Γραμματεία & Επιστήμες

Μυθολόγοι - Παροιμιογράφοι

Μυθολόγοι - Παροιμιογράφοι

ΜΥΘΟΛΟΓΟΙ - ΠΑΡΟΙΜΙΟΓΡΑΦΟΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ. 1. ΠΙΝΔΑΡΟΣ (517-437 π.Χ.) Υπήρξε λυρικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές, συνοικισμό της Θήβας. Ο Πίνδαρος ασχολήθηκε με τη χορική λυρική ποίηση. Από τα σωζόμενα έργα του το μεγαλύτερο όγκο αποτελούν τα Επινίκια, χορωδιακά άσματα που ψάλλονταν στην πατρίδα του νικητή κατά τον εορτασμό της επιτυχίας του ή ακόμα και στον χώρο διεξαγωγής των αγώνων. Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα: «ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ» Η ΓΕΝΝ

ΜΥΘΟΛΟΓΟΙ - ΠΑΡΟΙΜΙΟΓΡΑΦΟΙ




ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.


1. ΠΙΝΔΑΡΟΣ (517-437 π.Χ.)
Υπήρξε λυρικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές, συνοικισμό της Θήβας. Ο Πίνδαρος ασχολήθηκε με τη χορική λυρική ποίηση. Από τα σωζόμενα έργα του το μεγαλύτερο όγκο αποτελούν τα Επινίκια, χορωδιακά άσματα που ψάλλονταν στην πατρίδα του νικητή κατά τον εορτασμό της επιτυχίας του ή ακόμα και στον χώρο διεξαγωγής των αγώνων.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ»

01 pythionikosΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ

«Ο Ασκληπιός γεννήθηκε από την κόρη του Φλεγύου. Χτυπημένη όμως από τα χρυσά βέλη της Αρτέμιδος, επειδή είχε εξοργίσει τον αδελφό της θεάς, τον Απόλλωνα, η ωραία νέα κατέβηκε από το νυφικό κρεβάτι, στο σκοτεινό βασίλειο του Άδη, προτού καν δεχθεί της υπηρεσίες τηςΕιλειθυίας. Τόσο φοβερή είναι η οργή των παιδιών του Διός. Περιφρονώντας τον ξανθό θεό, με τον οποίο προηγουμένως είχε συνευρεθεί χωρίς να το ξέρει ο πατέρας της και παρασυρμένη από τα αισθήματά της, η τολμηρή Νύμφη έκαμε άλλους δεσμούς, παρόλο που είχε ήδη στα σπλάχνα της το καθαρό και ακηλίδωτο σπέρμα του αθανάτου, που την είχε αγαπήσει. Χωρίς να περιμένει ούτε το γαμήλιο συμπόσιο, ούτε τα άσματα του υμεναίου, που τραγουδούν το βράδυ ανάμεσα στις χαρές και στα παιχνίδια οι παρθένες που συντροφεύουν τις νεαρές συζύγους, παραδόθηκε σε ξένο έρωτα, από τύφλωση πολύ συνηθισμένη, αλλοίμονο! Γιατί τέτοια είναι η μωρία των ανθρώπων, ώστε πολλές φορές περιφρονούν αλόγιστα τα καλά που μπορούν να χαίρονται και επιθυμούν όσα δεν έχουν, μάταια ελπίζοντας χιμαιρικές απολαύσεις.
Έτσι, η ωραία Κορωνίς, με το να δεχτεί στο κρεβάτι της έναν ξένο, που είχε έλθει από την Αρκαδία, έκαμε να πέσουν επάνω της οι φοβερότερες δυστυχίες. Διότι το έγκλημά της δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από εκείνον που φωτίζει τον κόσμο. Από το βάθος του ιερού, όπου καίγονται ακατάπαυστα τα εντόσθια των θυμάτων, ο θεός που βασιλεύει στην Πυθώ, είδε την ασέβεια της Κορωνίδος. Μόλις ο Φοίβος έμαθε την κατάχρηση της φιλοξενίας που είχε κάνει ο
Ίσχυς, ο γιός τουΕλάτουκαι την απιστία της νεαρής συνενόχου του, ανέθεσε στην αδελφή του να τον εκδικηθεί. Κι αυτή, αναμμένη από οργή, πέταξε στις όχθες της λίμνηςΒοιβηίδος, όπου κατοικούσε η άπιστη. Άλλος θεός, κυρίαρχος του νού της, την παρέσυρε στην καταστροφή. Μαζί μ αυτήν και τους συμπολίτες της. Πέθαναν από μια σκληρή επιδημία. Ήδη οι γονείς της Νύμφης είχαν ανάψει την φωτιά, ήδη τα πυρά του Ηφαίστου τριγύριζαν το νεκρό κορμί της, όταν ο Απόλλων φώναξε: «Όχι, δεν θ αφήσω να χαθεί, μαζί με την ένοχη μητέρα, ο καρπός του έρωτά μου !». Είπε και μ ένα βήμα έφθασε στην φωτιά. Ξαφνικά η φλόγα χωρίσθηκε στα δύο και ο θεός έβγαλε από τα νεκρά σπλάχνα της Κορωνίδος το γιό του, ζωντανό ακόμα. Τον πήγε στον Κένταυρο της Μαγνησίας, για να του μάθει την τέχνη να γιατρεύει τις άπειρες αρρώστιες που μαστίζουν τους ανθρώπους. Σε λίγο, πλήθος άρρωστοι συνέρρεαν στον περίφημο μαθητή. Όσοι είχαν έλκη, όσοι είχαν πληγές από πέτρα ή δόρυ, όσοι έλιωναν από την καυτή πνοή ή το θανάσιμο κρύο του πυρετού, πήγαιναν και του ζητούσαν να τους κάνει καλά. Κι εκείνος άλλους θεράπευε με την μαγεία, άλλους με καταπραϋντικά φάρμακα, πολλούς με σωτήρια βάλσαμα, με τα οποία άλειφε τις πληγές και μερικούς με οδυνηρές εγχειρήσεις. Μα, αλλοίμονο, πόση δύναμη έχει το δόλωμα του κέρδους στην καρδιά ακόμη και των σοφών! Γοητευμένος από το χρυσάφι που του έταζαν, ο γιός της Κορωνίδος τόλμησε να πάρει από τον θάνατο έναν ήρωα, που μόλις είχε πεθάνει. Την ίδια στιγμή, ο γιός του Κρόνου, με γρήγορο χέρι, χτύπησε με τον κεραυνό του και τους δύο στην καρδιά και τους έριξε στον Άδη».


2. ΔΗΜΩΝ
(4ος αιώνας π.Χ.)
Σημαντικός παροιμιογράφος της αρχαιότητας καιιστοριογράφος της Αττικής, για τον οποίο λέγεται ότι έγραψε γύρω στα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα σύγγραμμα «Περί παροιμιών», αποτελούμενο από 40 βιβλία.

3. ΚΛΕΑΡΧΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ (4ος-3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από τους Σόλους της Κύπρου. Ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Τα έργα του είναι επηρεασμένα από την ανατολική κουλτούρα και εκτιμάται ότι ταξίδεψε στην Βακτριανή και στην πόλη Αλεξάνδρεια, όπου και άφησε ένα δελφικό ρητό. Στα έργα του έχει αναπτύξει διάφορες θεωρίες για την σχέση μεταξύ των δυτικών και ανατολικών θρησκειών.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΠΕΡΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ»

02 peri paroimiwn











Αρχαίο
κείμενο:

ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ 5.21
«ντ μν οδν ερόν»· παροιμία π τν μηδενς ξίων. φησ δ
Κλέαρχος, ν δευτέρ τν Παροιμιν, τι ρακλς, δν δρυμένον
τν δωνιν φη· «Οδν ερόν». ο γρ ατν ξιον τιμς
κα δρύσεως κρινεν.

ΖΗΝΟΒΙΟΣ
, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 5.47
«Οδν ερν πάρχεις»· Κλέαρχός φησιν τι ρακλς, δν τν
δωνιν δρυμένον φη· «Οδν ερόν». ερηται ον παροιμία π
τν παντελς ετελν κα χρήστων.


ΑΠΟΣΤΟΛΙΟΣ, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 13.34
«Οδν ερόν»· ρακλς επεν, δώνιδος δν ξόανον, ς τν ε-
εργετησάντων τος νθρώπους μόνων φειλόντων τιμσθαι. τι
ο
καταφυγόντες ες ατ δολοι δειαν οκ εχον. Λέγεται δ π
τν μηδενς ξίων, ς φησι Κλέαρχος ν δευτέρ Παροιμιν.


ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΔΕΙΠΝΟΣΟΦΙΣΤΑΙ 7.102
στορεται δ κα τι φεύγων (sc. πουλύπους) δι τν φόβον με-
ταβάλλει τς χρόας κα ξομοιοται τος τόποις, ν ος κρύπτεται,
ς κα Μεγαρες Θέογνίς φησιν ν τας λεγείαις·

πουλύπου ργν σχε πολυπλόκου, ς ποτ πέτρ
τ προσομιλήσ, τοος δεν φάνη.

μοίως στορε κα Κλέαρχος, ν δευτέρ Περ παροιμιν, παρατι-
θέμενος τάδε τ πη, ο δηλν του στί·

πουλύποδός μοι, τέκνον, χων νόον, μφίλοχ' ρως,
τοσιν φαρμόζου1, τν κεν ‹κατ δμον κηαι.


Μετάφραση:


ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ 5.21
«ντ μν οδν ερόν»· παροιμία πο λέγεται γι κάτι πο δν
ξίζει τίποτε. Λέει Κλέαρχος στ δεύτερο βιβλίο τν Παροιμιν
τι ρακλής, ταν εδε ν χει νεγερθε ερ πρς τιμν το
δωνη, επε: «νύπαρκτο ερό». Διότι δν τν κρινε ξιο ν τιμηθε
μ τν δρυση ερο.

ΖΗΝΟΒΙΟΣ, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 5.47
«Οδν ερν πάρχεις»· Κλέαρχος λέει τι ρακλής, ταν
ε
δε ν χει νεγερθε ερ πρς τιμν το δωνη, επε: «νύπαρ-
κτο
ερό». Λέγεται λοιπν παροιμία γι ντελς ετελ κα χρη-
στα πράγματα.


ΑΠΟΣΤΟΛΙΟΣ, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 13.34
«Οδν ερόν»· τ επε ρακλς ταν εδε ξόανο το δώνιδος,
ννοώντας τι μόνον σοι χουν εεργετήσει τος νθρώπους εναι
πρέπον ν
λαμβάνουν τιμές. τι ο δολοι πο κατέφυγαν στν
προστασία το
ξοάνου δν ξασφάλισαν συλο. Λέγεται γι πράγματα
πο
δν ξίζουν τίποτε, πως λέει Κλέαρχος στ δεύτερο βιβλίο τν Παροιμιν.

ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΔΕΙΠΝΟΣΟΦΙΣΤΑΙ 7.102
Διηγονται ξάλλου πώς, κι ταν φεύγει π φόβο τ χταπόδι,
λλάζει χρώματα κα γίνεται μοιο μ τος τόπους, στος ποίους
κρύβεται,
πως λέει κι Θέογνις π τ Μέγαρα στς λεγεες του:

Το
χταποδιο το πολύπλοκου
ν'
κολουθες τ φυσικό,
πο σ' ποιον βράχο κι ν πλευρίσει,
μοιόμορφό του φαίνεται.

Παρόμοια
διηγεται κα Κλέαρχος στ δεύτερο βιβλίο το ργου
του Περ
παροιμιν παραθέτοντας κι ατος τος ξαμέτρους χωρς ν δηλώνει ποίου εναι:

Το χταποδιο τν τρόπο χοντας,
παιδί μου, μφίλοχε γενναε,
ν συνταυτίζεσαι σωστ
σ' ποιου λαο τ χώρα κι ν βρεθες.


ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.


4. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ (180-110 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ιστορικός, γραμματικός και μυθογράφος που έζησε πολλά χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Ο Απολλόδωρος υπήρξε μαθητής του στωικού Διογένη, και παρακολούθησε παραδόσεις του γραμματικού Αριστάρχου. Αναμίχθηκε στην επιστημονική έρευνα του «Μουσείου» της Αλεξανδρείας, από όπου εκδιώχθηκε το 146 π.Χ. μαζί με τους άλλους σοφούς από τον Πτολεμαίο τον Φύσκωνα. Μετά ταξίδεψε στην Πέργαμο, όπου τον φιλοξένησε ο Άτταλος Β΄, και το 133 π.Χ. επέστρεψε στην Αθήνα, όπου φαίνεται και ότι πέθανε. Η χρονολογία του θανάτου του δεν είναι εξακριβωμένη, αλλά τοποθετείται στο διάστημα 111-109 π.Χ.

Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ»

03 gigantomaxiaΑρχαίο
κείμενο:

ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ

(Α 6,1) περ μν ον Δμητρος τατα λγεται· Γ δ περ Τιτνων γανακτοσα γενν Γγαντας ξ Ορανο, μεγθει μν σωμτων νυπερβλτους, δυνμει δ καταγωνστους, ο φοβερο μν τας ψεσι κατεφανοντο, καθειμνοι βαθεαν κμην κ κεφαλς κα γενεων, εχον δ τς βσεις φολδας δρακντων. γνοντο δ, ς μν τινες λγουσιν, ν Φλγραις, ς δ λλοι, ν Παλλν. κντιζον δ ες ορανν πτρας κα δρς μμνας. διφερον δ πντων Πορφυρων τε κα λκυονες, ς δ κα θνατος ν ν περ γεννθη γ μαχμενος. οτος δ κα τς λου βας ξ ρυθεας λασε. τος δ θεος λγιον ν π θεν μν μηδνα τν Γιγντων πολσθαι δνασθαι, συμμαχοντος δ θνητο τινος τελευτσειν. ασθομνη δ Γ τοτο ζτει φρμακον, να μηδ π θνητο δυνηθσιν πολσθαι. Ζες δ πειπν φανειν ο τε κα Σελν κα λίῳ τ μν φρμακον ατς τεμε φθσας, ρακλα δ σμμαχον δι θηνς πεκαλσατο. κκενος πρτον μν τξευσεν λκυονα· ππτων δ π τς γς μλλον νεθλπετο· θηνς δ ποθεμνης ξω τς Παλλνης ελκυσεν ατν.

(
Α 6,2) κκενος μν οτως τελετα, Πορφυρων δ ρακλε κατ τν μχην φρμησε κα ρ. Ζες δ ατ πθον ρας νβαλεν, τις κα καταρρηγνντος ατο τος ππλους κα βιζεσθαι θλοντος βοηθος πεκαλετο· κα Δις κεραυνσαντος ατν ρακλς τοξεσας πκτεινε. τν δ λοιπν πλλων μν φιλτου τν ριστερν τξευσεν φθαλμν, ρακλς δ τν δεξιν· Ερυτον δ θρσ Δινυσος κτεινε, Κλυτον δ δσν κτη, Μμαντα δ φαιστος βαλν μδροις. θην δ γκελδ φεγοντι Σικελαν πρριψε τν νσον, Πλλαντος δ τν δορν κτεμοσα τατ κατ τν μχην τ διον πσκεπε σμα. Πολυβτης δ δι τς θαλσσης διωχθες π το Ποσειδνος κεν ες Κ· Ποσειδν δ τς νσου μρος πορρξας πρριψεν ατ, τ λεγμενον Νσυρον. ρμς δ τν ιδος κυνν χων κατ τν μχην ππλυτον πκτεινεν, ρτεμις δ   Γρατωνα, μοραι δ γριον κα Θωνα χαλκοις οπλοις μαχμεναι τος δ λλους κεραυνος Ζες βαλν διφθειρε· πντας δ ρακλς πολλυμνους τξευσεν.

Μετάφραση:

ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ

(Α 6,1) Η Γή δε, αγανακτούσα για τους Τιτάνες, γεννά από τον Ουρανό τους Γίγαντες, ανυπερβλήτους στο μέγεθος των σωμάτων και ασυναγωνίστους στην δύναμη, οι οποίοι φαίνονταν φοβεροί στην όψη, με μακρά κόμη και γένεια κρεμάμενα εκ της κεφαλής τους, και είχαν στα πόδια τους φολίδες δρακόντων. Γεννήθηκαν δε, όπως λέγουν κάποιοι στις Φλέγρες (της Χαλκιδικής), κατ’άλλους δε, στην Παλλήνη (της Χαλκιδικής). Εξακόντιζαν δε στον ουρανό βράχους και φλεγόμενες δρύς. Υπερείχαν δε εκ πάντων αυτών ο Πορφυρίων και ο Αλκυονεύς, ο οποίος μάλιστα, εφ’όσον μαχόταν στην γή όπου είχε γεννηθεί, ήταν αθάνατος. Επίσης, αυτός άρπαξε από την Ερύθεια τις αγελάδες του Ηλίου. Είχε δοθεί δε χρησμός στους θεούς ότι ουδείς των Γιγάντων μπορούσε να φονευθή απ’αυτούς, αλλά αν συμμαχούσε μαζί τους κάποιος θνητός, εκείνοι θα πέθαιναν. Αφού δε η Γή πληροφορήθηκε τούτο, αναζητούσε ένα βότανο, για να μη μπορούν, δι’αυτού, οι Γίγαντες να φονευθούν ούτε από θνητό. Αλλά ο Ζεύς, αφού απαγόρευσε στην Ηώ, την Σελήνη και τον Ήλιο να φανούν, πρόλαβε να κόψη ο ίδιος αυτός το βότανο και κάλεσε δια της Αθηνάς ως σύμμαχο τον Ηρακλή.Και εκείνος πρώτα μεν τόξευσε τον Αλκυονέα, ο οποίος όμως, όσο έπεφτε στην γή, τόσο και ανέκαμπτε. Αλλά κατόπιν συμβουλής της Αθηνάς ο Ηρακλής τον έσυρε έξωθεν της Παλλήνης.

(Α 6,2) Και εκείνος μεν πέθανε ούτως, ενώ ο Πορφυρίων όρμησε κατά την μάχη εναντίον του Ηρακλέους και της Ήρας. Αλλά ο Ζεύς του ενέβαλε πόθο για την Ήρα, η οποία, ενώ αυτός έσχιζε τα πέπλα της, θέλοντας να την βιάση, ζητούσε βοήθεια. Και αφού ο Ζεύς κεραυνοβόλησε αυτόν, ο Ηρακλής τον τόξευσε και τον φόνευσε. Όσον αφορά δε τους υπολοίπους Γίγαντες, ο Απόλλων τόξευσε τον αριστερό οφθαλμό του Εφιάλτη και ο Ηρακλής τον δεξιό. Τον Εύρυτο δε φόνευσε ο Διόνυσος δια θύρσου, τον Κλυτίο η Εκάτη δια δαδών και τον Μίμαντα ο Ήφαιστος ρίχνοντάς του μύδρους (=διάπυρα σίδερα). Η Αθηνά δε έριξε επάνω στον Εγκέλαδο, ο οποίος είχε τραπεί εις φυγή, την νήσο Σικελία και αφού έγδαρε το δέρμα του Πάλλαντος, κάλυψε δι’αυτού κατά την μάχη το ίδιο το σώμα της. Ο Πολυβώτης δε, καταδιωκόμενος δια θαλάσσης από τον Ποσειδώνα, έφθασε στην Κώ. Τότε δε, ο Ποσειδών απέσπασε ένα μέρος της νήσου, το ονομαζόμενο Νίσυρο, και το έριξε επάνω του.Ο Ερμής δε, φορώντας κατά την μάχη την κυνή του Άδη, φόνευσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμις τον Γρατίωνα και οι Μοίρες, μαχόμενες δια χαλκίνων ροπάλων, τον Άγριο και τον Θόωνα.Τους άλλους δε Γίγαντες φόνευσε ο Ζεύς, ρίχνοντάς τους κεραυνούς. Και όλους, ενώ πέθαιναν, τους τόξευσε ο Ηρακλής.


Αρχαίο κείμενο:

ΤΑΛΩΣ

(Α 9,26) πλοντες δ νυκτς σφοδρ περιππτουσι χειμνι. πλλων δ στς π τς Μελαντους δειρς, τοξεσας τ βλει ες τν θλασσαν κατστραψεν. ο δ πλησον θεσαντο νσον, τ δ παρ προσδοκαν ναφανναι προσορμισθντες νφην κλεσαν· δρυσμενοι δ βωμν πλλωνος αγλτου κα θυσισαντες π εωχαν τρπησαν. δοθεσαι δ π ρτης Μηδείᾳ δδεκα θερπαιναι τος ριστας σκωπτον μετ παιγνας· θεν τι κα νν ν τ θυσίᾳ σνηθς στι σκπτειν τας γυναιξν. ντεθεν ναχθντες κωλονται Κρτ προσσχειν π Τλω. τοτον ο μν το χαλκο γνους εναι λγουσιν, ο δ π φαστου Μνωι δοθναι· ς ν χαλκος νρ, ο δ ταρον ατν λγουσιν.

Μετάφραση:

ΤΑΛΩΣ

(Α 9,26) Ερχόμενοι από εκεί, κωλύονται να πλησιάσουν την Κρήτη από τον Τάλω. Οι μέν λέγουν ότι, τούτος ήταν του χαλκίνου γένους, οι δε ότι εδόθη από τον Ήφαιστο εις τον Μίνωα. Αυτός ήταν χαλκούς άνηρ, άλλοι δε λέγουν αυτόν ταύρο. Είχε δε μία φλέβα εκτεινομένη από του αυχένος μέχρι των σφυρών, κατά δε το τέρμα της φλέβας υπήρχε χάλκινο καρφί. Αυτός ο Τάλως τρεις φορές εκάστη ημέρα φυλούσε την νήσο περιτρέχοντάς την. Δια τούτο και τότε βλέποντας την Αργώ να περιπλέει της εκτόξευε λίθους. Εξαπατηθείς δε υπό της Μηδείας πέθανε, όπως μέν λέγουν μερικοί δια φαρμάκων με τα οποία η Μήδεια του ενέβαλε μανία, όπως δε λένε κάποιοι, του υποσχέθηκε ότι θα τον κάνει αθάνατο και του αφαίρεσε το καρφί, ώστε εξήλθε όλος ο ιχώρ του και πέθανε. Κάποιοι δε λένε ότι, αυτός ετελεύτησε, τοξευθείς εις τον σφυρό παρά του Ποίαντος.

(μετάφραση Αλέξανδρος Παναγιωτάκης)


5. ΛΟΥΚΙΟΣ Ο ΤΑΡΡΕΥΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
Παροιμιογράφος που συγκέντρωσε παροιμίες σε 3 βιβλία.


ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.


6. ΕΡΜΗΣΙΑΝΑΞ (τέλη 1ου αιώνα π.Χ. ή αρχές 1ου αιώνα μ.Χ.)
Ο Ερμησιάναξ ο Κύπριος κινείται μεταξύ μυθογραφίας και παραδοξογραφίας. Φαίνεται να ασχολήθηκε με το είδος της μυθογραφίας με άξονα την γεωγραφική περιήγηση και με ένταξη ποικίλου γλωσσικού υλικού.


Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:

«ΦΡΥΓΙΑΚΑ»

04 frygiakaΑρχαίο κείμενο:

μν γαρ λικν πραιότερος πάρχων κα προσηνς συμπαθς γηροβόσκει τος γονες· δ Κιθαιρν πλεονέκτης τυγχάνων κα θέλων ες αυτν μεταστσαι τν οσίαν πρτον μν φόνευσε τν γεννήσαντα, τν δ' δελφν ξ νέδρας κατακρημνίζων κα ατς συγκατηνέχθη. κατ δ θεν πρόνοιαν ες μώνυμα ρη μεταμορφωθέντες γένοντο Κιθαιρν μν δι τν σέβειαν ρινύων μυχός, λικν δ δι φιλοστοργίαν Μουσν νδιαίτημα.

Μετάφραση:

λικν κα Κιθαιρών, ντας δέλφια, εχαν διαφορετικος τρόπους συμπεριφορς. μν λικν δηλαδή, ποος ταν περισσότερο πράος κα προσηνής, γηροκο­μοσε μ συμπάθεια τος γονες του· ν Κιθαιρών, ποος ταν πλεονέκτης κα θελε ν περάσει στ χέρια του περιουσία, πρτα σκότωσε τν γονιό του, λλά, καθς ριχνε τν δελφό του μετ π νέδρα στν γκρεμό, γκρεμίστηκε κι ατς κάτω μαζί του. π πρόνοια δ τν θεν φο μεταμορφώθηκαν σ μώνυμα βουνὰ ἔγιναν μν Κιθαιρν γι τν σέβειά του σχατη κατοικία τν ρινύων, δ λικν γι τὴν φιλοστοργία του νδιαίτημα τν Μουσν.


Αρχαίο κείμενο:

Παράκειται δ ατι (τι ποταμι τς Φρυγίας ς πρότερον Ξηροβάτης προσηγορεύετο, κλήθη δ' στερον Σάγαρις) ρος Βαλληναονκαλούμενον, περ στν μεθερμηνευόμενον βασιλικόν, τν προσηγορίαν χον π Βαλληναίου το Γανυμήδους κα Μηδησιγίστης παιδός· οτος γρ τν γεννήσαντα θεασάμενος ποτηκόμενον τος γχωρίοις κα Βαλληναον εορτν κατέδειξεν μέχρι νν καλούμενον. Γεννται δ' ν ατι λίθος καλούμενος στήρ. οτος εωθε νυκτς βαθείας πυρς δίκην λάμπειν, το φθινοπώρου τν ρχν λαμβάνοντος· προσαγορεύεται δ τι διαλέκτωι τν γχωρίων βαλλήν, περ μεθερμηνευόμενόν στι βασιλεύς.

Μετάφραση:


Δίπλα π' ατόν (δηλ. τν ποταμ τς Φρυγίας ποος προηγουμένως νομαζόταν Ξηροβάτης κι στερα ποκλήθηκε [π τν μώνυμο γι το Μύγδονος κα τς λεξιρρόης πο λόγω σέβειας πέναντι στὴν Μητέρα τν θεν χασε τ μυαλά του κι πεσε στν ποταμό] Σάγαρις) βρίσκεται τ ρος τ καλούμενοΒαλληναον, πομεθερμηνευόμενο σημαίνειβασιλικόν, χοντας πάρει τν νομασία του π τνΒαλληναοντν γι το Γανυμήδη κα τς Μηδησιγίστης· γιατ ατς φο εδε τν πατέρα του ν χάνεται φερε καὶ ὑπέδειξε στος ντόπιους κα τὴν γιορτ πο μέχρι σήμερα καλεται Βαλληναον. Γεννιέται δ σ' ατό (δηλ. τ ρος Βαλληναο) λίθος καλούμενοςστήρ(στέρας). Ατς συνηθίζει στ βαθει νύχτα μέσα, ξεκινώντας π τν ρχ το φθινοπώρου, ν λάμπει σν τὴν φωτιά· καλεται δ στὴν διάλεκτο τν ντόπιωνβαλλήν, πο μεθερμηνευόμενο σημαίνειβασιλεύς.


Αρχαίο κείμενο:

Διόνυσος ρασθες λφεσιβοίας νύμφηςκα μήτε δώροις μήτε δεήσεσι πεσαι δυνάμενος ες τν προειρημένην τίγριν, μετέβαλεν τν μορφν το σώματοςκα φόβωι πείσας τν γαπωμένην νέλαβεν ατν κα δι το ποταμο κομίσας γέννησεν υἱὸν Μδον, ς κμάσας ες τιμν το συγκυρήματος τν ποταμν Τίγριν μετωνόμασεν.

Μετάφραση:

Διόνυσος, σν ρωτεύτηκε τὴν νύμφη λφεσίβοια κα δν μποροσε ν τν καταφέρει μήτε μ δρα μήτε μ παρακλήσεις, μεταμορφώθηκε στν τίγρη πο χουμε προαναφέρει κα μ τν φόβο πείθοντας τν γαπημένη του τν πρε στ χέρια κα μεταφέροντάς την διαμέσου το ποταμο γέννησε γι τν Μδο, ποος σν μεγάλωσε μετονό­μασε τν ποταμ σ Τίγρη, πρς τιμν ατς τς συγκυρίας.


7. ΖΗΝΟΒΙΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν σοφιστής και ρητοροδιδάσκαλος. Έζησε στην Ρώμη την εποχή του Αδριανού και έγραψε, σύμφωνα με την Σούδα, έναν πανηγυρικό λόγο (Γενεθλιακόν) για να τιμήσει τα γενέθλια του αυτοκράτορα. Μετέφρασε επίσης στα Ελληνικά τις "Ιστορίες" του Σαλλούστιου. Από τα έργα του διασώθηκε μονάχα η «Επιτομή παροιμιών» του Διδύμου του Αλεξανδρέως και του Λουκίλλου του Ταρρραίου. Οι παροιμίες, 552 συνολικά, παρουσιάζονται αλφαβητικά και χωρίζονται σε εκατοντάδες (με την τελευταία εκατοντάδα να είναι προφανώς ελλιπής).

8. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ ΧΕΝΝΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν Αλεξανδρινός γραμματικός και μυθογράφος. Έγραψε, σύμφωνα με τον Σουίδα, τον «Ανθόμηρο» (ένα έπος 24 ραψωδιών), την «Σφίγγα» (ένα ιστορικό δράμα) και το «Περί παραδόξου ιστορίας». Όλα τα υπόλοιπα έργα του έχουν χαθεί. Τέλος, ο Πτολεμαίος Χέννος φαίνεται ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Πτολεμαίο εκ Κυθήρων που, σύμφωνα με την Σούδα και πάλι, έγραψε για την "ψαλακάνθη" (ένα μυθικό βότανο με θαυμαστές δυνάμεις).



****************



Πηγές:

https://el.wikipedia.org
http://docplayer.gr/1943849-Istorikoi-mythografoi-paradoxografoi-v-pezografia.html
http://gkatzios.blogspot.gr/2010/11/blog-post_6982.html
https://chilonas.com/2015/05/22/httpwp-mep1op6y-2e4/
http://akg.cyi.ac.cy

http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=37&t=3285
http://www.paranormap.net/article/5517
http://vixos-arxaiaellada.blogspot.gr/2011/10/blog-post_4247.html
http://tadefterakiablogaroun.blogspot.gr/2014_09_01_archive.html
https://ellinondiktyo.blogspot.gr/2014/05/blog-post_31.html
http://www.naturalmentescienza.it/ipertesti/storia_civilta/esculapio.htm
https://www.pinterest.com/gondoriana/escultura/