Έλληνες ποιητές
20ος αιώνας
Νικηφόρος Βρεττάκος (1912 – 1991)
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Γεννήθηκε το 1912 στις Κροκεές Λακωνίας. Είναι το δεύτερο, από τα έξι παιδιά, του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας Παντελεάκη. Περνά τα νηπιακά του χρόνια στο πατρικό κτήμα στην περιοχή Πλούμιτσα, όπου υπάρχουν μόνον τα δύο μεγάλα σπίτια, του πατέρα και του θείου του και το οικογενειακό εκκλησάκι του Αη-Γιώργη. Ο τόπος αυτός του φυσικού κάλλους και της παιδικής αμεριμνησίας θα επιδράσει καταλυτικά στην ψυχοσύνθεση του Νικηφόρου και στην διαμόρφωση της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας.
Το 1917 η οικογένεια μετακομίζει στις Κροκεές. Ο Νικηφόρος εγγράφεται μαθητής στο Δημοτικό σχολείο του χωριού. Το 1921 τελειώνει το Δημοτικό και συνεχίζει στο Ημιγυμνάσιο Κροκεών από το οποίο παρά τις οικονομικές δυσχέρειες και την βαριά αρρώστια του πατέρα του, αποφοιτά το 1923. Στην συνέχεια εγγράφεται στο Γυμνάσιο Γυθείου όπου φοιτά με πολλές δυσκολίες λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της οικογένειάς του. Συγκατοικεί με τον φίλο του Θαλή Κουτούπη. Στο ίδιο σχολείο, την ίδια χρονική περίοδο, φοιτά και ο Γιάννης Ρίτσος. Το 1928 δίνει δύο διαλέξεις στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου με θέματα «Από την Δικαιοσύνη και την Παιδεία ως την διάσπαση του ατόμου».
Το 1929, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα, με σκοπό να ξεκινήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές -μάταια λόγω οικονομικών δυσχερειών. Έτσι, λοιπόν, προσλήφθηκε ως υπάλληλος αρχικά σε εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης και στη συνέχεια, μέχρι το 1932, έκανε διάφορες περιστασιακές κυρίως, χειρωνακτικές εργασίες. Στο ενδιάμεσο, εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές το «Κάτω από σκιές και φώτα» το 1929 και το «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων», το 1933, οι οποίες κέντρισαν το ενδιαφέρον του λογοτεχνικού κόσμου – και ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του Κωστή Παλαμά. Βεβαίως, το επόμενο βιβλίο του «Ο πόλεμος» λογοκρίθηκε από το καθεστώς Μεταξά.
Το 1932 κατατάχθηκε στο στρατό στην Τρίπολη. Υπηρέτησε όμως για τέσσερις μήνες, καθώς ήταν προστάτης πολυμελούς οικογένειας. Ακολούθως, το 1934, στον Πειραιά, εργάστηκε ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού. Εκεί γνωρίστηκε με την γυναίκα του την Πίτσα Αποστολίδου με την οποία είχαν δύο παιδιά, τον Κώστα και την Τζένη. Πολέμησε στην Αλβανία το 1940-41 και το 1942 έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1948 γνωρίστηκε με τον ποιητή, Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίον υπήρξαν φίλοι, μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1949, ο Βρεττάκος, εξέδωσε το λυρικό δοκίμιο «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου» εξαιτίας της συγγραφής του αυτής, διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε. και απομακρύνθηκε, γενικότερα, από το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, όπου ήταν και διευθυντής.
Ο Λάκωνας ποιητής, κατά την διάρκεια της χουντικής διδακτορίας, το 1967 αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία, από όπου ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ευρώπη συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης. Επίσης, τιμήθηκε από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο «Οδύνη», το οποίο εκδόθηκε στην Νέα Υόρκη, το 1969. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974 και εγκαταστάθηκε, από εκεί και πέρα, μόνιμα στην Αθήνα. Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, με το βραβείο Ουράνη και δωδεκα χρόνια αργότερα, ανακηρύχθηκε μέλος της (26 Φεβρουαρίου 1986). Επίσης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στις αρχές του 1980 έφτιαξε ένα μικρό σπιτάκι δίπλα στα χαλάσματα της Πλούμιτσας όπου και έγραψε πολλά από τα έργα του αγναντεύοντας τον φίλο του τον Ταΰγετο. Το 1991 επισκέφθηκε την Πλουμίτσα, με την οικογένειά του. Εκεί έμελλε να αφήσει και την τελευταία του πνοή. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 4 Αυγούστου 1991 και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, δημόσια δαπάνη.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος είχε προταθεί 4 φορές για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ επίσης έλαβε κι άλλα πολλά βραβεία, όπως το Πρώτο βραβείο κρατικής ποίησης κ.α. Το συγγραφικό του έργο δύναται να χωριστεί σε 4 μέρη:
Την παρθενική του εμφάνιση, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στον χώρο της λογοτεχνίας, την έκανε το 1929, με την δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων ποιημάτων του από τα μαθητικά του χρόνια με τίτλο «Κάτω από σκιές και φώτα».
Μέχρι και το 1940 εξέδωσε έξι συλλογές, τις οποίες συγκέντρωσε στον τόμο «Γκριμάτσες του ανθρώπου». Πολλές ποιητικές συλλογές, ακολούθησαν, έως το 1951 (χρονιά θεωρούμενη ως δεύτερο ορόσημο στην καλλιτεχνική του πορεία), που εξέδωσε με τίτλο «Τα ποιήματα 1929-1951», τον δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο με ποιήματά του. Εκείνη την περίοδο παρατηρείται η στροφή του Βρεττάκου από τον νεανικό λυρισμό, στην έντονη δραματική γραφή.
Ακολούθησε η τρίτη και ωριμότερη περίοδος της δημιουργίας του, στην οποία επιχείρησε μια εξισορρόπηση αυτών των δύο στοιχείων, του λυρικού στοιχείου και του δραματικού, στην υπηρεσία του ηθικού και κοινωνικού προβληματισμού του. Αυτήν την περίοδο θα ασχολείται με έννοιες όπως φως, φύση, αγάπη και αγνότητα.
Η τέταρτη και τελευταία ποιητική περίοδος (1975-1990) μπορεί να χαρακτηριστεί από αισιοδοξία, η οποία έχει διάρκεια. Στα ποιήματά του μιλά για μια πιο ανθρώπινη ζωή, καθώς και για μια διαρκή εγρήγορση και επανάσταση.
Ποίηση: Τα πιο σημαντικά του έργα είναι:
Το ποίημα «Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα»
Το ποίημα «Γράμμα στον άνθρωπο της πατρίδας μου»
Το ποίημα «Κι αν τυχόν»
Το ποίημα «Η νύχτα και το κερί»
Το ποίημα «Ο κόσμος κι η ποίηση»
Ποιητικές συλλογές: Ο Νικηφόρος Βρεττάκος εξέδωσε πάνω από 35 ποιητικές συλλογές, μεταξύ αυτών είναι:
- «Κάτω από σκιές και φώτα» (1929)
- «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων» (1933)
- «Ο πόλεμος» (1935)
- «Οι γκριμάτσες του ανθρώπου» (1935)
- «Η επιστολή του Κύκνου» (1937)
- «Το ταξίδι του Αρχάγγελου» (1938)
- «Μαργαρίτα, εικόνες από το ηλιοβασίλεμα» (1939)
- «Το μεσουράνημα της φωτιάς» (1940)
Παραδείγματα έργων:
Μαζεύω τα πεσμένα στάχια
Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια
νὰ σοῦ στείλω λίγο ψωμί,
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου
ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς.
Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.
Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ
νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.
Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά,
πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!
Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή,
ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης τῆς γῆς
βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς.
Τ᾿ ἀκοῦς;... Νἀρθεῖς!
Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε
Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.
Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Η νύχτα και το κερί
Φαγωμένα, καμπούρικα, τρέχουν τα χέρια.
Το μεροκάματο είναι το μόνο τους άνθος.
Φουχτιάζουν το μέταλλο, φουχτιάζουν το κάρβουνο,
γαντζώνουν σαν νύχια γερακιού το ψωμί.
Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν
και να σκέφτονται.
Η μεγάλη στρατιά τους:
ένα ποτάμι, ατέλειωτο, άμορφο.
Ο μισθός τους δέ φτάνει να γίνουνε πρόσωπα.
Κι ο λόγος, το ξέρω, δεν φτάνει ως τη μαύρη
μάζα τους, ούτε σαν σταγόνα λαδιού.
Κι ο λόγος μου, λόγος του καιόμενου αίματος,
δε φτάνει για τίποτα. Σε μι’ απέραντη νύχτα
μοιάζει σαν να ’χω μόλις ανάψει κερί.
Ο άνθρωπος, ο κόσμος και η ποίηση
Μου βάσταξες τις σκαλωσιές του ήλιου, ώσπου αναλήφθηκα.
Είδα τον κόσμο από το ύψος του τελευταίου φωτός.
Είσαι συ, που με βοήθησες ν' ανακαλύψω λοιπόν
πως ο κόσμος γυρίζει έξω απ' τη νύχτα.
Πως ο άνθρωπος είναι ένα σύστημα ήλιου.
Πως όλα τα κύτταρά μου είναι λίμνες που αναδίνουνε φως.
Κι είσαι συ που με βοήθησες ν' ανακαλύψω
πως τ' αστέρια είναι πεντάγραμμα,
πως τ' αυτιά δεν ακούν, πως δε νιώθουν τα δάχτυλα
τη μωβ απόχρωση της πέτρας όταν δύει ο ήλιος.
Και πως ο ήλιος αυτός είναι ο μέγας εξουσιοδοτημένος του στερεώματος,
να 'ναι ο πανταχού παρών – σ' όλα τα βάθη του.
Να βρίσκει χιλιάδες φλεβίτσες και να διακλαδίζεται μες στο γρανίτη,
να φορεί στέφανο χρυσό στο κεφαλάκι του βρέφους
που περιμένει το πλήρωμά του στο σκοτάδι της μήτρας,
ν' αναβλύζει απ' τα βάθη των θαλασσών,
να κυκλοφορεί μες στα χρώματα των ζωγράφων
και μες στους στίχους των ποιητών
και μες στα πόδια που χορεύουν
και μες στους ήχους του «αλληλούια».
Κι η σιωπηλή παρουσία σου μ' έμαθε πως σιωπή δεν υπάρχει.
Άκουσα να θροΐζει η ψυχή σου όπως ένας πευκώνας το καλοκαίρι.
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://users.uoa.gr
Βιβλιογραφία:
Στεργιόπουλος Κώστας, «Νικηφόρος Βρεττάκος», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου. Αθήνα, Σοκόλης, 1980.