Έλληνες Ποιητές
Επτανησιακή σχολή -19ος αιώνας
Κωστής Παλαμάς (13 Ιανουαρίου 1859 - 27 Φεβρουαρίου 1943)
Ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης.
Γεννήθηκε στην Πάτρα και καταγόταν από παλαιά μεσολογγίτικη οικογένεια, που είχε να επιδείξει εθνικούς αγωνιστές και πνευματικούς δημιουργούς. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη "Παλαμαία Σχολή" και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα "Διηγήματά" του.
Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και μητέρα και πήγε να ζήσει στο Μεσολόγγι με τον θείο του Δημήτριο Παλαμά. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία. Το 1875 έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Δεν άργησε να καταλάβει, πως η πραγματική του κλίση ήταν η ποίηση και εγκαταλείποντας τις σπουδές του αφοσιώθηκε ολόψυχα στην τέχνη του λόγου και ιδιαίτερα του ποιητικού. Άλλωστε, από τα εννιά του χρόνια έγραφε στίχους και διάβαζε Έλληνες και ξένους ποιητές.
Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας Αθηναϊκής Σχολής», η οποία συσπείρωνε νέους ποιητές που αντιδρούσαν στις υπερβολές του αθηναϊκού ρομαντισμού και ενδιαφέρονταν για την καθιέρωση της δημοτικής στον ποιητικό λόγο. Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή «Ερώτων Έπη», σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιρροές της Α' Αθηναϊκής Σχολής. Η συλλογή απορρίφθηκε με το χαρακτηρισμό "λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα". Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν το 1878 το ποίημα «Μεσολόγγι». Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Τραγούδια της Πατρίδος μου» στην δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.
Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. ο 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930. Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές. Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.
Στο ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης και το πνεύμα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού.
Λέγεται ότι, όταν ο Παλαμάς παρουσιάστηκε να αναλάβει υπηρεσία, ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου, Αλκιβιάδης Κρασσάς, του είπε: «Ελπίζω, κύριε Παλαμά, τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση, ότι θα παύσετε... να γράφετε ποιήματα». Ευτυχώς, η ελπίδα του διαπρεπούς αστικολόγου της εποχής εκείνης διαψεύστηκε και η ελληνική τέχνη κέρδισε μια κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία.
Ποίηση: Τα πιο σημαντικά του έργα ενδεικτικά είναι:
- Οι δύο πρώτες του συλλογές, «Τραγούδια της πατρίδος μου» και «Τα μάτια της ψυχής μου» οι οποίες είχαν ακόμα απηχήσεις του ρομαντισμού της Α' Αθηναϊκής Σχολής και κάποια κατάλοιπα καθαρεύουσας.
- To ποίημα «Ο δωδεκάλογος του γύφτου» που είναι η κορυφαία έκφραση της "λυρικής σκέψης" του ποιητή. Στο πνευματικό του ταξίδι ο Γύφτος θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει τον κόσμον όλο. Θα απαρνηθεί τη δουλειά, την αγάπη, τη θρησκεία, την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και όλες τις πατρίδες, αλλά και θα τα αναστήσει όλα μέσα από την Τέχνη, μαζί και τη μεγάλη χίμαιρα της εποχής, τη Μεγάλη Ιδέα. Θα υμνήσει τον ελεύθερο λαό του, αλλά θα τραγουδήσει και έναν νιτσεϊκό αδάκρυτο ήρωα. Θα καταλήξει προσκυνώντας την Φύση και την Επιστήμη.
- «Ίαμβοι και ανάπαιστοι» (1897)
- «Ο Τάφος» (1898)
- «Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης» (1900)
- «Η ασάλευτη ζωή» (1904)
- «Η φλογέρα του Βασιλιά» (1910)
- «Οι καημοί της λιμνοθάλασσας» (1912)
- «Η Κασσιανή»
Πεζογραφία: Το έργο του είναι τεράστιο σε όγκο, καλύπτοντας όλα σχεδόν τα είδη του Λόγου. Στο πλουσιότατο ποιητικό έργο του πρέπει να προσθέσουμε ένα εξίσου πλούσιο έργο δοκιμιογραφικό, μερικά διηγήματα όπως «Το τέλος του ανεμόμυλου», «Το σκολειό και το σπίτι», «Παθήματα δικαστικού», «Παλιό τραγούδι του νέου καιρού», «Θάνατος Παλληκαριού» κ.α. και το πολύ σημαντικό θεατρικό του «Τρισεύγενη». Ίσως είναι ο πιο τιμημένος ποιητής στην Ελλάδα, όσο ζούσε ακόμη. Ολόκληρο το έργο του έχει εκδοθεί σε 16 τόμους με τον τίτλο «Άπαντα». Υπήρξε πολύμορφη προσωπικότητα της λογοτεχνίας, κεντρική μορφή των ελληνικών γραμμάτων επί μισό αιώνα, όπως γράφει ο Γεώργιος Σεφέρης, «Ο Παλαμάς υπήρξε ο τελευταίος Δάσκαλος του Γένους» και τα «Άπαντα» του εκδόθηκαν σε δεκαέξι τόμους, συνολικά 8.986 σελίδες, από το «Ίδρυμα Κωστή Παλαμά».
Παραδείγματα έργων:
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (απόσπ.)
Περδικόστηθη Τσιγγάνα,
ὦ μαγεύτρα, ποὺ μιλεῖς
τὰ μεσάνυχτα πρὸς τἄστρα
γλῶσσα προσταγῆς,
ποὺ μιλῶντας γιγαντεύεις
καὶ τοὺς κόσμους ξεπερνᾷς
καὶ τἀστέρια σοῦ φοροῦνε
μιὰ κορώνα ξωτικιᾶς!
Σφίξε γύρω μου τὴ ζώνη
τῶν ἀντρίκειω σου χεριῶν·
εἶμαι ὁ μάγος τῆς ἀγάπης,
μάγισσα τῶν ἀστεριῶν.
Μάθε με πῶς νὰ κατέχω
τὰ γραφτὰ θνητῶν κι ἐθνῶν,
πῶς τἀπόκρυφα τῶν κύκλων
καὶ τῶν οὐρανῶν·
Κασσιανή (απόσπ.)
Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριὰ τὰ κρίματά μου.
Μά, ὦ Κύριε, πῶς ἡ θεότης Σου μιλᾶ
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου!
Κύριε, προτοῦ Σὲ κρύψ᾿ ἡ ἐντάφια γῆ
ἀπὸ τὴ δροσαυγὴ λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾿ τῆς λατρείας τὴν τρίσβαθη πηγὴ
Σοῦ φέρνω μύρα.
Οἶστρος μὲ σέρνει ἀκολασίας… Νυχτιά,
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μὲ ζώνει,
τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας φωτιὰ
μὲ καίει, μὲ λιώνει.
Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὰ πέλαα τὰ νερὰ
τὰ ὑψώνεις νέφη, πάρε τα, Ἔρωτά μου…
Ο δελφικός ύμνος (απόσπ.)
Τον κιθαρίσει κλυτόν παίδα μεγάλου Διός
ερώ σ’ άτε παρ’ ακρονιφή τόνδε πάγον ...
Εσένα τον κιθαριστή τον κοσμοξακουσμένο
θα ψάλω, του τρανού Διός Εσένα το βλαστάρι,
τα λόγια Σου τ’ αθάνατα θα τραγουδήσω, εκείνα
που φανερώνεις, ω Θεέ, για τους ανθρώπους όλους,
κοντά στο χιονοστέφανο το βράχο! Θα κηρύξω
το μαντικό τον τρίποδα πως ώρμησες και πήρες,
τον τρίποδα, που ο δράκοντας ο επίβουλος κρατούσε
σφυρίζοντας, αλύπητος και πως με το δοξάρι
του τρύπησες το παρδαλό, το στρηφογυρισμένο
κορμί! Και πως εκράτησες παράλυτο μπροστά Σου.
…Και χαίρε, ω πολυδόξαστη, μεγάλη χώρα, Αθήνα,
της πολεμόχαρης θεάς λάτρισσα, ριζωμένη
σε γην απάνου ασάλευτη γι’ αυτή σου τη λατρεία!
Καίει των ταύρων τα μηριά στους ιερούς βωμούς Του
ο Ηφαιστος, και αραβικό θυμίαμα σκορπίζει
ψηλά ψηλά ως τον Ολυμπο μαζί με τη φωτιά Του.
Χίλια λαλήματα κι ο αυλός ο λυγερός κυλάει,
ύμνους κ’ η γλυκερόφωνη χρυσή κιθάρα απλώνει
των Αθηναίων ο λαός, Θεέ, Σε προσκυνάει!
Αρραβώνας 
Δεν μπορώ να μη σε βλέπω το χειμώνα
Δεν μπορώ να μη σε ιδώ το καλοκαίρι!
Τί είν' ο Απρίλης με τα ρόδα του και μόνα,
σαν δεν έλθεις με τριαντάφυλλα στο χέρι!
Δεν μπορώ να φανταστώ και στον αιώνα
μια στιγμή του που να μη σε ξέρει.
Κι απ' τα στέφανα, που ο γάμος τάχει φέρει,
πιο γλυκέ χαράς που μέλλεται αρραβώνα.
Με του λογισμού σου υπάρχω τον αγώνα!
Μέρα μου και νύχτα, αυγή μου, μεσημέρι,
στέκω μπρος σου με γερμένο γόνα.
Γίνομαι και του ίσκιου σου καρτέρι!
Ύμνος των Αιώνων (απόσπ.)
Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.
Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ' η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,
Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,
Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ' όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα…
Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ' είναι σα σπλάχνα απ' το δικό σου το αίμα…
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://users.uoa.gr