Έλληνες πεζογράφοι
20ος αιώνας
Πηνελόπη Δέλτα (1874 - 2 Μαΐου 1941)
Ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Είχε δύο μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, τον γνωστό «Τρελαντώνη» του ομώνυμου βιβλίου της. Μετά την γέννηση της Πηνελόπης ακολούθησαν άλλα τρία παιδιά, ο Κωνσταντίνος (που πέθανε σε ηλικία 2 χρόνων), ο Αλέξανδρος και η Αργίνη.
Η οικογένεια Μπενάκη μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα το 1882, όπου η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον πλούσιο Φαναριώτη έμπορο Στέφανο Δέλτα. Μαζί του απέκτησε τρεις κόρες. Μετά την Εθνική καταστροφή του 1897 και την επιστροφή του Στεφάνου Δέλτα από τον πόλεμο, η οικογένεια επανεγκαθίσταται στην Αλεξάνδρεια, όπου η Πηνελόπη γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένας μεγάλος έρωτας, η Πηνελόπη όμως δεν μπόρεσε να αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στο σύζυγο και τα παιδιά της. Η πλατωνική αυτή σχέση της Πηνελόπης Δέλτα με τον Δραγούμη τελείωσε το 1908, όταν αυτός συνδέθηκε με την Μαρίκα Κοτοπούλη.
Το 1910 εγκαινιάστηκε η μακρόχρονη αλληλογραφία της Δέλτα με το Γάλλο βυζαντινολόγο Γκυστάβ Σλυμπερζέ, που την βοήθησε στην συγγραφή των μυθιστορημάτων της τα σχετικά με την βυζαντινή ιστορία. Η Δέλτα που είχε μετακομίσει στην Φρανκφούρτη το 1906 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Για την Πατρίδα», 1909, το οποίο εκτυλίσσεται κατά την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Σύντομα ακολούθησε και το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου». Το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909 την ενέπνευσε να γράψει το «Παραμύθι χωρίς όνομα» (1911). Το 1913 η οικογένεια Δέλτα επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια και το 1916 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα, όπου ο πατέρας της Δέλτα, Εμμανουήλ Μπενάκης, είχε εκλεγεί δήμαρχος. Το 1925 εκδόθηκε «Η ζωή του Χριστού», ενώ την ίδια χρονιά εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα της Σκλήρυνσης κατά πλάκας, ασθένειας που την ταλαιπώρησε μέχρι τον θάνατό της.
Το 1941 ο Φίλιππος Δραγούμης εμπιστεύεται στην Δέλτα τα ημερολόγια και το αρχείο του αδερφού του Ίωνα Δραγούμη, στα οποία η Δέλτα προσέθεσε περίπου 1000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του Δραγούμη. Στις 27 Απριλίου 1941 ημέρα όπου τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα, προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και τελικά έφυγε από την ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941, ενώ είχαν ήδη προηγηθεί άλλες δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχθηκε η λέξη ΣIΩΠH. Η μεγαλύτερη αγάπη της ήταν η Ελλάδα, αγάπη την οποία “μοίρασε” αφειδώς μέσα από τα βιβλία της, τα οποία γαλούχησαν και ενέπνευσαν σε χιλιάδες Ελληνόπουλα αυτήν ακριβώς την αγνή και άδολη αγάπη προς την πατρίδα. Ο λόγος των βιβλίων της υπήρξε απλός, «μητρικός» ονειροπόλος, γι’ αυτό ψυχαγώγησε, μόρφωσε και δίδαξε τους νέους, παραμένοντας πάντα διαχρονικά.
Εργογραφία:
Πεζογραφία, τα πιο σημαντικά της έργα:
• «Για την πατρίδα 1909.
• «Παραμύθι χωρίς όνομα» 1910.
• «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» 1911.
• «Παραμύθια και άλλα» 1915.
• «Τ’ ανεύθυνα» (Ψυχές Παιδιών) 1921.
• «Η ζωή του Χριστού» Δίτομο 1925.
• «Ο Τρελαντώνης» 1932.
• «Ο Μάγκας» 1935.
• «Στα μυστικά του βάλτου» 1937.
Μελέτες
• «Στοχασμοί περί της ανατροφής των παίδων μας» 1911.
• «Τα αναγνωστικά μας» 1913.
• «Τα καινούρια αναγνωστικά μας» 1919, 1920.
Παραδείγματα έργων:
Ο Τρελαντώνης (απόσπ.)
−«Ἀντώνη, Τρελαντώνη, ἔλα μέσα, μὴν πάγω στὴν Κυρία!» φώναξε ἡ Άφροδίτη ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν κρεβατοκάμαρα.
− «Φυσάει μπάτης,» ἀποκρίθηκε ὁ Άντώνης ἀπὸ τὸ μπαλκόνι, ὅπου, μὲ τὸ νυχτικό του ἀκόμα, σήκονε στὸν ἀέρα ἕνα σαλιωμένο δάχτυλο, γιὰ νὰ δεῖ ἀπό ποῦ τοῦ τὸ κρύονε ὁ ἄνεμος. Μελαγχολικὰ μπῆκε μέσα. «Θὰ πάμε στὴν ἐκκλησία, » εἶπε.
− «Ναί; Τὄπε ἡ θεία;» ῥώτησε ξαφνισμένη ἡ Ἀλεξάνδρα.
− «Ὄχι. Μὰ παρατήρησα πὼς κάθε φορά ποὺ τὴν Κυριακὴ φυσάει μπάτης, ἡ θεία μᾶς παίρνει στὴν ἐκκλησία.»
Γρινιάρικα, ἀπὸ τὸ κρεβάτι της ὅπου κάθουνταν μὲ τὰ παπουτσωμένα της πόδια κρεμαστά, καὶ τὰ μαλλιά της ἀκόμα στὰ χαρτιά, ποὺ τῆς τὰ τύλιξε ἡ Άφροδίτη ἀπὸ βραδύς, γιὰ νὰ εἶναι κατσαρὰ τὴν Κυριακή, κατσουφιασμένη εἶπε ἡ Πουλουδιά,
−« Ἐγὼ ξέρω πὼς σὰ βάλει ἡ θεία τὸ μενεξελί της μεταξωτὸ φόρεμα, βρέχει. Ὄχι σὰ φυσάει μπάτης….»
− «Ποιός σοῦ εἶπε πὼς θὰ βρέξει;» διέκοψε ὁ Ἀντώνης. «Εἶπα πὼς θὰ πάμε στὴν ἐκκλησία. Σὰν νὰ μὴ φθάνει ποὺ δὲ βουτοῦμε στὴ θάλασσα τὴν Κυριακή! Κ' ἐγὼ σήμερα ἤθελα νὰ παίξω πόλεμο μὲ τοὺς στρατιῶτες μου. Οὔφ! μπελάς!»
Ἡ Ἀφροδίτη, ποὺ ἀποκούμπονε τοῦ Άλεξάνδρου τ' ἄσπρα στιβαλάκια, τὸν ἀγριοκύταξε.
− «Δὲν ντρέπεσαι, Άντώνη, νὰ λὲς μπελὰ τὴν ἐκκλησία !» τοῦ εἶπε αὐστηρά.
Ὁ Άντώνης κοντοστάθηκε, καὶ ἀλήθεια ντράπηκε καὶ κοκκίνισε.
− «Μὰ ναί,» εἶπε ξαναβρίσκοντας τὴν τόλμη του μαζὶ μὲ τὴν ἀπάντηση, «ἐδῶ δὲ μ' ἀρέσει ἡ ἐκκλησία! Στὴν Ἀλεξάνδρεια πηγαίναμε στὸν Ἄγιο−Σάββα, στεκόμασταν στὸ στασίδι τῆς μαμᾶς, καὶ λειτουργοῦσε ὁ Πατριάρχης, καὶ εἴχαμε καὶ τὸ ἐγκόλπιό μας καὶ τὰ ἔλεγε σιγὰ ὁ Πατριάρχης καὶ μεῖς τὰ διαβάζαμε…»
Ο Μάγκας γ’ ο φίλος μου ο Μπόμπης (απόσπ.)
«ΠΕΡΑΣΑΜΕ από διάφορους δρόμους, στενούς, στραβούς, όλο αραπιά και βρώμα. Περνώντας έβλεπα κάτι παράδρομους, ακόμα πιο στενούς και στραβούς, με χαμηλόστενες, μαυρισμένες από τη λίγδα πόρτες, όπου κάθουνταν στο χώμα Αραπίνες, κι έπαιζαν Αραπάκια, και μπαινόβγαιναν κότες, και περιδιάβαζαν περιστέρια καμαρωτά πλάγι σε πεινασμένες γάτες που τα κοίταζαν με λαίμαργα μάτια. Λαχταρούσα να σπάσω το λουρί μου, να πηδήσω από το αμάξι, ν' αρπάξω καμιά γάτα από το σβέρκο και να την τινάξω ώσπου να την πνίξω.
Γιατί πρέπει να ξέρετε πως εμείς οι σκύλοι μισούμε τις γάτες, όπως ο Έλληνας μισεί το Βούλγαρο. Τουλάχιστον έτσι είπε μια μέρα ο Μήτσος και ο Μήτσος τα ξέρει αυτά τα πράματα. Αν ρωτήσεις τον Έλληνα, γιατί μισεί το Βούλγαρο, θα σου πει πως είναι «προπατορικοί εχθροί». Δεν ξέρω πολύ καλά τι θα πει αυτό, μα φαντάζομαι πως ο Βούλγαρος θάχει κάποια αποφορά που εξωφρενιάζει τον Έλληνα, όπως η γάτα εμάς.
Έτσι συλλογίζουμουν σαν έβλεπα τον περιβολάρη τον Βασίλη...Μα θα σας τα πω με την αράδα.Περνούσαμε λοιπόν από δρόμους και σοκάκια με παλιόσπιτα και μαγαζιά αράπικα, μπαράκες δηλαδή, με το πάτωμα ψηλότερο από το δρόμο,όπου σταυροπόδι κάθουνταν σαρικάδες και φεσάδες με γυαλιστές αραδωτές γκαλαμπίες, κίτρινες, σταχτιές ή μελιτζανιές, και πουλούσαν υφάσματα, παντούφλες, χαλιά ή χρυσαφικά.»
Παραμύθι χωρίς όνομα (απόσπ.)
«Όταν κατάλαβε ο γερο-Βασιλιάς Συνετός πως μετρήθηκαν πια οι μέρες του, φώναξε το γιο του, το νέο Αστόχαστο, και του είπε:
- Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ήλθε η ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια σου την κυβέρνηση του Κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις σαν καλός βασιλιάς. Κι έστειλε τον αρχικαγκελάριό του στο γειτονικό βασίλειο, να ζητήσει την όμορφη Βασιλοπούλα Παλάβω, για τον Αστόχαστο, το γιο του Συνετού Α', Βασιλιά των Μοιρολατρών. Έγινε ο γάμος με χαρές και ξεφαντώματα, και λίγες μέρες αργότερα, αφού ευλόγησε τα παιδιά του, ο γερο-Συνετός τους άφησε χρόνια, και ο Αστόχαστος στέφθηκε Βασιλιάς. Όλα φαίνουνταν ρόδινα και ζηλευτά για το νέο ζευγάρι…»
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.greek-language.gr
http://www.24grammata.com
https://www.scribd.com
Βιβλιογραφία:
Πηνελόπη Σ. Δέλτα, «Παραμύθι Χωρίς Όνομα» Ιούλιος 2013. Επιμέλεια έκδοσης: schooltime.gr