Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη
Ο Νίκος Καζαντζάκης (Ηράκλειο Κρήτης, 18 Φεβρουαρίου /3 Μαρτίου 1883 – Φράιμπουργκ, 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας συγγραφέας, πεζογράφος, λογοτέχνης μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος, πολιτικός, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και φιλόσοφος, με πλούσιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός. Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς από τοΝ λαό και από τους πλέον αναγνωρισμένους στο εξωτερικό συγγραφείς. Από το 1945 ως το 1948 ήταν πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Οικογένεια – Νεαρή ηλικία
(Όρθιοι, από αριστερά:) Ο Νίκος Καζαντζάκης και οι αδελφές του Αναστασία και Ελένη. (Καθήμενοι:) Ο αδελφός της μητέρας του, Αντώνης Χριστοδουλάκης και η μητέρα του Μαρία. (Καθήμενοι μπροστά:) Τα εξαδέλφια του Άννα και Γεώργιος, τέκνα του Αντώνη Χριστοδουλάκη.
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου του 1883, εποχή κατά την οποία το νησί αποτελούσε ακόμα τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν γιος του καταγόμενου από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά, όπου βρίσκεται και το Μουσείο Καζαντζάκη) εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού, Μιχάλη Καζαντζάκη (1856–1932) και της Μαρίας Χριστοδουλάκη (1862–1932) με καταγωγή από το χωριό
Ασυρώτοι, το σημερινό Κρυονέρι του Δήμου Κουλούκωνα στο νομό Ρεθύμνου. Είχε δύο αδελφές, την Αναστασία (1884) και την Ελένη (1887), και έναν αδελφό, τον Γιώργο (1890), που πέθανε σε βρεφική ηλικία. Στο Ηράκλειο έλαβε τη στοιχειώδη μόρφωση κι έπειτα το 1897 γράφτηκε στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού στη Νάξο, όπου διδάχθηκε τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και ήρθε σε μία πρώτη επαφή με τον δυτικό πολιτισμό.
Το 1899 επέστρεψε στο Ηράκλειο και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του.
Σε μία σχολική παράσταση έπαιξε τον ρόλο του Κρέοντα στην τραγωδία του Σοφοκλή, Οιδίπους Τύραννος.
Πρώτη εμφάνιση στα γράμματα
Το 1902 μετακόμισε στην Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1906 πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με άριστα. Στο πτυχίο του Νίκου Καζαντζάκη φαίνεται και η υπογραφή του Κωστή Παλαμά, ο οποίος ήταν γραμματέας στο πανεπιστήμιο, θέση μία και μοναδική τότε.
Το 1906 πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), για να ακολουθήσουν την ίδια χρονιά το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και έπειτα το θεατρικό έργο Ξημερώνει.
Το τελευταίο το υπέβαλε στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα και επαινέθηκε, δίχως όμως ούτε αυτό ούτε κανένα άλλο εκείνη τη χρονιά να βραβευθεί. Την επόμενη χρονιά ο Καζαντζάκης υπέβαλε ανεπιτυχώς και αυτή τη φορά δύο ακόμη θεατρικά του έργα στον ίδιο διαγωνισμό, το Έως πότε;, το οποίο επαινέθηκε, και το Φασγά, ενώ έγραψε και ένα δεύτερο μυθιστόρημα, τις Σπασμένες Ψυχές. Ακολούθησαν δύο ακόμη θεατρικά έργα, Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη και Η Θυσία, το οποίο δημοσιεύθηκε αργότερα με τον τίτλο Ο Πρωτομάστορας. Το τελευταίο υποβλήθηκε το 1910 στον Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα και κέρδισε το πρώτο βραβείο, ενώ διασκευάστηκε και σε λιμπρέτο από τον Μανώλη Καλομοίρη ο οποίος το μελοποίησε σε όπερα.
Παράλληλα αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά υπό τα ψευδώνυμα Ακρίτας, Κάρμα Νιρβαμή και Πέτρος Ψηλορείτης, ενώ το 1907 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τις οποίες παρακολουθούσε και τον οποίο παρουσίασε στην Αθήνα με ένα δοκίμιό του το 1912, H. Bergson. Το 1909 επέστρεψε στην Ελλάδα και εξέδωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Το 1910 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.
Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, κατατάχθηκε εθελοντής, αλλά τελικά διορίστηκε στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου.
Σικελιανός και Νίκος Καζαντζάκης
Το 1910 ήταν ένας εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος, όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας αναζητώντας «τη συνείδηση της γης και της φυλής τους»: Αθήνα, Ελευσίνα, Δελφοί, Κόρινθος, Μυκήνες, Άργος, Τεγέα, Σπάρτη, Μυστράς κ.α. Την περίοδο αυτή ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγιά του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν, ενώ ο Παντελής Πρεβελάκης, φίλος και βιογράφος του, θεωρεί πως τότε άναψε και η πρώτη σπίθα που θα έδινε έπειτα από 24 χρόνια την Οδύσεια.
Το 1915 σχεδίασαν με τον Ι. Σκορδίλη να κατεβάσουν ξυλεία από το Άγιον Όρος. Η αποτυχημένη αυτή εμπειρία, μαζί με μία άλλη παρόμοια, το 1917, όπου με έναν εργάτη, τον Γιώργη Ζορμπά, προσπαθούν να εκμεταλλευθούν ένα λιγνιτωρυχείο, στην Πραστοβά της Μάνης, μεταμορφώθηκαν πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά.
Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Οι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημά του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη.
Ο Νίκος Καζαντζάκης με τον Άγγελο Σικελιανό. 10.10.1921
Ταξίδια
Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Έλσα Λάνγκε (Elsa Lange) στη Γερμανία. 1923.
Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε πολύ στη ζωή του: Νάξος, Αθήνα, Παρίσι, Άγιον Όρος, Καύκασος, Βιέννη, Βερολίνο, Ιταλία, Κύπρος, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Σινά, Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία, Ισπανία, Τσεχοσλοβακία, Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία και αλλού.
Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Σίγκμουντ Φρόυντ και τις βουδιστικές γραφές. Επισκέφτηκε ακόμα τη Γερμανία, ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923–1926 πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στην Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Τον Οκτώβριο του 1926 πήγε στην Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Επίσης, εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ακρόπολις, Ελεύθερος Λόγος, Ελεύθερος Τύπος, Η Καθημερινή κ.ά.
Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Ελένη Σαμίου (μετέπειτα Ελένη Ν. Καζαντζάκη)
Είχε, βέβαια, γνωριστεί με την Ελένη Σαμίου, το 1924 (το διαζύγιο με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926), με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Παντρεύτηκαν το 1945 κι αυτό γιατί με τον καλό του φίλο, τον Άγγελο Σικελιανό και τη δεύτερη γυναίκα του, θα πήγαιναν στις ΗΠΑ. Το 1925 ο Καζαντζάκης συνελήφθη στο Ηράκλειο της Κρήτης, αλλά κρατήθηκε μόνο για είκοσι τέσσερεις ώρες, επειδή από το 1924 είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων και παλαιμάχων από τη Μικρασιατική εκστρατεία.
Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Τρούντυ Καν (Trudy Kahn)
στην Επίδαυρο. Φεβρουάριος 1939.
Το 1927 ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του Ταξιδεύοντας, ενώ το περιοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γληνού, δημοσίευσε την Ασκητική, το φιλοσοφικό του έργο. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης, όντας αριστερός, έφυγε για την Μόσχα προσκεκλημένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για να πάρει μέρος στις γιορτές για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εκεί γνωρίστηκε με τον ομοϊδεάτη, αριστερό Ελληνορουμάνο λογοτέχνη, Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928 στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, μίλησαν εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση, ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι. Στο τέλος της ομιλίας έγινε και διαδήλωση. Τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης Δημήτρης Γληνός διώχθηκαν δικαστικά. Η δίκη ορίσθηκε στις 3 Απριλίου, αναβλήθηκε μερικές φορές και δεν έγινε ποτέ.
Ο Νίκος Καζαντζάκης στην Κρήτη, με τον Λευτέρη Αλεξίου (αριστερά) και τον ζωγράφο Τάκη Καλμούχο. 30.11.1924.
Τον Απρίλιο, ο Καζαντζάκης, ξαναβρέθηκε στην Ρωσία, όπου γράφει ένα κινηματογραφικό σενάριο για το ρωσικό κινηματογράφο με θέμα από τη Ελληνική Επανάσταση του 1821, Το Κόκκινο Μαντήλι. Τον Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα στην Τσεχοσλοβακία, όπου ολοκλήρωσε στα Γαλλικά τα μυθιστορήματα Τόντα-Ράμπα (Toda-Raba, μετονομασία του αρχικού τίτλου Moscou a crié) και Kapétan Élia. Τα έργα αυτά εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας.
Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος Toda-Raba έγινε με το ψευδώνυμο Nikolaï Kazan. Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης για αθεϊσμό, για την Ασκητική. Η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ.
Ο Νίκος Καζαντζάκης με τον Παντελή Πρεβελάκη (αριστερά) και τον Κώστα Ελευθερουδάκη στο Παλαιό Φάληρο. 1927.
Από την πρεμιέρα στις Κάννες της ταινίας του Ζύλ Ντασσέν (Jules Dassin) Εκείνος που πρέπει να πεθάνει, βασισμένης στο μυθιστόρημα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Ελένη και ο Ντασέν με τη Μελίνα Μερκούρη. Απρίλιος 1957
To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε την συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Mετέφρασε ακόμα την Θεία Κωμωδία του Δάντη.
Επίσης, έγραψε ένα μέρος των ωδών που ονόμαζε κάντα. Αυτά ενσωματώθηκαν αργότερα σ' έναν τόμο με τίτλο Τερτσίνες (1960). Αργότερα, ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Λίγο αργότερα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά, ενώ το μυθιστόρημά του Ο Βραχόκηπος, που το είχε γράψει στα Γαλλικά, εκδόθηκε στην Ολλανδία και την Χιλή. Κατά την περίοδο της κατοχής, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας.
Το 1943 ολοκλήρωσε το γράψιμο του μυθιστορήματός του Bίος και Πολιτεία του Aλέξη Zορμπά.
Ο αληθινός Ζορμπάς, Γιώργης Ζορμπάς, 1918.
Ακρίτας (1945–1957)
Από την τελετή στην Βιέννη απονομής στον Νίκο Καζαντζάκη του Βραβείου της Ειρήνης. Δεξιά του, η Ελένη. 28.6.1956.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Θεμιστοκλή Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου 1946. Υπήρξε μέλος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου. Παραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπάθησε να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά απέτυχε για δύο ψήφους. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, στον Άι - Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.
Ο Καζαντζάκης προτάθηκε 9 χρονιές (1947, 1950, 1951, 1952, 1953, 1954, 1955, 1956 και 1957) για το Βραβείο Νόμπελ, με συνολικά 14 διαφορετικές προτάσεις:
Το 1947, από τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκο Βέη (ο οποίος είχε προτείνει, την ίδια χρονιά, για βράβευση και τον Άγγελο Σικελιανό, με διαφορετική πρόταση).
Το 1950, από τον Γιάλμαρ Γκούλμπεργκ (Hjalmar Gullberg) της Σουηδικής Ακαδημίας, σε μια κοινή πρόταση με τον Άγγελο Σικελιανό.
Το 1951, με 2 διαφορετικές προτάσεις από τον Σουηδό συγγραφέα Σίγκφριντ Σίβερτζ (Sigfrid Siwertz) (μια από κοινού με τον Σικελιανό και μια μόνο του).
Το 1952, από την Ένωση Νορβηγών Συγγραφέων.
Το 1953, από τον Χανς Χάιμπεργκ (Hans Heiberg), πρόεδρο της Ένωσης Νορβηγών Συγγραφέων.
Το 1954, από τον Χένρυ Όλσον (Henry Olsson), της Σουηδικής Ακαδημίας.
Το 1955, με 2 προτάσεις, μια από τον καθηγητή Λόρεντζ Έκχοφ (Lorentz Eckhoff) του πανεπιστημίου του Όσλο και μια από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.
Το 1956, με 3 προτάσεις, μια την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, μια από τον καθηγητή Γιοχάννες Αντρέασον Ντάλε (Johannes Andreasson Dale) του Πανεπιστημίου του Όσλο (προτείνοντας στην ίδια πρόταση και τον Ρώσο συγγραφέα Μιχαήλ Σόλοχοφ) και μια από τον καθηγητή Ελληνικών του Πανεπιστημίου της Γενεύης Σαμουέλ Μπο-Μποβύ (Samuel Baud-Bovy).
Το 1957, με 2 προτάσεις, μια από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και μια από τον Samuel Baud-Bovy.
Το 1947 διορίστηκε στην UNESCO με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο την γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε τελικά το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για τον σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος, κατά την οποία ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου.
Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι. Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι.
Ο Νίκος Καζαντζάκης με τον Πρίγκιπα Γεώργιο στο «κουκούλι» στην Αντίμπ, 24.4.1955.
Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει από την Αντίμπ στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία εκκινούσε τη δίωξή του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον Kαπετάν Mιχάλη και το σύνολο του περιεχομένου του Τελευταίου Πειρασμού (1953), έργο το οποίο δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του:
«Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ.»
Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας. Η Εκκλησία της Ελλάδας όντας αυτοκέφαλη, υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνο δογματικά. Επομένως, για τις οποιεσδήποτε ποινές που τυχόν επιβάλλει δε χρειάζεται την έγκριση του Πατριαρχείου. Βέβαια, τελικά δεν αφορίστηκε ο Καζαντζάκης, αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον κατέκρινε και το όνομά του εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να φέρει το στίγμα αυτό στους κόλπους της της εκκλησίας. Επίσης, ο Τελευταίος Πειρασμός καταγράφτηκε στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε σχετικό τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal appello», δηλαδή «Στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση».
Ο «Ζορμπάς» του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947 και με την επανέκδοση του, το 1954, βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς. Το 1955, ο συγγραφέας μαζί με τον Κακριδή αυτοχρηματοδότησαν την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός.
Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου στην Αθήνα για τους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄ και με το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη, ένα βραβείο το οποίο προερχόταν από το σύνολο των τότε Σοσιαλιστικών χωρών. Καθώς μια από αυτές ήταν η Κίνα επιχείρησε δεύτερο ταξίδι εκεί τον Ιούνιο του 1957, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης. Επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία. Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίας και το Φράιμπουργκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανίας, όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου 1957 σε ηλικία 74 ετών. Εντούτοις, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, η λευχαιμία εμφανίστηκε στον Καζαντζάκη κατά το χειμώνα του 1938, 19 χρόνια πριν απ' το τέλος του, το οποίο αποδίδεται σε βαριάς μορφής ασιατική γρίπη.
Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητος Β΄ απέρριψε. Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Έπειτα από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων, έγινε η ταφή του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία όμως εκείνοι δεν συμμετείχαν κατόπιν απαγόρευσης του Αρχιεπισκόπου.
Η ταφή έγινε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα βενετσιάνικα τείχη τού Ηρακλείου, διότι η ταφή του σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Την σορό συνόδευσαν ο τότε υπουργός Παιδείας Αχιλλέας Κ. Γεροκωστόπουλος και ο ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ο οποίος αργότερα τιμωρήθηκε.
Ο πόνος της Κρήτης είναι πολύς. 5.11.1957

Η νεκρική πομπή.

Η Κρήτη τον κρατά στα χέρια της
Φωτογραφία από τον τάφο του Καζαντζάκη.
Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή:

******************************
«Η Ασκητική» είναι με στοχαστικό περιεχόμενο. Η συγγραφή του ξεκίνησε το 1922 και τελείωσε το 1923, αλλά εκδόθηκε το 1927, από το αθηναϊκό περιοδικό Αναγέννηση. Στο έργο υπήρξαν διάφορες αναθεωρήσεις έως και το 1945, όπου εμφανίζεται ολοκληρωμένο. Πλέον, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καζαντζάκη. Το βιβλίο αυτό θεωρείται ως ένα από τα δημοφιλέστερα του Έλληνα συγγραφέα, με πολλές μεταφράσεις και στο εξωτερικό.
Στο έργο αυτό, συναντάται η γνωστή φράση του συγγραφέα, η οποία αναγράφεται και στον τάφο του: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούµαι τίποτα, είµαι λεύτερος.»
**************
Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γροικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.
Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.
Εγώ μονάχα υπάρχω!» φωνάζει ο νους.
Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, την χαρά και την θλίψη, την ύλη και το πνέμα.
Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.
Σκάψε! Τι βλέπεις;
Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!
Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;
Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.
Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;
Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα 'ναι ο θάνατος.
Σκάψε ακόμα!
Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γροικώ και κλάματα, φτερά γροικώ στον άλλον όχτο!
Μην κλαις! Μην κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου! ......
Το πρώτο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη —και ίσως το καλύτερό του — έχει τον τίτλο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και δημοσιεύτηκε το 1946. Ο κεντρικός ήρωας, ο Ζορμπάς, είναι πραγματικό πρόσωπο και ο Καζαντζάκης είχε συνεργαστεί μαζί του σε μια επιχείρηση μεταλλείων στην Μάνη. Στο έργο βέβαια το πρόσωπο μυθοποιείται και το σκηνικό της δράσης τοποθετείται στην Κρήτη, όπου ο συγγραφέας (αφηγητής) και ο Ζορμπάς προσπαθούν να εγκαταστήσουν λιγνιτωρυχείο. Ο πρώτος είναι το «αφεντικό» και ο δεύτερος ο αρχιεργάτης. Δεν ξέρουν και πολλά πράγματα από τέτοιες δουλειές, αλλά ούτε και τους ενδιαφέρει αν αποτύχουν. Ο συγγραφέας, άνθρωπος των βιβλίων και του στοχασμού, «διανοούμενος» και «καλαμαράς», αναζητάει σ' αυτή την περιπέτεια μια εμπειρία χρήσιμη για τη σκέψη του. Ο Ζορμπάς πάλι —γέρος, ορθόκορμος, κοκαλιάρης, γεμάτος ζωική ορμή, κινούμενος από το ένστικτο και το συναίσθημά του, απόλυτα ελεύθερος και έτοιμος για κάθε παράτολμη πράξη— αποτελεί την αντίθεση προς το συγγραφέα, αυτό που ο συγγραφέας θα ήθελε να ήταν, αν μπορούσε. Οι δυο μαζί συνθέτουν ολόκληρο το φάσμα της ζωής: σκέψη και δράση. Στο μυθιστόρημα κινούνται βέβαια και άλλα πρόσωπα. Ένα από αυτά είναι και η μαντάμ Ορτάνς με την οποία είχε συνδεθεί ο Ζορμπάς. Η μαντάμ Ορτάνς έχει πεθάνει. Στο απόσπασμά μας ο συγγραφέας και ο Ζορμπάς επιστρέφουν από την κηδεία της...................................................................
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα 'βλεπε για πρώτη φορά. — Τι να γίνεται εκεί πάνω! μουρμούρισε. Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε: — Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα καμε; Γιατί τα καμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε; — Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω. — Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν. Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο· άξαφνα ξέσπασε: — Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δε λένε αυτό, τι λένε; — Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα. — Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.— Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές*· θα 'χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί· τι ζουμί έβγαλες; - Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε· αχ, να μπορούσα να του 'δινα μιαν απόκριση!
Η «Αναφορά στον Γκρέκο», άρχισε να γράφεται το φθινόπωρο του 1956. Ήταν το τελευταίο έργο του μεγάλου Έλληνα-Κρητικού συγγραφέα, και αυτό, όχι τυχαία. Ο Ν. Καζαντζάκης σημειώνει ότι δεν πρόκειται για μια αυτοβιογραφία, τονίζοντας πως η μόνη της αξία συνοψίζεται σε λίγες λέξεις, όπως: αγώνας, κόκκινη γραμμή, ανήφορος, Γολγοθάς, Ανάσταση.
Πρόκειται για την μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη, την οποίαν ο θάνατος δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει. Γεγονότα και θρύλοι, βιώματα και ελπίδες, όνειρα και απογοητεύσεις, οράματα και χίμαιρες, ιδέες, εμπνεύσεις και έργα, ταξίδια φυσικά και πνευματικά, η πατρίδα και ο κόσμος, πρόγονοι και σύγχρονοι, το πρότυπο του «μελλούμενου ανθρώπου», αναδύονται από τις σελίδες αυτής της πνευματικής αναφοράς που ο Νίκος Καζαντζάκης ένιωσε την ανάγκη να απευθύνει στον μεγάλο Κρητικό «παππού» του: τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τον Ελ Γκρέκο.
************************
Στην καρδιά του Θεού κοιμάται ένα σκουλήκι και ονειρεύεται πως δεν υπάρχει Θεός. Αν ανοίξεια την καρδιά μου, θα βρεις ένα κακοτράχαλο βουνό κι έναν άνθρωπο ολομόναχο ν'ανηφορίζει.
Μου αρέσει να βλέπω το νου να χτυπάει τον ουρανό, να ζητιανεύει, και να μην του ανοίγει την πόρτα ο Θεός να του δώσει ένα κομμάτι ψωμί.
Όπου πάω κι όπου σταθώ, κρατώ, ανάμεσα στα δόντια μου, σαν φύλλο δάφνη, την Ελλάδα.
**********************
Μυστήριο σκοτεινό κι ανυπόταχτο η καρδιά του ανθρώπου..μια στάμνα τρυπημένη, με το στόμα πάντα ανοιχτό, κι όλοι οι ποταμοί της Γης να χυθούν μέσα της απομένει αδειανή και διψασμένη. Η πιο μεγάλη έλπίδα δεν τη γέμισε, θα τη γεμίσει τώρα η πιο μεγάλη απελπισία;
*********************
Μην πάψεις ποτέ να παλεύεις με το Θεό' καλύτερη άσκηση δεν υπάρχει. Μα μη θαρρείς πως για να τον παλέψεις με πιο σιγουράδα πρέπει να ξεριζώσεις τις σκοτεινές ρίζες μέσα σου, τα ένστιχτα' βλέπεις μια γυναίκα και σε κυριεύει φόβος' είναι ο Πειρασμός, λες ύπαγε οπίσω μου, Σατανά. Ναι είναι ο Πειρασμός, μα για να τον νικήσεις ένας μονάχα τρόπος υπάρχει: να τον αγκαλιάσεις, να τον γευτείς, να τον σιχαθείς, να μη σε πειράζει πια' αλλιώς και εκατό χρονών να γίνεις, αν δεν χάρηκες γυναίκα θα' ρχεται στον ύπνο σου και στον ξύπνο σου και θα λερώνει τον ύπνο σου και την ψυχή σου. Το λέω, το ξαναλέω: όποιος ξεριζώνει το ένστιχτο του ξεριζώνει τη δύναμη του' γιατί με τον καιρό, με τον χορτασμό, με την άσκηση μπορεί η σκοτεινή αυτή ύλη να γίνει πνέμα.
********************
Ποιος είναι ο Λυτρωμένος; Αυτός που εννοεί, αγαπάει και ζει την ολότητα...
********************
«Ο καπετάν Μιχάλης» Η υπόθεση τοποθετείται στην κρητική επανάσταση του 1889. Ο κεντρικός ήρωας, ο καπετάν Μιχάλης, ένας άγριος και ανυπότακτος πολεμιστής, έχει ορκιστεί να είναι μαυροντυμένος, αξύριστος και αγέλαστος μέχρι να ελευθερωθεί η Κρήτη. Όταν όμως συναντά την Εμινέ, τη γυναίκα του αδελφοποιητού του, του Νουρήμπεη, τον κυριεύει «ένας δαίμονας» που παρά τις προσπάθειές του δεν καταφέρνει να τον βγάλει από το μυαλό του.
Ενώ ο καπετάν Μιχάλης παλεύει με το δαίμονά του, ο Νουρήμπεης μονομαχεί με τον Μανούσακα, έναν αδερφό του καπετάν Μιχάλη, για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του, τον οποίο σκότωσε ο αδερφός τους Κωσταρός πριν από χρόνια, και τον σκοτώνει· ο ίδιος, όμως, τραυματίζεται στα γεννητικά όργανα. Η πληγή του επουλώνεται, αλλά η βλάβη είναι μη αναστρέψιμη και εκείνος αυτοκτονεί, αδυνατώντας ν' αντέξει την περιφρόνηση και τον οίκτο της Εμινές (που εν τω μεταξύ έχει γίνει ερωμένη του καπετάν Πολυξίγκη) για την ανικανότητά του. Με την παρακίνηση των αγάδων, Τούρκοι στρατιώτες ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης σφάζοντας και πυρπολώντας. Λίγες μέρες αργότερα, ξεσπά η επανάσταση. Ο πόλεμος μαίνεται και οι Τούρκοι πολιορκούν το μοναστήρι του Αφέντη Χριστού. Την ίδια εποχή, η Εμινέ ετοιμάζεται να βαφτιστεί χριστιανή και να παντρευτεί τον Πολυξίγκη. Όμως το σόι του Νουρήμπεη την απαγάγει και ο καπετάν Μιχάλης την πιο κρίσιμη νύχτα της πολιορκίας φεύγει από το μοναστήρι για να τη γλιτώσει. Τα καταφέρνει και τη στέλνει στο σπίτι μιας θείας του. Με την απουσία του όμως οι Τούρκοι καταφέρνουν να πυρπολήσουν το μοναστήρι και ο καπετάν Μιχάλης σκοτώνει την Εμινέ για να ησυχάσει και να λυτρωθεί από τις τύψεις για το μοναστήρι.
****************************************************************
Πώς να πιστέψουν οι άπιστοι τι θάματα μπορεί να γεννήσει η πίστη; Ξεχνούν πως η ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη, όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα. Τρομάζεις όταν, ύστερα από πικρές δοκιμασίες, καταλαβαίνεις πως μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπεράσει την δύναμη του ανθρώπου, τρομάζεις… γιατί δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άνανδρες πράξεις σου, ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους. Ξέρεις πως εσύ, όχι η μοίρα, όχι η τύχη, μήτε οι άνθρωποι γύρω σου, εσύ μονάχα έχεις, ό,τι και αν κάμεις, ό,τι και αν γίνεις ακέραιη την ευθύνη. Και ντρέπεσαι τότε να γελάς, ντρέπεσαι να περγελάς αν μια φλεγόμενη ψυχή ζητάει το αδύνατο. Καλά πια καταλαβαίνεις πως αυτή ‘ναι η αξία του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο και να ‘ναι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούσει τι του κανοναρχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του κι εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα,που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δε μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο γίνεται δυνατό.............................................................
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας και πιο συγκεκριμένα στο χωριό Λυκόβρυση το 1921. Οι κάτοικοι του είχαν ένα παλιό έθιμο, κάθε 7 χρόνια έκαναν την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού και έπρεπε να διαλέξουν μερικούς από τους άνδρες του χωριού που θα υποδύονταν τους Αποστόλους και έναν που θα υποδυόταν τον Χριστό. Μαζεύονται οι δημογέροντες του χωριού και αποφασίζουν σε ποιους θα αναθέσουν τους ρόλους. Οι δημογέροντες αποφασίζουν να δώσουν τον ρόλο του Ιωάννη στον γιο του Πατριαρχέα, τον Μιχελή, τον ρόλο του Πέτρου στον Γιαννακό, το ρόλο της Μαγδαληνής στην Κατερίνα, την πόρνη του χωριού, το ρόλο του Ιούδα στον Παναγιώταρο και τέλος το ρόλο του Χριστού στον πιο αθώο που δεν ήταν άλλος από τον βοσκό των προβάτων του Πατριαρχέα, τον Μανωλιό. Στην συνέχεια, καταφθάνουν πρόσφυγες από κάποιο μακρινό χωριό που λεηλάτησαν οι Τούρκοι και προσπαθούν να βρουν κάποιο μέρος να εγκατασταθούν με όσα πολύτιμα πράγματα κατάφεραν να πάρουν μαζί τους. Επικεφαλής τους είναι ένας πράος, δυναμικός με ψυχή αντάρτη ιερέας, ο παπα-Φώτης. Δυστυχώς οι κάτοικοι της Λυκόβρυσης τους έδιωξαν παρακινούμενοι από τον παπα-Γρηγόρη να μην τους αφήσουν να μείνουν επειδή τάχα διαπίστωσε ότι μία από τις γυναίκες των προσφύγων έχει χολέρα. Ο Μανωλιός, όμως, με τον Γιαννακό, τον Μιχελή και τους άλλους "απόστολους" τους λένε να πάνε στη Σαρακίνα όπου και υπάρχουν κάτι σπηλιές έτσι ώστε να μείνουν εκεί. Αφηγούμενος αυτή την ιστορία αγάπης και μίσους, ζήλιας και κακίας, θάρρους και εγκαρτέρησης, ο Καζαντζάκης αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως είναι ένας αριστοτέχνης τής ρεαλιστικής περιγραφής και της δημιουργίας χαρακτήρων. Όμως, ο αμείλικτος ρεαλισμός του διαποτίζεται από ένα βαθύ ποιητικό αίσθημα, το οποίο του επιτρέπει από το χάος να δημιουργεί αρμονία, από ένα μικρό χωριό να χτίζει το σύμπαν."
****************************************************************
Αυτό θα πει άνθρωπος: να πονάς, ν’ αδικιέσαι, να παλεύεις και να μην το βάνεις κάτω! Αν ήταν να με ρωτούσαν ποιος δρόμος πάει στον ουρανό, θ’ απαντούσα: ο πιο δύσκολος. Μεγάλη κολυμπήθρα τα δάκρυα, παιδί μου… Θα βρούμε, εκεί που πάμε, το Θεό. Και θα τον βρούμε, όχι όπως τον παριστάνουν όσοι δεν τον είδαν ποτέ τους, ένα ροδομάγουλο γέρο, που κάθεται μακάρια σε πουπουλένια σύννεφα και προστάζει. Μα σα μικρή φωνή που τινάζεται από τα σωθικά μας και σηκώνει πόλεμο. Χαίρουμαι, άνθρωπος είμαι, όταν μου τύχει ένα καλό, μα πιο πολύ χαίρουμαι όταν πλακώσει η δύσκολη ώρα! Γιατί λέω: τώρα θα δείξεις, παπα-Φώτη, αν είσαι άντρας αληθινός ή κουνέλι. Όταν πολυσυχάσει το νερό, βουρκιάζει, όταν πολυσυχάσει η ψυχή, βουρκιάζει.
Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται ολάκερος ο Θεός.
«Οδύσσεια» Πρόκειται για το εκτενέστερο στιχουργικό έργο της ελληνικής γραμματείας, με 33.333 17σύλαβους στίχους.
7.500 χιλιάδες περίπου νέες αθησαύριστες λέξεις υπάρχουν στο έργο του που δεν θα βρούμε σε κανένα λεξικό της ελληνικής. Η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, περιγράφει την ζωή του Οδυσσέα μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη, αναδεικνύοντας το μεγαλείο αλλά και τις αδυναμίες του ανθρώπου.
Αρχές του 1925 γράφει τις ραψωδίες Α έως και Ζ. Το 1927 ολοκληρώνει την πρώτη γραφή (ραψωδίες Η έως και Ω). Θα ακολουθήσουν άλλες έξι γραφές: η β' γραφή το 1929-1930, η γ' το 1931, η δ' το 1933, η ε' το 1935, η στ' το 1937 και η τελική ζ' το 1938.
Υπόθεση: Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε όλους τους μνηστήρες, δεν άντεχε πλέον την ζωή του στο μικρό νησί, τα όσα είχε, κι αποφάσισε να κάνει το τελευταίο του ταξίδι, χωρίς Ιθάκη, δίχως γυρισμό. Διαλέγοντας τους καλύτερους συντρόφους του, φτιάχνοντας νέο καράβι, ξεκινά το τελευταίο του ταξίδι αφού πρώτα, πάντρεψε τον γιό του με την Ναυσικά να έχει εγγόνι για να μην χαθεί η γενιά του.
Πρώτος σταθμός του η Σπάρτη, στον φίλο του Μενέλαο και φεύγοντας, άρπαξε την Ελένη κι έγυγε μαζί της. Μετά άραξε στην Κρήτη που βρίσκεται στην παρακμή του μεγάλου πολιτισμού της. Οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι συνωμοτούν να ρίξουν τον γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους.
Μια νύχτα, στο μεγάλο βασιλικό συμπόσιο, ο Οδυσσέας δίνει το σημάδι, κι οι συνωμότες ορμούν: ο βασιλιάς κι οι σαπημένοι αρχόντοι κι οι αρχόντισσες σκοτώνουνται, το Παλάτι της Κνωσού καίγεται, η Ελένη δένει έρωτα μ' ένα ξανθό βάρβαρο, κι ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει με τους συντρόφους στο καράβι κι απλώνει πάλι πανιά κατά νότου.
Μετά αράζει στην Αίγυπτο όπου αναβρασμός κι εκεί. Πολεμώντας σαν αρχηγός των σκλάβων νικιέται και φυλακίζεται. Κατοθρώνει όμως με δόλο να φύγει από την φυλακη, διαλέγοντας και πάλι τους πιο σκληρούς για συντρόφους του.
Πλανιέται πλέον πέρα από την έρημο, πολεμώντας τις άγριες φυλές του Νείλου, κι εκεί χτίζει την νέα του πολιτεία, την οχυρώνει, χαράζει απάνω στο φρούριο τις νέες παρήφανες εντολές του Θεού του, νομοθετώντας νέους δίκαιους νόμους. Χαίρεται που θα δημιουργήσει μια κοινωνία ελεύτερων, ατρόμητων ανθρώπων. Μα την μέρα που έκανε τα εγκαίνια της πολιτείας κι είχε κηρύξει μεγάλη γιορτή, γίνεται σεισμός, ανοίγει η γη και καταπίνει την πολιτεία.......
Οδύσσεια – Α (απόσπασμα)
Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένια
και γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελιές να φύγουν.
Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό, κι οι φλέβες του ξαπλώναν
μες στο κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν•
κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν.
Γλύκανε πια, κι απάλαφρα, σουρτά, μ’ ευωδιασμένο λάδι
το αρμυροτάγαρο άλειψε κορμί και τα μακριά μαλλιά του•
κι ήρθεν η νιότη κι ανθοβόλησε τη χειμασμένη σάρκα.
Κι απά στα χρουσοκέφαλα καρφιά, στο μυρωδάτον ίσκιο,
αράδα τα σκουτιά που του ’φανε το αγνό του ταίρι αστράφταν,
με ξόμπλια τρεχαντήρες και θεούς και βιαστικούς ανέμους
τη λιοψημένη χέρα του άπλωσε κι αγάλια ξεδιαλέγει
το πιο φλογάτο κι απλωτά το αναπετάριξε στον ώμο•
κι αχνίζοντας, το μάνταλο τραβάει και δρασκελάει τη θύρα.
Θαμπώθηκαν στον ίσκιο οι δούλοι του, και φλογαντηλαρίσαν
τα καπνισμένα μεσοδόκαρα του πατρικού σπιτιού του•
κι η Πηνελόπη, που άλαλη, χλωμή στο θρόνο προσδοκούσε,
γυρνάει να δει, και παραλυούν τα γόνατά της απ’ τον τρόμο:
«Δεν είναι τούτος που λαχτάριζα χρόνια και χρόνια, Θε μου!
δράκο αναντιάζω σαραντάπηχο ν’ αντροπατάει το σπίτι!»
Ψυχανεμίστη ο μυαλοδόξαρος τη σκοτεινή τρομάρα
της έρμης γυναικός, κι αργά μιλάει στο φουντωμένο σπλάχνο:
«Καρδιά μου, ετούτη που σκυφτή καιρούς σε ακαρτεράει ν’ ανοίξεις
τα κλειδωμένα γόνα και μαζί το θρήνο να χαρείτε,
είναι η γυναίκα που λαχτάριζες παλεύοντας τα πέλαα
και τους θεούς και τις βαθιές φωνές του αθάνατου μυαλού σου!»
Είπε, μα δεν τινάχτηκε η καρδιά στο αντραλεμένο στήθος.
Άχνιζε ακόμα μες στ’ αρθούνια του της νιοσφαγής ο χόχλος,
κι ακόμα τη γυναίκα του βιγλάει στα νέα κορμιά μπλεγμένη,
και θόλωνε ως την κόχευε το αψό, γοργό του μάτι• λίγο
στο μάλε βράσε της σφαγής και τη διαπέρναε το σπαθί του.
Γοργά περνάει και στάθη αλάλητος στο μέγα του κατώφλι·
ο λάβρος ήλιος πια βασίλευε, και γιόμωναν τρογύρα
τα δοξωτά κελάρια κι οι γωνιές ροδογαλάζους ίσκιους.
Στη μέση ο μαύρος κάπνιζε βωμός της Αθηνάς χορτάτος,
και στις μακριές στοές καμπάνιζαν, χλωμές, ξεγλωσσισμένες,
αγαλινά, στη βραδινή δροσιά, κρεμανταλιές οι δούλες.
Γαλήνια πια τα μάτια του τηρούν την αστρομάτα νύχτα
να κατεβαίνει απ’ τα βουνά με τα σγουρόμαλλα κοπάδια·
σαν όνειρο αχνοκαταστάλαξε στα σπλάχνα του κι αρνεύει
το φονικό του μεροκάματο κι ο βρούχος της σαγίτας·
κι η τίγρισσα αναγλείφουνταν καρδιά στα σκοτεινά, χορτάτη.
Μες στην απόλουτρη χαρά γαλήνευαν τα φρένα κι ούτε
τηρούσαν πίσω τους τα γαίματα μήτε αναδεύα ακόμα
στις δολερές ανεγυρίδες τους πώς να γλιτώσουν πάλε
το φοβερό κεφάλι απ’ τους τρανούς κιντύνους που το ζώναν·
άμαχα φραίνουντα ο πολύπαθος την άγια ετούτην ώρα
που ανέγνοιος, νιολουσμένος στέκουνταν στο πατρικό κατώφλι.
«Ο τελευταίος πειρασμός» Ο Τελευταίος Πειρασμός, περιγράφει μυθιστορηματικά την πορεία του Ιησού, τον Βίο και την Πολιτεία του Χριστού, αναπλάθοντας τα γεγονότα όπως εξιστορούνται στα ευαγγελικά κείμενα και δημιουργώντας μια ιδιότυπη ποιητική εξομολόγηση του Ιησού Χριστού. Ο Tελευταίος Πειρασμός είναι ένα έργο που περιέχει θεολογικά και κοινωνικοπολιτικά στοιχεία, καθώς ισορροπεί πάνω στο τεντωμένο σκοινί των ορίων του θρησκευτικού και του πολιτικού μυθιστορήματος. Στον Τελευταίο Πειρασμό ο Ιούδας είναι σιδεράς. Φτιάχνει τσάπες, δρεπάνια, στεφάνια για κρασοβάρελα, πεταλώνει άλογα μα αυτή είναι μόνο η φανερή του ασχολία. Στα κρυφά είναι Ζηλωτής, δηλαδή επαναστάτης Εβραίος που αγωνίζεται εναντίον των Ρωμαίων.
Ο Ιησούς του Καζαντζάκη δεν είναι απλός μαραγκός, είναι μαραγκός που κατασκευάζει σταυρούς για τις σταυρικές εκτελέσεις των Ρωμαίων! Να γιατί οι Ζηλωτές αναθέτουν στον Ιούδα να δολοφονήσει τον Ιησού στην έρημο σε ένα μοναστήρι - όπου πάει ο Ιησούς για να προσευχηθεί. Η σκηνή της απόπειρας δολοφονίας είναι από τις πιο συγκλονιστικές του βιβλίου.
Απόσπασμα:
Η απόφαση για προδοσία παίρνεται από κοινού μεταξύ Ιησού και Ιούδα:
- Ιούδα, αδερφέ μου, ήρθε η ώρα· είσαι έτοιμος;
- Ακόμα μια φορά, ραβή· γιατί να διαλέξεις εμένα;
- Είσαι ο πιο δυνατός, το ξέρεις· οι άλλοι δεν αντέχουν· πήγες, μίλησες του αρχιερέα Καϊάφα;
- Μίλησα· θέλει, λέει να ξέρει πότε και πού;
- Την νύχτα του Πάσχα, να του πεις, μετά το πασχαλιάτικο δείπνο, στην Γεθσημανή· κάνε κουράγιο, Ιούδα αδερφέ μου· κάνω κι εγώ.
Ο Καζαντζάκης όμως βάζει τον Ιούδα να προβληματίζεται, να έχει αμφιβολίες. “Κι άλλη φορά σε ρώτησα, ραβή, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;” ρωτάει με απόγνωση τον Ιησού. “Όχι, Ιούδα, αδερφέ μου, άλλος δρόμος δεν υπάρχει” απαντάει ο Ιησούς. Ο Ιούδας όμως επιμένει:
- Μου το λες για να με παρηγορήσεις, για να με κάμεις να σε προδώσω, δίχως να σπαραχτεί η καρδιά μου· λες πως αντέχω, για να μου δώσεις κουράγιο· όχι, όσο ζυγώνουμε στη φοβερή στιγμή, όχι, δεν αντέχω, ραβή μου!
- Αντέχεις, Ιούδα αδερφέ μου· ο Θεός να σου δώσει τη δύναμη, όση σου λείπει, γιατί πρέπει· πρέπει εγώ να σκοτωθώ και συ να με προδώσεις· εμείς οι δυο πρέπει να σώσουμε τον κόσμο· βοήθα με.
Ο Ιούδας έσκυψε το κεφάλι και σε λίγο:
- Αν ήταν εσύ να πρόδινες το δάσκαλό σου, θα το ‘κανες;
Πολλήν ώρα έμεινε ο Ιησούς συλλογισμένος· τέλος:
- Όχι, είπε, φοβούμαι πως δε θα μπορούσα· γι’ αυτό κι ο Θεός με λυπήθηκε και μου ‘δωκε το χρέος το πιο εύκολο: να σταυρωθώ.
Το συνολικό έργο του Καζαντζάκη
Δεν υπάρχει άλλος Νεοέλληνας συγγραφέας που να έχει τόσο πολύ υβρισθεί, προπηλακισθεί, διαβληθεί, συκοφαντηθεί, για διάφορα ζητήματα, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης. Ουδένα αυτός ο άνθρωπος έβλαψε. Και, όμως, κατά περιόδους όλοι απάνω του επέπεσαν. Γύρω από τον Καζαντζάκη πλέκτηκε μια τερατώδης μυθολογία, για ό,τι έκανε και για ό,τι δεν έκανε, για ό,τι έπρεπε να κάνει και δεν το έκανε και ούτω καθ' εξής. Σαν να τον είχαν βάλει κάτω από μικροσκόπιο. Και έβλεπαν ό,τι ήθελαν να βλέπουν και έλεγαν ό,τι ήθελαν να πουν.
Για την ακέραιη παρουσία του καταπολεμήθηκε και από την Πολιτεία και από την Εκκλησία.
Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε πολυγραφότατος. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου: Ποίηση (δραματική, επική, λυρική), δοκίμιο, μυθιστόρημα (στα Ελληνικά και στα Γαλλικά), ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλληλογραφία, παιδικό μυθιστόρημα, μετάφραση (από τα Αρχαία Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ισπανικά), κινηματογραφικά σενάρια, ιστορία, σχολικά βιβλία, παιδικά βιβλία (διασκευή και μετάφραση), λεξικά (γλωσσικά και εγκυκλοπαιδικά), δημοσιογραφία, κριτική, αρθρογραφία.
Το κύριο σώμα του έργου του αποτελείται από την Ασκητική, η οποία είναι ο σπόρος απ' όπου βλάστησε όλο του το έργο, την Οδύσεια, δίπλα στην οποία όλα τα υπόλοιπα χαρακτηρίζονται ως «πάρεργα», τους «21 σωματοφύλακες της Οδύσειας», τις Τερτσίνες, τις 14 τραγωδίες που περιέχονται στους τρεις τόμους Θέατρο Α΄, Β΄, Γ΄, τα δύο μυθιστορήματα που έγραψε στα Γαλλικά και τα 7 μυθιστορήματα της όψιμης ηλικίας του, τις εντυπώσεις από τα ταξίδια του σε Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ρωσία, Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, Ιερουσαλήμ, Κύπρο και Πελοπόννησο, τις μεταφράσεις του Δάντη και του Ομήρου και τέλος τις επιστολές του προς τη Γαλάτεια Αλεξίου και τον Παντελή Πρεβελάκη.
Οδύσσεια
Τέλη 1924 ξεκίνησε να γράφει το έπος της ζωής του, την Οδύσεια. 33.333 17σύλλαβοι στίχοι χωρισμένοι σε 24 ραψωδίες. Και περίπου 7.500 αθησαύριστες λέξεις, οι οποίες δεν υπάρχουν σε κανένα λεξικό της Ελληνικής.
Αρχές του 1925 έγραψε τις ραψωδίες Α έως και Ζ. Και το 1927 ολοκλήρωσε την α΄ γραφή (ραψωδίες Η έως και Ω). Ακολούθησαν άλλες έξι γραφές: η β΄ γραφή το 1929-1930, η γ΄ το 1931, η δ΄ το 1933, η ε΄ το 1935, η στ΄ το 1937 και η τελική ζ΄ το 1938. Συνολικές ώρες εργασίας περίπου 15.000. Η πρώτη έκδοση της Οδύσειας πραγματοποιήθηκε το 1938 και αφιερώθηκε στην Αμερικανίδα Τζο Μακλέοντ (Joe MacLeod), χορηγό της έκδοσης.
Η εκτύπωση της δεύτερης έκδοσης άρχισε τον Οκτώβριο του 1955, με φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη, και ολοκληρώθηκε τον Νοέμβρη του 1957, μετά τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Οδύσσεια, με δύο σίγμα, αυτή τη φορά ο τίτλος και δίχως την αφιέρωση της πρώτης έκδοσης.
Εργογραφία
Ποίηση
. Οδύσεια (έπος σε 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους), Πυρσός, Αθήνα, 1938
. Τερτσίνες, Τυπ. Κωνσταντινίδη & Μιχαλά, Αθήνα, 1960
. Ακρίτας (σχεδίασμα έπους)
Θέατρο
. Ξημερώνει, Αθήνα, 1906
. Έως πότε;, Αθήνα, 1907
. Φασγά, Αθήνα, 1907
. Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), Κρητική Στοά, Ηράκλειο, 1909
. Ο Πρωτομάστορας (Η Θυσία) (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), αφιερωμένη στον Ίδα (Ίωνα Δραγούμη), Εστία, Αθήνα, 1910
. Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει, Αίγινα, 1936
. Θέατρο Α' - Τραγωδίες με αρχαία θέματα: Προμηθέας (τριλογία), Κούρος, . . . Οδυσσέας, Μέλισσα, Δίφρος, Αθήνα, 1955
. Θέατρο Β΄ - Τραγωδίες με βυζαντινά θέματα: Χριστός, Ιουλιανός ο Παραβάτης, Νικηφόρος Φωκάς, Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, Δίφρος, Αθήνα, 1956
. Θέατρο Γ' - Τραγωδίες με διάφορα θέματα: Καποδίστριας, Χριστόφορος Κολόμβος, Σόδομα και Γόμορρα, Βούδας, Δίφρος, Αθήνα, 1956
Σενάρια
Το Κόκκινο Μαντίλι
Άγιος Παχώμιος και Σία
Μουχαμέτης
Μια Έκλειψη Ηλίου
Λένιν
Βούδας
Δον Κιχώτης
Δεκαήμερο
Αιώνια Ελλάδα (σχέδιο σεναρίου)
Δοκίμια
.Η Αρρώστια του Αιώνος (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), Πινακοθήκη ΣΤ΄ (Μάρτιος-Απρ.-Μάιος 1906)
.Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας, Αλεξίου, Ηράκλειο, 1909
.H. Bergson, τυπ. Μαίσνερ και Καργαδούρη, Αθήνα, 1912
.Ασκητική, Salvatores Dei, χ.ε., Αθήνα, 1945
.Συμπόσιον, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1971
Ιστορία
Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας, Ελευθερουδάκης, Αθήνα, 1930
Μυθιστορήματα
.Όφις και Κρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή), χ.ε., Τυπ. Στ. Αλεξίου, Ηράκλειο, 1906
.Σπασμένες Ψυχές (με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης), Ο Νουμάς, Αθήνα, 1909-1910
.Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Τυπ. Δημητράκου, Αθήνα, 1946
.Ο Καπετάν Μιχάλης, Μαυρίδης, Αθήνα, 1953
.Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Δίφρος, Αθήνα, 1954
.Ο Τελευταίος Πειρασμός, Δίφρος, Αθήνα, 1955
.Τόντα-Ράμπα, μετάφραση Γιάννης Μαγκλής, Δίφρος, Αθήνα, 1956
.Ο Φτωχούλης του Θεού, Δίφρος, Αθήνα, 1956
.Ο Βραχόκηπος, μετάφραση Παντελής Πρεβελάκης, Εστία, Αθήνα, 1960
.Αναφορά στον Γκρέκο, Τυπ. Κωνσταντινίδη, Αθήνα, 1961
.Οι Αδερφοφάδες, χ.ε., Αθήνα, 1963
Ταξίδια
.Ταξιδεύοντας: Ισπανία - Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά, εκδόσεις Σεράπειον, .Αλεξάνδρεια, 1927
.Τι είδα στη Ρουσία (από τα ταξίδια μου), Στοχαστής, Αθήνα, 1928
.Ταξιδεύοντας: Ισπανία, Πυρσός, Αθήνα, 1937
.Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία - Κίνα, Πυρσός, Αθήνα, 1938
.Ταξιδεύοντας: Αγγλία, Πυρσός, Αθήνα, 1941
.Ταξιδεύοντας: Ρουσία, Δίφρος, Αθήνα, 1956
.Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, χ.ε., Αθήνα, 1961
Παιδικό Μυθιστόρημα
.Μέγας Αλέξανδρος, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1979
.Στα Παλάτια της Κνωσού, Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1980
Γράμματα
.Επιστολές προς τη Γαλάτεια, Δίφρος, Αθήνα, 1958
.Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1965
Μεταφράσεις
.Φρίντριχ Νίτσε, Η γέννησις της τραγωδίας, Φέξης, Αθήνα, 1912
.Φρίντριχ Νίτσε, Τάδε Έφη Ζαρατούστρας, Φέξης, Αθήνα, 1913
.Ανρί Μπεργκσόν, Το γέλοιο, Φέξης, Αθήνα, 1914
.Κάρολος Δαρβίνος, Η Καταγωγή των Ειδών, Φέξης, Αθήνα, 1915
.Σύγχρονη Ισπανική Λυρική Ποίηση, περιοδικό «Ο Κύκλος», 1933-1934
.Δάντης, Η Θεία Κωμωδία, «Ο Κύκλος», Αθήνα, 1934
.κίοχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, Φάουστ [Α΄ μέρος], εφημερίδα Καθημερινή (8/3-5/7/1937)
.Γιόργκενσεν Γιοχάνες (Jørgensen Johannes), Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, χ.ε., Αθήνα, 1951
.Όμηρος, Ιλιάδα (σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή), Εστία, Αθήνα, 1955
.Νικολό Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, Γαλαξίας, Αθήνα, 1961
.Όμηρος, Οδύσσεια (σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή), Εστία, Αθήνα, 1965
.Λουίς Μπούχνερ, Δύναμις και Ύλη, Χρήστος Δ. Φέξης, Αθήνα, 1915
Φιλμογραφία
Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:
. Αλέξης Ζορμπάς (1964) σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη
. Ο Τελευταίος Πειρασμός (1988) σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε.
. Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. 1957 που την σκηνοθέτησε ο Ζυλ Ντασέν.

Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://www.kazantzakispublications.org/gr/archive03.php
http://ebooks.edu