Έλληνες Ποιητές
Επτανησιακή σχολή -19ος αιώνας
Γεώργιος Βιζυηνός (1849 - 1896)
Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης, Βιζύης, και ήταν Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και λόγιος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε στην Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, το σημερινό Βιζέ της Τουρκίας. Ήταν γιος πολύ φτωχικής οικογένειας. Ο πατέρας του, Μιχαήλος Σύρμας, δούλευε στα καμίνια του ασβέστη. Αργότερα έγινε πραματευτής και πέθανε από τύφο το 1854 αφήνοντας τον γιο του ορφανό σε ηλικία 5 ετών.
Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια: τον Μιχαήλο, που πέθανε τρία χρόνια πριν από τον Γεώργιο, τον Χρηστάκη, τον αδικοσκοτωμένο ταχυδρόμο, για τον οποίο μιλά στο διήγημά του «Ποιος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου», και δύο κορίτσια, την Άννα, που πέθανε με τις συνθήκες που περιγράφει στο «Αμάρτημα της μητρός μου» και την Αννιώ, που πήρε το όνομα της αδελφής της, αλλά πέθανε κι αυτή μικρή.
Σε ηλικία 10 ετών οι παππούδες του τον στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη κοντά σε έναν θείο του για να μάθει ραπτική. Παραμένει εκεί μέχρι την ηλικία των 18, προστατευόμενος από τον Κύπριο έμπορο, Γιάγκο Γεωργιάδη και αργότερα προστατευόμενος του αρχιεπισκόπου Κύπρου, Σωφρονίου Β΄, ζει για ένα διάστημα στην Κύπρο, όπου μάλιστα τον προόριζαν για τον ιερατικό κλάδο. Το 1872 γίνεται ιεροσπουδαστής στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, χωρίς την υποχρέωση να ιερωθεί, όπου το 1873 δημοσιεύει και την πρώτη του ποιητική συλλογή «Ποιητικά Πρωτόλεια». Μεταξύ των καθηγητών του αναφέρεται και ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, ο οποίος διέκρινε στον Βιζυηνό στοιχεία ιδιαίτερου ταλέντου και ευφυίας, ώστε τον σύστησε στον πλούσιο Γεώργιο Ζαρίφη. Την ίδια χρονιά εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όπου σπουδάζει φιλολογία και φιλοσοφία στο διάστημα 1875-1878. Το 1876 . Μέχρι το 1884 ο Βιζυηνός επισκέπτεται το Παρίσι. Το 1884, λόγω του θανάτου του προστάτη του, Ζαρίφη, υποχρεώνεται να επιστρέψει στην Αθήνα και διορίζεται καθηγητής σε γυμνάσιο.
Έναν χρόνο αργότερα εκλέγεται υφηγητής στην έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με την επί υφηγεσία διατριβή «Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω.» Εκείνη την εποχή αρχίζει να ασχολείται με ένα μεταλλείο στο Σαμάκοβο. Το 1892 προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στις 14 Απριλίου 1892 στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο. Εκεί ζει βυθισμένος στις ουτοπικές εμμονές του για την εκμετάλλευση του μεταλλείου στην πατρίδα του και στο παραληρηματικό πάθος του για τη νεαρή Μπετίνα Φραβασίλη (14 ετών), μαθήτριας του στο Ωδείο Αθηνών, την οποία επιθυμούσε να νυμφευθεί. Ύστερα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πεθαίνει στις 15 Απριλίου 1896, σε ηλικία 47 ετών, ενώ η κοπέλα πέθανε 4 ημέρες αργότερα.
Ποίηση: Τα πιο σημαντικά του έργα είναι:
- H ποιητική συλλογή «Ποιητικά Πρωτόλεια» που δημοσιεύτηκε το 1873 και ήταν η πρώτη του συλλογή.
- Η ποιητική συλλογή «Άραις μάραις κουκουνάραις» η οποία βραβεύτηκε στον Βουτσιναίο Διαγωνισμό το 1874 η ίδια συλλογή αργότερα μετονομάστηκε σε «Βοσπορίδες Αύραι».
- Το επικό ποίημά του «Κόδρος»το οποίο βραβεύεται στον Βουτσιναίο Ποιητικό Διαγωνισμό το 1874.
- Το ποίημα «Αποχωρισμός».
- Το ποίημα «Το όνειρον».
- Το ποίημα «Επι του τάφου του πατρός μου».
- Το «Υποθήκαι».
Πεζογραφία:
- Το 1881 τυπώνεται στη Λειψία η διδακτορική του διατριβή «Το παιδικό παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική». Ακόμα την ίδια εποχή δημοσιεύονται επίσης το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» και «Το αμάρτημα της μητρός μου». Τέλος αργότερα δημοσιεύονται τα διηγήματά του «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» και «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον».
Παραδείγματα έργων:
Ο Αποχωρισμός (απόσπ.)
Φουρτούνιασεν η θάλασσα
και βουρκωθήκαν τα βουνά.
Είναι βουβά τ’ αηδόνια μας
και τα ουράνια σκοτεινά
κι η δόλια μου ματιά θολή.
- Παιδί μου, ώρα σου καλή!
Είν’ η καρδιά μου κρύσταλλο
και το κορμί μου παγωνιά,
σαλεύει ο νους μου, σα δεντρί,
που στέκει αντίκρυ στη χιονιὰ
και είναι ξέβαθο πολύ
- Παιδί μου, ώρα σου καλή!
Βουΐζει το κεφάλι μου,
σαν του χειμάρρου τή βοή!
Ξεράθηκαν τα χείλη μου
και μου εκόπηκ’ η πνοὴ
σ’ αυτό το ύστερο φιλί.
- Παιδί μου, ώρα σου καλή!
Το όνειρον (απόσπ.)
Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
-Θεός να μην το κάμει
να γίν’ αληθινό!
Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλληκάρι
χλωμό σαν το φεγγάρι
σαν νύχτα σιγανό.
Αγέρας το παράσπρωχνε
με δύναμη μεγάλη
σαν νάθε’ να το βγάλει
απ’ της ζωής τη μέση.
Και το νερό, π’ αχόρταγα
τα πόδια του φιλούσε,
θαρρείς το προσκαλούσε
στ’ αγκάλια του να πέσει.
Επι του τάφου του πατρός μου (απόσπ.)
Ξύπνα πατέρα! χαραυγὴ
τὸν οὐρανὸ χρυσώνει,
κι' ὅλη ξυπνᾷ ἡ μαύρη γῆ.
Ξύπνα καὶ σὺ μὲ τὴν Αὐγή,
ν' ἀκούσουμε τ' ἀηδόνι.
Μὲ τὴ μητέρα μιὰ ψυχή,
σὲ κάθε τέτοιαν ὥρα
πετούσετε στὴν προσευχή.
Τὸ σήμαντρό μας ἀντηχεῖ.
Γιατί κοιμᾶσαι τώρα;
Εἶναι τὸ ὄνειρο μακρὸ
'ποῦ βλέπεις αὐτοῦ πέρα;
Κοιμήθηκες, κι' ἤμουν μικρό,
κι' ὡς νὰ τελειώσῃ τὸ πικρό,
ἐτράνεψα, πατέρα!
Ξύπνα νὰ ἰδῇς, Χλωμὴ, γρῃά,
ἡ δόλια μας μητέρα!
Καὶ τὴ φτωχή μας τὴ γιαγιὰ
'κεῖ κάτου, στὴ χλωρὴ βαϊά...
τὴν θάψαμε μιὰ 'μέρα!
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.snhell.gr