Έλληνες Ποιητές
Επτανησιακή σχολή -19ος αιώνας
Κώστας Κρυστάλλης (1868 – 1894)
Ο Κώστας Κρυστάλλης ή Κρουστάλλης ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος της Νέας Αθηναϊκής σχολής Γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου. Ήταν γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα. Ήταν ο ποιητής που ύμνησε όσο κανένας άλλος τα λεβέντικα βουνά και την ζωή της υπαίθρου.
Τα στοιχειώδη γράμματα τα μαθαίνει στο μεικτό δημοτικό σχολείο του χωριού του. Το 1880 γράφτηκε στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Μαθητής ακόμα της Σχολής εξέδωσε το φλογερό πατριωτικό ποίημα «Αι σκιαί του Άδου», στο οποίο εξυμνούσε με πάθος τους εθνικούς αγώνες και τους ήρωες του 1821. Η Ήπειρος, όμως, ήταν τότε σκλαβωμένη και οι Τούρκοι καταζητούσαν τον νεαρό ποιητή. Για ν’ αποφύγει την σύλληψη αναγκάστηκε να φύγει στην Αθήνα, όπου δούλεψε σκληρά. Εργάστηκε ως στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο ενώ παράλληλα δημοσίευε ποιήματα, ως συντάκτης του περιοδικού «Εβδομάς», ως λημματογράφος στην εγκυκλοπαίδεια «Μπαρτ και Μπεκ» και τέλος ως υπάλληλος στα εκδοτήρια των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τα εισοδήματά του από αυτές τις δουλειές ήταν πενιχρά και μη έχοντας επαρκείς πόρους ζούσε σε ανήλιαγα υπόγεια, που του έφθειραν την υγεία.
Προσβλήθηκε από φυματίωση, αρρώστια αγιάτρευτη στην εποχή του. Η μόνη του χαρά ήταν η μελέτη και η ποίηση και που και που καμιά εκδρομή στην Πεντέλη, στην Πάρνηθα ή στον Υμηττό, που του θύμιζαν την «Πίνδο του», την βουνίσια ζωή, που είχε γίνει o μυστικός καημός του. Η αρρώστια του θα επιδεινωθεί ραγδαία και ο ξενιτεμένος ποιητής δεν αντέχει πια. Μετακόμισε στην Κέρκυρα, ελπίζοντας ότι εκεί θα βελτιωθεί η υγεία του, η οποία όμως επιδεινώθηκε και τελικά γυρίζει στην Ήπειρο και στις 22 Απριλίου 1894 πεθαίνει στο σπίτι της αδελφής του στην Άρτα, σε ηλικία μόλις 26 χρονών. Ο κάμπος τον είχε φάει, όπως προφήτεψε θλιβερά στο «Σταυραητό» του.
Ποίηση: Tα πιο σημαντικά του έργα είναι:
- Το ποίημα «Ο Καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου»που έχει επικό χαρακτήρα, με επίδραση από τον Βαλαωρίτη.
- Το «Πόθοι» που είναι ποίημα αφηγηματικό και δείχνει την αγάπη του ποιητή για την Ήπειρο.
- Το ποίημα «Η νησιωτοπούλα»που αφηγήται μια σκηνή με μία κοπέλα που κάθεται δίπλα στην θάλασσα και περιμένει τον αγαπημένο της. Κάποιοι υποστηρίζουν πως εδώ ο ποιητής μιλάει για την Πηνελόπη.
Πεζογραφία: Ο Κρυστάλλης έγραψε κι άλλα έργα, όπως τα πεζογραφήματα για τους «Βλάχους της Πίνδου» και το πατριωτικό του «Ο Καλόγερος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου», μα εκείνα που κάνουν ξεχωριστό ποιητή τον Κρυστάλλη και προσθέτουν ένα νέο τόνο στη νεοελληνική ποίηση είναι τα «Αγροτικά» (1891) και ο «Τραγουδιστής του Χωριού και της Στάνης» (1892), που τιμήθηκε με έπαινο στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Σ’ αυτά τα ποιήματα, που έχουν βουκολικό χρώμα και είναι γεμάτα δροσιά και χάρη, ο ηπειρώτης ποιητής ξεκινά από τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, και τα πλουτίζει με την προσωπική του τέχνη και την άφθαστη ομορφιά της ελληνικής φύσης και των βουνών μας την περηφάνια. Στα τέλη του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές από το λαχείο κι έτσι μπόρεσε στις αρχές του επομένου έτους να δημοσιεύσει τα «Πεζογραφήματα» του.
Παραδείγματα έργων:
Ο Καλόγηρος της Κλεισούρας… (απόσπ.)
Ξημέρωναν Χριστούγεννα.
Στὰ παγωμένα αἰθέρια
Λάμπουν χρυσᾶ τἀστέρια,
Και στὸ φεγγάρι ποὺ ἔτοιμο
νὰ βασιλέψῃ σκύβει.
Πέρα στοῦ Βάλτου τὰ βουνὰ
− ποὺ καταχνιὰ τὰ κρύβει −
Ἀσπρίζουν τοῦ ζυγοῦ οἱ κορφαὶς
οἱ χιονοσκεπασμέναις,
Σὰν νἆν' ψηλὰ φαντάσματα,
ψηλαὶς καμαρωμέναις
Ὣς στἄστρα, λὲς κι' ἀπόκρυφα
μ' αὐτὰ συνομιλοῦνε.
Ἀνάρῃα−ἀνάρῃα τὰ Ζυγὰ
τὴν Πούλια ἀκολουθοῦνε
Καὶ περασμένη τὴ μισὴ
τὴ νύχτα σημαδεύουν.
Σβυέται ὁ Σταυρὸς μεσουρανίς
οἱ Δράκοι βασιλεύουν.
Σὲ λίγο το φεγγάρι
Σὰν βασιλέψῃ τρίβαθο
σκοτάδι θανὰ πάρῃ.
Πόσο τὸ χειμωνιάτικο
εἶν' ἄγριο τὸ σκοτάδι!
Κι' ἂν ξενυχτίσῃς στὸ βουνό,
στὸ λόγγο, ἢ λαγκάδι…
Πόθοι (απόσπ.)
Ἤθελα νἄμουν σταυραητός,
νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα,
κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά,
ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια
κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά;
Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;...
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά,
γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου,
καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά,
ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τα
ὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Η νησιωτοπούλα (απόσπ.)
Νησιωτοπούλα κάθεται σὲ μαρμαρένιον πύργο,
μὲ κέντημα στα χέρια της, μ᾿ αγάπη στην καρδιά της.
Φορὲς-φορὲς το κέντημα κεντούσε με τραγούδια,
φορὲς-φορὲς πισώριχνε τα ξέπλεγα μαλλιά της.
Κι ἀγνάντευε τὸ πέλαγος π᾿ ἁπλώνετο μπροστά της,
καὶ γκαρδιακὰ ἀναστέναζε κ᾿ ἐχτύπαγε τὰ στήθια,
γιατ᾿ ἀγριεμένο τὄβλεπε, μαῦρο, φουρτουνιασμένο·
κι αὐτὴ εἶχε λόγο, στὸ γιαλὸ νὰ κατεβεῖ τὸ βράδυ,
κι ἀπ᾿ τὸ νησὶ τ᾿ ἀντικρυνό, ποὺ χάνεται στὸ κύμα,
ὁ ἀγαπημένος της νἀρθεῖ, νὰ ποῦν τὸν ἔρωτά τους.
Ὁ ἥλιος ἐβασίλεψε· σκοτάδιασε, νυχτώνει.
Τὸ κέντημά της τ᾿ ὄμορφο ἀπαρατάει ἡ κόρη,
καὶ κατεβαίνει στὸ γιαλὸ καὶ τὸν ἀκαρτεράει.
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://users.uoa.gr
https://www.scribd.com
Bιβλιογραφία:
Κώστας Κρυστάλλης, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, εισαγ. Μαρίνα Λυπουρλή, εκδ. Ζήτρος, Αθήνα, 2005