ΜΥΘΟΛΟΓΟΙ - ΠΑΡΟΙΜΙΟΓΡΑΦΟΙ
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
1. ΠΙΝΔΑΡΟΣ (517-437 π.Χ.)
Υπήρξε λυρικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές, συνοικισμό της Θήβας. Ο Πίνδαρος ασχολήθηκε με τη χορική λυρική ποίηση. Από τα σωζόμενα έργα του το μεγαλύτερο όγκο αποτελούν τα Επινίκια, χορωδιακά άσματα που ψάλλονταν στην πατρίδα του νικητή κατά τον εορτασμό της επιτυχίας του ή ακόμα και στον χώρο διεξαγωγής των αγώνων.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ»
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ
«Ο Ασκληπιός γεννήθηκε από την κόρη του Φλεγύου. Χτυπημένη όμως από τα χρυσά βέλη της Αρτέμιδος, επειδή είχε εξοργίσει τον αδελφό της θεάς, τον Απόλλωνα, η ωραία νέα κατέβηκε από το νυφικό κρεβάτι, στο σκοτεινό βασίλειο του Άδη, προτού καν δεχθεί της υπηρεσίες τηςΕιλειθυίας. Τόσο φοβερή είναι η οργή των παιδιών του Διός. Περιφρονώντας τον ξανθό θεό, με τον οποίο προηγουμένως είχε συνευρεθεί χωρίς να το ξέρει ο πατέρας της και παρασυρμένη από τα αισθήματά της, η τολμηρή Νύμφη έκαμε άλλους δεσμούς, παρόλο που είχε ήδη στα σπλάχνα της το καθαρό και ακηλίδωτο σπέρμα του αθανάτου, που την είχε αγαπήσει. Χωρίς να περιμένει ούτε το γαμήλιο συμπόσιο, ούτε τα άσματα του υμεναίου, που τραγουδούν το βράδυ ανάμεσα στις χαρές και στα παιχνίδια οι παρθένες που συντροφεύουν τις νεαρές συζύγους, παραδόθηκε σε ξένο έρωτα, από τύφλωση πολύ συνηθισμένη, αλλοίμονο! Γιατί τέτοια είναι η μωρία των ανθρώπων, ώστε πολλές φορές περιφρονούν αλόγιστα τα καλά που μπορούν να χαίρονται και επιθυμούν όσα δεν έχουν, μάταια ελπίζοντας χιμαιρικές απολαύσεις.
Έτσι, η ωραία Κορωνίς, με το να δεχτεί στο κρεβάτι της έναν ξένο, που είχε έλθει από την Αρκαδία, έκαμε να πέσουν επάνω της οι φοβερότερες δυστυχίες. Διότι το έγκλημά της δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από εκείνον που φωτίζει τον κόσμο. Από το βάθος του ιερού, όπου καίγονται ακατάπαυστα τα εντόσθια των θυμάτων, ο θεός που βασιλεύει στην Πυθώ, είδε την ασέβεια της Κορωνίδος. Μόλις ο Φοίβος έμαθε την κατάχρηση της φιλοξενίας που είχε κάνει οΊσχυς, ο γιός τουΕλάτουκαι την απιστία της νεαρής συνενόχου του, ανέθεσε στην αδελφή του να τον εκδικηθεί. Κι αυτή, αναμμένη από οργή, πέταξε στις όχθες της λίμνηςΒοιβηίδος, όπου κατοικούσε η άπιστη. Άλλος θεός, κυρίαρχος του νού της, την παρέσυρε στην καταστροφή. Μαζί μ᾽ αυτήν και τους συμπολίτες της. Πέθαναν από μια σκληρή επιδημία. Ήδη οι γονείς της Νύμφης είχαν ανάψει την φωτιά, ήδη τα πυρά του Ηφαίστου τριγύριζαν το νεκρό κορμί της, όταν ο Απόλλων φώναξε: «Όχι, δεν θ᾽ αφήσω να χαθεί, μαζί με την ένοχη μητέρα, ο καρπός του έρωτά μου !…». Είπε και μ᾽ ένα βήμα έφθασε στην φωτιά. Ξαφνικά η φλόγα χωρίσθηκε στα δύο και ο θεός έβγαλε από τα νεκρά σπλάχνα της Κορωνίδος το γιό του, ζωντανό ακόμα. Τον πήγε στον Κένταυρο της Μαγνησίας, για να του μάθει την τέχνη να γιατρεύει τις άπειρες αρρώστιες που μαστίζουν τους ανθρώπους. Σε λίγο, πλήθος άρρωστοι συνέρρεαν στον περίφημο μαθητή. Όσοι είχαν έλκη, όσοι είχαν πληγές από πέτρα ή δόρυ, όσοι έλιωναν από την καυτή πνοή ή το θανάσιμο κρύο του πυρετού, πήγαιναν και του ζητούσαν να τους κάνει καλά. Κι εκείνος άλλους θεράπευε με την μαγεία, άλλους με καταπραϋντικά φάρμακα, πολλούς με σωτήρια βάλσαμα, με τα οποία άλειφε τις πληγές και μερικούς με οδυνηρές εγχειρήσεις. Μα, αλλοίμονο, πόση δύναμη έχει το δόλωμα του κέρδους στην καρδιά ακόμη και των σοφών! Γοητευμένος από το χρυσάφι που του έταζαν, ο γιός της Κορωνίδος τόλμησε να πάρει από τον θάνατο έναν ήρωα, που μόλις είχε πεθάνει. Την ίδια στιγμή, ο γιός του Κρόνου, με γρήγορο χέρι, χτύπησε με τον κεραυνό του και τους δύο στην καρδιά και τους έριξε στον Άδη».
2. ΔΗΜΩΝ (4ος αιώνας π.Χ.)
Σημαντικός παροιμιογράφος της αρχαιότητας καιιστοριογράφος της Αττικής, για τον οποίο λέγεται ότι έγραψε γύρω στα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα σύγγραμμα «Περί παροιμιών», αποτελούμενο από 40 βιβλία.
3. ΚΛΕΑΡΧΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ (4ος-3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από τους Σόλους της Κύπρου. Ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Τα έργα του είναι επηρεασμένα από την ανατολική κουλτούρα και εκτιμάται ότι ταξίδεψε στην Βακτριανή και στην πόλη Αλεξάνδρεια, όπου και άφησε ένα δελφικό ρητό. Στα έργα του έχει αναπτύξει διάφορες θεωρίες για την σχέση μεταξύ των δυτικών και ανατολικών θρησκειών.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΕΡΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ»
Αρχαίο κείμενο:
ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ 5.21
«Ἐντὶ μὲν οὐδὲν ἱερόν»· παροιμία ἐπὶ τῶν μηδενὸς ἀξίων. φησὶ δὲ
Κλέαρχος, ἐν δευτέρῳ τῶν Παροιμιῶν, ὅτι Ἡρακλῆς, ἰδὼν ἱδρυμένον
τὸν Ἄδωνιν ἔφη· «Οὐδὲν ἱερόν». οὐ γὰρ αὐτὸν ἄξιον τιμῆς
καὶ ἱδρύσεως ἔκρινεν.
ΖΗΝΟΒΙΟΣ, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 5.47
«Οὐδὲν ἱερὸν ὑπάρχεις»· Κλέαρχός φησιν ὅτι Ἡρακλῆς, ἰδὼν τὸν
Ἄδωνιν ἱδρυμένον ἔφη· «Οὐδὲν ἱερόν». εἴρηται οὖν ἡ παροιμία ἐπὶ
τῶν παντελῶς εὐτελῶν καὶ ἀχρήστων.
ΑΠΟΣΤΟΛΙΟΣ, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 13.34
«Οὐδὲν ἱερόν»· Ἡρακλῆς εἶπεν, Ἀδώνιδος ἰδὼν ξόανον, ὡς τῶν εὐ-
εργετησάντων τοὺς ἀνθρώπους μόνων ὀφειλόντων τιμᾶσθαι. ἢ ὅτι
οἱ καταφυγόντες εἰς αὐτὸ δοῦλοι ἄδειαν οὐκ εἶχον. Λέγεται δὲ ἐπὶ
τῶν μηδενὸς ἀξίων, ὥς φησι Κλέαρχος ἐν δευτέρῳ Παροιμιῶν.
ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΔΕΙΠΝΟΣΟΦΙΣΤΑΙ 7.102
Ἱστορεῖται δὲ καὶ ὅτι φεύγων (sc. ὁ πουλύπους) διὰ τὸν φόβον με-
ταβάλλει τὰς χρόας καὶ ἐξομοιοῦται τοῖς τόποις, ἐν οἷς κρύπτεται,
ὡς καὶ ὁ Μεγαρεὺς Θέογνίς φησιν ἐν ταῖς ἐλεγείαις·
πουλύπου ὀργὴν ἴσχε πολυπλόκου, ὃς ποτὶ πέτρῃ
τῇ προσομιλήσῃ, τοῖος ἰδεῖν ἐφάνη.
ὁμοίως ἱστορεῖ καὶ Κλέαρχος, ἐν δευτέρῳ Περὶ παροιμιῶν, παρατι-
θέμενος τάδε τὰ ἔπη, οὐ δηλῶν ὅτου ἐστί·
πουλύποδός μοι, τέκνον, ἔχων νόον, Ἀμφίλοχ' ἥρως,
τοῖσιν ἐφαρμόζου1, τῶν κεν ‹κατὰ› δῆμον ἵκηαι.
Μετάφραση:
ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ ΕΙΔΥΛΛΙΑ 5.21
«Ἐντὶ μὲν οὐδὲν ἱερόν»· παροιμία ποὺ λέγεται γιὰ κάτι ποὺ δὲν
ἀξίζει τίποτε. Λέει ὁ Κλέαρχος στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Παροιμιῶν
ὅτι ὁ Ἡρακλής, ὅταν εἶδε νὰ ἔχει ἀνεγερθεῖ ἱερὸ πρὸς τιμὴν τοῦ
Ἄδωνη, εἶπε: «Ἀνύπαρκτο ἱερό». Διότι δὲν τὸν ἔκρινε ἄξιο νὰ τιμηθεῖ
μὲ τὴν ἵδρυση ἱεροῦ.
ΖΗΝΟΒΙΟΣ, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 5.47
«Οὐδὲν ἱερὸν ὑπάρχεις»· Ὁ Κλέαρχος λέει ὅτι ὁ Ἡρακλής, ὅταν
εἶδε νὰ ἔχει ἀνεγερθεῖ ἱερὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἄδωνη, εἶπε: «Ἀνύπαρ-
κτο ἱερό». Λέγεται λοιπὸν ἡ παροιμία γιὰ ἐντελῶς εὐτελῆ καὶ ἄχρη-
στα πράγματα.
ΑΠΟΣΤΟΛΙΟΣ, ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ 13.34
«Οὐδὲν ἱερόν»· τὸ εἶπε ὁ Ἡρακλὴς ὅταν εἶδε ξόανο τοῦ Ἀδώνιδος,
ἐννοώντας ὅτι μόνον ὅσοι ἔχουν εὐεργετήσει τοὺς ἀνθρώπους εἶναι
πρέπον νὰ λαμβάνουν τιμές. Ἢ ὅτι οἱ δοῦλοι ποὺ κατέφυγαν στὴν
προστασία τοῦ ξοάνου δὲν ἐξασφάλισαν ἄσυλο. Λέγεται γιὰ πράγματα
ποὺ δὲν ἀξίζουν τίποτε, ὅπως λέει ὁ Κλέαρχος στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Παροιμιῶν.
ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΔΕΙΠΝΟΣΟΦΙΣΤΑΙ 7.102
Διηγοῦνται ἐξάλλου πώς, κι ὅταν φεύγει ἀπὸ φόβο τὸ χταπόδι,
ἀλλάζει χρώματα καὶ γίνεται ὅμοιο μὲ τοὺς τόπους, στοὺς ὁποίους
κρύβεται, ὅπως λέει κι ὁ Θέογνις ἀπὸ τὰ Μέγαρα στὶς ἐλεγεῖες του:
Τοῦ χταποδιοῦ τοῦ πολύπλοκου
ν' ἀκολουθεῖς τὸ φυσικό,
ποὺ σ' ὅποιον βράχο κι ἂν πλευρίσει,
ὁμοιόμορφό του φαίνεται.
Παρόμοια διηγεῖται καὶ ὁ Κλέαρχος στὸ δεύτερο βιβλίο τοῦ ἔργου
του Περὶ παροιμιῶν παραθέτοντας κι αὐτοὺς τοὺς ἑξαμέτρους χωρὶς νὰ δηλώνει ποίου εἶναι:
Τοῦ χταποδιοῦ τὸν τρόπο ἔχοντας,
παιδί μου, Ἀμφίλοχε γενναῖε,
νὰ συνταυτίζεσαι σωστὰ
σ' ὅποιου λαοῦ τὴ χώρα κι ἂν βρεθεῖς.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος – 1ος αιώνας π.Χ.
4. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ (180-110 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ιστορικός, γραμματικός και μυθογράφος που έζησε πολλά χρόνια στην Αλεξάνδρεια. Ο Απολλόδωρος υπήρξε μαθητής του στωικού Διογένη, και παρακολούθησε παραδόσεις του γραμματικού Αριστάρχου. Αναμίχθηκε στην επιστημονική έρευνα του «Μουσείου» της Αλεξανδρείας, από όπου εκδιώχθηκε το 146 π.Χ. μαζί με τους άλλους σοφούς από τον Πτολεμαίο τον Φύσκωνα. Μετά ταξίδεψε στην Πέργαμο, όπου τον φιλοξένησε ο Άτταλος Β΄, και το 133 π.Χ. επέστρεψε στην Αθήνα, όπου φαίνεται και ότι πέθανε. Η χρονολογία του θανάτου του δεν είναι εξακριβωμένη, αλλά τοποθετείται στο διάστημα 111-109 π.Χ.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ»
Αρχαίο κείμενο:
ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
(Α 6,1) περὶ μὲν οὖν Δήμητρος ταῦτα λέγεται· Γῆ δὲ περὶ Τιτάνων ἀγανακτοῦσα γεννᾷ Γίγαντας ἐξ Οὐρανοῦ, μεγέθει μὲν σωμάτων ἀνυπερβλήτους, δυνάμει δὲ ἀκαταγωνίστους, οἳ φοβεροὶ μὲν ταῖς ὄψεσι κατεφαίνοντο, καθειμένοι βαθεῖαν κόμην ἐκ κεφαλῆς καὶ γενείων, εἶχον δὲ τὰς βάσεις φολίδας δρακόντων. ἐγένοντο δέ, ὡς μέν τινες λέγουσιν, ἐν Φλέγραις, ὡς δὲ ἄλλοι, ἐν Παλλήνῃ. ἠκόντιζον δὲ εἰς οὐρανὸν πέτρας καὶ δρῦς ἡμμένας. διέφερον δὲ πάντων Πορφυρίων τε καὶ Ἀλκυονεύς, ὃς δὴ καὶ ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος. οὗτος δὲ καὶ τὰς Ἡλίου βόας ἐξ Ἐρυθείας ἤλασε. τοῖς δὲ θεοῖς λόγιον ἦν ὑπὸ θεῶν μὲν μηδένα τῶν Γιγάντων ἀπολέσθαι δύνασθαι, συμμαχοῦντος δὲ θνητοῦ τινος τελευτήσειν. αἰσθομένη δὲ Γῆ τοῦτο ἐζήτει φάρμακον, ἵνα μηδ᾽ ὑπὸ θνητοῦ δυνηθῶσιν ἀπολέσθαι. Ζεὺς δ᾽ ἀπειπὼν φαίνειν Ἠοῖ τε καὶ Σελήνῃ καὶ Ἡλίῳ τὸ μὲν φάρμακον αὐτὸς ἔτεμε φθάσας, Ἡρακλέα δὲ σύμμαχον δι᾽ Ἀθηνᾶς ἐπεκαλέσατο. κἀκεῖνος πρῶτον μὲν ἐτόξευσεν Ἀλκυονέα· πίπτων δὲ ἐπὶ τῆς γῆς μᾶλλον ἀνεθάλπετο· Ἀθηνᾶς δὲ ὑποθεμένης ἔξω τῆς Παλλήνης εἵλκυσεν αὐτόν.
(Α 6,2) κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἐτελεύτα, Πορφυρίων δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν μάχην ἐφώρμησε καὶ Ἥρᾳ. Ζεὺς δὲ αὐτῷ πόθον Ἥρας ἐνέβαλεν, ἥτις καὶ καταρρηγνύντος αὐτοῦ τοὺς πέπλους καὶ βιάζεσθαι θέλοντος βοηθοὺς ἐπεκαλεῖτο· καὶ Διὸς κεραυνώσαντος αὐτὸν Ἡρακλῆς τοξεύσας ἀπέκτεινε. τῶν δὲ λοιπῶν Ἀπόλλων μὲν Ἐφιάλτου τὸν ἀριστερὸν ἐτόξευσεν ὀφθαλμόν, Ἡρακλῆς δὲ τὸν δεξιόν· Εὔρυτον δὲ θύρσῳ Διόνυσος ἔκτεινε, Κλυτίον δὲ δᾳσὶν Ἑκάτη, Μίμαντα δὲ Ἥφαιστος βαλὼν μύδροις. Ἀθηνᾶ δὲ Ἐγκελάδῳ φεύγοντι Σικελίαν ἐπέρριψε τὴν νῆσον, Πάλλαντος δὲ τὴν δορὰν ἐκτεμοῦσα ταύτῃ κατὰ τὴν μάχην τὸ ἴδιον ἐπέσκεπε σῶμα. Πολυβώτης δὲ διὰ τῆς θαλάσσης διωχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ποσειδῶνος ἧκεν εἰς Κῶ· Ποσειδῶν δὲ τῆς νήσου μέρος ἀπορρήξας ἐπέρριψεν αὐτῷ, τὸ λεγόμενον Νίσυρον. Ἑρμῆς δὲ τὴν Ἄιδος κυνῆν ἔχων κατὰ τὴν μάχην Ἱππόλυτον ἀπέκτεινεν, Ἄρτεμις δὲ Γρατίωνα, μοῖραι δ᾽ Ἄγριον καὶ Θόωνα χαλκέοις ῥοπάλοις μαχόμεναι τοὺς δὲ ἄλλους κεραυνοῖς Ζεὺς βαλὼν διέφθειρε· πάντας δὲ Ἡρακλῆς ἀπολλυμένους ἐτόξευσεν.
Μετάφραση:
ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
(Α 6,1) Η Γή δε, αγανακτούσα για τους Τιτάνες, γεννά από τον Ουρανό τους Γίγαντες, ανυπερβλήτους στο μέγεθος των σωμάτων και ασυναγωνίστους στην δύναμη, οι οποίοι φαίνονταν φοβεροί στην όψη, με μακρά κόμη και γένεια κρεμάμενα εκ της κεφαλής τους, και είχαν στα πόδια τους φολίδες δρακόντων. Γεννήθηκαν δε, όπως λέγουν κάποιοι στις Φλέγρες (της Χαλκιδικής), κατ’άλλους δε, στην Παλλήνη (της Χαλκιδικής). Εξακόντιζαν δε στον ουρανό βράχους και φλεγόμενες δρύς. Υπερείχαν δε εκ πάντων αυτών ο Πορφυρίων και ο Αλκυονεύς, ο οποίος μάλιστα, εφ’όσον μαχόταν στην γή όπου είχε γεννηθεί, ήταν αθάνατος. Επίσης, αυτός άρπαξε από την Ερύθεια τις αγελάδες του Ηλίου. Είχε δοθεί δε χρησμός στους θεούς ότι ουδείς των Γιγάντων μπορούσε να φονευθή απ’αυτούς, αλλά αν συμμαχούσε μαζί τους κάποιος θνητός, εκείνοι θα πέθαιναν. Αφού δε η Γή πληροφορήθηκε τούτο, αναζητούσε ένα βότανο, για να μη μπορούν, δι’αυτού, οι Γίγαντες να φονευθούν ούτε από θνητό. Αλλά ο Ζεύς, αφού απαγόρευσε στην Ηώ, την Σελήνη και τον Ήλιο να φανούν, πρόλαβε να κόψη ο ίδιος αυτός το βότανο και κάλεσε δια της Αθηνάς ως σύμμαχο τον Ηρακλή.Και εκείνος πρώτα μεν τόξευσε τον Αλκυονέα, ο οποίος όμως, όσο έπεφτε στην γή, τόσο και ανέκαμπτε. Αλλά κατόπιν συμβουλής της Αθηνάς ο Ηρακλής τον έσυρε έξωθεν της Παλλήνης.
(Α 6,2) Και εκείνος μεν πέθανε ούτως, ενώ ο Πορφυρίων όρμησε κατά την μάχη εναντίον του Ηρακλέους και της Ήρας. Αλλά ο Ζεύς του ενέβαλε πόθο για την Ήρα, η οποία, ενώ αυτός έσχιζε τα πέπλα της, θέλοντας να την βιάση, ζητούσε βοήθεια. Και αφού ο Ζεύς κεραυνοβόλησε αυτόν, ο Ηρακλής τον τόξευσε και τον φόνευσε. Όσον αφορά δε τους υπολοίπους Γίγαντες, ο Απόλλων τόξευσε τον αριστερό οφθαλμό του Εφιάλτη και ο Ηρακλής τον δεξιό. Τον Εύρυτο δε φόνευσε ο Διόνυσος δια θύρσου, τον Κλυτίο η Εκάτη δια δαδών και τον Μίμαντα ο Ήφαιστος ρίχνοντάς του μύδρους (=διάπυρα σίδερα). Η Αθηνά δε έριξε επάνω στον Εγκέλαδο, ο οποίος είχε τραπεί εις φυγή, την νήσο Σικελία και αφού έγδαρε το δέρμα του Πάλλαντος, κάλυψε δι’αυτού κατά την μάχη το ίδιο το σώμα της. Ο Πολυβώτης δε, καταδιωκόμενος δια θαλάσσης από τον Ποσειδώνα, έφθασε στην Κώ. Τότε δε, ο Ποσειδών απέσπασε ένα μέρος της νήσου, το ονομαζόμενο Νίσυρο, και το έριξε επάνω του.Ο Ερμής δε, φορώντας κατά την μάχη την κυνή του Άδη, φόνευσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμις τον Γρατίωνα και οι Μοίρες, μαχόμενες δια χαλκίνων ροπάλων, τον Άγριο και τον Θόωνα.Τους άλλους δε Γίγαντες φόνευσε ο Ζεύς, ρίχνοντάς τους κεραυνούς. Και όλους, ενώ πέθαιναν, τους τόξευσε ο Ηρακλής.
Αρχαίο κείμενο:
ΤΑΛΩΣ
(Α 9,26) πλέοντες δὲ νυκτὸς σφοδρῷ περιπίπτουσι χειμῶνι. Ἀπόλλων δὲ στὰς ἐπὶ τὰς Μελαντίους δειράς, τοξεύσας τῷ βέλει εἰς τὴν θάλασσαν κατήστραψεν. οἱ δὲ πλησίον ἐθεάσαντο νῆσον, τῷ δὲ παρὰ προσδοκίαν ἀναφανῆναι προσορμισθέντες Ἀνάφην ἐκάλεσαν· ἱδρυσάμενοι δὲ βωμὸν Ἀπόλλωνος αἰγλήτου καὶ θυσιάσαντες ἐπ᾽ εὐωχίαν ἐτράπησαν. δοθεῖσαι δ᾽ ὑπὸ Ἀρήτης Μηδείᾳ δώδεκα θεράπαιναι τοὺς ἀριστέας ἔσκωπτον μετὰ παιγνίας· ὅθεν ἔτι καὶ νῦν ἐν τῇ θυσίᾳ σύνηθές ἐστι σκώπτειν ταῖς γυναιξίν. ἐντεῦθεν ἀναχθέντες κωλύονται Κρήτῃ προσίσχειν ὑπὸ Τάλω. τοῦτον οἱ μὲν τοῦ χαλκοῦ γένους εἶναι λέγουσιν, οἱ δὲ ὑπὸ Ἡφαίστου Μίνωι δοθῆναι· ὃς ἦν χαλκοῦς ἀνήρ, οἱ δὲ ταῦρον αὐτὸν λέγουσιν.
Μετάφραση:
ΤΑΛΩΣ
(Α 9,26) Ερχόμενοι από εκεί, κωλύονται να πλησιάσουν την Κρήτη από τον Τάλω. Οι μέν λέγουν ότι, τούτος ήταν του χαλκίνου γένους, οι δε ότι εδόθη από τον Ήφαιστο εις τον Μίνωα. Αυτός ήταν χαλκούς άνηρ, άλλοι δε λέγουν αυτόν ταύρο. Είχε δε μία φλέβα εκτεινομένη από του αυχένος μέχρι των σφυρών, κατά δε το τέρμα της φλέβας υπήρχε χάλκινο καρφί. Αυτός ο Τάλως τρεις φορές εκάστη ημέρα φυλούσε την νήσο περιτρέχοντάς την. Δια τούτο και τότε βλέποντας την Αργώ να περιπλέει της εκτόξευε λίθους. Εξαπατηθείς δε υπό της Μηδείας πέθανε, όπως μέν λέγουν μερικοί δια φαρμάκων με τα οποία η Μήδεια του ενέβαλε μανία, όπως δε λένε κάποιοι, του υποσχέθηκε ότι θα τον κάνει αθάνατο και του αφαίρεσε το καρφί, ώστε εξήλθε όλος ο ιχώρ του και πέθανε. Κάποιοι δε λένε ότι, αυτός ετελεύτησε, τοξευθείς εις τον σφυρό παρά του Ποίαντος.
(μετάφραση Αλέξανδρος Παναγιωτάκης)
5. ΛΟΥΚΙΟΣ Ο ΤΑΡΡΕΥΣ (1ος αιώνας π.Χ.)
Παροιμιογράφος που συγκέντρωσε παροιμίες σε 3 βιβλία.
ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.
6. ΕΡΜΗΣΙΑΝΑΞ (τέλη 1ου αιώνα π.Χ. ή αρχές 1ου αιώνα μ.Χ.)
Ο Ερμησιάναξ ο Κύπριος κινείται μεταξύ μυθογραφίας και παραδοξογραφίας. Φαίνεται να ασχολήθηκε με το είδος της μυθογραφίας με άξονα την γεωγραφική περιήγηση και με ένταξη ποικίλου γλωσσικού υλικού.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΦΡΥΓΙΑΚΑ»
Αρχαίο κείμενο:
ὁ μὲν γαρ Ἑλικὼν πραιότερος ὑπάρχων καὶ προσηνὴς συμπαθῶς ἐγηροβόσκει τοὺς γονεῖς· ὁ δὲ Κιθαιρὼν πλεονέκτης τυγχάνων καὶ θέλων εἰς ἐαυτὸν μεταστῆσαι τὴν οὐσίαν πρῶτον μὲν ἐφόνευσε τὸν γεννήσαντα, τὸν δ' ἀδελφὸν ἐξ ἐνέδρας κατακρημνίζων καὶ αὐτὸς συγκατηνέχθη. κατὰ δὲ θεῶν πρόνοιαν εἰς ὁμώνυμα ὄρη μεταμορφωθέντες ἐγένοντο Κιθαιρὼν μὲν διὰ τὴν ἀσέβειαν Ἐρινύων μυχός, Ἑλικὼν δὲ διὰ φιλοστοργίαν Μουσῶν ἐνδιαίτημα.
Μετάφραση:
Ὁ Ἑλικὼν καὶ ὁ Κιθαιρών, ὄντας ἀδέλφια, εἶχαν διαφορετικοὺς τρόπους συμπεριφορᾶς. Ὁ μὲν Ἑλικὼν δηλαδή, ὁ ὁποῖος ἦταν περισσότερο πράος καὶ προσηνής, γηροκομοῦσε μὲ συμπάθεια τοὺς γονεῖς του· ἐνῶ ὁ Κιθαιρών, ὁ ὁποῖος ἦταν πλεονέκτης καὶ ἤθελε νὰ περάσει στὰ χέρια του ἡ περιουσία, πρῶτα σκότωσε τὸν γονιό του, ἀλλά, καθὼς ἔριχνε τὸν ἀδελφό του μετὰ ἀπὸ ἐνέδρα στὸν γκρεμό, γκρεμίστηκε κι αὐτὸς κάτω μαζί του. Ἀπὸ πρόνοια δὲ τῶν θεῶν ἀφοῦ μεταμορφώθηκαν σὲ ὁμώνυμα βουνὰ ἔγιναν ὁ μὲν Κιθαιρὼν γιὰ τὴν ἀσέβειά του ἡ ἔσχατη κατοικία τῶν Ἐρινύων, ὁ δὲ Ἑλικὼν γιὰ τὴν φιλοστοργία του ἐνδιαίτημα τῶν Μουσῶν.
Αρχαίο κείμενο:
Παράκειται δὲ αὐτῶι (τῶι ποταμῶι τῆς Φρυγίας ὃς πρότερον Ξηροβάτης προσηγορεύετο, ἐκλήθη δ' ὕστερον Σάγαρις) ὄρος Βαλληναῖονκαλούμενον, ὅπερ ἐστὶν μεθερμηνευόμενον βασιλικόν, τὴν προσηγορίαν ἔχον ἀπὸ Βαλληναίου τοῦ Γανυμήδους καὶ Μηδησιγίστης παιδός· οὗτος γὰρ τὸν γεννήσαντα θεασάμενος ἀποτηκόμενον τοῖς ἐγχωρίοις καὶ Βαλληναῖον εορτὴν κατέδειξεν μέχρι νῦν καλούμενον. Γεννᾶται δ' ἐν αὐτῶι λίθος καλούμενος ἀστήρ. οὗτος εἴωθε νυκτὸς βαθείας πυρὸς δίκην λάμπειν, τοῦ φθινοπώρου τὴν ἀρχὴν λαμβάνοντος· προσαγορεύεται δὲ τῆι διαλέκτωι τῶν ἐγχωρίων βαλλήν, ὅπερ μεθερμηνευόμενόν ἐστι βασιλεύς.
Μετάφραση:
Δίπλα ἀπ' αὐτόν (δηλ. τὸν ποταμὸ τῆς Φρυγίας ὁ ὁποῖος προηγουμένως ὀνομαζόταν Ξηροβάτης κι ὕστερα ἀποκλήθηκε [ἀπὸ τὸν ὁμώνυμο γιὸ τοῦ Μύγδονος καὶ τῆς Ἀλεξιρρόης ποὺ λόγω ἀσέβειας ἀπέναντι στὴν Μητέρα τῶν θεῶν ἔχασε τὰ μυαλά του κι ἔπεσε στὸν ποταμό] Σάγαρις) βρίσκεται τὸ ὄρος τὸ καλούμενοΒαλληναῖον, ποὺ μεθερμηνευόμενο σημαίνειβασιλικόν, ἔχοντας πάρει τὴν ὀνομασία του ἀπὸ τὸνΒαλληναῖοντὸν γιὸ τοῦ Γανυμήδη καὶ τῆς Μηδησιγίστης· γιατὶ αὐτὸς ἀφοῦ εἶδε τὸν πατέρα του νὰ χάνεται ἐφεῦρε καὶ ὑπέδειξε στοὺς ντόπιους καὶ τὴν γιορτὴ ποὺ μέχρι σήμερα καλεῖται Βαλληναῖον. Γεννιέται δὲ σ' αὐτό (δηλ. τὸ ὄρος Βαλληναῖο) λίθος καλούμενοςἀστήρ(Ἀστέρας). Αὐτὸς συνηθίζει στὴ βαθειὰ νύχτα μέσα, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ φθινοπώρου, νὰ λάμπει σὰν τὴν φωτιά· καλεῖται δὲ στὴν διάλεκτο τῶν ντόπιωνβαλλήν, ποὺ μεθερμηνευόμενο σημαίνειβασιλεύς.
Αρχαίο κείμενο:
Διόνυσος ἐρασθεὶς Ἀλφεσιβοίας νύμφηςκαὶ μήτε δώροις μήτε δεήσεσι πεῖσαι δυνάμενος εἰς τὴν προειρημένην τίγριν, μετέβαλεν τὴν μορφὴν τοῦ σώματοςκαὶ φόβωι πείσας τὴν ἀγαπωμένην ἀνέλαβεν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦ ποταμοῦ κομίσας ἐγέννησεν υἱὸν Μῆδον, ὃς ἀκμάσας εἰς τιμὴν τοῦ συγκυρήματος τὸν ποταμὸν Τίγριν μετωνόμασεν.
Μετάφραση:
Ὁ Διόνυσος, σὰν ἐρωτεύτηκε τὴν νύμφη Ἀλφεσίβοια καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν καταφέρει μήτε μὲ δῶρα μήτε μὲ παρακλήσεις, μεταμορφώθηκε στὴν τίγρη ποὺ ἔχουμε προαναφέρει καὶ μὲ τὸν φόβο πείθοντας τὴν ἀγαπημένη του τὴν πῆρε στὰ χέρια καὶ μεταφέροντάς την διαμέσου τοῦ ποταμοῦ γέννησε γιὸ τὸν Μῆδο, ὁ ὁποῖος σὰν μεγάλωσε μετονόμασε τὸν ποταμὸ σὲ Τίγρη, πρὸς τιμὴν αὐτῆς τῆς συγκυρίας.
7. ΖΗΝΟΒΙΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν σοφιστής και ρητοροδιδάσκαλος. Έζησε στην Ρώμη την εποχή του Αδριανού και έγραψε, σύμφωνα με την Σούδα, έναν πανηγυρικό λόγο (Γενεθλιακόν) για να τιμήσει τα γενέθλια του αυτοκράτορα. Μετέφρασε επίσης στα Ελληνικά τις "Ιστορίες" του Σαλλούστιου. Από τα έργα του διασώθηκε μονάχα η «Επιτομή παροιμιών» του Διδύμου του Αλεξανδρέως και του Λουκίλλου του Ταρρραίου. Οι παροιμίες, 552 συνολικά, παρουσιάζονται αλφαβητικά και χωρίζονται σε εκατοντάδες (με την τελευταία εκατοντάδα να είναι προφανώς ελλιπής).
8. ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ ΧΕΝΝΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν Αλεξανδρινός γραμματικός και μυθογράφος. Έγραψε, σύμφωνα με τον Σουίδα, τον «Ανθόμηρο» (ένα έπος 24 ραψωδιών), την «Σφίγγα» (ένα ιστορικό δράμα) και το «Περί παραδόξου ιστορίας». Όλα τα υπόλοιπα έργα του έχουν χαθεί. Τέλος, ο Πτολεμαίος Χέννος φαίνεται ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Πτολεμαίο εκ Κυθήρων που, σύμφωνα με την Σούδα και πάλι, έγραψε για την "ψαλακάνθη" (ένα μυθικό βότανο με θαυμαστές δυνάμεις).
****************
Πηγές:
https://el.wikipedia.org
http://docplayer.gr/1943849-Istorikoi-mythografoi-paradoxografoi-v-pezografia.html
http://gkatzios.blogspot.gr/2010/11/blog-post_6982.html
https://chilonas.com/2015/05/22/httpwp-mep1op6y-2e4/
http://akg.cyi.ac.cy
http://www.fourakis-kea.com/forum/viewtopic.php?f=37&t=3285
http://www.paranormap.net/article/5517
http://vixos-arxaiaellada.blogspot.gr/2011/10/blog-post_4247.html
http://tadefterakiablogaroun.blogspot.gr/2014_09_01_archive.html
https://ellinondiktyo.blogspot.gr/2014/05/blog-post_31.html
http://www.naturalmentescienza.it/ipertesti/storia_civilta/esculapio.htm
https://www.pinterest.com/gondoriana/escultura/