«ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΡΥΠΑΝΣΗ»
Φανή-Αρετή Κουκίδου & Ευαγγελία Κυτούδη
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
- 1.ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΡΥΠΑΝΣΗ
1.1.1. Τι είναι το περιβάλλον
1.2. Τι είναι ρύπανση του περιβάλλοντος
1.3. Γιατί υπάρχει η ατμοσφαιρική ρύπανση
- ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ
2.2.2. Η ατμοσφαιρική ρύπανση
2.3. Τι είναι οι ατμοσφαιρικοί ρύποι
2.4. Πηγές της ατμοσφαιρικής ρύπανσης
2.5. Εκπομπές ρυπαντών
2.6. Κυριότεροι ρύποι της ατμόσφαιρας
2.7. Δείκτες ατμοσφαιρικής ρύπανσης
2.8. Ειδικά φαινόμενα ατμοσφαιρικής ρύπανσης
2.8.1. Το φαινόμενο του «Θερμοκηπίου»
2.8.2. Το φαινόμενο της «όξινης βροχής»
2.8.3. Το φαινόμενο της «τρύπας του όζοντος
2.9. Βλάβες - φθορές που προκαλεί η ατμοσφαιρική ρύπανση
2.9.1. Στην υγεία
2.9.2. Στα περιουσιακά στοιχεία
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η ιστορία μιας χώρας, ενός τόπου, προσδιορίζονται από το χρόνο και τον τόπο που έλαβαν χώρα τα διάφορα γεγονότα (πολεμικά, θρησκευτικά, αρχιτεκτονικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά κ.α.),που αποδεικνύονται από αξιόπιστα κείμενα και από χειροπιαστά ανθρώπινα δημιουργήματα (κτίσματα, έργα τέχνης κ.τ.λ.).
Τα μνημεία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία της ιστορίας και του πολιτισμού. Η ζωντανή ιστορία μιας χώρας είναι κυρίως τα αρχαιολογικά μνημεία αυτής, τα αρχαιολογικά ευρήματα, οι ενεπίγραφες πλάκες, τα έργα τέχνης της κάθε εποχής που διατηρήθηκαν ή ήλθαν στην επιφάνεια από τυχαίες συμπτώσεις και συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Αυτά επαληθεύουν τις γραπτές πληροφορίες των αρχαίων ιστορικών, αυτά είναι τα αδιαμφισβήτητα ιστορικά ντοκουμέντα που ανατρέπουν κάθε ιστορική πλαστογραφία, κάθε ψεύδος, κάθε διαστροφή της ιστορικής αλήθειας.
Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η προστασία των μνημείων μας δεν αποτελεί μόνο επιτακτική ανάγκη αλλά εθνικό χρέος και ένδειξη σεβασμού της ιστορίας μας. Η αποτελεσματική προστασία ενός μνημείου αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες του περιβάλλοντος, αλλά ακόμη και αυτό που στεγάζεται σε κλειστό χώρο, είναι ένα πολύπλοκο και δύσκολο πρόβλημα. Αιωρούμενα σωματίδια από την καύση ανθρακούχων υλικών έχουν ήδη προκαλέσει την αμαύρωση των μνημείων, ενώ όξινα αέρια των καύσεων, με τη βοήθεια ατμοσφαιρικού ύδατος, σχηματίζουν οξέα που διαλύουν μάρμαρα, γρανίτες οικοδομικά υλικά κ.α.
Σήμερα, διάφοροι νόμοι κατά της ρυπάνσεως είχαν καλά αποτελέσματα, αλλά η φύση και η ποιότητα του αέρα σε αστικές περιοχές συνεχώς μεταβάλλονται. Η κυκλοφορία των οχημάτων έχει κάπως αντικαταστήσει τη βαριά βιομηχανία, σε ότι αφορά την ατμοσφαιρική ρύπανση των πόλεων.
Για την σωστή λύση του προβλήματος, απαιτούνται πολύπλευρες γνώσεις όχι μόνο αρχιτεκτονικής και αρχαιολογίας, αλλά και γνώσεις χημείας των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του.
1. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΡΥΠΑΝΣΗ
1.1. Τι είναι το περιβάλλον
Το πρόβλημα της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος απασχολεί έντονα εδώ και τρεις σχεδόν δεκαετίες όλες τις χώρες του κόσμου. Αναφορές σε ρύπανση των λιμνών, των θαλασσών, των ποταμών, της ατμόσφαιρας ,του εδάφους γίνονται καθημερινά στον τύπο , στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στις ομιλίες πολιτικών, καθηγητών και άλλων ειδικών και μη.
Τι ακριβώς είναι όμως το « περιβάλλον» για το όποιο τόσος θόρυβος γίνεται;
Το περιβάλλον είναι ο χώρος μέσα στον οποίο ζούμε και δραστηριοποιούμαστε. Η ύπαρξη μας εξαρτάται απόλυτα από αυτό. Αποτελείται από ένα πολύπλοκο σύνολο φυσικών, βιολογικών και άλλων σχέσεων. Δεν είναι κάτι το στατικό γιατί τα επιμέρους στοιχεία του, μεταβάλλονται διαχρονικά. Παρά τις μεταβολές αυτές το περιβάλλον μπορεί να βρίσκεται σε μια κατάσταση δυναμικής ισορροπίας.
Σε ελληνικό νομοθέτημα που ρυθμίζει θέματα ρύπανσης και βιομηχανίας ως «Περιβάλλον» ορίζεται «ο περιβάλλων τον άνθρωπο χερσαίος ,θαλάσσιος και εναέριος χώρος , μετά των εν αυτώ χλωρίδος και πανίδος, των φυσικών πόρων και στοιχείων πολιτισμού, ως ταύτα διαμορφώθησαν εκ της δραστηριότητος του ανθρώπου» . Ο ορισμός αυτός καλύπτει πέραν του φυσικού περιβάλλοντος και του ανθρωπογενές περιβάλλον, π.χ. πολιτιστικά μνημεία .Ως προς το φυσικό περιβάλλον όμως η παραπάνω διατύπωση δεν έχει περιλάβει ρητά και τους άλλους πλην των θαλασσών υδάτινους πόρους, τους ποταμούς και τις λίμνες, αλλά φαίνεται ότι οι τελευταίοι αυτοί συμπεριλαμβάνονται στους φυσικούς πόρους που βρίσκονται μέσα στο χερσαίο χώρο που αναφέρει ο ορισμός.
1.2. Τι είναι η ρύπανση του περιβάλλοντος
Δεν υπάρχει ένας γενικά αποδεκτός ορισμός για τη ρύπανση του περιβάλλοντος. Ως ρύπανση μπορεί να ορισθεί ως η άμεση ή έμμεση εκπομπή στο περιβάλλον ουσιών, θορύβου ή άλλης μορφής ενέργειας σε ποσότητες, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην υγεία του ανθρώπου, υλικές ζημιές, δυσμενή επίδραση σε ζώντες οργανισμούς ή σε οικοσυστήματα, γενικά δε να καταστήσει το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επωφελείς χρήσεις για τις οποίες προορίζεται. Επίσης ρύπανση μπορεί να θεωρηθεί η αλλοίωση της μορφής του περιβάλλοντος, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική διαταραχή της ισορροπίας του οικοσυστήματος με αρνητικές επιπτώσεις για τη υγεία και το περιβάλλον. Επιπλέον είναι η κατάσταση κατά την οποία ξένες ουσίες οι οποίες μπορούν να προξενήσουν βλάβη σε ανθρώπινους ή σε άλλους ζωικούς οργανισμούς ή ουσίες που είναι αποκρουστικές στις ανθρώπινες αισθήσεις βρίσκονται στη ατμόσφαιρα, τους υδάτινους πόρους ή το έδαφος. Εκτός από τον όρο «ρύπανση» απαντάται συχνά και ο όρος «μόλυνση» του περιβάλλοντος. Η μόλυνσή αποτελεί ειδικό τύπο ρύπανσης. Μόλυνση θεωρείται η ύπαρξη στο περιβάλλον παθογόνων μικροοργανισμών ή στοιχείων που δείχνουν έμμεσα ότι μπορεί να υπάρχει κίνδυνος να βρίσκονται μέσα σε αυτό τέτοιοι μικροοργανισμοί.
Η έννοια της ρύπανσης είναι σε μεγάλο βαθμό σχετική, γιατί καμιά σχεδόν ουσία δεν βρίσκεται σε τελείως καθαρή κατάσταση. Ανησυχίες εκφράζονται μόνον όταν η ρύπανση ξεπεράσει ορισμένο κρίσιμο όριο, το οποίο μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, ανάλογα με τη συγκεκριμένη χρήση για την οποία προορίζονται το νερό, ο αέρας ή το έδαφος. Για παράδειγμα, νερό που θεωρείται επικίνδυνο για ανθρώπινη χρήση μπορεί να εξακολουθεί να είναι κατάλληλο για βιομηχανικές χρήσεις. Έτσι, γνωστή εταιρεία παραγωγής χάλυβα των Η.Π.Α., χρησιμοποιεί για την παραγωγή χάλυβα τα επεξεργασμένα νερά των οχετών της πόλης στην οποία λειτουργεί το εργοστάσιο της.
Ο όρος «ρύπανση του περιβάλλοντος» χρησιμοποιείται συχνότερα αναφορικά με την ατμόσφαιρα, τους υδάτινους πόρους (λίμνες, ποτάμια, θάλασσες κ.τ.λ.) και το έδαφος, γι’ αυτό και οι περισσότερες δημοσιεύσεις αναφέρονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση, τη ρύπανση των υδάτων και τη ρύπανση του εδάφους. Αυξανόμενη όμως σημασία δίνεται στα τελευταία χρόνια και στην «ηχητική ρύπανση» η οποία προκαλείται από τους θορύβους των διάφορων συγκοινωνιακών μέσων, των οικιακών και άλλων συσκευών, των ραδιοφωνικών και τηλεοράσεων κ.α. Η ηχητική ρύπανση γίνεται συνεχώς και μεγαλύτερο πρόβλημα λόγω της αύξησης των πηγών, της έντασης των θορύβων και της διαπίστωσης ότι ο υπερβολικός θόρυβος μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες στον ανθρώπινο οργανισμό, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ανεπανόρθωτες.
Ορισμένοι μιλάνε και για «οπτική ρύπανση» που προκαλείται από αντιαισθητικές διαφημίσεις σε δημόσιους χώρους, από ακαλαίσθητες κατασκευές και από άλλους παράγοντες ασχήμιας. Ακόμη αναφέρονται όπως «πνευματική ρύπανση», «ψυχική ρύπανση» καθώς και άλλοι.
1.3. Γιατί υπάρχει η ρύπανση του περιβάλλοντος
Η ρύπανση του περιβάλλοντος δεν είναι κάτι καινούργιο, αποτελεί φαινόμενο που συνδέεται με τη παρουσία του ανθρώπου στη Γη. Η ρύπανση μπορεί να χαρακτηριστεί ως το αποτέλεσμα της παραγωγής και της κατανάλωσης προϊόντων από το homo sapiens. Αυτός παίρνει από το περιβάλλον διάφορες ζωικές, φυτικές, ορυκτές ύλες ή αέρια και τα μετατρέπει σε οικονομικά αγαθά και υπηρεσίες. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της παραγωγής που παράγονται επίσης και ορισμένες ανεπιθύμητες ύλες ή ουσίες στερεάς, υγρής ή αέριας μορφής, οι οποίες απορρίπτονται από το περιβάλλον.
Ανεπιθύμητα κατάλοιπα δημιουργούνται και κατά τη διάρκεια της κατανάλωσης των αγαθών. Σύμφωνα με το «νόμο της διατήρησης της ύλης» η συνολική ποσότητα των υλών που καταναλώνονται ή απορρίπτονται στο περιβάλλον ως ανεπιθύμητες είναι ίση με τη συνολική ποσότητα των φυτικών, ζωικών και ορυκτών υλών που αποσπώνται από το περιβάλλον. Οι μορφές όμως και τα χαρακτηριστικά στοιχεία των υλών που απορρίπτονται συνήθως διαφέρουν σημαντικά από εκείνες των φυσικών υλών που εισέρχονται αρχικά στο κύκλωμα της παραγωγής.
Όταν το κύκλωμα της απόστασης υλών-παραγωγής προϊόντων-κατανάλωσης-απόρριψης ανεπιθύμητων υλών έχει περιορισμένο μέγεθος, η ρύπανση του περιβάλλοντος που δημιουργείται δεν αποτελεί συνήθως σοβαρό πρόβλημα. Σε τέτοιες περιπτώσεις το περιβάλλον είναι σε θέση να απορροφά και να εξουδετερώνει μεγάλο ποσοστό των ρυπαντικών υλών που απορρίπτονται σε αυτό. Οι μικρές σχετικά ποσότητες τοξικών ή αδιάλυτων ουσιών δεν δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες εφόσον δεν παρουσιάζεται συγκέντρωση τους. Όταν όμως το μέγεθος του πιο πάνω κυκλώματος αυξάνεται σημαντικά είτε συνολικά είτε σε σχέση με ορισμένη περιοχή, είναι δυνατό να δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα περιβαλλοντικής ρύπανσης.
2. Η ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ
2.1. Η ατμόσφαιρα και η δομή της
Η Γη περιβάλλεται από αέριο στρώμα του οποίου το πάχος ξεπερνάει τα 500 χιλιόμετρα. Το πραγματικό πάχος του εν λόγω στρώματος παρουσιάζει ορισμένη διαφοροποίηση ανάλογα με το τμήμα της Υδρογείου. Είναι μεγαλύτερο στη περιοχή του Ισημερινού και μικρότερο στις περιοχές των Πόλων.
Η ατμόσφαιρα χωρίζεται σε περιοχές που έχουν ορισμένα φυσικά ή χημικά χαρακτηριστικά. Η θερμοκρασία του ατμοσφαιρικού αέρα διαφέρει ανάλογα με την απόσταση από την επιφάνεια της Γης. Με βάση το κριτήριο αυτό η ατμόσφαιρα χωρίζεται στις ζώνες της Τροπόσφαιρας, της Στρατόσφαιρας, της Μεσόσφαιρας και της Θερμόσφαιρας.
Η Τροπόσφαιρα είναι το στρώμα που βρίσκεται πλησιέστερα στη Γη και μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα τα μετεωρολογικά φαινόμενα. Το μέσο πάχος της Τροπόσφαιρας είναι 10 περίπου χιλιόμετρα. Η θερμοκρασία της ελαττώνεται με το ύψος καθώς μέρος της θερμότητας του εδάφους αποδίδεται με φθίνοντα λόγο από τα κατώτερα στα ανώτερα στρώματα του αέρα.
Η Στρατόσφαιρα είναι το στρώμα που βρίσκεται πάνω από τη Τροπόσφαιρα, είναι παχύτερο από αυτήν και απέχει από το έδαφος περίπου 10 έως 50 χιλιόμετρα. Μέσα στη Στρατόσφαιρα η θερμοκρασία μεγαλώνει με το ύψος. Αυτό οφείλεται στο ότι αυξάνεται σταδιακά η περιεκτικότητα της σε όζον το οποίο απορροφά υπεριώδη ακτινοβολία και αποταμιεύει θερμότητα.
Η Μεσόσφαιρα είναι το ατμοσφαιρικό στρώμα που καλύπτει το χώρο μεταξύ των 50 και των 80 περίπου χιλιομέτρων από το έδαφος. Μέσα στο χώρο της Μεσόσφαιρας μειώνεται βαθμιαία η περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σε όζον αυτό δε προκαλεί βαθμιαία μείωση της θερμοκρασίας.
Τέλος, η Θερμόσφαιρα είναι το στρώμα πάνω από 80 χιλιόμετρα μέσα στο οποίο, με διακυμάνσεις ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος και τις ώρες της μέρας, αυξάνεται σταδιακά η θερμοκρασία λόγω ιονισμού των αερίων από την υπεριώδη ακτινοβολία.
Όπως βλέπουμε, η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας περιβάλλεται προς διάφορες κατευθύνσεις μέσα στην ατμόσφαιρα ανάλογα με την απόσταση από το έδαφος. Αρχικά μειώνεται, σε μεγαλύτερο ύψος αυξάνεται, στη συνέχεια μειώνεται και βαθμιαία αυξάνεται. Οι αλλαγές της κατεύθυνσης των μεταβολών της θερμοκρασίας δε γίνονται απότομα. Η πρώτη αλλαγή, από φθίνουσα σε αύξουσα, γίνεται μέσα σε μια περιοχή που βρίσκεται μεταξύ της Τροπόσφαιρας και της Στρατόσφαιρας η οποία ονομάζεται Τροπόπαυση. Η επόμενη αλλαγή, από αύξουσα σε φθίνουσα, γίνεται μέσα σε μια περιοχή που βρίσκεται μεταξύ της Στρατόσφαιρας και της Μεσόσφαιρας η οποία ονομάζεται Στρατόπαυση. Τέλος η αλλαγή κατεύθυνσης της θερμοκρασίας από φθίνουσα σε αύξουσα γίνεται μέσα σε μια περιοχή που βρίσκεται μεταξύ της Μεσόσφαιρας και της Θερμόσφαιρας η οποία ονομάζεται Μεσόπαυση.
2.2. Η ατμοσφαιρική ρύπανση
Ατμοσφαιρική ρύπανση ονομάζεται η παρουσία ρύπων στην ατμόσφαιρα, δηλαδή η συγκέντρωση κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας σε ποσότητα ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία των ζωντανών οργανισμών και γενικότερα να διαταράξουν την οικολογική ισορροπία σε μεγάλη ή μικρή γεωγραφική κλίμακα.
Θεωρείται ότι υπάρχει ατμοσφαιρική ρύπανση όταν ο αέρας περιέχει στερεές, υγρές ή αέριες ουσίες σε ποσότητες που μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στην υγεία του ανθρώπου ή άλλες ενοχλήσεις ή όταν λείπουν από αυτόν ποσότητες φυσικών του συστατικών ή ιδιότητες απαραίτητες για τον άνθρωπο. Ιδιαίτερες περιπτώσεις ρύπανσης θεωρούνται η ρύπανση του αέρα κλειστών ή εργασιακών χώρων και η ρύπανση του από ραδιενέργεια.
Το κλίμα μιας περιοχής για μια εκτεταμένη χρονική περίοδο καθορίζεται από τις μετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούν στην εν λόγω περιοχή. Οι τελευταίες επηρεάζουν σοβαρά και τη μέση στάθμη της ατμοσφαιρικής ρύπανσης μιας περιοχής σε μια περίοδο ή σε συγκεκριμένο χρονικό τμήμα της.
Οι ιδιαίτερες μετεωρολογικές συνθήκες της εβδομάδας, ημέρας ή ώρας επηρεάζουν τη ρύπανση με μέτρο ώστε να παρατηρούνται έντονες διακυμάνσεις της. Επίδραση έχουν στη ρύπανση και η ταχύτητα του ανέμου καθώς και οι αναστροφές θερμοκρασίας.
2.3. Τι είναι οι ατμοσφαιρικοί ρύποι
Ατμοσφαιρικοί ρύποι θεωρούνται οι ουσίες που διοχετεύονται στην ατμόσφαιρα, με τρόπο άμεσο ή έμμεσο, σε ποσότητες που μπορούν να επηρεάσουν τη δομή, τη σύσταση ή τα χαρακτηριστικά της. Ανάλογα με τον οποίο δημιουργούνται ή με τη φυσική τους κατάσταση οι ρύποι διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες.
Οι ρύποι διακρίνονται σε πρωτογενείς και δευτερογενείς ανάλογα με τον τρόπο παραγωγής τους. Οι πρωτογενείς ρύποι εκπέμπονται απ’ ευθείας από τις διάφορες πηγές στην ατμόσφαιρα και οι σημαντικότεροι είναι τα αιωρούμενα σωματίδια (σκόνη, καπνός, σωματίδια βαρέων μετάλλων, όπως μολύβδου (Pb) και νικελίου (Ni)), το διοξείδιο του θείου (SO2), το μονοξείδιο του άνθρακα (CO), οι υδρογονάνθρακες, το χλώριο (Cl2) και το φθόριο (F2). Αντιθέτως οι δευτερογενείς ρύποι σχηματίζονται στην ατμόσφαιρα από τους πρωτογενείς με χημικές αντιδράσεις που γίνονται ή μεταξύ τους είτε με τα φυσικά συστατικά της ατμόσφαιρας, με συμμετοχή του ηλιακού φωτός, της θερμοκρασίας και της υγρασίας. Σημαντικότεροι είναι το μονοξείδιο του αζώτου (ΝΟ), το διοξείδιο του αζώτου (NO2) και το όζον (Ο3).
Η φυσική κατάσταση των ρύπων της ατμόσφαιρας τους κάνει να διακρίνονται σε αέρια (π.χ. διοξείδιο του θείου, μονοξείδιο του άνθρακα), σε στερεά ή και σε υγρά σωματίδια (π.χ. σκόνες, αιωρούμενα σωματίδια).
Οι πτητικές ουσίες που ρυπαίνουν τον ατμοσφαιρικό αέρα μεταφέρονται συνήθως με τα ρεύματα του αέρα. Κατά κανόνα τα θερμότερα ρεύματα παρουσιάζουν την τάση να ανέρχονται προς τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, παρασύρονται μαζί με τις διάφορες πτητικές ουσίες και τα αέρια. Με τον τρόπο αυτό οι εν λόγω ουσίες διασκορπίζονται χωρίς να προκαλούνται συνήθως επικίνδυνες συγκεντρώσεις τους. Μερικές φορές όμως παρουσιάζονται προβλήματα όταν τα στρώματα του αέρα που είναι πλησιέστερα προς το έδαφος έχουν χαμηλότερη θερμοκρασία από τα ανώτερα στρώματα, δηλαδή όταν παρατηρείται το φαινόμενο της «κάθετης αντιστροφής της θερμοκρασίας». Τότε τα ανώτερα στρώματα, λόγω της υψηλότερης θερμοκρασίας τους, σχηματίζουν ένα είδος προσωρινού θόλου που εμποδίζει την άνοδο των διάφορων ρυπαντικών ουσιών. Αυτές απλώνονται κυρίως οριζόντια, παράλληλα με το έδαφος. Η αντιστροφή της θερμοκρασίας είναι ιδιαιτέρως βλαβερή όταν συμβαίνει πολύ κοντά στην επιφάνεια του εδάφους.
Οι περισσότεροι ατμοσφαιρικοί ρύποι ανήκουν στη κατηγορία των πρωτογενών σωματιδίων. Αυτοί δεν μεταβάλλονται μέσα στην ατμόσφαιρα και είναι σχετικά εύκολα να διαπιστωθούν οι πηγές από τις οποίες προέρχονται. Οι εν λόγω ρύποι προκαλούν σκιασμό του ήλιου και μείωση της ορατότητας, ρύπανση των κτηρίων και των διάφορων αντικειμένων, οξείδωση των μετάλλων. Έχουν δε και βλαβερή επίδραση στις ζωικές λειτουργίες. Παλιότερα ένας από τους κυριότερους τέτοιους ρύπους που προέρχονταν από τη καύση του άνθρακα είχε προκαλέσει σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα σε διάφορες χώρες. Ανάλογη ρύπανση της ατμόσφαιρας προκαλείται από σωματίδια ή αέρια που ελκύονται στην ατμόσφαιρα από εργοστάσια κατεργασίας πρωτογενών μετάλλων, τροφίμων και συναφών προϊόντων, χαρτιού, χημικών προϊόντων, πετρελαίου και δομικών υλικών (π.χ. τσιμέντου). Σημαντική είναι η ρύπανση που προκαλείται και από την παραγωγή ηλεκτρικής και άλλης ενέργειας, η οποία αυξάνεται σε ολόκληρη την υφήλιο.
Οι δευτερογενείς ρύποι δεν ελκύονται απ’ ευθείας από βιομηχανικές, δημοτικές ή οικιακές πηγές αλλά δημιουργούνται με φωτοχημική αντίδραση μεταξύ πρωτογενών ρύπων μέσα στην ατμόσφαιρα. Οι δευτερογενείς ρύποι είναι από τη φύση τους πολύ δυσκολότερο να διαπιστωθούν, ενδέχεται δε να είναι πιο επιβλαβείς για την υγεία απ’ ότι οι πρωτογενείς ρύποι. Μια από της χειρότερες μορφές τέτοιας ρύπανσης προκαλείται από την οξείδωση των υδρογονανθράκων που βρίσκονται στα καυσαέρια που δημιουργούνται από ατελή καύση. Έχει ήδη αποδειχθεί πειραματικά ότι ορισμένοι συνδυασμοί ρύπων μπορούν να έχουν πιο επιβλαβείς επιπτώσεις από εκείνες που θα υπήρχαν αν οι ρύποι είχαν παραμείνει χωριστοί.
Η φωτοχημική ρύπανση αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες σοβαρές μορφές ατμοσφαιρικής ρύπανσης κυρίως λόγω του ρόλου που παίζει το αυτοκίνητο στις σημερινές κοινωνίες. Στις αστικές περιοχές των ανεπτυγμένων χωρών το μεταφορικό αυτό μέσο αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή ρύπανσης της ατμόσφαιρας. Οι δε ουσίες που παράγονται από τις μηχανές εσωτερικής καύσης είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε φωτοχημικές αντιδράσεις κυρίως κάτω από την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας.
2.4. Πηγές ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Οι πηγές της ατμοσφαιρικής ρύπανσης διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες. Μία διάκριση είναι σε φυσικές και σε τεχνητές πηγές. Φυσικές πηγές είναι τα ηφαίστεια που εκπέμπουν στην ατμόσφαιρα αέρια και σωματίδια, η σήψη οργανικών ουσιών, οι πυρκαγιές, οι έρημοι κ.α. Η γεωγραφική τους διασπορά δεν έχει κατά κανόνα σχέση με τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι ρύποι που παράγονται από φυσικές πηγές είναι συνήθως λιγότερο βλαβεροί για τον άνθρωπο (με εξαιρέσεις όπως εκρήξεις ηφαιστείων κοντά σε κατοικημένες περιοχές κ.λ.π.) από τους ρύπους που παράγονται από τεχνητές πηγές. Τεχνητές πηγές είναι εκείνες που συνδέονται με ρυπογόνες ανθρώπινες δραστηριότητες. Επομένως βρίσκονται στις περιοχές που λειτουργούν ανθρώπινες κοινωνίες. Τόσο ο αριθμός όσο και η συνθετότητα των ρύπων που παράγονται από τεχνητές πηγές αυξάνονται με το χρόνο.
Οι τεχνητές πηγές διακρίνονται σε κινητές και σε σταθερές πηγές. Στις πρώτες περιλαμβάνονται τα μεταφορικά μέσα που με τις καύσεις των κινητήρων τους εκπέμπουν ρύπους με τη μορφή αερίων και σωματιδίων. Σωματίδια εκπέμπονται και από τη τριβή των φρένων, των ελαστικών στο οδόστρωμα κ.α. Στις σταθερές πηγές περιλαμβάνονται οι βιομηχανικές και οι βιοτεχνικές δραστηριότητες, οι μονάδες παραγωγής ενέργειας, τα εστιατόρια, τα συστήματα θέρμανσης κ.α.
Μια τρίτη διάκριση των πηγών των ρύπων είναι σε σημειακές, σε γραμμικές και σε εμβαδικές πηγές. Η σημειακή πηγή βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση που μπορεί να θεωρηθεί και ως σημείο (π.χ. ένα εργοστάσιο είναι σημειακή πηγή ρύπανσης). Η γραμμική πηγή έχει μήκος και πλάτος, κατά μήκος δε αυτής εκπέμπονται ρύποι (π.χ. ένας δρόμος κατά μήκος του οποίου εκπέμπονται ρύποι από τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν σε αυτόν). Η εμβαδική πηγή περιλαμβάνει πηγές διάσπαρτές σε μεγάλη έκταση που στο σύνολο τους παράγουν μεγάλη ποσότητα ρύπων (π.χ. τα συστήματα θέρμανσης των πολυκατοικιών σε μια πόλη).
Ασχέτως από τις διακρίσεις των πηγών οι κυριότερες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι οι μηχανές εσωτερικής καύσης, οι καπνοδόχοι των εργοστασίων, τα θερμικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, οι εξατμίσεις των αεροπλάνων, οι εγκαταστάσεις καύσης των απορριμάτων, οι εγκαταστάσεις θέρμανσης, ο καπνός που εκπέμπεται από εστιατόρια ή άλλα κτίρια, η σκόνη του εδάφους, η σκόνη από τις κατεδαφίσεις κτιρίων κ.α. Κάθε πηγή διαφυγής αερίων ή άλλων πτητικών ουσιών αποτελεί κίνδυνο για την ποιότητα της ατμόσφαιρας.
Πηγή ατμοσφαιρικής ρύπανσης που σπάνια ενεργοποιείται είναι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες. Όπως όμως φάνηκε από το ατύχημα του αντιδραστήρα του Τσέρνομπιλ, όταν παρουσιαστεί διαφυγή ραδιενέργειας από τέτοιες εγκαταστάσεις τα αποτελέσματα είναι τραγικά και επηρεάζουν τους κατοίκους και την οικονομία πού μεγάλων γεωγραφικών περιοχών.
2.5. Εκπομπές ρυπαντών
«Εκπομπή» ρύπανσής θεωρείται η ποσότητα των ρυπαντικών ουσιών που ελκύεται στην ατμόσφαιρα από την έξοδο μιας πηγής ρύπων (π.χ. από τη καπνοδόχο ενός μαγειρίου) ή από το χώρο της πηγής (π.χ. από το χώρο μιας εκτεταμένης πυρκαγιάς). Μετριέται σε μονάδες μάζας ανά χρόνο. Για πολλούς ρύπους γίνεται νομοθετικός καθορισμός ενός επιτρεπόμενου ορίου εκπομπής, ως όριο δε θεωρείται η ανώτατη ποσότητα μιας συγκεκριμένης ρυπαντικής ουσίας που επιτρέπεται να εκπέμπεται.
«Συγκέντρωση» ρύπανσης ή «τιμή» ρύπανσης ονομάζεται η ποσότητα ρύπανσής η συγκεντρωμένη σε ορισμένο σημείο, και εκφράζεται με μονάδες πυκνότητας (μάζα ρύπου σε ορισμένο όγκο αέρα) ή αραίωση (όγκος ρύπου σε ορισμένο αέρα).
«Συντελεστής» εκπομπής ονομάζεται η ποσότητα ρύπου (μάζα ρύπου ανά μονάδα καυσίμου) που καταναλώνεται ή ανά μονάδα αγαθού ή έργου που παράγεται. Για παράδειγμα, ποσότητα ρύπου που παράγεται από όχημα ανά χιλιόμετρο διαδρομής που πραγματοποιείται, ή από εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ανά κιλοβάτ παράγεται ή από χαλυβουργία ανά τόνο παραγόμενου χάλυβα κ.ο.κ.
2.6. Κυριότεροι ρύποι της ατμόσφαιρας
Όπως αναφέρθηκε οι ατμοσφαιρικοί ρύποι έχουν τη μορφή αερίων ή σωματιδίων. Στο τμήμα αυτό περιγράφονται τα σημαντικότερα τέτοια αέρια και σωματίδια.
Οι κυριότεροι αέριοι ρύποι είναι οι παρακάτω:
Αιωρούμενα σωματίδια: Υλικά σε στερεή ή υγρή μορφή, προερχόμενα από βιομηχανικές δραστηριότητες, όπως βιομηχανίες τσιμέντου, γύψου καθώς και από αυτοκίνητα. Προκαλούν ασθένειες στο αναπνευστικό σύστημα και ιδιαίτερα προβλήματα σε ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα που πάσχουν από άσθμα. Επίσης προκαλούν φθορές σε βαφές και μειώνουν την ορατότητα της ατμόσφαιρας.
Το Διοξείδιο του θείου (SO2): Είναι αέριο άχρωμό αλλά με χαρακτηριστική οσμή. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ατμοσφαιρικούς ρύπους των σύγχρονων αστικών κέντρων. Δημιουργείται από τη καύση υγρών και στερεών καυσίμων που περιέχουν θείο (σε περιεκτικότητα συνήθως 5 και 10 τα εκατό, αντιστοίχως) καθώς και από την τήξη ορυκτών υλικών που περιέχουν θείο και από τη λειτουργία ορισμένων βιομηχανιών. Στα αστικά κέντρα δημιουργείται κυρίως από ανθρωπογενείς πηγές, τις κεντρικές θερμάνσεις, τις εκπομπές των πετρελαιοκίνητων οχημάτων κ.α. Δημιουργείται όμως και από ορισμένες φυσικές πηγές, π.χ. τη σήψη οργανικών ουσιών, την ατμοσφαιρική δραστηριότητα κ.α. Το θείο ενώνεται με το ατμοσφαιρικό υδρογόνο μετατρεπόμενο κυρίως σε διοξείδιο του θείου και σε πολύ μικρότερο ποσοστό σε τριοξείδιο καθώς και σε άλλα παράγωγα θείου που ονομάζονται σουλφίδια. Το διοξείδιο του θείου που ελκύεται στην ατμόσφαιρα, ακόμη και σε μέτριες σχετικώς συγκεντρώσεις του, επηρεάζει δυσμενώς τα φυτά λόγω της απ’ ευθείας απορρόφησης του απ’ αυτά, με αποτέλεσμα συχνά την καθυστέρηση της ανάπτυξης τους ή και το θάνατο τους. Όταν οι συγκεντρώσεις του θείου στην ατμόσφαιρα είναι μεγάλες, προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην υγεία των ατόμων, χειροτερεύοντας την κατάσταση των αρρώστων που πάσχουν από αναπνευστικές νόσους ή καρδιακά νοσήματα, αυξάνοντας τη θνησιμότητα μεταξύ των ηλικιωμένων και εκείνων που πάσχουν από χρόνιες παθήσεις κ.α. Σε συνεργιστική δράση με τα αιωρούμενα σωματίδια μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του δείκτη ημερήσιας θνησιμότητας. Το διοξείδιο του θείου παραμένει στην ατμόσφαιρα περί τις πέντε μέρες.
Το Μονοξείδιο του άνθρακά (CO): Είναι αέριο ελαφρύτερο από τον αέρα, άοσμο, άχρωμο και άγευστο. Παράγεται από την ατελή καύση υλικών που περιέχουν άνθρακα αλλά και από ορισμένες βιολογικές ή βιομηχανικές διεργασίες. Η επίδραση του στην υγεία είναι βλαβερή, ανάλογα δε με τη συγκέντρωση του στον ατμοσφαιρικό αέρα μπορεί να προκαλέσει διαταραχή της συμπεριφοράς, προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και διαταραχές των κινήσεων και της όρασης, καρδιακές και πνευμονικές διαταραχές, πονοκέφαλο, κόπωση, κώμα, αδυναμία αναπνοής, ακόμη και θάνατο. Είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνο σε κλειστούς χώρους οπού δύσκολα γίνεται αντιληπτή η παρουσία του. Στους εξωτερικούς χώρους κύρια πηγή του είναι οι καύσεις των οχημάτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Το Διοξείδιο του αζώτου (NO2): Το διοξείδιο του αζώτου όπως και το μονοξείδιο του αζώτου πηγάζουν κυρίως από τις καύσεις των οχημάτων εσωτερικής καύσης, των βιομηχανιών και των κεντρικών θερμάνσεων. Το διοξείδιο του αζώτου έχει ιδιάζουσα οξεία οσμή και χρώμα καστανοκόκκινο, ενώ το μονοξείδιο του αζώτου είναι άχρωμο, άοσμο και άγευστο. Από τα δύο οξείδια ως ρύπος θεωρείται κυρίως το πρώτο. Το διοξείδιο δημιουργείται με φωτοχημικές αντιδράσεις από την οξείδωση του μονοξειδίου μετά την έξοδο του τελευταίου στην ατμόσφαιρα. Το διοξείδιο του αζώτου διαβρώνει τα υλικά και προκαλεί τοξινώσεις των ανθρώπινων οργανισμών, δάκρυα, μείωση της φωτεινότητας της ατμόσφαιρας κ.α., εμπλέκεται όμως και σε φωτοχημικό κύκλο αντιδράσεων στην ατμόσφαιρα και συμβάλλει έτσι στη φωτοχημική ρύπανση. Συχνά το διοξείδιο του αζώτου μαζί με λεπτά σωματίδια που ακολουθούν το σχηματισμό του στην ατμόσφαιρα είναι οι κύριες αιτίες της εμφάνισης πάνω από πόλεις καστανοκίτρινου νέφους.
Το Όζον: Είναι αέριο βαρύτερο από τον αέρα, άχρωμο, με έντονη οσμή και οξειδωτική δράση. Το όζον της ατμόσφαιρας είναι τόσο φυσικής όσο και ανθρωπογενούς προέλευσης. Δημιουργείται κατά τη διάρκεια της ημέρας φτάνοντας στη μέγιστη τιμή του τις μεταμεσημβρινές ώρες. Ρύπος είναι μόνο το όζον των κατώτερων ατμοσφαιρικών στρωμάτων που μπορεί να αναπνέει ο άνθρωπος, ενώ το όζον της στρατόσφαιρας αποτελεί ζωτικό στοιχείο που εμποδίζει τη δίοδο των υπεριωδών ακτίνων που προκαλούν καταστροφές. Επομένως, ενώ η ύπαρξη όζοντος στην τροπόσφαιρα αποτελεί ρύπανση, η καταστροφή του στη στρατόσφαιρα αποτελεί σοβαρότατο πρόβλημα, που τα τελευταία χρόνια συζητιέται συνεχώς περισσότερο, αναφέρεται δε συχνά ως πρόβλημα της «τρύπας της ατμόσφαιρας» ή «τρύπας του όζοντος». Το όζον στην τροπόσφαιρα παράγεται με φωτοχημικές αντιδράσεις πρωτογενών ρύπων (ιδίως υδρογονανθράκων και διοξειδίου του αζώτου) και οξυγόνου, οι οποίες ευνοούνται από την ηλιακή ακτινοβολία. Παράγεται όμως και φυσικώς από τιδ ηλεκτρικές εκκενώσεις στην ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια των καταιγίδων κ.α. Σε υψηλές συγκεντρώσεις προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα, όπως αυξημένη συχνότητα παροξυσμών άσθματος κ.α. Σε μικρότερες συγκεντρώσεις προκαλεί δακρύρροια. Το όζον εισέρχεται στους οργανισμούς με την εισπνοή και μπορεί να διαπεράσει όλους τους ιστούς του αναπνευστικού συστήματος.
Πέρα από κάποια όρια συγκέντρωσής του καταστρέφει τη χλωροφύλλη των φυτικών οργανισμών και προκαλεί φθορές σε χρώματα, ελαστικά, νάϋλον κ.α.
Οι υδρογονάνθρακες: Πρόκειται για πολυμελή οικογένεια χημικών ενώσεων με βάση υδρογόνο και άνθρακα, προέρχονται δε από πάρα πολλές ανθρωπογενείς αλλά και φυσικές πηγές (π.χ. καύση υγρών και στερεών καυσίμων, καύση λιπαντικών κ.α.). Οι υδρογονάνθρακες συμμετέχουν σε φωτοχημικές αντιδράσεις θεωρούνται δε και ως πιθανές καρκινογόνες ουσίες.
Ο Καπνός: Όπως είδαμε αποτελεί κατηγορία αιωρούμενων σωματιδίων. Το μέγεθος τους είναι σχετικά μικρό, έχουν όμως σοβαρές αρνητικές επιδράσεις στο περιβάλλον και στην υγεία των ανθρώπων. Κύριες πηγές καπνού είναι η θέρμανση, η κυκλοφορία οχημάτων και οι βιομηχανικές δραστηριότητες. Επειδή η θέρμανση παρουσιάζει εποχικότητα, εποχικότητα παρουσιάζει και η ρύπανση από καπνό, η οποία είναι πολύ εντονότερη το χειμώνα από τι καλοκαίρι. Υψηλή συγκέντρωση καπνού προκαλεί προβλήματα στο αναπνευστικό, αιματολογικό και νευρικό σύστημα και μειώνει την ατμοσφαιρική ορατότητα. Στην Ελλάδα συστηματικές μετρήσεις καπνού γίνονται από το 1974 από το ΠΕΡΠΑ.
Αιωρούμενα σωματίδια μολύβδου: Ο μόλυβδος αποτελεί «βαρύ μέταλλο», είναι τοξικό στοιχείο και βρίσκεται στη φύση. Κύριες αρχικές πηγές του είναι οι βιομηχανίες χρωμάτων και συσσωρευτών, οι καύσεις των οχημάτων, η αγγειοπλαστική κ.α. Στα αστικά κέντρα η κύρια πηγή είναι οι καύσεις των οχημάτων. Τα σωματίδια του μολύβδου, τα μεν βαρύτερα καθιζάνουν στο έδαφος τα δε ελαφρότερα αιωρούνται. Ο μόλυβδος απορροφάται από το αίμα. Μεγάλες απορροφήσεις του μπορούν να καταλήξουν σε διανοητική καθυστέρηση, νεφρική ανεπάρκεια, μολυβδοκονίαση κ.α.
Άλλοι αέριοι ρύποι: Υπάρχουν και άλλοι αέριοι ρύποι (π.χ. υδροχλώριο, υδρόθειο, αμμωνία, υδροφθόριο κ.λ.π.) που εκπέμπονται κυρίως από εργοστάσια χημικών προϊόντων. Οι ρύποι αυτοί έχουν μεγάλη χημική δραστικότητα και αλλάζει εύκολα η χημική τους μορφή με τη μετατροπή τους σε άλατα, δηλαδή σε στερεά σωματίδια. Έχουν αρνητική επίδραση στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία.
2.7. Δείκτες ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Λόγω της σοβαρότητας του προβλήματος της ατμοσφαιρικής ρύπανσης οι ειδικοί έχουν κατασκευάσει δείκτες για τη μέτρηση του βαθμού ρύπανσης του αέρα μιας περιοχής. Τα κύρια στοιχεία των δεικτών αυτών είναι το ποσοστό του διοξειδίου του θείου, του διοξειδίου του αζώτου, των οξειδωτικών ουσιών και των αιωρούμενων σωματιδίων που περιέχονται στον ατμοσφαιρικό αέρα. Ο δείκτης NAQI (national air quality index) συνδυάζει τη μέση και τη μέγιστη ρύπανση της ατμόσφαιρας σε περίοδο 12 μηνών, ενώ ο δείκτης υπερβολικής ρύπανσης EVI (extreme value index) δείχνει το βαθμό στον οποίο η μετρούμενη ρύπανση έχει ξεπεράσει ορισμένες πρότυπες τιμές ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Τα στοιχεία που χρειάζονται για τη μέτρηση της ρύπανσης με τους εν λόγω δείκτες συλλέγονται από σταθμούς παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα που έχουν δημιουργηθεί σε διάφορες πόλεις. Οι δείκτες της ποιότητας του αέρα αρχικά είχαν το μειονέκτημα ότι έδιναν πληροφορίες για τη μέση ποιότητα της ατμόσφαιρας πάνω από μια ολόκληρη πόλη χωρίς να επιτρέπουν διαφορισμό της ρύπανσης κατά περιοχές της πόλης. Ήδη αυτό το πρόβλημα έχει εν μέρει απαμβλυθεί με την ίδρυση περισσότερων σταθμών παρακολούθησης του αέρα σε κάθε πόλη ώστε να συλλέγονται στοιχεία για επιμέρους περιοχές της.
Στην περιοχή της Αθήνας στοιχεία για ρύπανση της ατμόσφαιρας από επιμέρους ρύπους συλλέγονται από σταθμούς που βρίσκονται εγκατεστημένοι στην Πατησίων, στη Νέα Σμύρνη, στη Λιοσίων, στη Γεωπονική Σχολή, στου Ρέντη, στον Πειραιά, στην Αθήνας, στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και δημόσιων Έργων. Στοιχεία συγκεντρώνονται επίσης και στη Δραπετσώνα και το Λαύριο.
Σύμφωνα με το σύστημα μετρήσεων που εφαρμόζει σήμερα το ΠΕΡΠΑ στην Αθήνα ισχύουν τα ακόλουθα για επιμέρους αέριους ρύπους:
- Για το διοξείδιο του θείου, το όριο επιφυλακής είναι 200 μικρογραμμάρια ανά m3 ατμοσφαιρικού αέρα (μgr/m3), το όριο για έκτακτα μέτρα α' βαθμίδας είναι 400 μικρογραμμάρια και το όριο για έκτακτα μέτρα β' βαθμίδας είναι 500 μικρογραμμάρια. Τα μέτρα β' βαθμίδας είναι αυστηρότερα από τα μέτρα α' βαθμίδας.
- Για το μονοξείδιο του άνθρακα, το όριο επιφυλακής είναι 15 χιλιοστογραμμάρια ανά m3 ατμοσφαιρικό αέρα (μgr/m3), το όριο για έκτακτα μέτρα α' βαθμίδας είναι 25 χιλιοστογραμμάρια και το όριο για έκτακτα μέτρα β' βαθμίδας είναι 35 χιλιοστογραμμάρια.
- Για το διοξείδιο του αζώτου, το όριο επιφυλακής είναι 200 μικρογραμμάρια ανά m3 ατμοσφαιρικού αέρα (μgr/m3), το όριο για έκτακτα μέτρα α' βαθμίδας είναι 500 μικρογραμμάρια και το όριο για έκτακτα μέτρα β' βαθμίδας είναι 700 μικρογραμμάρια.
- Για το όζον, το όριο επιφυλακής είναι 200 μικρογραμμάρια ανά m3 ατμοσφαιρικού αέρα (μgr/m3), το όριο για έκτακτα μέτρα α' βαθμίδας είναι 300 μικρογραμμάρια και το όριο για έκτακτα μέτρα β' βαθμίδας είναι 500 μικρογραμμάρια.
- Για τον καπνό, το όριο επιφυλακής είναι 250 μικρογραμμάρια ανά m3 ατμοσφαιρικού αέρα (μgr/m3), το όριο για έκτακτα μέτρα α' βαθμίδας είναι 400 μικρογραμμάρια και το όριο για έκτακτα μέτρα β' βαθμίδας είναι 600 μικρογραμμάρια.
2.8. Ειδικά φαινόμενα ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και περισσότερη συζήτηση για κάποια σχετικώς νέα φαινόμενα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που δημιουργούν ειδικά προβλήματα, ορισμένα από τα οποία θεωρούνται ως ιδιαιτέρως σοβαρά. Στο σημείο αυτό θα εξεταστούν εν συντομία τρία τέτοια φαινόμενα: Το φαινόμενο του «θερμοκηπίου», το φαινόμενο της «όξινης βροχής» και το φαινόμενο της «τρύπας του όζοντος».
2.8.1. Το φαινόμενο του «θερμοκηπίου»
Το φαινόμενο του «θερμοκηπίου» προκαλεί εξαιρετικά σοβαρές ανησυχίες στους ειδικούς επιστήμονες αλλά έχει αρχίσει να ανησυχεί και τις κυβερνήσεις διαφόρων χωρών καθώς και ομάδες πολιτών. Οι επιστήμονες που ασχολούνται με τη ποιότητα του περιβάλλοντος υποστηρίζουν ότι ορισμένα αέρια όπως είναι το διοξείδιο του άνθρακα, το διοξείδιο του αζώτου, το μεθάνιο και οι χλωροφθοράνθρακες, τα οποία συσσωρεύονται με το χρόνο στην ατμόσφαιρα, απορροφούν την υπεριώδη ακτινοβολία πολύ περισσότερο απ’ ότι το οξυγόνο και το άζωτο που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ατμόσφαιρας. Αυτό συντελεί στην αύξηση της ικανότητας της ατμόσφαιρας να αποθηκεύει θερμότητα. Για το λόγο αυτό η μέση θερμοκρασία του πλανήτη μας τείνει να αυξάνεται με αργό μεν αλλά συνεχή ρυθμό. Με την αύξηση της θερμοκρασίας απειλείται η μεταβολή των κλιματολογικών συνθηκών που θα επηρεάσει δυσμενώς τη δυνατότητα για γεωργική παραγωγή και θα προκαλέσει τη σταδιακή τήξη των πάγων των πολικών περιοχών. Αποτέλεσμα της τελευταίας θα είναι η αύξηση της στάθμης των θαλασσών και η κάλυψη από νερό όσων από τις περιοχές της ξηρά που βρίσκονται δίπλα στις θάλασσες έχουν χαμηλό ύψος.
Υποστηρίζεται επίσης ότι με τη συνεχή αύξηση της θερμοκρασίας της Γης περιοχές που σήμερα είναι ημιάνυδρες και οι οποίες με δυσκολία συντηρούν κάποιους γεωργικούς πληθυσμούς (περιοχές της βορειοανατολικής Βραζιλίας, ορισμένες περιοχές νοτίως της Σαχάρας, ακόμη και ορισμένες περιοχές των Η.Π.Α., του Μεξικού κ.α.) θα πληγούν σκληρά γιατί θα μεταβληθούν σε τελείως άνυδρες, οι πληθυσμοί τους δεν θα μπορούν πλέον να συντηρηθούν, θα προκληθούν μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών με δημιουργία πολύ σοβαρών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων κ.ο.κ. Οι έρημοι προβλέπεται ότι θα επεκταθούν και η συνολική ποσότητα της Γης που μπορεί να καλλιεργείται με τη σημερινή τεχνολογία θα υφίσταται βαθμιαία συρρίκνωση.
Ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν ότι η απειλή από την αναμενόμενη συνεχή αύξηση της θερμοκρασίας είναι η μεγαλύτερη από όλες τις απειλές για το ανθρώπινη περιβάλλον. Ήδη η σοβαρότητα του προβλήματος τονίστηκε το 1990 από τη Διακυβερνητική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Αλλαγές καθώς και στο Δεύτερο Παγκόσμιο Συνέδριο για τις Κλιματικές Αλλαγές. Το δε μεγάλο Συνέδριο της Φορταλέζας του 1992 ήταν ολόκληρο αφιερωμένο στις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών στις ημιάνυδρες περιοχές.
Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις η μέση θερμοκρασία της Γης αυξήθηκε κατά μισό περίπου βαθμό Κελσίου από το 1900 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Προβλέπεται δε ότι μπορεί να αυξηθεί για άλλους 1,5-4,5 βαθμούς Κελσίου μέχρι το έτος 2050. Υποστηρίζεται ότι ακόμη και αν όλες οι εκλύσεις στην ατμόσφαιρα διοξειδίου του άνθρακα, διοξειδίου του αζώτου, μεθανίου και χλωροφθορανθράκων σταματούσαν αμέσως τελείως, η μέση θερμοκρασία της Γης θα αυξανόταν κατά ένα βαθμό τουλάχιστον μέχρι το έτος 2050. Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο θα χρειαστεί να μειωθεί κατά 75% η κατανάλωση ορυκτών ενεργειακών πόρων στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες και να γίνει και αναδάσωση σε μια τεράστια περιοχή μεγέθους ίσου περίπου με αυτό της Αλάσκας ώστε τα νέα δάση να απορροφούν μέρος τουλάχιστον του παραγόμενου διοξειδίου του άνθρακα.
Τις κυβερνήσεις ορισμένων χωρών καθώς και ειδικές ομάδες επιστημόνων απασχολεί τώρα σοβαρά το ότι τα μέτρα θα πρέπει να παρθούν για να επιβραδυνθεί τουλάχιστον ο ρυθμός αύξησης της θερμοκρασίας της Γης. Το μόνο που είναι εφικτό είναι μια σταδιακή αντικατάσταση με άλλων ειδών ήπιες μορφές ενέργειας. Προτείνονται και μέτρα περιορισμού των δραστηριοτήτων που συντελούν στη δημιουργία των ρύπων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
2.8.2.Το φαινόμενο της «όξινης βροχής»
Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και περισσότερο αναφορά στο τύπο και σε άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης στο φαινόμενο της «όξινης βροχής» και τις επιπτώσεις της. Μελέτες για το εν λόγω φαινόμενο έχουν γίνει κυρίως μετά το 1970. Έχουν δείξει ότι η όξινη βροχή παρατηρείται μέσα ή κοντά σε περιοχές με αυξημένες ανθρώπινες δραστηριότητες, ιδιαίτερα στην Κεντρική Ευρώπη και τη Βορειοανατολική Αμερική.
Τι είναι όμως η όξινη βροχή; Η ατμόσφαιρα έχει ορισμένη οξύτητα η οποία επηρεάζεται τόσο από πρωτογενείς όσο και από δευτερογενείς ρύπους. Οι σπουδαιότεροι τέτοιοι πρωτογενείς ρύποι είναι το διοξείδιο του θείου, τα οξείδια του αζώτου, το υδροχλώριο και το υδροφθόριο. Στους σημαντικότερους δευτερογενείς ρύπους περιλαμβάνονται το θειικό οξύ, τα θειικά άλατα, το νιτρικό οξύ, τα νιτρικά άλατα, το νιτρώδες οξύ και το όζον. Όπως αναφέραμε η ατμόσφαιρα περιέχει συνήθως και διάφορα σωματίδια φυσικής προέλευσης π.χ. χώμα, σκόνη, αερολύματα από τη θάλασσα, ενδεχομένως διάφορα αέρια από φυσικές πηγές (π.χ. αέρια που ελκύονται από ηφαίστεια ή από διεργασίες βιοαποδόμησης κ.α.).
Οι στερεοί και αέριοι ρύποι που βρίσκονται μέσα στην ατμόσφαιρα εναποτίθενται στις διάφορες επιφάνειες είτε με απευθείας ξηρή κατακρήμνιση τους λόγω της βαρύτητας είτε με την παράσυρσή τους στο έδαφος μέσω της βροχής, του χαλαζιού και του χιονιού. Ως οξύτητα της ατμόσφαιρας χαρακτηρίζονται τα υδρογονοκατιόντα που μεταφέρονται στο έδαφος και τα επιφανειακά νερά με τους εν λόγω τρόπους. Οξέα μπορούν επίσης να δημιουργούνται με την επίδραση όξινων οξειδίων (π.χ. οξείδια του αζώτου και του θείου) πάνω στο έδαφος, στα φυτά, στο νερό. Όλες αυτές οι διαδικασίες με τις οποίες αυξάνεται η οξύτητα στα διάφορα οικοσυστήματα χαρακτηρίζονται με τον όρο «όξινη εναπόθεση».
Η οξύτητα του βρόχινου νερού προκαλείται από την αλληλεπίδραση ισχυρών και ασθενών οξέων με βάσεις. Ολική οξύτητα της βροχής θεωρούνται τα υδρογονοκατιόντα από ισχυρά και ασθενή οξέα, τα αμμωνιακά ιόντα, διάφορα μεταλλοϊόντα που τα εφυδατωμένα ιόντα τους συμπεριφέρονται ως οξέα. Ελεύθερη οξύτητα θεωρείται η συγκέντρωση των ελεύθερων υδρογονοκατιόντων που υπάρχουν στο σύστημα, ως μέτρο της δε θεωρείται το Ph, δηλαδή ο αρνητικός δεκαδικός λογάριθμός της συγκεντρωσής τους. Μείωση του Ph κατά μία μονάδα δείχνει δεκαπλάσια αύξηση στη συγκέντρωση υδρογονοκατιόντων.
Ακόμη και το απολύτως καθαρό νερό της βροχής έχει κάποια φυσική οξύτητα (το καθαρό αποσταγμένο νερό έχει τιμή Ph ίση με 7). Η οξύτητα αυτή είναι μεγαλύτερη και σε περιοχές που δεν δέχονται τη ρυπογόνο επίδραση των ανθρώπων, δεδομένου ότι η βροχή, πέρα από διοξείδιο του άνθρακά περιέχει και άλλα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω (φυσικά στερεά σωματίδια, αερολύματα από τη θάλασσα ή από ηφαίστεια κ.α.). Όλα αυτά μαζί μπορεί να κάνουν το Ph να είναι χαμηλό. Είναι στην πράξη δύσκολο να υπολογιστεί η ακριβή συμβολή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη μείωση της τιμής του Ph, δηλαδή στην αύξηση της οξύτητας του βρόχινου νερού. Έχει επικρατήσει να θεωρείται ότι υπάρχει όξινη βροχή σε μια περιοχή όταν η οξύτητα της βροχής σ’ αυτήν ξεπερνάει την αναμενόμενη οξύτητα για μη ρυπασμένη εναπόθεση με βάση μόνο τις τιμές υποβάθρου των διάφορων ουσιών.
Η όξινη βροχή είναι φαινόμενο ολόκληρου του πλανήτη μας δεδομένου ότι οι ρύποι που προκαλούν την οξύτητα μεταφέρονται με τον άνεμο σε αποστάσεις που μπορούν να φτάσουν και στις εκατοντάδες χιλιομέτρων, παραμένοντας στην ατμόσφαιρα επί ολόκληρες ημέρες. Έτσι, ρύποι που δημιουργούνται σε μια χώρα μπορούν να εναποτεθούν ύστερα από ημέρες σε άλλη χώρα στην ίδια ή σε άλλη ήπειρο. Επομένως η διεύθυνση και η ταχύτητα του ανέμου σε μια ευρύτερη περιοχή γύρω από τη πηγή δημιουργίας των ρύπων προσδιορίζουν και την έκταση που θα επηρεαστεί από την όξινη εναπόθεση.
Η ένταση του προβλήματος της όξινης βροχής επηρεάζεται και από άλλες μετεωρολογικές συνθήκες π.χ. η ένταση του ηλιακού φωτός διευκολύνει σημαντικά τη δημιουργία οξέων μέσω της συμμετοχής του σε φωτοχημικές αντιδράσεις. Επίσης η θερμοκρασία επηρεάζει την εξάτμιση των σταγονιδίων στην ατμόσφαιρα, τη διαλυτότητα των αερίων κ.α.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ξηρής εναπόθεσης φαίνεται ότι δεν είναι ίδιες με τις επιπτώσεις της υγρής εναπόθεσης δεδομένου ότι διαφέρουν σε ορισμένα σημεία τα χαρακτηριστικά των δύο αυτών τύπων εναπόθεσης: Η ξηρή εναπόθεση είναι συνεχής διαδικασία. Ρύποι μπορούν να μεταφερθούν με ξηρή εναπόθεση σε επιφάνειες που δεν επηρεάζονται από υγρή εναπόθεση και να παραμείνουν εκεί για μακρύ διάστημα έως ότου τους παρασύρει κάποια βροχή. Στην ξηρή εναπόθεση εκτός από την οξύτητα των ενώσεων ουσιαστικό ρόλο παίζουν και άλλες χημικές τους ιδιότητες. Άλλα και άλλα χαρακτηριστικά των ενώσεων διαφέρουν στη ξηρή εναπόθεση σε σύγκριση με την υγρή εναπόθεση. Η υγρή εναπόθεση δεν είναι συνεχής αλλά συμβαίνει όταν βρέχει, χιονίζει ή πέφτει χαλάζι. Τα οξέα που εναποτίθενται με την υγρή οδό μπορούν στη συνέχεια να παρασυρθούν από τα ρέοντα ύδατα του εδάφους και να καταλήξουν σε μακρινές λίμνες ή ποτάμια.
Οι βλαβερές επιπτώσεις της οξύτητας προκαλούνται από τη συνολική όξινη εναπόθεση και όχι μόνον από την όξινη βροχή. Οι οποίες επιπτώσεις είναι οι εξής: α) Η αύξηση της οξύτητας των επιφανειακών υδάτων στα οποία επιδρά άμεσα η οξύτητα της βροχής.

Η διαδικασία του σχηματισμού της όξινης βροχής και του χιονιού οξύ.
2.8.3. Το φαινόμενο της «τρύπας του όζοντος»
Το όζον θεωρείται ρύπος μόνον όταν βρίσκεται στα κατώτερα ατμοσφαιρικά στρώματα ενώ το όζον της στρατόσφαιρας είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο στοιχείο γιατί εμποδίζει τη διέλευση των υπεριωδών ακτινών οι οποίες προκαλούν καταστροφές στη γεωργία και στα διάφορα οικοσυστήματα, βλάβες των ματιών, καρκίνο του δέρματος κ.α. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση όζοντος παρατηρείται στο μέσον περίπου της στρατόσφαιρας, σε απόσταση 20 έως 25 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της Γης. Η περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σε όζον είναι εξαιρετικά μικρή ακόμη και στη ζώνη της μεγαλύτερης συγκέντρωσής του.
Με την απορρόφηση των υπεριωδών ακτινών τα μόρια του ατμοσφαρικού όζοντος διασπώνται. Όταν υπάρχουν ατμοσφαιρικοί ρύποι προκαλείται διατάραξη της εν λόγω διαδικασίας διάσπασης. Ορισμένοι ρύποι που ανήκουν κυρίως στους χλωροφθοράνθρακες (π.χ. χλώριο, βρώμιο) την επιταχύνουν. Έτσι όμως δημιουργούνται οι λεγόμενες «τρύπες του όζοντος» γιατί η στοιβάδα του όζοντος στην ατμόσφαιρα καταστρέφεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη «φιλτράρονται» πλέον επαρκώς οι υπεριώδεις ακτίνες από τη συγκέντρωση του όζοντος της ατμόσφαιρας και να φτάσουν στο έδαφος δυνατές, οπότε και προκαλούν βλάβες όπως αυτές που αναφέρθηκαν. Η αύξηση της υπεριώδους ακτινοβολίας εμποδίζει τη φωτοσύνθεση, επηρεάζει τους ρυθμούς ανάπτυξης, καταστρέφει γενετικό υλικό.
Ιδιαίτερη ευθύνη για τη καταστροφή του όζοντος της στρατόσφαιρας αποδίδεται στους χλωροφθοράνθρακες που χρησιμοποιούνται σε μεγάλη κλίμακα στα ψυκτικά και κλιματιστικά συστήματα, στα αεροζόλ, ως διαλύτες σε ορισμένες χρήσεις και ως διογκωτικά σ’ άλλες. Ενώ το πρόβλημα της καταστροφής του όζοντος έχει επισημανθεί πριν από περισσότερες από δύο δεκαετίες και οι επιστήμονες εκπέμπουν σήματα κινδύνου για αρκετά χρόνια για τη δημιουργία οπών όζοντος και τις επιπτώσεις τους, τα οργανωμένα διεθνή βιομηχανικά συμφέροντα αντιδρούσαν για πολλά χρόνια στις προσπάθειες για απαγόρευση στη χρήση χλωροφθορανθράκων, στα αεροζόλ, στις ψυκτικές και κλιματιστικές εγκαταστάσεις κ.ο.κ. Το κύριο επιχείρημα ήταν ότι δεν ήταν δυνατή η δημιουργία ικανοποιητικών υποκατάστατων των χλωροφθοράνθράκων για τις εν λόγω χρήσεις.
Καθώς όμως αυξάνονταν οι δημοσιεύσεις εκτιμήσεων σύμφωνα με τις οποίες το όζον στην στρατόσφαιρα πάνω από την Ευρώπη και ορισμένες άλλες περιοχές, αλλά ιδιαιτέρως πάνω από το Βόρειο Πόλο, έχει ήδη μειωθεί σημαντικά και εξακολουθεί να μειώνεται με γρήγορο ρυθμό και καθώς άρχισαν να πολλαπλασιάζονται τα στοιχεία για τις σοβαρές βλάβες στον άνθρωπο, στη γεωργία και στα διάφορα οικοσυστήματα που προκαλεί η αυξανόμενη υπεριώδης ακτινοβολία που φτάνει στη Γη, οι κυβερνήσεις ορισμένων βιομηχανικά ανεπτυγμένων χωρών άρχισαν επιτέλους να λαμβάνουν κάποια μέτρα. Το 1987 οι Η.Π.Α. απαγόρευσαν τη χρήση χλωροφθορανθράκων στα αεροζόλ στο δε Μόντρεαλ του Καναδά εγκρίθηκε από 46 χώρες πρωτόκολλο για τη μείωση κατά 50% μέχρι το έτος 2000 της κατανάλωσης ορισμένων ουσιών που είναι καταστρεπτικές για το όζον. Το 1990 με αναθεώρηση του εν λόγω πρωτοκόλλου αποφασίστηκε η πλήρης απαγόρευση της χρήσης ορισμένων τέτοιων ουσιών μέχρι το έτος 2000. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει βάλει ως στόχο την κατάργηση όλων των ουσιών που καταστρέφουν το όζον μέχρι το 1996, η δε Γερμανία μέχρι το τέλος του 1993.
Πρόοδος άρχισε επιτέλους να γίνεται στη συνειδητοποίηση της σοβαρότητας του προβλήματος και στη λήψη κάποιων αποφάσεων για τη προστασία του όζοντος της στρατόσφαιρας. Στο μεταξύ όμως η καταστροφή του όζοντος εξακολουθεί. Χρειάζεται ενδυνάμωση και διεθνής γενίκευση των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων και αυστηρή εφαρμογή τους.

2.9. Βλάβες - φθορές που προκαλεί η ατμοσφαιρική ρύπανση
Όπως είδαμε οι επιμέρους ρύποι της ατμόσφαιρας έχουν διάφορου είδους και σοβαρότητας βλαβερές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία, στην οικολογική ισορροπία και στα υλικά αντικείμενα. Δεν έχουν όμως ακόμη εκτιμηθεί πλήρως οι επιβλαβείς επιδράσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Επιστήμονες διάφορων ειδικοτήτων προσπαθούν να διαπιστώσουν τις ζημιές που μπορεί να προκαλέσουν οι επιμέρους τύποι της ρύπανσης στους ζωντανούς οργανισμούς και στα υλικά περιουσιακά στοιχεία και να υπολογίσουν το οικονομικό κόστος των ζημιών αυτών. Η επακριβής διαπίστωση των ζημιών και του οικονομικού κόστους αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες λόγω της αδυναμίας απομόνωσης των επιβλαβών επιδράσεων της ρυπασμένης ατμόσφαιρας από επιδράσεις που οφείλονται σε άλλα αίτια καθώς και της ανάγκης υπολογισμού του οικονομικού κόστους των βλαβών της υγείας, της ευζωίας, της εμφάνισης, της αισθητικής και άλλων παραγόντων που είναι δύσκολο να εκτιμηθούν.
2.9.1. Στην υγεία
Έχουν γίνει ήδη πολλές έρευνες που έχουν αποδείξει τις βλαβερές επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην ανθρώπινη υγεία. Οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στο βαθμό και το είδος ρύπανσης της ατμόσφαιρας και διάφορων ασθενειών όπως είναι το κοινό κρυολόγημα, ο ερεθισμός των ματιών, η ελάττωση της όρασης, η ραχίτιδα κ.α. Επίσης ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στο βαθμό και το είδος ρύπανσης του αέρα και στην εμφάνιση ή την επιδείνωση νόσων όπως ο καρκίνος των πνευμόνων, η πνευμονία, η βρογχίτιδα, το εμφύσημα, η φυματίωση κ.α. Υπάρχουν περιπτώσεις που η εμφάνιση υψηλών επιπέδων ρύπανσης στην ατμόσφαιρα ορισμένων πόλεων συνοδεύτηκε από μεγάλη αύξηση των θανάτων από τέτοιες αιτίες και από εισαγωγή χιλιάδων ατόμων σε νοσοκομεία για νοσηλεία.
Όταν το Λονδίνο καλύφθηκε για ολόκληρες ημέρες από πυκνότατο στρώμα αιθαλομίχλης (δηλαδή μίγματος καπνού και ομίχλης) το χειμώνα της περιόδου 1962-1963, πολλές χιλιάδες ατόμων που έπασχαν από καρδιακά ή αναπνευστικά νοσήματα χρειάστηκε να εισαχθούν σε νοσοκομεία ενώ ο αριθμός των θανάτων στις λίγες εκείνες ημέρες πολλαπλάσιος εκείνου των αντίστοιχων ημερών προηγούμενων ετών.
Στην Αθήνα, κάθε φορά που οι δείκτες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ξεπερνάνε ορισμένα όρια, αρκετός αριθμός ατόμων αρρωσταίνουν και ορισμένα τουλάχιστον από αυτά αναγκάζονται να εισαχθούν σε νοσοκομεία για νοσηλεία. Το οικονομικό κόστος που προκαλείται από τη βλάβη που υφίστανται οι άνθρωποι στην υγεία τους από την ατμοσφαιρική ρύπανση είναι πολλαπλό. Υπάρχει το ιδιωτικό κόστος, δηλαδή η ζημιά που υφίσταται ο ίδιος ο επηρεαζόμενος από τη ρύπανση αλλά, επιπλέον, υπάρχει και κοινωνικό κόστος, που το υφίσταται η κοινωνία. Τέτοιο μπορεί να είναι το μέρος του κόστους νοσηλείας που δεν πληρώνεται άμεσα από τον ασθενή αλλά από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το κόστος από την απώλεια ημερών εργασίας λόγω ασθένειας, το οποίο υφίσταται ο εργοδότης ή κάποιος άλλος ασφαλιστικός οργανισμός κ.ο.κ.
2.9.2. Στα περιουσιακά στοιχεία
Η ρύπανση δεν προξενεί μόνο σοβαρές φθορές στη υγεία του ανθρώπου αλλά και σημαντικές ζημιές στα κτίρια και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία . Σε ορισμένες περιπτώσεις οι ζημιές αυτές είναι ανυπολόγιστες, όπως συμβαίνει με την αργή καταστροφή πολλών πόλεων-θησαυροφυλακίων των ύψιστων καλλιτεχνημάτων που παρήγαγαν τα χέρια του ανθρώπου στις τελευταίες χιλιετηρίδες της περιουσίας του στη Γη. Ιδιαίτερα οι συνενώσεις του διοξειδίου του θείου που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα με το νερό οι οποίες σχηματίζουν θειικό οξύ και άλλα θειούχα οξέα, προκαλούν ζημιές στα μέταλλα, τα μάρμαρα και τις λίθινες επιφάνειες. Στην Αθήνα παρατηρούμε με τα μάτια μας την καταστροφή των αρχαίων μνημείων που έκανε αναγκαία, μεταξύ άλλων, και τη μεταφορά των Καρυάτιδων σε κλειστό χώρο με ελεγχόμενες συνθήκες αερισμού.
Πολλές κατοικίες και άλλα κτίσματα υφίστανται υλικές ζημιές, αλλά κυρίως τα αρχαία μνημεία που επηρεάζονται από την ατμοσφαιρική ρύπανση με το πέρασμα των χρόνων. Οι μικροσυνθήκες ρύπανσης που επικρατούν στις διάφορες περιοχές μιας πόλης επηρεάζουν το πόσο θέλουν ή δεν θέλουν τα διάφορα άτομα να κατοικούν σε αυτές. Έχουν γίνει μελέτες για αμερικάνικες και για άλλες πόλεις από τις οποίες προκύπτει ότι υπάρχει αρνητική συσχέτιση του ποσοστού των σωματιδίων που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα και της συγκέντρωσης του διοξειδίου του θείου με τις αξίες των ιδιωτικών κατοικιών. Στην Αθήνα, βλέπει κανείς πόσο περιοχές που πριν από 2-3 δεκαετίες θεωρούνται ιδιαιτέρως επιθυμητοί τόποι κατοικίας, π.χ. Κυψέλη, Πατήσια κ.α., υποβαθμίστηκαν σε τέτοιο βαθμό που οι τιμές των εκεί διαμερισμάτων υστερούν σημαντικώς των τιμών των διαμερισμάτων σε λιγότερο ρυπασμένες περιοχές, π.χ. Παπάγου, Χολαργό, Αγία Παρασκευή κ.α.
Στα οφέλη του περιορισμού της ζημιάς που προξενεί η ρύπανση της ατμόσφαιρας περιλαμβάνεται και η μείωση του κόστους και της τιμής των αγαθών που παράγονται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και της μείωσης της χρονικής απαξίωσης των κτιρίων. Οι εργαζόμενοι σε περιοχές με μεγάλη ρύπανση είναι φυσικό να μπορούν να αποδώσουν λιγότερο από ότι θα απέδιδαν αν εργάζονταν σε καθαρές περιοχές. Επίσης τα κτίρια των εργοστασίων, γραφείων κ.α. θα χρειάζονται συχνότερα βάψιμο, συντήρηση κ.α. όταν βρίσκονται σε περιοχές υψηλής ρύπανσης. Αυτά αυξάνουν το κόστος παραγωγής.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι παρόλο που έρευνες σχετικές με τις ζημιές που προκαλεί η ρύπανση του αέρα στην ανθρώπινη υγεία και στα περιουσιακά στοιχεία διεξάγονται σε διάφορα μέρη του κόσμου επί δεκαετίες ήδη, δεν είμαστε ακόμη σε θέση να γνωρίζουμε την ακριβή έκταση και τη σημασία των ζημιών αυτών. Κάθε τόσο διαπιστώνονται νέες κατηγορίες και πηγές ρύπανσης και νέες επιπτώσεις της. Καθώς όμως το ενδιαφέρον και η γνώση για τα σχετικά προβλήματα αυξάνονται με ραγδαίο ρυθμό μπορούμε να ελπίζουμε ότι στα επόμενα χρόνια θα έχουμε πολύ καλύτερη κατανόηση των ζημιών, των αιτίων και των μέσων περιορισμού της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
***********************
ΠΗΓΕΣ
Βιβλιογραφία
1. Οικολογία και οικονομία, Γεώργιος Χριστ. Κώττης, εκδόσεις Παπαζήση ΑΕΒΕ, 1994
2. Η ατμοσφαιρική ρύπανση στην Ελλάδα, Πελεκάση Κ. & Σκούρτος Μ., εκδόσεις Παπαζήση, 1992
3. Θεωρία της συντήρησης, Cesare Brandi (μετάφραση: Ήβη Γαβριηλίδη), εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2001
4. Διατήρηση της υλικής πολιτιστικής κληρονομιάς, Γεράσιμος Δ. Παυλογεωργάτος, εκδόσεις Παρατηρητής, 2003
5. Προστασία αρχαιοτήτων και θρησκευτικά μνημεία, Γεώργιος Σ. Αποστολάκης, εκδόσεις Πρότυπες Θεσσαλικές, 2002
6. Προσδιορισμός όξινων συστατικών στη βροχή και τα αιωρούμενα σωματίδια της ατμόσφαιρας, Σαμαρά Κ. & Τσιτουρίδου Ρ., υπεύθυνος έκδοσης Θ.Δ. Λέκκας, τμήμα Περιβάλλοντος – Πανεπιστήμιο Αιγαίου, 1992
7. Διάβρωση και συντήρηση των δομικών υλικών των μνημείων, Σκουλικίδης Θ.Ν., εκδόσεις Πανεπιστημιακές Κρήτης, 2000
8. Διάβρωση και συντήρηση της πέτρας, Λαμπρόπουλος Β., Αθήνα 1992
9. Κεραμικά: Τεχνολογία, Διάβρωση και Συντήρηση, Λαμπρόπουλος Β., Αθήνα 1996 (3η έκδοση)
10. Γυαλί: Τεχνολογία, Διάβρωση και Συντήρηση, Λαμπρόπουλος Β., Αθήνα 1995
11. Περιβάλλον μνημείων, μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, Λαμπρόπουλος Β., Αθήνα 2003
12. «Φθορές και συντήρηση μνημείων» από ˝Συντήρηση της επιφάνειας των μνημείων ˝, Σκουλικίδης Θ.Ν., ΕΣΜΑ, Αθήνα 1994
13. Περιβάλλον και πολιτιστική κληρονομιά, 10º Σεμινάριο: Για την προστασία του περιβάλλοντος, 24-27 Νοεμβρίου Θεσσαλονίκη 1997
14. Προστασία πολιτιστικής κληρονομιάς, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Τομέας Εφαρμοσμένων Τεχνών
15. Συντήρηση έργων τέχνης, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Τομέας Εφαρμοσμένων Τεχνών
16. Bugini R., Laurenzi-Tabasso M., Realini, M. (2000): Rate of formation of Black crusts on marble. A case study, Journal of Cultural Heritage, 1, p. 111-116
17. Maravelaki-Kalaitzaki, P., Anglos, D., Kilikoglou, V., Zafiropoulos V., (2001): Compositional characterization of encrustation on marble with laser induced breakdown spectroscopy, Spectrochimica Acta Part B, 56, p. 887-903.
18. Moropoulou, A., Bisbikou, K., Torfs, K., Van Grieken, R., Zezza, F., Macri, F., (1998): Origin and growth of weathering on ancient marbles in industrial atmosphere, Atmospheric Environment, vol. 32, no. 6, p. 967-982
19. Μορόπουλου, Α., (2000): Επιστήμη και Τεχνική των Υλικών και επεμβέσεων συντήρησης, Διδακτικές σημειώσεις για τα μαθήματα της Β’ κατεύθυνσης του ΔΠΜΣ του ΕΜΠ ‘’ Προστασία Μνημείων’’, Αθήνα ΕΜΠ (1999), pp 508, Β’ έκδοση (2000), pp 706, γ’ έκδοση CD-ROM (2001) 53MB
Ηλεκτρονικές πηγές
http://www.plakas.gr/index.php?option=com
http://www.kepka.gr/Grk/info/Inveroment/inv007_001.htm
http://www.greenpeace.org/greece/campaigns/other/airpollution-greece
http://el.wikipedia.org/wiki
http://saet10.wordpress.comhttp://2dim-efkarp.thess.sch.gr/old- web/EFIMERIDA/ELLINIKA/ozon.htm
http://www.neo.gr/website/ergasiamathiti/37.htmhttp://www.hellenicpantheon.gr/Brabrwna.htm
http://www.arxaiologia.gr/assets/media/PDF/migrated/111.pdf
http://www.nea-acropoli.gr/index.php?option=com
http://openarchives.gr/view/400974http://www2.minenv.gr/press/press.html
http://users.att.sch.gr/xtsamis/OkosmosMas/FainThermoKip.htm
Διαδικτυακοί πόροι φωτογραφικού υλικού
http://ellas2.files.wordpress.com/2009/07/parthenon.jpg
http://users.ach.sch.gr/pchaloul/classic-art/Propylaia.jpg
http://www.pamediakopes.gr/files/1/routes/heraklion.jpg
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/4/4d/Knosso s_bull.jpg/300px-Knossos_bull.jpg
http://www.e-city.gr/imathia/home/view/1105.jpghttp://blogs.sch.gr/dimgefyr/files/2009/05/tafos-filippou.jpghttp://img228.imageshack.us/i/borobudur011280pz5.jpg/
http://www.okpainting.com/upload/Oil/bigimg/Masterpiece_replicas/Michelangelo/MCL35%20E.jpghttp://1tee-evosm.thess.sch.gr/culture/painting2/capella_sistina/csi.jpg
http://4.bp.blogspot.com