης και Διηγήματος και μετέφρασε και σχολίασε με τους γιους του, Ήρκο και Στάντη, την εξάτομη Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Διαδόχων και Επιγόνων του Droysen. Μαζί με τους γιους του, εξέδωσε επίσης την σχολιασμένη έκδοση των Απάντων του Καβάφη. Το αρχείο του, με δημοσιεύματα, επιστολές κι ανέκδοτα κείμενα, ξεπερνάει τις 40.000 σελίδες. Έργα του μεταφράστηκαν στα ολλανδικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά.
Τα πιο σημαντικά του έργα ενδεικτικά είναι τα εξής:
- «Τρεις σταθμοί μιας πορείας»
- «Τα φτερά του πελαργού»
- «Πυραμίδα 67»
- «Ιστορίες από τις νότιες ακτές»
- «Κατηγορώ»
- «Κλειδιά»
- «Οι εξάγγελοι»
Παραδείγματα έργων:
Πυραμίδα 67’ (απόσ.)
«Σ’ ένα κουρείο, ένα θέαμα κτηνώδες: Κάποιος «κύριος ανθυπολοχαγός» είχε σε μια φάκα ένα δύστυχο μικρό ποντίκι και το τυραννούσε, χύνοντας στάλα – στάλα, καφτό νερό πάνω του, και ρίχνοντάς του έπειτα χιόνι! Το δόλιο κείνο σπάραζε… Μ’ έπιασε μια τρεμούλα αλλόκοτη κ’ ένα ρίγος, σαν από πυρετό από μίσος! Δεν άντεξα:
-Ποιανού είν’ η φάκα;
-Δικιά μου! απάντησε ο κουρέας.
-Το πουλάς το ποντίκι;
-Τι το θές;
-Το θέλω! Πόσο;
-Δίχως τη φάκα;
-Δίχως.
-Δώσ’ ένα χιλιάρικο!..
(Με την άκρη του ματιού μου κοιτούσα πάντα τον ανθυπολοχαγό, που συνέχιζε εμπαθέστερα τα βασανιστήριά του. Είχε πια υποψιαστεί!)
-Πάρε το χιλιάρικό σου!.. Δόσμου εμένα τη φάκα!..
Είχε σκυλιάσει!
Τι θα το κάνεις; - ρώτησε θυμωμένα.
Μα εγώ είχα πάρει πια τη φάκα και την είχα ανοίξει!.. Το ζωάκι, κατάπληχτο και ζαλισμένο, δεν έβγαινε!..
-Τι κάνεις, κτήνος, εκεί!
-Δικό μου είναι – ό,τι θέλω!..
Τότε όρμησε κι άδραξε βίαια το χέρι μου ν’ αρπάξει τη φάκα! Το ζωάκι σάλταρε μια – και χάθηκε!..
Βρεθήκαμε σώμα με σώμα!
-Κύριε ανθυπολοχαγέ, σου συνιστώ να ηρεμίσεις!..
-Γιατί άνοιξες τη φάκα, παλιόσκυλο; Δεν είχες δικαίωμα να τον αμολήσεις!
-Μήτε όμως κ’ εσύ να τον βασανίζεις!.. Κύριε ανθυπολοχαγέ, καλύτερα να ηρεμίσεις!..
-Τον λυπήθηκες, παλιόσκυλο;
-Ναι.
-Μήπως λυπάσαι και τους συμμορίτες, κάθαρμα;
-Δε θα το καταφέρεις να με στείλεις στρατοδικείο για ένα ποντίκι, κύριε ανθυπολοχαγέ!.. Μην κοπιάζεις μάταια!..
-Σε ρωτάω: Λυπάσαι μήπως και τους συμμορίτες;
-Κ’ εγώ σε ρωτάω, κύριε ανθυπολοχαγέ, μήπως είσαι τόσο γενναίος κι απέναντί τους, όσο με το ποντίκι – κι αυτό στη φάκα;..
-Θα σου δείξω εγώ! – κ’ έφυγε έξαλλος.
Σε τρία λεφτά έν’ αυτοκίνητο της ΕΣΑ σταματούσε απ’ έξω. Μου είπαν να τους ακολουθήσω και με πήγαν στο φρούραρχο.»
Κατηγορώ (απόσ.)
«Κ' ἐγώ, ἀπὸ τὴν πλευρά μου, πιστεύω πὼς ὅ,τι λέω πάει στὸ βάθος τῶν συνειδήσεων -κάποιων συνειδήσεων- καὶ δημιουργεῖ κριτήρια,στὰ ὁποῖα δὲν ἀντέχει ἡ πολιτικὴ ἀνουσιότητα καὶ κενότητα τῶν φορέων καὶ τῶν κομμάτων καὶ τῶν παρατάξεων καὶ τῶν σχημάτων τοῦ Κονφόρμ! Πιστεύω, ἐντέλει, πὼς λίγο ἀκόμα, ὄχι πολύ, θὰ χορεύουν στὸν Τόπο μας τὶς γελοῖες πολιτικὲς καντρίλλιες τους οἱ κενοί, γιατὶ θὰ ξυπνήσῃ,θὰ ξυπνήσῃ φοβερά, μήν πλανιέστε, ὁ Λαός αὐτός... Ἐγὼ πάντως καὶ θὰ πεθάνω ἀκόμα, ἀλλὰ θὰ κάνω τὸ πᾶν γιὰ νὰ τὸν ξυπνήσω, νὰ τὸν ξεσηκώσω!»
Αγνώστω Θεό (απόσπ.)
«Βρέθηκα σε μια εκκλησιά που δεν ξέρω ποιος θεός λατρευόταν. Καλά καλά δεν ξέρω πώς βρέθηκα. Ούτε τους τοίχους της – κι ωστόσο πελώριος, πανύψηλους, στον ουρανό – καλοδιάκρινα. Δεν είμαι βέβαιος καν αν είχε τοίχους ορατούς. Μα υπήρξα μάρτυρας της λειτουργίας. Όλη τελέστηκε μπρος μου, σ’ όλη της τη δόξα και την υπέργεια έξαρση. Ο θεός της πέθαινε. Στο πέρας της λειτουργίας θεός πια δεν θα υπήρχε. Και τελούσαν αυτό οι ιεροί λειτουργοί της. Μια μακραίωνη ιστορία πίσω υπήρχε – πίσω ο θεός υπήρχε, εφεξής δεν θα υπήρχε πια.
Την αλήθεια την είχε ο ίδιος προστάξει, ο ίδιος είχε βεβαιώσει το θάνατό του. Ο ίδιος είχε δείξει τον ήλιο της ανατολής της πρώτης μέρας στον κόσμο δίχως θεό. Παρά ταύτα ήταν μια λειτουργία. Παρά ταύτα το τυπικό της έπειθε. Ρίγη πίστεως συγκλόνιζαν τους ευσεβείς της. Μόνο που ο θεός πέθαινε, ξεψύχαγε μπρος τους με βεβαιότητα, παράδινε την πνοή στους ανέμους, στο χώρο τον δίχως θεό πια, στον άδειο χώρο. Κι ωστόσο, στον άδειο χώρο η λειτουργία υψώνονταν. Κι η λειτουργία αρκούσε, γίνονταν αυθύπαρκτη, αυτοδύναμη.
Ο θεός ο ίδιος πέθαινε μα οι μήτρες οι χρυσόδετες των ιερουργών τον υποχρεώναν. Είδα με τα μάτια μου το θεό να εκλιπαρεί να τον αφήσουν ήσυχο να πεθάνει. Μα η ασθενική πια μιλιά του χάνονταν μες την ιερουργία. Τα ορατόρια ανατείνονταν – ‘ο θεός πέθανε!’ – κι ο θεός ψιθύριζε ‘σιγότερα, σιγότερα, δεν πέθανε ακόμα ο θεός μα πεθαίνει, αφήστε τον εν ηρεμία’. ‘Όχι, ο θεός πέθανε!’ αντέτειναν τα ορατόρια κι ο θεός κυβερνούσε στυλωμένος ακούσια στο θόλο…»
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
https://www.renosapostolidis.gr
http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com
http://renosapostolidisme.blogspot.com