Έλληνες Ποιητές
Επτανησιακή σχολή -19ος αιώνας
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879)
Ήταν επικός ποιητής του αρματολισμού ένας από τους πιο διακεκριμένους Επτανήσιους ποιητές του 19ου αιώνα και πολιτικός.
Γεννήθηκε στη Λευκάδα τον Ιούνιο του 1824 και βαπτίστηκε (Μόσχος - Αριστοτέλης) στις 2 Σεπτεμβρίου στον Ιερό Ναό του Παντοκράτορος. Γιος του ηπειρωτικής καταγωγής Ιωάννη Βαλαωρίτη από την Βαλαώρα Ευρυτανίας-πολιτευτή των Επτανήσων- και της καταγόμενης από ευγενή οικογένεια της Κεφαλλονιάς Αναστασίας Τυπάλδου-Φορέστη του Γρηγορίου.
Δείγμα της λατρείας προ την αρχαία Ελλάδα και τον κλασσικό πολιτισμό, στον οποίο έτρεφε το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν η ονοματοδοσία του ποιητή με το όνομα Αριστοτέλης. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην Λευκάδα και στην Κέρκυρα. Φοίτησε το 1838 με 1841 στην Ιόνιο Ακαδημία και ακολούθως ταξίδεψε στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος και στην Ιταλία.
Ύστερα πήγε στο Ελβετικό κολλέγιο στη Γενεύη, με κηδεμόνα τον Εϋνάρδο. Το 1844 έλαβε το Baccalauraet ès letters et ès sciences. Στην συνέχεια πήγε στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στην νομική σχολή (1844-1846), αλλά για λόγους υγείας μετέβη στην Πίζα στην Ιταλία και σπούδασε νομικά. Το 1848, στις 16 και 22 Μαΐου αναγορεύθηκε Διδάκτωρ του Δικαίου. Το επάγγελμα του δικηγόρου όμως δεν το εξάσκησε ποτέ. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση. Πέθανε το 1879. Λίγο πριν το θάνατό του έγραψε τα τρία πρώτα άσματα του "Φωτεινού", έργου που έμεινε ημιτελές λόγω του θανάτου του.
Από αρκετά νωρίς ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης εμπλέχθηκε στην πολιτική, και το 1857 εξελέγη στην Ιόνιο Βουλή, τασσόμενος με το κόμμα των Ριζοσπαστών και αγωνιζόμενος για την ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα. Μετά την ένωση, στάλθηκε ως αντιπρόσωπος των Επτανήσων στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση. Εκλέχθηκε δύο φορές (1865, 1868) βουλευτής με το κόμμα του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, αλλά κρατήθηκε μακριά από την ενεργό πολιτική και απέρριψε τρεις κυβερνητικές προτάσεις για ανάληψη υπουργικών χαρτοφυλακίων. Απογοητευμένος από τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αποσύρθηκε στο νησί Μαδουρή, όπου ασχολήθηκε με την συγγραφή ποιημάτων και ιστορικών μελετών. Πέθανε στις 24 Ιουλίου του 1879 λόγω καρδιακής προσβολής.
Ποίηση: Τα πιο σημαντικά του έργα είναι:
- Η ποιητική συλλογή με τίτλο «Στιχουργήματα» η οποία εκδόθηκε το 1847.
- Το ποίημα «Ο βράχος και το κύμα» που ο συμβολισμός του είναι πως βράχος είναι ο κατακτητής Τούρκος και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός.
- Το ποίημα «Ο αστραπόγιαννος» που είναι αφιερώμενο στον γνωστό Έλληνα αρματωλό του 18ου αιώνα Γιάννο «Αστραπόγιαννο».
- Το ποίημα «Η φυγή» στο οποίο γίνετε αναφορα στην καταστρεπτική μάχη της 20 Ιουλίου του 1792 και στην φθορά που υπέστησαν τα στρατεύματα του Αλη Πασά από τους Σουλιώτες.
- Το επικό ποίημα «Αθανάσιος Διάκος» που περιγράφει την προσευχή του Αθανασίου Διάκου.
Παραδείγματα έργων:
Ὁ βράχος καὶ τὸ κύμα (απόσπ.)
«Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.
Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἄρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!
Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
καὶ σὄγλυφα καὶ σὄπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ᾿ ἐκύτταζες καὶ φώναζες τοῦ κόσμου
νὰ δεῖ τὴν καταφρόνεση, ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.
Κι ἀντὶς ἐγὼ κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἐφιλοῦσα
μέρα καὶ νύχτα σ᾿ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ᾿ ἄνοιγα, τὸ λάκκο πού ῾θε κάμω
μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὴν ἄμμο.
Αστραπόγιαννος (απόσπ.)
«Λαμπέτη, εδείλιασα!… Τα σώθικά μου
άσπλαχνο εθέρισε βόλι, πικρό.
Νεκρά στο σκάνδαλο τα δάχτυλά μου
βλέπεις, επάγωσαν… Δώσ’ μου νερό…»
Λαμπέτη, εσβήστηκα!… Ώραν την ώρα
φεύγ’ ανυπόμονη, πετά η ψυχή.
Στα κρύα τα χείλη μου στέκεται τώρα·
σκύψε και πιε τηνε μ’ ένα φιλί.
Λαμπέτη, χόρτασε τη δύναμή μου.
Μέσα στα στήθια σου θέλω να βρω
στερνό λημέρι μου, θέλω η πνοή μου
να βρει στα σπλάχνα σου τον ουρανό.
Μόχτα κι επλάκωσαν σαν άγριοι σκύλοι
για το κεφάλι μου… Τί καρτερείς;…
Φορτώσου τ’ άρματα, το καριοφίλι,
κόψε με γρήγορα… μη μ’ αρνηθείς…
Η φυγή (απόσπ.)
«Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ομέρ Βριόνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
Τ’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.»
Γιά ιδές σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Κάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σα να ’ν’ λιθάρια.
Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ακούς πώς σκούζουν!
Οι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.
Βριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
Τ’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.
Δεν τονε βλέπετε; Σα Χάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Νιώθω το χέρι του μες στην καρδιά
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://users.uoa.gr
Βιβλιογραφία:
Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τομ. 4ος (1860-1900), εκδ.20ος αιώνας, Αθήνα, 1958.