Πεζογράφοι 20ος αιώνας

Άγγελος Τερζάκης

Άγγελος Τερζάκης

Έλληνες πεζογράφοι 20ος αιώνας Άγγελος Τερζάκης (16 Φεβρουαρίου 1907 – 3 Αυγούστου 1979) Σημαντικός Έλληνας πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος. Εντάσσεται στην λεγόμενη «γενιά του ‘30», που έφερε τον αέρα της ανανέωσης στα ελληνικά γράμματα. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 16 Φεβρουαρίου 1907 και ήταν γιος του δημάρχου της πόλης Δημητρίου Τερζάκη. Το 1915 μετακόμισε με την υπόλοιπη οικογένειά του στην Αθήνα, όταν ο πατέρας του εξελέγη βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Σπούδασε ν

 

Έλληνες πεζογράφοι

20ος αιώνας

Άγγελος Τερζάκης (16 Φεβρουαρίου 1907 – 3 Αυγούστου 1979)

01 aggelos terzakhsΣημαντικός Έλληνας πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος. Εντάσσεται στην λεγόμενη «γενιά του ‘30», που έφερε τον αέρα της ανανέωσης στα ελληνικά γράμματα.

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 16 Φεβρουαρίου 1907 και ήταν γιος του δημάρχου της πόλης Δημητρίου Τερζάκη. Το 1915 μετακόμισε με την υπόλοιπη οικογένειά του στην Αθήνα, όταν ο πατέρας του εξελέγη βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αναγορεύθηκε διδάκτορας σε πολύ νεαρή ηλικία.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1925 με την συλλογή διηγημάτων «Ο ξεχασμένος» και έκτοτε ασχολήθηκε συστηματικά με την πεζογραφία και το θέατρο, όπου πρωτοεμφανίστηκε το 1936 με το έργο του «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ» που ανέβασε τον ίδιο χρόνο το Εθνικό Θέατρο. Παράλληλα διηύθυνε και τα βραχύβια περιοδικά Πνοή και Λόγος. Το 1931, με δύο συλλογές διηγημάτων στο ενεργητικό του και έχοντας στα σκαριά το πρώτο του μυθιστόρημα «Δεσμώτες» (1932), αποφάσισε να εγκαταλείψει την δικηγορία και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την λογοτεχνία. Το 1936 παντρεύεται την Λουίζα Βογάσαρη και δύο χρόνια αργότερα έρχεται στην ζωή ο μοναχογιός του Δημήτρης, ο μετέπειτα γνωστός συνθέτης λόγιας μουσικής.

Το 1937 έγινε γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου και αργότερα καλλιτεχνικός και γενικός διευθυντής του Δραματολογίου. Το 1940 στρατεύεται και υπηρετεί στο Αλβανικό Μέτωπο. Παραμένει στην ζώνη του πυρός ως το τέλος του πολέμου. Τις εμπειρίες του από τον πόλεμο τις κατέγραψε σε κάποια από τα διηγήματά του και κυρίως στο βιβλίο του «Απρίλης». Από το 1950 ως το 1971 διετέλεσε γενικός διευθυντής της ιστορίας και της δραματολογίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, και γενικός διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου (1950-1975). Το 1964 συνέγραψε για λογαριασμό του Γενικού Επιτελείου Στρατού το χρονικό του Ελληνοϊταλικού πολέμου, το οποίο εκδόθηκε με τον τίτλο «Ελληνική Εποποιία 1940-41».

Μετά τον πόλεμο συνέχισε την ενασχόλησή του με τα γράμματα: αρθρογραφούσε για πολλά χρόνια στην εφημερίδα Το Βήμα (φιλολογικός συνεργάτης) και από το 1948 θεατρικός κριτικός. Το 1958, μαζί με τους Καραγάτση, Βενέζη και Μυριβήλη, γράφει το «Μυθιστόρημα των Τεσσάρων», που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Επίσης υπήρξε και διευθυντής του περιοδικού Εποχές, ενός εντύπου που έπαιξε κομβικό ρόλο στο πολιτισμικό γίγνεσθαι της Ελλάδας την δεκαετία του '60 και κυκλοφόρησαν από το 1963 έως το 1967, οπότε και σταμάτησε η έκδοσή του εξαιτίας της δικτατορίας.

Ο Άγγελος Tερζάκης ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο. Στις αρχές της δεκαετίας του '50 παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου στην Ιταλία και το 1954 σκηνοθέτησε την μοναδική ταινία του, μια παραλλαγή της «Μενεξεδένιας Πολιτείας» με τίτλο «Νυχτερινή περιπέτεια», σε δικό του σενάριο και μουσική του Mάνου Χατζιδάκι. Το 1969 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών και το 1974 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην τάξη των Γραμμάτων. Επίσης τιμήθηκε δύο φορές με το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1938 και 1939), με το κρατικό βραβείο θεάτρου (1957) και πρώτο κρατικό βραβείο της ομάδας των δώδεκα καλύτερων ποιητών και πεζογράφων (1963)

Πέθανε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 1979, σε ηλικία 72 ετών. Ο Άγγελος Τερζάκης υπήρξε ίσως ο πιο φιλοσοφικά ανήσυχος της γενιάς του '30. Στο κέντρο των αναζητήσεών του βρέθηκε πάντοτε ο σύγχρονος άνθρωπος και τα αγωνιώδη προβλήματά του. Γι' αυτό ίσως είναι και εκείνος που καλλιέργησε ιδιαίτερα το δοκίμιο και αναζήτησε την προσφορότερη έκφρασή του και στο θέατρο.

Εργογραφία

  • Το 1937 καταξιώνεται με το μυθιστόρημα «Η Μενεξεδένια Πολιτεία», που καταγράφει τις καθοριστικές εξελίξεις της μεσοπολεμικής Αθήνας και της κοινωνίας της «κατά την κρίσιμον φάσιν της μεταβολής της σε μεγαλούπολιν», όπως έγραφε σε μια παρουσίαση του βιβλίου στην Ακαδημία Αθηνών
  • Την ίδια χρονιά με την «Μενεξεδένια Πολιτεία», το πρώτο θεατρικό έργο του, το ιστορικό δράμα «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ», σημειώνει μεγάλη επιτυχία και ο Τερζάκης διορίζεται γενικός γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο υπηρέτησε από διάφορες θέσεις έως το 1971.
  • Το 1945 κυκλοφορεί το ιστορικό μυθιστόρημα «Πριγκιπέσα Ιζαμπώ», που θεωρείται το αρτιότερο πεζογράφημά του και ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ζωντανεύει την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο μέσα από τον έρωτα της φράγκισσας πριγκίπισσας Ιζαμπούς (κόρη του αυθέντη της Καλαμάτας Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου) και του έλληνα επαναστάτη Νικηφόρου Σγουρού.

Τα περισσότερα πεζογραφήματα του Τερζάκη είναι αστικά μυθιστορήματα, που απεικονίζουν την κοινωνία του μεσοπολέμου, όπως αυτήν βγήκε τραυματισμένη από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι το καταθλιπτικό κλίμα, η ασφυκτική ατμόσφαιρα, οι ήρωες - δέσμιοι της οικονομικής στενότητας και των κοινωνικών προκαταλήψεων και η απαισιοδοξία.

Άλλα έργα ενδεικτικά:

  • «Δεσμώτες»
  • «Το λυκόφως των ανθρώπων»(δημοσιεύθηκε σε συνέχειες το 1947, εκδόθηκε το 1989)
  • «Δίχως θεό»
  • «Η μυστική ζωή»
  • «Φθινοπωρινή συμφωνία»
  • «Του έρωτα και του θανάτου»
  • «Η στοργή»[νουβέλα] (1944)
  • «Γαμήλιο Εμβατήριο»
  • «Ο σταυρός και το σπαθί»
  • «Είλωτες»
  • «Νύχτα στην Μεσόγειο»


Παραδείγματα έργων:

Μενεξεδένια πολιτεία (απόσπ.)

02 meneksedenia politeia«Κατά τούτο διαφέρει, παιδί μου, ο άνθρωπος από το ζώο΄ότι το ζώο έχει συνήθειες και δεν το ξέρει, ενώ ο άνθρωπος έχει συνήθειες, το ξέρει, και νιώθει κιόλας πως απέναντί τους είναι ανίσχυρος…

Από τους δέκα ανθρώπους που σου ζητάνε τη γνώμη σου γι ακάτι, οι εννέα το κάνουνε μονάχα για να σου πούνε τη δική τους…

Αργά, ανεπαίσθητα, κι όμως σταθερά, η ζωή αλλάζει όψη. Στάλα τη στάλα το κάθε περιστατικό έρχεται ν' αλλοιώσει τη μορφή της, κι ακόμα οι πιο ήρεμες, οι πιο ασάλευτες στιγμές, δουλεύουνε βουβά για το ξανάπλασμά της. Όμως η επαφή με τη θύμηση, του κρατούσε ανοιχτά τα χείλη της πληγής του. Έτρεχε αίμα και νερό, νύχτα μέρα, ίσαμε τη στερνή εξάντληση. Ο πόνος που φτάνει στο τελευταίο σύνορο της αντοχής, σέρνει μια φοβερή ανακούφιση μαζί του και παραλύει την αίσθηση.

Ούτε τα μάνταλα ούτε κι η αγκαλιά κρατάνε κοντά σου τους ανθρώπους…»

Μυστική ζωή (απόσπ.)

03 mystikh zoh«Δεν το αρνιέμαι: τον τελευταίο εκείνο καιρό που πέρασα κοντά στη Βένα, τον αναθυμάμαι με καϋμό. Είναι, φυσικά, ο καϋμός που τυλίγει για μας τα πράγματα του κόσμου τούτου σαν περάσει η στιγμή τους. Η προσκόλληση στα περασμένα μπορεί και να μην είναι τυχαία - δε γίνεται να είναι τυχαία. Κάτι λέει. Μπορεί και τούτο: πως ο συντελεσμένος, ο αληθινός εαυτός μας, βρίσκεται στο χτες, στο ανεπανόρθωτο. Το αύριο δε μας ανήκει ακόμα και το τώρα είναι περιγελαστικά ανύπαρχτο, έτσι που φεύγει προτού το ιδείς. Πού ζούμε λοιπόν; Σε μια διάσταση έξω από το συγκεκριμένο. Μέσα σ΄ ένα γνέψιμο ιδεατό, που σχεδιάζεται κάπου έξω από το χρόνο. Το μυαλό, ύστερα, χωνεύει σε μια πρέζα στάχτη - κι η ιστορία πάει, τέλειωσε.

Το ξέρω καλά πως είμαι ένα ελάχιστο και δίχως ατομικό νόημα επεισόδιο μέσα στην τεράστια οικονομία των κόσμων. Όμως μέσα στο ανύπαρχτο Τώρα, υπάρχει μια παρουσία με τρομαχτική ενάργεια: Ο πόνος. Μονάχα ο πόνος κάνει το τώρα παρόν. Όσο κι αν απογειωθείς με το νου σου, δε θα φιμώσεις τον πόνο…»

 
Δίχως Θεό (απόσπ.)

04 dixos theo«Είμαι ένας δειλός, είπε. Μη με διακόπτεις, έχω ανάγκη από την ειλικρίνεια εκείνη που δεν ξέρει από αισθηματολογίες, τύπους. Τη γοργή και ψυχρή ειλικρίνεια. Παράτησα τη Νίνα (εδώ, στ’ όνομα που είχε να το προφέρει τόσα χρόνια, η φωνή του βράχνιασε) από καθαρή δειλία, μιαν επαίσχυντη λιποταξία απέναντι στη ζωή. Θαρρώ πως την παράτησα γιατί την αγαπούσα. Το καταλαβαίνεις αυτό; Όχι, φυσικά. Είναι από κείνα που δοκιμάζει κανείς μα που δεν τα καταλαβαίνει. Ήθελα να την κάνω ευτυχισμένη, αυτό είναι, ένιωθα την πυρωμένη ανάγκη να της δώσω το μεγαλύτερο ποσοστό ευτυχίας, πλούτο, χαρά, ηδονή, τρέλλα, ό,τι μπορεί να γνωρίσει στον ανώτατο βαθμό ένα ανθρώπινο πλάσμα στη γη. Είταν παράλογο, μαθηματικά αδύνατο. Δεν είν’ έτσι; Έφυγα γιατί καταλάβαινα πως με τα μέσα μου δε θα μπορούσα ποτέ να κατορθώσω τίποτα, το παραμικρό.

Σφούγγισε με το μαντήλι του το ιδρωμένο μέτωπό του και συνέχισε:

― Έφυγα γιατί καταλάβαινα πως αν μείνω ακόμα λίγο, θα είναι πολύ αργά. Ο έρωτας, άκουσέ με, είναι ένα πάθος εγωιστικό, έχουν άδικο να τον καλλωπίζουν. Θέλεις την ευτυχία του αγαπημένου προσώπου υπό τον όρο πως θα του τη δώσεις εσύ κι’ όχι άλλος. Αν ένας άλλος μπει στη μέση, που έχει ωστόσο περισσότερες πιθανότητες να το κατορθώσει, εσύ δεν αποσύρεσαι, επιμένεις. Γιατί; Γιατί στην ευτυχία του αγαπημένου σου προσώπου δε βλέπεις παρά την πραγμάτωση της δικής σου ευτυχίας, να γιατί. Η φιλοσοφία μου, καθώς βλέπεις, είναι απάνθρωπη, ας με αναθεματίσουν. Ξέρω, ξέρω, η Τέχνη έχει πλάσει εκείνους που αυτοθυσιάζονται ωραία-ωραία για να ευτυχίσει το αγαπημένο τους πρόσωπο. Φιλολογία αναίσχυντη! Ο έρωτας είναι πάθος, και το πάθος, σαν κάθε φυσική δύναμη, δεν υποχωρεί. Όταν υποχωρήσει, είναι κακό σημάδι, σημαίνει πως το συναίσθημα σταμάτησε μεσοδρομίς, στο βαθμό μιας χλιαρής θερμοκρασίας, και ζητάει ν’ αναισθητήσει με το ναρκωτικό της αυταρέσκειας. Η αυτοθυσία στον έρωτα είναι νοσηρός ναρκισσισμός.

Γέλασε με τρόπο παράδοξο, κοντό και ξερό. Ύστερα το μέτωπό του σκοτείνιασε.

― Έφυγα γιατί αναρωτήθηκα μήπως είμαι προδότης. Δεν ξέρεις τίποτα για τη νύχτα που ακολούθησε την τελευταία, τότε, κουβέντα μας. Μου είχες υποδείξει το χρέος μου να πάρω μιαν απόφαση, να παντρευτώ. Γυρίζοντας σπίτι μου, βρήκα ασυμπλήρωτο ένα άλλο χρέος.

Ο Γιατρός – τον θυμάσαι; – ήρθε να μου ζητήσει άσυλο τη νύχτα εκείνη, γιατί τον κυνηγούσαν. Του τόδωσα. Κουβεντιάσαμε μαζί ως τις μικρές εκείνες ώρες, εκείνος κι’ εγώ. Δε μ’ έπεισε, όχι, γιατί τα επιχειρήματά του τα ήξερα. Όμως τρεις ημέρες αργότερα, τον έπιασαν, κι’ αυτό είταν το επιχείρημα που αναζητούσε μάταια εκείνος ολάκερη τη νύχτα που σου λέω, και δεν το βρισκε…»


Πηγές:
https://el.wikipedia.org
https://logomnimon.wordpress.com
http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com

Βιβλιογραφία: 
Κ. Μητσάκη, Νεοελληνική πεζογραφία. Η γενιά του ’30. Αθήνα, 1977.