Έλληνες Ποιητές
Επτανησιακή σχολή -19ος αιώνας
Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847)
Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος γεννήθηκε στην Καστοριά. Γιος κληρικού πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του λόγω οικονομικών δυσχερειών.
Μαθήτευσε στο Λύκειο Βουκουρεστίου με δάσκαλο τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ο οποίος άσκησε μεγάλη επίδραση στις γλωσσικές και φιλοσοφικές απόψεις του Χριστόπουλου. Σπούδασε ιατρική, φιλοσοφία, ξένες γλώσσες και λατινικά στη Βούδα και το 1794 έφυγε για την Πάντοβα, όπου, αν και ξεκίνησε με σπουδές ιατρικής, κατέληξε να αφοσιωθεί στα νομικά. Το 1797 επέστρεψε στο Βουκουρέστι, γνώρισε τον Λάμπρο Φωτιάδη και μπήκε στον κύκλο του Καταρτζή. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως οικοδιδάσκαλος στην Αυλή του ηγεμόνα Μουρούζη και απέκτησε τον τίτλο του Καμινάρη. Ακολούθησε ένα διάστημα παραμονής στην Πόλη.
Ταξίδεψε στα Επτάνησα ως απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρίας και έμεινε δύο μήνες στην Ζάκυνθο, υπήρξε μέλος της επαναστατικής επιτροπής στις Ηγεμονίες και σύμβουλος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Μετά την επανάσταση προσπάθησε να εγκατασταθεί στον απελευθερωμένο ελλαδικό χώρο, αναγκάστηκε ωστόσο, κυρίως λόγω του αντιφαναριωτικού πνεύματος που κυριαρχούσε, να φύγει το 1836 ξανά για την Τρανσυλβανία. Πέθανε τον Γενάρη του 1847 στο Βουκουρέστι.
Ποίηση: Τα πιο σημαντικά του έργα είναι:
- Η συλλογή «Λυρικά». που είχε γίνει πολύ δημοφιλής και κατά την διάρκεια της ζωής του εκδόθηκε 11 φορές (πρώτη έκδοση το 1811 στην Βιέννη).
- Το «Μετάνοια» που είναι σατιρικό ποίημα και μιλάει για τον έρωτα.
- Το ποίημα «Μήλα» που αφηγείται σατιρικά και με αλληγορικό τρόπο μια ερωτική πράξη, μεταξύ του ποιητή και μια κοπέλας.
- Το «Σύντροφοι» που είναι ένα ποίημα που αφηγείται ένα ερωτικό όνειρο.
- Το «Φλουέρα» που είναι ποίημα αφηγηματικό και μιλάει για μια φλογέρα.
Τα ποιήματα του είναι σύντομες συνθέσεις επηρεασμένες από τον αρκαδισμό και τον ανακρεοντισμό γι' αυτό και τον αποκαλούσαν «Νέο Ανακρέοντα», με κομψή στιχουργική και εύθυμη διάθεση.
Πεζογραφία: Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μεταφράσεις του από την αρχαιοελληνική γραμματεία, μία μετάφραση της ραψωδίας Α’ της Ιλιάδας και ποιημάτων της Σαπφούς.
Παραδείγματα έργων:
Mετάνοια
Hθέλησα τον πλάνον τον Έρωτα ν' αφήσω,
να κόψω τους δεσμούς του και να μετανοήσω.
N' απαρνηθώ φιλίες, φιλιά και χωρατάδες,
ν' αγκαλιασθώ τες Mούσες, τες πρώτες φιλενάδες.
Oρμώ λοιπόν στες Mούσες και βλέπω παρ' ελπίδα
τον Έρωτα στη μέση που χόρευε κι επήδα.
Eύγε, τες λέγω, εύγε, σεμνότατες παρθένες,
πολύ σας πρέπ' ο Έρως, πολ' είσθε τιμημένες.
Kι εκείνες διψασμένα τον Έρωτα φιλώντας
αυτά τα λόγια μ' είπαν γλυκά χαμογελώντας:
O Έρωτας είν', φίλε, του νου μας το ακόνι,
οπόταν στες μελέτες σπουδάζοντας στομώνει.
Kι εγώ σαν είδα έτσι, τον άρπαξα με ζήλον
τον Έρωτά μου πάλε, τον πρώτον μου τον φίλον.
Μήλα
Eις κήπον δροσερότατον
αντιπροχθές εμπήκα
και μέσα κηποφύλακα
τον Έρωτα ευρήκα.
Γλυκή μηλιά εφύλαγε
με δυο μοσχάτα μήλα
εις δυο λεπτά μισόσκεπα
παρασυρμένα φύλλα.
Kαι όσο και τα πρόσεχε,
εγώ κρυφά γλιστρούσα
και μύριζα τον μόσχον τους
και τα καταφιλούσα.
Φιλώντας και μυρίζοντας
αχόρταστα με βίαν,
ζαλίσθηκα και μέθυσα
από την ευωδίαν.
Kαι μεθυσμένος λάθευσα,
κι αντί να τα φιλήσω
αγαλινά τα δάγκασα…
Σύντροφοι
Xθες το βράδυ βυθισμένος
εις τον ύπνον τον γλυκόν
είδα όλος τρομαγμένος
ένα όνειρον κακόν.
Eις βουνόν εγώ και ο Έρως,
και η αγάπη μου μαζί,
και ο Kαιρός ο πάντα γέρος
ανεβαίναμεν πεζοί.
H αγάπη σταματούσε
εις τον δρόμον τον σκληρόν,
και ο Έρωτας περνούσε
βιαστικά με τον Kαιρόν.
«Στάσου», λέγω, «Έρωτά μου·
τόση βία διατί;
H καλή συντρόφισσά μου
η αγάπη δεν κρατεί».
Tότε βλέπω και τινάζουν
και οι δυο τους τα φτερά,
και τον δρόμον τους αλλάζουν
και πετούν στ’ αριστερά.
Aπελπίζομαι, τρομάζω,
το κατόπι πιλαλώ.
Πού, ω Έρωτα, φωνάζω,
πού πετάς, παρακαλώ;
Tότ’ ο άστατος γυρίζει
και με λέγει το παρόν·
Φίλ’, ο Έρως συνηθίζει
και πετάει με τον καιρόν.
Φλουέρα (απόσπ.)
Φιλέρημη φλουέρα,
νά τούτον τον αέρα
κι αρχίνα να φυσάς.
Kι αν ίσως και σε καίγει,
είν’ στεναγμός μου, λέγει,
και μη με τον μισάς.
Oδήγησ’ τον να φθάσει
προς τούτ’ αυτού τα δάση,
στο στόμα της Hχώς.
Kι απ’ την Hχώ ν’ αρχίσει
εκεί να καταντήσει,
που ξεύρει μοναχός...
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.snhell.gr
https://www.scribd.com
Βιβλιογραφία:
Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από το 1453 ως το 1961, τόμος πρώτος,εκδ.Επικαιρότητα, Αθήνα, 1983
Beaton R. 1996, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, (μτφρ. Ε. Ζούργου - Μ. Σπανάκη), Νεφέλη, Αθήνα.
Γεώργιος Βαλέτας, Αθανάσιος Χριστόπουλος«Άπαντα», Αθήνα 1969, Άλμα πάνω.