ΕΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣH
ΟΜΗΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 11ος – 8ος αιώνας π.Χ.
1. OΜΗΡΟΣ (9ος-8ος αιώνας π.Χ.)
Ο μεγαλύτερος επικός ποιητής του κόσμου. Γεννήθηκε στην Σαλαμίνα (της Κύπρου), όμως κι άλλες πόλεις τον διεκδικούν. Φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη».
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΙΛΙΑΣ»
Αρχαίο κείμενο:
1 Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἣ μυρί᾿ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾿ ἔθηκε,
πολλὰς δ᾿ ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν
ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
5 οἰωνοῖσί τε πᾶσι· Διὸς δ᾿ ἐτελείετο βουλή,
ἐξ οὗ δὴ τὰ πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε
Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καὶ δῖος Ἀχιλλεύς.
Tίς τ᾿ ἄρ σφωε θεῶν ἔριδι ξυνέηκε μάχεσθαι;
Λητοῦς καὶ Διὸς υἱός· ὃ γὰρ βασιλῆϊ χολωθεὶς
10 νοῦσον ἀνὰ στρατὸν ὄρσε κακήν, ὀλέκοντο δὲ λαοί,
οὕνεκα τὸν Χρύσην ἠτίμασεν ἀρητῆρα
Ἀτρεΐδης· ὃ γὰρ ἦλθε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν
λυσόμενός τε θύγατρα φέρων τ᾿ ἀπερείσι᾿ ἄποινα,
στέμματ᾿ ἔχων ἐν χερσὶν ἑκηϐόλου Ἀπόλλωνος
15 χρυσέῳ ἀνὰ σκήπτρῳ, καὶ λίσσετο πάντας Ἀχαιούς,
Ἀτρεΐδα δὲ μάλιστα δύω, κοσμήτορε λαῶν·
«Ἀτρεΐδαι τε καὶ ἄλλοι ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοί,
ὑμῖν μὲν θεοὶ δοῖεν Ὀλύμπια δώματ᾿ ἔχοντες
ἐκπέρσαι Πριάμοιο πόλιν, εὖ δ᾿ οἴκαδ᾿ ἱκέσθαι
20 παῖδα δ᾿ ἐμοὶ λύσαιτε φίλην, τὰ δ᾿ ἄποινα δέχεσθαι,
ἁζόμενοι Διὸς υἱὸν ἑκηϐόλον Ἀπόλλωνα.»
Ἔνθ᾿ ἄλλοι μὲν πάντες ἐπευφήμησαν Ἀχαιοὶ
αἰδεῖσθαί θ᾿ ἱερῆα καὶ ἀγλαὰ δέχθαι ἄποινα·
ἀλλ᾿ οὐκ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι ἥνδανε θυμῷ,
25 ἀλλὰ κακῶς ἀφίει, κρατερὸν δ᾿ ἐπὶ μῦθον ἔτελλε·
«Μή σε, γέρον, κοίλῃσιν ἐγὼ παρὰ νηυσὶ κιχείω
ἢ νῦν δηθύνοντ᾿ ἢ ὕστερον αὖτις ἰόντα,
μή νύ τοι οὐ χραίσμῃ σκῆπτρον καὶ στέμμα θεοῖο·
τὴν δ᾿ ἐγὼ οὐ λύσω· πρίν μιν καὶ γῆρας ἔπεισιν
30 ἡμετέρῳ ἐνὶ οἴκῳ ἐν Ἄργεϊ, τηλόθι πάτρης,
ἱστὸν ἐποιχομένην καὶ ἐμὸν λέχος ἀντιόωσαν·
ἀλλ᾿ ἴθι, μή μ᾿ ἐρέθιζε, σαώτερος ὥς κε νέηαι.»
Ὣς ἔφατ᾿, ἔδεισεν δ᾿ ὃ γέρων καὶ ἐπείθετο μύθῳ·
βῆ δ᾿ ἀκέων παρὰ θῖνα πολυφλοίσϐοιο θαλάσσης·
35 πολλὰ δ᾿ ἔπειτ᾿ ἀπάνευθε κιὼν ἠρᾶθ᾿ ὃ γεραιὸς
Ἀπόλλωνι ἄνακτι, τὸν ἠΰκομος τέκε Λητώ·
«Κλῦθί μευ ἀργυρότοξ᾿, ὃς Χρύσην ἀμφιϐέϐηκας
Κίλλαν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις,
Σμινθεῦ, εἴ ποτέ τοι χαρίεντ᾿ ἐπὶ νηὸν ἔρεψα,
40 ἢ εἰ δή ποτέ τοι κατὰ πίονα μηρί᾿ ἔκηα
ταύρων ἠδ᾿ αἰγῶν, τὸ δέ μοι κρήηνον ἐέλδωρ·
τίσειαν Δαναοὶ ἐμὰ δάκρυα σοῖσι βέλεσσιν.»
Ὣς ἔφατ᾿ εὐχόμενος, τοῦ δ᾿ ἔκλυε Φοῖϐος Ἀπόλλων,
βῆ δὲ κατ᾿ Οὐλύμποιο καρήνων χωόμενος κῆρ,
45 τόξ᾿ ὤμοισιν ἔχων ἀμφηρεφέα τε φαρέτρην·
ἔκλαγξαν δ᾿ ἄρ᾿ ὀϊστοὶ ἐπ᾿ ὤμων χωομένοιο,
αὐτοῦ κινηθέντος· ὃ δ᾿ ἤϊε νυκτὶ ἐοικώς.
ἕζετ᾿ ἔπειτ᾿ ἀπάνευθε νεῶν, μετὰ δ᾿ ἰὸν ἕηκε·
δεινὴ δὲ κλαγγὴ γένετ᾿ ἀργυρέοιο βιοῖο·
Μετάφραση:
Την μάνητα, θεά, τραγουδά μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμα την, πίκρες που 'δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φανέ τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε —έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας—
απ᾿ την στιγμή που πρωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Ατρέα ο γιος ο στρατοκράτορας κι ο μέγας Αχιλλέας.
Ποιος τάχα απ᾿ τους θεούς τους έσπρωξε να μπούνε σ᾿ έτοια αμάχη;
Του Δία και της Λητώς τους έσπρωξεν ο γιος, που με τον ρήγα
χολιάζοντας κακιά εξεσήκωσεν αρρώστια και πέθαιναν
στρατός πολύς᾿ τι δε σεβάστηκεν ο γιος του Ατρέα το Χρύση,
του θεού το λειτουργό· στ᾿ Αργίτικα γοργά καράβια είχε έρθει
με λύτρα αρίφνητα, την κόρη του να ξαγοράσει πίσω,
του μακροσαγιτάρη Απόλλωνα κρατώντας τα στεφάνια
πα στο χρυσό ραβδί, και πρόσπεφτε μπρος στους Αργίτες όλους,
ξεχωριστά στους δυο πολέμαρχους υγιούς του Ατρέα γυρνώντας:
«Του Ατρέα βλαστάρια κι αποδέλοιποι καλαντρειωμένοι Αργίτες,
σε σας οι θεοί που ζουν στον Όλυμπο να δώσουν να πατήστε
του Πρίαμου το καστρί, με το καλό να γύρτε στην πατρίδα'
λυτρώστε όμως κι εμέ την κόρη μου, την ξαγορά δεχτείτε
κι ευλαβηθείτε τον Απόλλωνα το μακροσαγιτάρη.»
Οι Αργίτες οι άλλοι ευτύς με μια φωνή να σεβαστούν έκραξαν
τον λειτουργό, και τα περίλαμπρα ν᾿ αποδεχτούνε δώρα·
όμως του Ατρείδη του Αγαμέμνονα δεν άρεσε η βουλή τους,
μον’ τον κακόδιωχνε, και του 'ριχνε βαριά φοβέρα ακόμα:
«Το νου σου, εγώ μη σ᾿ έβρω, γέροντα, στα βαθουλά καράβια,
για τώρα εδώ να κοντοστέκεσαι για να διαγέρνεις πάλε,
μη ουδέ ραβδί κι ουδέ και στέφανα του Φοίβου σε γλιτώσουν.
Δε λευτερώνω εγώ την κόρη σου, πριν μου γεράσει πρώτα
στο Άργος, μακριά από την πατρίδα της, στο αρχοντικό μου μέσα,
στον αργαλειό τη μέρα, ταίρι μου τη νύχτα στο κρεβάτι.
Μον᾿ τράβα, μη μου ανάβεις τα αίματα, γερός αv θες να φύγεις.»
Είπε, κι ο γέροντας φοβήθηκε κι υπάκουσε στον λόγο᾿
πήρε βουβός του πολυτάραχου γιαλού τον άμμον άμμο,
κι ως μάκρυνε, το ρήγα Απόλλωνα, της ομορφομαλλούσας
Λητώς το γιο, με θέρμη ο γέροντας ν’ ανακαλιέται επήρε:
« Επάκουσέ μου, ασημοδόξαρε, που κυβερνάς την Χρύσα
και την τρισάγια Κίλλα, κι άσφαλτα την Τένεδο αφεντεύεις,
Ποντικοδαίμονα, αν σου στέγασα ναό χαριτωμένο
κάποτε ως τώρα εγώ, για αν σου 'καψα παχιά μεριά ποτέ μου,
γιδίσια για ταυρίσια, επάκουσε, και δώσε να πλερώσουν
οι Δαναοί με τις σαγίτες σου τα δάκρυα που 'χω χύσει!»
Είπε, και την ευκή του επάκουσεν ο Απόλλωνας ο Φοίβος,
κι απ᾿ την κορφή του Ολύμπου εχύθηκε θυμό γεμάτος, κι είχε
δοξάρι και κλειστό στις πλάτες του περάσει σαϊτολόγο'
κι αντιβροντούσαν οι σαγίτες του στις πλάτες, μανιασμένος
καθώς τραβούσε· και κατέβαινε σαν τη νυχτιά τη μαύρη.
Κάθισε αλάργα απ’ τα πλεούμενα κι ευτύς σαγίτα ρίχνει,
και το ασημένιο του αντιδόνησε τρομαχτικά δοξάρι.
«ΟΔΥΣΣΕΙΑ»
Αρχαίο κείμενο:
1 Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν:
πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
5 Ἀ ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ:
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον: αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
10 τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν.
ἔνθ᾿ ἄλλοι μὲν πάντες, ὅσοι φύγον αἰπὺν ὄλεθρον,
οἴκοι ἔσαν, πόλεμόν τε πεφευγότες ἠδὲ θάλασσαν:
τὸν δ᾿ οἶον νόστου κεχρημένον ἠδὲ γυναικὸς
νύμφη πότνι᾿ ἔρυκε Καλυψὼ δῖα θεάων
15 ἐν σπέσσι γλαφυροῖσι, λιλαιομένη πόσιν εἶναι.
ἀλλ᾿ ὅτε δὴ ἔτος ἦλθε περιπλομένων ἐνιαυτῶν,
τῷ οἱ ἐπεκλώσαντο θεοὶ οἶκόνδε νέεσθαι
εἰς Ἰθάκην, οὐδ᾿ ἔνθα πεφυγμένος ἦεν ἀέθλων
καὶ μετὰ οἷσι φίλοισι. θεοὶ δ᾿ ἐλέαιρον ἅπαντες
20 νόσφι Ποσειδάωνος: ὁ δ᾿ ἀσπερχὲς μενέαινεν
ἀντιθέῳ Ὀδυσῆι πάρος ἣν γαῖαν ἱκέσθαι.
ἀλλ᾿ ὁ μὲν Αἰθίοπας μετεκίαθε τηλόθ᾿ ἐόντας,
Αἰθίοπας τοὶ διχθὰ δεδαίαται, ἔσχατοι ἀνδρῶν,
οἱ μὲν δυσομένου Ὑπερίονος οἱ δ᾿ ἀνιόντος,
25 ἀντιόων ταύρων τε καὶ ἀρνειῶν ἑκατόμβης.
ἔνθ᾿ ὅ γ᾿ ἐτέρπετο δαιτὶ παρήμενος: οἱ δὲ δὴ ἄλλοι
Ζηνὸς ἐνὶ μεγάροισιν Ὀλυμπίου ἁθρόοι ἦσαν.
τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε:
μνήσατο γὰρ κατὰ θυμὸν ἀμύμονος Αἰγίσθοιο,
30 τόν ῥ᾿ Ἀγαμεμνονίδης τηλεκλυτὸς ἔκταν᾿ Ὀρέστης:
τοῦ ὅ γ᾿ ἐπιμνησθεὶς ἔπε᾿ ἀθανάτοισι μετηύδα:
«ὢ πόποι, οἷον δή νυ θεοὺς βροτοὶ αἰτιόωνται:
ἐξ ἡμέων γάρ φασι κάκ᾿ ἔμμεναι, οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ
σφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν ὑπὲρ μόρον ἄλγε᾿ ἔχουσιν,
35 ἡ ὡς καὶ νῦν Αἴγισθος ὑπὲρ μόρον Ἀτρεί̈δαο
γῆμ᾿ ἄλοχον μνηστήν, τὸν δ᾿ ἔκτανε νοστήσαντα,
εἰδὼς αἰπὺν ὄλεθρον, ἐπεὶ πρό οἱ εἴπομεν ἡμεῖς,
Ἑρμείαν πέμψαντες, ἐύσκοπον ἀργεϊφόντην,
μήτ᾿ αὐτὸν κτείνειν μήτε μνάασθαι ἄκοιτιν:
40 ὣ ἐκ γὰρ Ὀρέσταο τίσις ἔσσεται Ἀτρεί̈δαο,
ὁππότ᾿ ἂν ἡβήσῃ τε καὶ ἧς ἱμείρεται αἴης.
Μετάφραση:
Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου, που πλήθος
διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο,
και πολιτείες πολλές εγνώρισε, πολλών βουλές ανθρώπων,
κι αρίφνητα τυράννια ετράβηξε στα πέλαγα η καρδιά του,
για να σωθεί κι αυτός παλεύοντας και πίσω τους συντρόφους
να φέρει᾿ κι όμως δεν τους γλίτωσε, κι ας το ποθούσε τόσο'
τι από τις ίδιες τους εχάθηκαν τις ανομιές εκείνοι —
οι ανέμυαλοι, που τ᾿ ουρανόδρομου τα βόδια έφαγαν Ήλιου,
κι αυτός τη μέρα τους αρνήστηκε του γυρισμού. Για τούτα
και μας για λέγε, κάπου αρχίζοντας, κόρη θεϊκιά του Δία.
Όσοι Αχαιοί είχαν απ᾿ το θάνατο τον άξαφνο γλιτώσει
βρίσκονταν σπίτια τους, του πελάγου καί της σφαγής σωσμένοι'
μονάχα αυτόν᾿ που τη γυναίκα του ποθούσε και τη γη του,
η Καλυψώ η θεά, η πανέμνοστη τον έκρυβε νεράιδα
στις θολωτές σπηλιές της, θέλοντας να τον κρατήσει γι᾿ άντρα..
Όμως τα χρόνια πια σα γύρισαν κι ήρθε ο καιρός που του 'χαν
κλώσει οι θεοί να ιδεί το σπίτι του φτασμένος στην Ιθάκη,
ουδέ κι εκεί μαθές του απόλειψαν οι αγώνες, κι ας βρισκόταν
μες στους δικούς του πια. Κι οι αθάνατοι τον συμπονούσαν όλοι,
εξόν τον Ποσειδώνα, που άπαυτα του θεϊκού Οδυσσέα
θυμό κρατούσε, στην πατρίδα του πριχού διαγείρει πίσω.
Μα τότε αυτός για τους απόμακρους Αιθίοπες είχε φύγει,
για τους Αιθίοπες, που στην τέλειωση του κόσμου χώρια ζούνε,
μισοί στου Ήλιου τα βασιλέματα, μισοί στ᾿ ανάτελά του,
κι εκεί τρανές θυσίες του πρόσφερναν από κριγιούς και ταύρους᾿
κι αυτός καθούμενος ευφραίνουνταν. Οι αθάνατοι οι άλλοι ωστόσο
στου ολύμπιου Δία το αρχοντοπάλατο βρίσκονταν μαζεμένοι.
Πρώτος μιλούσε των αθάνατων και των θνητών ο κύρης,
καθώς τον Αίγιστο τον άψεγο θυμήθη, που εσκοτώθη
απ᾿ τον Ορέστη, του Αγαμέμνονα το γιο τον ξακουσμένο.
Αυτόν θυμήθη τότε κι έλεγε στους αθανάτους μέσα:
«Πωπώ, με τους θεούς τα βάζουνε πάντα οι θνητοί, πως τάχα
τις συφορές εμείς τους στέλνουμε᾿ μα κι οι αδικίες τους είναι
που πάνω απ᾿ το γραφτό σε βάσανα τους ρίχνουν κοίτα τώρα
τον Αίγιστο, δικό του που έκανε του γιου του Ατρέα το ταίρι
χωρίς γραφτό του να 'ναι, κι έσφαξε στο γυρισμό κι εκείνον,
τον ίδιο του χαμό κι ας ήξερε᾿ τι του 'χαμε μηνύσει
πιο πριν με τον Ερμή, τον ξάγρυπνον αργοφονιά, και κείνον
να μη σκοτώσει και το ταίρι του να μη ζητάει να πάρει'
τι θα 'ρθει απ᾿ τον Ορέστη η εγδίκηση για τον υγιό του Ατρέα,
μόλις αντρειέψει και στον τόπο του ποθήσει να διαγείρει.
«ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΔΗΜΗΤΡΑΝ»
Αρχαίο κείμενο:
Δήμητρ’ ἠύκομον, σεμνὴν θεόν, ἄρχομ’ ἀείδειν,
αὐτὴν ἠδὲ θύγατρα τανύσφυρον, ἣν Ἀιδωνεὺς
ἥρπαξεν, δῶκεν δὲ βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεύς,
νόσφιν Δήμητρος χρυσαόρου, ἀγλαοκάρπου,
παίζουσαν κούρῃσι σὺν Ὠκεανοῦ βαθυκόλποις
ἄνθεά τ’ αἰνυμένην, ῥόδα καὶ κρόκον ἠδ’ ἴα καλὰ
λειμῶν’ ἂμ μαλακὸν καὶ ἀγαλλίδας ἠδ’ ὑάκινθον
νάρκισσόν θ’, ὃν φῦσε δόλον καλυκώπιδι κούρῃ
Γαῖα Διὸς βουλῇσι χαριζομένη Πολυδέκτῃ,
θαυμαστὸν γανόωντα: σέβας τό γε πᾶσιν ἰδέσθαι
ἀθανάτοις τε θεοῖς ἠδὲ θνητοῖς ἀνθρώποις:
τοῦ καὶ ἀπὸ ῥίζης ἑκατὸν κάρα ἐξεπεφύκει:
κὦζ’ ἥδιστ’ ὀδμή, πᾶς τ’ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθεν
γαῖά τε πᾶσ’ ἐγελάσσε καὶ ἁλμυρὸν οἶδμα θαλάσσης.
ἣ δ’ ἄρα θαμβήσασ’ ὠρέξατο χερσὶν ἅμ’ ἄμφω
καλὸν ἄθυρμα λαβεῖν: χάνε δὲ χθὼν εὐρυάγυια
Νύσιον ἂμ πεδίον, τῇ ὄρουσεν ἄναξ Πολυδέγμων
ἵπποις ἀθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υἱός.
ἁρπάξας δ’ ἀέκουσαν ἐπὶ χρυσέοισιν ὄχοισιν
ἦγ’ ὀλοφυρομένην: ἰάχησε δ’ ἄρ’ ὄρθια φωνῇ,
κεκλομένη πατέρα Κρονίδην ὕπατον καὶ ἄριστον.
οὐδέ τις ἀθανάτων οὐδὲ θνητῶν ἀνθρώπων
ἤκουσεν φωνῆς, οὐδ’ ἀγλαόκαρποι ἐλαῖαι
εἰ μὴ Περσαίου θυγάτηρ ἀταλὰ φρονέουσα
ἄιεν ἐξ ἄντρου, Ἑκάτη λιπαροκρήδεμνος,
Ἠέλιός τε ἄναξ, Ὑπερίονος ἀγλαὸς υἱός,
κούρης κεκλομένης πατέρα Κρονίδην: ὃ δὲ νόσφιν
ἧστο θεῶν ἀπάνευθε πολυλλίστῳ ἐνὶ νηῷ,
δέγμενος ἱερὰ καλὰ παρὰ θνητῶν ἀνθρώπων.
τὴν δ’ ἀεκαζομένην ἦγεν Διὸς ἐννεσίῃσι
πατροκασίγνητος, Πολυσημάντωρ Πολυδέγμων,
ἵπποις ἀθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υἱός.
Μετάφραση:
Την Δήμητρα την σεβαστή καλλίκομη θεάν αρχίζω να εξυμνώ,
αυτήν και την λυγεροπόδαρη τη θυγατέρα της που ο Αϊδωνεύς
την άρπαξε, και του την έδωσε ο βαρύγδουπος παντόπτης Ζευς,
όταν μακριά απ’ την χρυσοδρέπανη λαμπρόκαρπη τη Δήμητρα
έπαιζε με του Ωκεανού τις κόρες τις ορθόστηθες,
δρέποντας ρόδα, κρόκους κι άνθη κι όμορφους μενεξέδες
στον τρυφερό λειμώνα, σπαθόχορτα και υάκινθο
και νάρκισσο που ως δόλωμα τον βλάστησε για το κορίτσι
τον ροδαλόμορφο η Γη με βούληση του Δία χάρη του πολυδέκτη,
θαυμάσιο άνθος που έθαλλε και θάμπωσε όσους τόβλεπαν
απ΄τους αθάνατους θεούς κι απ’ τους θνητούς ανθρώπους,
κι απ΄ρίζα του εκατό ξεφύτρωσαν βλαστάρια,
και σκόρπαε οσμή γλυκύτατη κι όλος ψηλά ο διάπλατος εγέλασε ουρανός
και σύμπασα η γη και το αλμυρό κύμα της θάλασσας.
Κι έκθαμβη αυτή τα δυο της χέρια τ’ άπλωσε
το πάγκαλο άθυρμα να πιάσει, κι άνοιξε η γη τότε η πλατύδρομη
στο Νύσιον όρμησε το πεδίον ο πολυδέγμων άρχοντας
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.
Κι αφού την άρπαξε άθελά της πάνω σε ολόχρυσο όχημα
την πήγαινε κλαμμένη, εκείνη τότε κραύγασε με δυνατή φωνή
καλώντας τον πατέρα της, τον άριστο και ύπατο του Κρόνου γιό.
«ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Μνήσομαι οὐδὲ λάθωμαι Ἀπόλλωνος ἑκάτοιο,
ὅν τε θεοὶ κατὰ δῶμα Διὸς τρομέουσιν ἰόντα.
καί ῥά τ᾿ ἀναίσσουσιν ἐπὶ σχεδὸν ἐρχομένοιο
πάντες ἀφ᾿ ἑδράων, ὅτε φαίδιμα τόξα τιταίνει.
Λητὼ δ᾿ οἴη μίμνε παραὶ Διὶ τερπικεραύνῳ,
ἥ ῥα βιόν τ᾿ ἐχάλασσε καὶ ἐκλήϊσε φαρέτρην,
καί οἱ ἀπ᾿ ἰφθίμων ὤμων χείρεσσιν ἑλοῦσα
τόξον ἀνεκρέμασε πρὸς κίονα πατρὸς ἑοῖο
πασσάλου ἐκ χρυσέου. τὸν δ᾿ εἰς θρόνον εἷσεν ἄγουσα.
τῷ δ᾿ ἄρα νέκταρ ἔδωκε πατὴρ δέπαϊ χρυσείῳ
δεικνύμενος φίλον υἱόν, ἔπειτα δὲ δαίμονες ἄλλοι
ἔνθα καθίζουσιν. χαίρει δέ τε πότνια Λητώ,
οὕνεκα τοξοφόρον καὶ καρτερὸν υἱὸν ἔτικτεν.
χαῖρε μάκαιρ᾿ ὦ Λητοῖ, ἐπεὶ τέκες ἀγλαὰ τέκνα
Ἀπόλλωνά τ᾿ ἄνακτα καὶ Ἄρτεμιν ἰοχέαιραν,
τὴν μὲν ἐν Ὀρτυγίῃ, τὸν δὲ κραναῇ ἐνὶ Δήλῳ,
κεκλιμένη πρὸς μακρὸν ὄρος καὶ Κύνθιον ὄχθον,
ἀγχοτάτω φοίνικος ὑπ᾿ Ἰνωποῖο ῥεέθροις.
Πῶς τάρ σ᾿ ὑμνήσω πάντως εὔυμνον ἐόντα;
πάντῃ γάρ τοι, Φοῖβε, νομὸς βεβλήαται ᾠδῆς,
ἠμὲν ἀν᾿ ἤπειρον πορτιτρόφον ἠδ᾿ ἀνὰ νήσους.
πᾶσαι δὲ σκοπιαί τοι ἅδον καὶ πρώονες ἄκροι
ὑψηλῶν ὀρέων ποταμοί θ᾿ ἅλα δὲ προρέοντες,
ἀκταί τ᾿ εἰς ἅλα κεκλιμέναι λιμένες τε θαλάσσης.
Μετάφραση:
Τόν ᾿Απόλλωνα φέρνω στόν νοῦ καί δέν ξεχνῶ,
τόν μακροβόλο, πού κι οἱ θεοί τόν τρέμουνε σάν φτάνει
στ᾿ἀνάκτορο τοῦ Δία, κι ὅλοι εὐθύς σηκώνονται ἀπό τάἕδρανα
καθώς σιμώνει καί τ᾿ἀστραφτερά τόξα του τεντώνει
Μόνο ἡ Λητώ στόν φιλοκέραυνο πλάϊ τον Δία μένει.
Τήν χορδή χαλαρώνει καί τήν φαρέτρα σφαλεῖ.
Μέ τά χέρια της ἀπ᾿ τούς ρωμαλέους ὤμους τό τόξο κατεβάζει
καί τό κρεμᾶ στοῦ πατρικοῦ κίονα πάσσαλο
χρυσό καί σέ θρονί τόν ὁδηγεί.
Κι ὁ πατέρας καλωσορίζοντας τόν ἀγαπημένο γυιό
νέκταρ τοῦ δίνει σέ κύπελλο χρυσό.
Τότεκαθίζουνὁλόγυρακιοἱἄλλοιθεοί.
Καί χαίρεται ἡ σεβαστή Λητώ πού᾿καμε γυιό τοξοφόρο καίἰσχυρό.
Χαῖρε Λητώ μακαριστή, πού γέννησες τέκνα λαμπρά
τόν ἄνακτα ᾿Απόλλωνα καί τήν τοξεύτρα ῎Αρτεμη
αὐτήν στήν ᾿Ορτυγία καί κεῖνον στήν πετρώδη Δῆλο,
πλαγιασμένη σέὅρος ψηλό, στόν Κύνθιο λόφο
δίπλα σέ φοινικιά, στά ρεῖθρα τοῦ᾿Ινωποῦ.
Μά πῶς νά σέὑμνήσω πολυτραγουδισμένε μου;
Χάρη σέ σένα Φοῖβε ἔγινε ἡὠδή κανόνας παντοῦ
στήν στεριά τήν δαμαλοτρόφα καί στά νησιά.
Σένα πού τέρπουν οἱ βίγλες κι οἱἀκροκορφές
καί τῶν ψηλῶν βουνῶν οἱ ποταμοί στήν θάλασσα σάν πέφτουν
κι οἱἀκτές στό κῦμα πούἀκουμποῦν, καί τά λιμάνια τῆς θαλάσσης.
2. ΕΥΜΗΛΟΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ (8ος αιώνας π.Χ.)
Ο Εύμηλος ο Κορίνθιος ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής, μέλος της μεγάλης Δωρικής οικογένειας των Βακχιαδών, που έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ. και είχε λάβει μέρος στους αγώνες των Ίσθμιων. Ο Εύμηλος το 757 π.Χ. ακολούθησε τον Αρχία και εγκαταστάθηκε στην νεοσύστατη πόλη των Συρακουσών. Ο Εύμηλος συνέθεσε το ποίημα «Τιτανομαχία», το οποίο είχε υπόψη του ο Ησίοδος κατά την συγγραφή της «Θεογονίας» του. Επίσης, αποδίδονται στον Εύμηλο διάφορα ιστορικά έπη που χάθηκαν. Το σπουδαιότερο από αυτά ήταν τα «Κορινθιακά», θρύλοι και ιστορικές πληροφορίες της γενέτειράς του.
3. ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ Ο ΤΗΙΟΣ (8ος ή 7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν επικός ποιητής απο την Τέω της Ιωνίας. Θεωρούνταν (όπως μας πληροφορεί κάποιος αρχαίος σχολιαστής), δημιουργός του έπους «Επίγονοι», το οποίο διηγιόταν την πολιορκία και τελικά την άλωση της Θήβας από τους γιους των «Επτά επί Θήβας».
ΑΡΧΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 7ος - 6ος αιώνας π.Χ.
4. ΒΟΙΟΣ
Ήταν Έλληνας μυθογράφος και γραμματικός. Μνημονεύεται για μια ευρεία εργασία που είχε κάνει με θέμα τις μεταμορφώσεις μυθικών φιγούρων σε πτηνά υπό το όνομα «Ορνιθογονία¨. Πολλοί θεωρούν την ποιήτρια απο τους Δελφούς Βοιώ ποιήτρια του έπους «Ορνιθογονία».
5. ΑΡΚΤΙΝΟΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ο Αρκτίνος ήταν αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής. Κατάγονταν από την Μίλητο και έζησε περί τον 7ο αιώνα π.Χ. Στα επικά εργα του φέρεται να μιμείται τον Όμηρο. Στον Αρκτίνο αποδίδονται δύο σπουδαία επικά ποιήματα όπως η «Αιθιοπίς» και η «Ιλίου Πέρσις».
6. ΗΣΙΟΔΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ο Ησίοδος υπήρξε ο δεύτερος σε σπουδαιότητα αρχαίος ποιητής μετά τον Όμηρο. Γεννήθηκε στην Άσκρη της Βοιωτίας, όπου κατέφυγε ο πατέρας του από την αιολική Κύμη της Μικράς Ασίας, αλλά η ημερομηνία της γέννησής του δεν είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΘΕΟΓΟΝΙΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Μουσάων Ἑλικωνιάδων ἀρχώμεθ᾽ ἀείδειν,
αἵ θ᾽ Ἑλικῶνος ἔχουσιν ὄρος μέγα τε ζάθεόν τε
καί τε περὶ κρήνην ἰοειδέα πόσσ᾽ ἁπαλοῖσιν
ὀρχεῦνται καὶ βωμὸν ἐρισθενέος Κρονίωνος·
καί τε λοεσσάμεναι τέρενα χρόα Περμησσοῖο
ἢ Ἵππου κρήνης ἢ Ὀλμειοῦ ζαθέοιο
ἀκροτάτῳ Ἑλικῶνι χοροὺς ἐνεποιήσαντο
καλοὺς ἱμερόεντας, ἐπερρώσαντο δὲ ποσσίν.
ἔνθεν ἀπορνύμεναι, κεκαλυμμέναι ἠέρι πολλῷ,
ἐννύχιαι στεῖχον περικαλλέα ὄσσαν ἱεῖσαι,
ὑμνεῦσαι Δία τ᾽ αἰγίοχον καὶ πότνιαν Ἥρην
Ἀργείην, χρυσέοισι πεδίλοις ἐμβεβαυῖαν,
κούρην τ᾽ αἰγιόχοιο Διὸς γλαυκῶπιν Ἀθήνην
Φοῖβόν τ᾽ Ἀπόλλωνα καὶ Ἄρτεμιν ἰοχέαιραν
ἠδὲ Ποσειδάωνα γαιήοχον ἐννοσίγαιον
καὶ Θέμιν αἰδοίην ἑλικοβλέφαρόν τ᾽ Ἀφροδίτην
{Ἥβην τε χρυσοστέφανον καλήν τε Διώνην
Ἠῶ τ᾽ Ἠέλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην}
Λητώ τ᾽ Ἰαπετόν τε ἰδὲ Κρόνον ἀγκυλομήτην
Γαῖάν τ᾽ Ὠκεανόν τε μέγαν καὶ Νύκτα μέλαιναν
ἄλλων τ᾽ ἀθανάτων ἱερὸν γένος αἰὲν ἐόντων.
αἵ νύ ποθ᾽ Ἡσίοδον καλὴν ἐδίδαξαν ἀοιδήν,
ἄρνας ποιμαίνονθ᾽ Ἑλικῶνος ὑπὸ ζαθέοιο.
τόνδε δέ με πρώτιστα θεαὶ πρὸς μῦθον ἔειπον,
Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο·
«ποιμένες ἄγραυλοι, κάκ᾽ ἐλέγχεα, γαστέρες οἶον,
ἴδμεν ψεύδεα πολλὰ λέγειν ἐτύμοισιν ὁμοῖα,
ἴδμεν δ᾽, εὖτ᾽ ἐθέλωμεν, ἀληθέα γηρύσασθαι.»
ὣς ἔφασαν κοῦραι μεγάλου Διὸς ἀρτιέπειαι·
καί μοι σκῆπτρον ἔδον, δάφνης ἐριθηλέος ὄζον
δρέψασαι θηητόν· ἐνέπνευσαν δέ μοι αὐδὴν
θέσπιν, ἵνα κλείοιμι τά τ᾽ ἐσσόμενα πρό τ᾽ ἐόντα,
καί με κέλονθ᾽ ὑμνεῖν μακάρων γένος αἰὲν ἐόντων,
σφᾶς δ᾽ αὐτὰς πρῶτόν τε καὶ ὕστατον αἰὲν ἀείδειν.
ἀλλὰ τίη μοι ταῦτα περὶ δρῦν ἢ περὶ πέτρην;
Μετάφραση:
Με τις Ελικωνιάδες Μούσες ας αρχίσει το τραγούδι μας·
κατοικούν τον Ελικώνα, όρος μέγα κι ιερό,
και χορεύουν γύρω στην μαβιά πηγή με τα πόδια ανάλαφρα,
στον βωμό του παντοδύναμου Κρονίδη.
Λούζουν πρώτα το κορμί τους τρυφερό στα νερά του Περμησσού
και της Ιπποκρήνης ή του θεϊκού Ολμειού·
ύστερα ψηλά ανεβαίνουν στου Ελικώνα τις απάτητες κορφές,
και χορούς συστήνουν, όμορφους, χαριτωμένους,
τον ρυθμό κρατώντας με τα πόδια τους.
Από εκεί κινώντας, σκεπασμένες την πυκνήν ομίχλη,
προχωρούν μέσα στην νύχτα, τραγουδούν
με την περίκαλλη φωνή τους, εξυμνώντας
τον αιγίοχο Δία και την Ήρα του Άργους,
χρυσοπέδιλη βαδίζοντας·
εξυμνούν τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, παντοκράτορα της γης,
σεβαστή την Θέμη και την Αφροδίτη ελικοβλέφαρη,
την Ήβη χρυσοστέφανη και την ωραία Διώνη·
την Λητώ, τον Ιαπετό, τον πανούργο Κρόνο,
την Αυγή, τον μέγαν Ήλιο, την λαμπρή Σελήνη·
και την Γη, την μαύρη Νύχτα, τον απέραντο Ωκεανό
το γένος των άλλων αθανάτων, ιερό και αιώνιο.
Κάποτε εκείνες δίδαξαν τον Ησίοδο το ωραίο τραγούδι,
την ώρα που βοσκούσε το κοπάδι του,
στου θεϊκού Ελικώνα τις πλαγιές.
Κι ήταν αυτός ο πρώτος λόγος τους, όπως μου μίλησαν
οι Ολυμπιάδες Μούσες, θεές και θυγατέρες του αιγίοχου Δία:
«Βοσκοί αγροίκοι, μίζεροι και λιμασμένοι,
ξέρουμε εμείς και λέμε ψεύδη, σάμπως αληθινά,
ξέρουμε όμως, όταν θέμε, να μιλούμε και την καθαρήν αλήθεια.»
Έτσι μου μίλησαν κι αποτελειώνοντας τον άρτιο λόγο τους,
οι κόρες του μεγάλου Δία, μου προσφέρουν σκήπτρο, να κόψω
θαυμαστό κλαδί μιας δάφνης θαλερής,
και μου ενέπνευσαν θεϊκή φωνή·
να ψάλλω όλα που έγιναν κι όσα θα γίνουν,
προστάζοντας να υμνώ το γένος των μακάρων, των αιωνίων θεών,
όμως αρχή και τέλος να τραγουδώ εκείνες
αλλά τι κάθομαι κι ανιστορώ πράγματα περιττά,
για δέντρα και για βράχια;
(μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης)
«ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ»
Αρχαίο κείμενο:
χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων
ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες.
οἳ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ᾽ οὐρανῷ ἐμβασίλευεν·
ὥστε θεοὶ δ᾽ ἔζωον ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες
νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀιζύος, οὐδέ τι δειλὸν
γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοῖοι
τέρποντ᾽ ἐν θαλίῃσι, κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων·
θνῇσκον δ᾽ ὥσθ᾽ ὕπνῳ δεδμημένοι· ἐσθλὰ δὲ πάντα
τοῖσιν ἔην· καρπὸν δ᾽ ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα
αὐτομάτη πολλόν τε καὶ ἄφθονον· οἳ δ᾽ ἐθελημοὶ
ἥσυχοι ἔργ᾽ ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσιν.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε,
τοὶ μὲν δαίμονες ἁγνοὶ ἐπιχθόνιοι τελέθουσιν
ἐσθλοί, ἀλεξίκακοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων,
{οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα
ἠέρα ἑσσάμενοι πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν,}
πλουτοδόται· καὶ τοῦτο γέρας βασιλήιον ἔσχον.
δεύτερον αὖτε γένος πολὺ χειρότερον μετόπισθεν
ἀργύρεον ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες,
χρυσέῳ οὔτε φυὴν ἐναλίγκιον οὔτε νόημα·
ἀλλ᾽ ἑκατὸν μὲν παῖς ἔτεα παρὰ μητέρι κεδνῇ
ἐτρέφετ᾽ ἀτάλλων, μέγα νήπιος, ᾧ ἐνὶ οἴκῳ·
ἀλλ᾽ ὅτ᾽ ἄρ᾽ ἡβήσαι τε καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο,
παυρίδιον ζώεσκον ἐπὶ χρόνον, ἄλγε᾽ ἔχοντες
ἀφραδίῃς· ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο
ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν
ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς,
ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα. τοὺς μὲν ἔπειτα
Ζεὺς Κρονίδης ἔκρυψε χολούμενος, οὕνεκα τιμὰς
οὐκ ἔδιδον μακάρεσσι θεοῖς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν.
αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε,
τοὶ μὲν ὑποχθόνιοι μάκαρες θνητοὶ καλέονται,
δεύτεροι, ἀλλ᾽ ἔμπης τιμὴ καὶ τοῖσιν ὀπηδεῖ.
Ζεὺς δὲ πατὴρ τρίτον ἄλλο γένος μερόπων ἀνθρώπων
χάλκειον ποίησ᾽, οὐκ ἀργυρέῳ οὐδὲν ὁμοῖον,
ἐκ μελιᾶν, δεινόν τε καὶ ὄβριμον· οἷσιν Ἄρηος
ἔργ᾽ ἔμελε στονόεντα καὶ ὕβριες, οὐδέ τι σῖτον
ἤσθιον, ἀλλ᾽ ἀδάμαντος ἔχον κρατερόφρονα θυμόν.
{ἄπλαστοι· μεγάλη δὲ βίη καὶ χεῖρες ἄαπτοι
ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσι.}
τῶν δ᾽ ἦν χάλκεα μὲν τεύχεα, χάλκεοι δέ τε οἶκοι,
χαλκῷ δ᾽ εἰργάζοντο· μέλας δ᾽ οὐκ ἔσκε σίδηρος.
καὶ τοὶ μὲν χείρεσσιν ὑπὸ σφετέρῃσι δαμέντες
βῆσαν ἐς εὐρώεντα δόμον κρυεροῦ Ἀίδαο,
νώνυμνοι· θάνατος δὲ καὶ ἐκπάγλους περ ἐόντας
εἷλε μέλας, λαμπρὸν δ᾽ ἔλιπον φάος ἠελίοιο.
αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν,
αὖτις ἔτ᾽ ἄλλο τέταρτον ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ
Ζεὺς Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον καὶ ἄρειον,
ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος, οἳ καλέονται
ἡμίθεοι, προτέρη γενεὴ κατ᾽ ἀπείρονα γαῖαν.
καὶ τοὺς μὲν πόλεμός τε κακὸς καὶ φύλοπις αἰνὴ
τοὺς μὲν ὑφ᾽ ἑπταπύλῳ Θήβῃ, Καδμηίδι γαίῃ,
ὤλεσε μαρναμένους μήλων ἕνεκ᾽ Οἰδιπόδαο,
τοὺς δὲ καὶ ἐν νήεσσιν ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θαλάσσης
ἐς Τροίην ἀγαγὼν Ἑλένης ἕνεκ᾽ ἠυκόμοιο.
{ἔνθ᾽ ἦ τοι τοὺς μὲν θανάτου τέλος ἀμφεκάλυψε}
τοῖς δὲ δίχ᾽ ἀνθρώπων βίοτον καὶ ἤθε᾽ ὀπάσσας
Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης.
καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες
ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην,
ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν
τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα.
μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι
ἀνδράσιν, ἀλλ᾽ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι.
νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον· οὐδέ ποτ᾽ ἦμαρ
παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος οὐδέ τι νύκτωρ
φθειρόμενοι· χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας.
ἀλλ᾽ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν.
Ζεὺς δ᾽ ὀλέσει καὶ τοῦτο γένος μερόπων ἀνθρώπων,
εὖτ᾽ ἂν γεινόμενοι πολιοκρόταφοι τελέθωσιν.
οὐδὲ πατὴρ παίδεσσιν ὁμοίιος οὐδέ τι παῖδες
οὐδὲ ξεῖνος ξεινοδόκῳ καὶ ἑταῖρος ἑταίρῳ,
οὐδὲ κασίγνητος φίλος ἔσσεται, ὡς τὸ πάρος περ.
αἶψα δὲ γηράσκοντας ἀτιμήσουσι τοκῆας·
μέμψονται δ᾽ ἄρα τοὺς χαλεποῖς βάζοντες ἔπεσσι,
σχέτλιοι, οὐδὲ θεῶν ὄπιν εἰδότες· οὐδέν κεν οἵ γε
γηράντεσσι τοκεῦσιν ἀπὸ θρεπτήρια δοῖεν·
{χειροδίκαι· ἕτερος δ᾽ ἑτέρου πόλιν ἐξαλαπάξει·}
οὐδέ τις εὐόρκου χάρις ἔσσεται οὐδὲ δικαίου
οὐδ᾽ ἀγαθοῦ, μᾶλλον δὲ κακῶν ῥεκτῆρα καὶ ὕβριν
ἀνέρα τιμήσουσι· δίκη δ᾽ ἐν χερσί· καὶ αἰδὼς
οὐκ ἔσται, βλάψει δ᾽ ὁ κακὸς τὸν ἀρείονα φῶτα
μύθοισι σκολιοῖς ἐνέπων, ἐπὶ δ᾽ ὅρκον ὀμεῖται.
ζῆλος δ᾽ ἀνθρώποισιν ὀιζυροῖσιν ἅπασι
δυσκέλαδος κακόχαρτος ὁμαρτήσει στυγερώπης.
καὶ τότε δὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης
λευκοῖσιν φάρεσσι καλυψαμένω χρόα καλὸν
ἀθανάτων μετὰ φῦλον ἴτον προλιπόντ᾽ ἀνθρώπους
Αἰδὼς καὶ Νέμεσις· τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ
θνητοῖς ἀνθρώποισι· κακοῦ δ᾽ οὐκ ἔσσεται ἀλκή.
Μετάφραση:
Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων
οι αθάνατοι του Ολύμπου.
Στην εποχή του Κρόνου, όταν εκείνος δέσποζε στον ουρανό,
ζούσαν κι εκείνοι σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος,
πάθη και συμφορές μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά
τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι, πόδια και χέρια,
στις χαρές δοσμένοι, κι ό,τι κακό έμενε απ᾽ έξω.
Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος
που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους·
χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους,
μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι
σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι με τα πολλά αγαθά τους.
Κι όταν με τον καιρό της γης το χώμα σκέπασε τούτο το γένος,
έγιναν επιχθόνια πνεύματα, αγνά, καλόγνωμα, να διώχνουν
το κακό, φύλακες των θνητών ανθρώπων.
Αυτοί φυλάν το δίκιο, αυτοί αποτρέπουνε τα ανόσια έργα·
κυκλοφορούν, ντυμένοι την ομίχλη, σ᾽ όλη την οικουμένη,
πηγή ευτυχίας και πλούτου, τέτοια βασιλική τιμή τους έλαχε.
Μετά, δεύτερο γένος, πολύ χειρότερο, αργυρό
έπλασαν οι θεοί του Ολύμπου· σε τίποτε δεν έμοιαζε με τον χρυσό,
μήτε στην όψη μήτε και στο φρόνημα.
Έπρεπε το παιδί να μείνει κολλημένο στην καλή του μάνα,
χρόνια εκατό· να το ταΐζει και να το νταντεύει, κι αυτό να παίζει
μες στο σπίτι, μεγάλο, αφύσικο μωρό.
Αλλά, κι όταν περνούσανε στην ήβη, κόντευαν πια
στην ανθηρή τους νιότη, ζούσαν ελάχιστα,
δυστυχισμένοι με τον λίγο χρόνο τους και το λειψό μυαλό τους.
Γιατί δεν είχαν σθένος να αντισταθούν στην μεταξύ τους βία,
στην αμοιβαία αλαζονεία τους· καν δεν τιμούσαν τους θεούς,
μήτε και δέχονταν να θυσιάσουν στους αγνούς βωμούς,
όπως το ορίζει η τάξη των ανθρώπων, όπου κι αν κατοικούν.
Γι᾽ αυτό ο Κρονίδης Δίας τους έκρυψε από θυμό,
που δεν σεβάστηκαν τις οφειλές τους στους μάκαρες ολύμπιους θεούς.
Και μόλα ταύτα, όταν της γης το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,
τους είπαν μάκαρες θνητούς του κάτω κόσμου,
έστω και δεύτερης σειράς, κάποια τιμή κι αυτούς τους συνοδεύει.
Ύστερα ο Δίας πατέρας έφτιαξε τρίτο γένος
των βροτών ανθρώπων, χάλκινο, που να μην μοιάζει
στο ασημένιο πουθενά· φράξινο, ανελέητο, φριχτό.
Άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους πάρεξ τα υπερφίαλα
έργα του πολέμου, βαριά σε στεναγμούς· στάρι
δεν έτρωγαν κι ήταν σκληρή η καρδιά τους σαν το ατσάλι.
Άπιαστοι κι άγριοι, υπερδύναμοι, με χέρια ανίκητα
που φύτρωναν στους ώμους, πάνω σε μέλη στιβαρά.
Χάλκινα τα όπλα, χάλκινα τα σπίτια τους, δούλευαν μόνον τον χαλκό
δεν είχε ακόμη εφευρεθεί ο μαύρος σίδηρος.
Κι αφού απ᾽ τα ίδια τους τα χέρια ξεκληρίστηκαν,
κατέβηκαν στον σκοτεινό, άραχλο δόμο του Άδη,
ανώνυμοι. Όσο κι αν ήταν τρομεροί, τους εξαφάνισε
μαύρος ο χάρος, κι άφησαν πίσω τους το φως, την λάμψη του ήλιου.
Όταν με τον καιρό το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,
έπλασε γένος τέταρτο στην σιτοφόρο γη
ο Κρονίδης Δίας, πιο δίκαιο κι αντρειωμένο·
το θείο γένος των ηρώων που λέγονται κι ημίθεοι,
την προηγούμενη από μας γενιά, να ζουν στην άπειρη οικουμένη.
Αλλά κι αυτούς τους χάλασε ολέθριος πόλεμος, κακόφωνη
σφαγή· άλλους εκεί μπροστά στην Θήβα την επτάπυλη,
χώρα του Κάδμου, έτσι που μεταξύ τους μάχονταν
ποιος θα κερδίσει βόδια και πρόβατα του Οιδίποδα·
άλλους ο πόλεμος τους έφερε στην Τροία, με τα καράβια τους
περνώντας πάνω απ᾽ το μέγα κύμα της θαλάσσης,
για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Όπου τους πιο πολλούς στο χώμα τους παράχωσε
το τέλος του θανάτου. Σε κάποιους όμως έδωσε την χάρη
ο Κρονίδης Ζευς να μείνουν πέρα απ’ τους ανθρώπους·
σαν αγαθός πατέρας τούς κατοίκισε στα πέρατα του κόσμου,
κι εκεί, με δίχως λύπη στην ψυχή τους,
κατοικούν στις Νήσους των Μακάρων, πλάι στις ροές
του Ωκεανού, του βαθυστρόβιλου, ήρωες ευτυχείς·
που τους προσφέρει τρεις φορές η σιτοφόρα γη τον χρόνο
ώριμους και γλυκούς καρπούς, σαν μέλι.
Άμποτε να μη ζούσα εγώ σ᾽ αυτήν την πέμπτη γενεά,
με τους ανθρώπους της· καλύτερα να ᾽χα πεθάνει πιο μπροστά
ή να γεννιόμουν ύστερα. Γιατί έφτασε τώρα η ώρα του γένους του σιδήρου.
Μήτε την μέρα θα απολείψουν κάματος και πόνος μήτε την νύχτα
η φθορά τους θα κοπάσει· τους περιμένουν μέριμνες βαριές,
θεόσταλτες, μόλο που κάποτε θα σμίγει και σ᾽ αυτούς καλό με το κακό.
Ο Δίας όμως θα αφανίσει κι αυτό το γένος των βροτών·
όταν τα νήπια θα γεννιούνται με κροτάφους γκρίζους·
ούτε ο γονιός θα μοιάζει του παιδιού του μήτε και τα παιδιά
με τους γονείς· ο ξένος στον φιλόξενο, ο σύντροφος
στον σύντροφο μήτε κι ο αδελφός στον αδελφό
δεν θα ᾽ναι φίλος πια, που ήταν άλλοτε ο κανόνας.
Θα τους καταφρονούν τους γέροντες γονείς οι απόγονοί τους,
θα τους χλευάζουν ξεστομίζοντας λόγια βαριά,
άσπλαχνοι, ανίδεοι μπροστά στον φόβο του θεού·
σ᾽ εκείνους που τους γέννησαν, όταν γεράσουν, δεν θα αποδώσουν
τα τροφεία τους· καμιά αρετή ευορκίας, δικαιοσύνης,
καλοσύνης· αντίθετα, θα δείχνουν την εκτίμησή τους
σ᾽ όποιον θα πράξει το κακό· το δίκιο καθενός η δυνατή γροθιά·
θα λείψει κι η ντροπή· θα βλάφτει ο τιποτένιος τον καλύτερό του,
με δόλια λόγια ξεγελώντας τον, και θα ορκίζεται αποπάνω·
ο φθόνος μόνον θα συντροφεύει τους ανθρώπους μες στη συμφορά τους
κακόγλωσσος, χαιρέκακος, μνησίκακος.
Και τότε προς τον Όλυμπο, μακριά από πλατείες και δρόμους,
καλύπτοντας με τον λευκό τους πέπλο την ωραία θωριά τους,
εγκαταλείποντας για πάντα τους ανθρώπους,
θα φύγουν και θ᾽ ανέβουν στον κόσμο των θεών
η Αιδώς κι η Νέμεση. Ό,τι θα μείνει, θα ᾽ναι μόνο
βάσανα πικρά, κλήρος για τους απόκληρους βροτούς,
δεν θα υπάρξει στα δεινά τους σωτηρία καμιά.
(μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης)
7. ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας επικός ποιητής των μέσων του 7ου αιώνα π.Χ. από την πόλη Κάμειρο της Ρόδου. Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί τον θεωρούσαν κορυφαίο ποιητή, ισάξιο του Ομήρου και του Ησιόδου.
8. ΑΡΙΣΤΕΑΣ Ο ΠΡΟΚΟΝΝΗΣΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας επικός ποιητής των αρχαίων χρόνων από το ομώνυμο νησί της Προποντίδας. Η ύπαρξή του ακροβατεί μεταξύ του θρύλου και της ιστορικής πραγματικότητας, με το όνομά του να συνδέεται τόσο με την ποιητική δημιουργία όσο και με αφηγήσεις υπερφυσικού χαρακτήρα στις οποίες του αποδίδονται ιδιαίτερες δυνάμεις, καθώς και μια ιδιαίτερη σχέση με τον Απόλλωνα.
9. ΛΕΣΧΗΣ Ο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ (7ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής από τη Λέσβο, που έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ. (κατά μία άποψη είναι μυθικό πρόσωπο). Κατά τον Παυσανία ήταν γιος του Αισχυλίνου από την Πύρρα. Φέρεται ως ο ποιητής της «Μικράς Ιλιάδος», που ήταν μία σειρά επικών ασμάτων, τα οποία συνάρμοσε ο Πρόκλος στην «Επιτομή» του.
10. ΣΤΑΣΙΝΟΣ (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.)
Έλληνας αρχαίος επικός ποιητής από την Κύπρο. Του αποδίδεται η συγγραφή του βιβλίου «Κύπρια Έπη», του οποίου σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα από τον Φώτιο στην «Μυριόβιβλό» του.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΚΥΠΡΙΑ ΕΠΗ»
Αρχαίο κείμενο:
Ἦν ὅτε μυρία φῦλα κατὰ χθόνα πλαζόμεν’ ἀνδρῶν
ἀσεβίῃ ἐβάρυνε βαθυστέρνου πλάτος αἴης.
Ζεὺς δὲ ἰδὼν ἐλέησε καὶ ἐν πυκιναῖς πραπίδεσσι
σύνθετο κουφίσαι ἀνθρώπων παμβώτορα γαῖαν
ῥιπίσας πολέμου μεγάλην ἔριν Ἰλιακοῖο,
ὄφρα κενώσειεν θανάτῳ βάρος· οἱ δ’ ἐνὶ Τροίῃ
ἥρωες κτείνοντο· Διὸς δ’ ἐτελείετο βουλή.
Μετάφραση:
Ήταν κάποτε που μύριες φυλές στην γη περιπλανώμενες ανθρώπων
μ’ασέβεια βαραίναν της βαθύστερνης τα πλάτη γης.
Σαν είδε ο Δίας τη σπλαχνίστηκε και στο σοφό μυαλό του
έβαλε να ξαλαφρώσει απ’ ανθρώπους την παντοτρόφα γη
του Τρωικού ανάβοντας πολέμου την μεγάλη αμάχη,
για να αδειάσει με τον θάνατο το βάρος· και στην Τροία
οι ήρωες σκοτώνονταν· και του Δία το θέλημα τελούνταν.
Αρχαίο κείμενο:
Εἵματα μὲν χροῒ ἕστο τά οἱ Χάριτές τε καὶ Ὧραι
ποίησαν καὶ ἔβαψαν ἐν ἄνθεσιν εἰαρινοῖσιν,
οἷα φοροῦσ’ Ὧραι, ἔν τε κρόκῳ ἔν θ’ ὑακίνθῳ
ἔν τε ἴῳ θαλέθοντι ῥόδου τ’ ἐνὶ ἄνθεϊ καλῷ
ἡδέϊ νεκταρέῳ, ἔν τ’ ἀμβροσίαις καλύκεσσιν,
ἄνθεσι ναρκίσσου καλλιρρόου· τοῖ’ Ἀφροδίτη
ὥραις παντοίαις τεθυωμένα εἵματα ἕστο.
Μετάφραση:
Και φόραε στο κορμί σκουτιά που τα ’φκιαξαν οι Χάρες
κ’ οι Ώρες και τα βάψανε σ’ εαρινά λουλούδια
σαν που και τούτες τα φοράν σ’ υάκινθο και κρόκο,
στον μενεξέ τον θαλερό, σ’ άνθος πανώριου ρόδου
με γλυκό νέκταρ και μαζί με θεϊκά μπουμπούκια,
σε λείρια και σε νάρκισσους, σαν που κ’ η Αφροδίτη
φόραε την πάσα μια στιγμή ιμάτια μυρωμένα.
Αρχαίο κείμενο:
Ἡ δὲ σὺν ἀμφιπόλοισι φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη
πλεξάμεναι στεφάνους εὐώδεας ἄνθεα γαίης
ἂν κεφαλαῖσιν ἔθεντο θεαὶ λιπαροκρήδεμνοι,
Νύμφαι καὶ Χάριτες, ἅμα δὲ χρυσῆ Ἀφροδίτη,
καλὸν ἀείδουσαι κατ’ ὄρος πολυπιδάκου Ἴδης.
Μετάφραση:
Κι ευωδιασμένα στέφανα η γλυκόγελη Αφροδίτη
με τις θεραπαινίδες της έπλεε από λουλούδια,
στην κεφαλή τα βάλανε θεές στραφτοφακιόλες
Νύμφες και Χάριτες, μαζί η χρυσόμορφη Αφροδίτη
γλυκά στην πολυπίδακη την Ίδη, τραγουδώντας.
Αρχαίο κείμενο:
Οἶνόν τοι, Μενέλαε, θεοὶ ποίησαν ἄριστον
θνητοῖς ἀνθρώποισιν ἀποσκεδάσαι μελεδῶνας.
Μετάφραση:
Το κρασί, Μενέλαε, οι θεοί το κάμαν άριστο,
απ’ τους θνητούς ανθρώπους ν’ αποδιώξει τις σκοτούρες.
11. ΚΙΝΑΙΘΩΝΑΣ (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.)
Σπαρτιάτης ποιητής. Έγραψε τα έπη Ηράκλεια, Οιδιπόδεια και Μικρά Ιλιάς. Φαίνεται ότι στα δύο πρώτα έπη αναφέρεται στη γενεαλογία των Ηρακλειδών.
12. ΕΥΓΑΜΜΩΝ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Επικός ποιητής από την Κυρήνη. Έγραψε το κυκλικά έπος «Τηλεγόνεια» με θέμα την περιπέτεια του Οδυσσέα με τον γιο του απο την Κίρκη Τηλέγονο, ο οποίος σκότωσε άθελά του τον πατέρα του και νυμφεύτηκε κατόπιν την Πηνελόπη.
13. ΧΟΙΡΙΛΟΣ (6ος αιώνας π.Χ.)
Ο Χοιρίλος υπήρξε δραματικός ποιητής. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι έγραψε 160 τραγωδίες και κέρδισε δεκατρείς φορές στα Μεγάλα Διονύσια.
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
14. ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ Ο ΕΦΕΣΙΟΣ (4ος ή 3ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν επικός ποιητής και γραμματικός, φερόμενος από την Σούδα ως δάσκαλος του Αράτου του Σολέως. Έγραψε δύο διδακτικά ποιήματα με τους τίτλους «Ἔργα» και «Μελισσουργικά».
15. ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ (430-400 π.Χ. – ακμή)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ελεγειακός και επικός ποιητής και γραμματικός, που άκμασε την εποχή του Πελοποννησικαού Πολέμου. Πλησίαζε στην αξία τον ελεγειακό Μίμνερμο και τους μεγάλους επικούς. Το έπος του Θηβαΐς, που περιγράφει την εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», επαινούν οι Πλάτων, Πλούταρχος και Κικέρων.
16. ΚΑΡΚΙΝΟΣ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΙΟΣ (420 π.Χ.)
Τραγικός ποιητής, γεννημένος πιθανότατα περι τα 420 π.Χ., γιός του Ξενοκλή. Ο παππούς του, επίσης ποιητής Καρκίνος, μνημονεύονταν συχνά από τον Αριστοφάνη, σαν πατέρας που δίδαξε στα τέκνα του την τέχνη της όρχησης. Ο Σουίδας αναφέρει πως ο Καρκίνος άκμασε γύρω στην εκατοστή Ολυμπιάδα [380π.Χ.], κι ότι παρουσίασε 160 έργα.
17. ΠΑΝΥΑΣΙΣ Ο ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΥΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστός για τα «Ηράκλεια» και τα «Ιωνικά». Πιστεύεται ότι έγραψε και άλλα έργα που έχουν χαθεί. Το έργο του δεν εκτιμήθηκε όσο ζούσε αλλά μετά θάνατον αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαϊκής εποχής.
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 3ος - 1ος αιώνας π.Χ.
18. ΑΡΑΤΟΣ Ο ΣΟΛΕΥΣ (313-240 π.Χ.)
Ήταν Αλεξανδρινός ποιητής πουκαταγόταν από τους Σόλους της Κιλικίας ή, σύμφωνα με άλλους από την Ταρσό αλλά μάλλον ότι εκεί έζησε για λίγο. Πατέρας του ήταν ο διαπρεπής τότε πολιτικός και στρατιωτικός Αθηνόδωρος. Ο Άρατος ασχολήθηκε και με τα μαθηματικά και με την αστρονομία. Στο επικό ποιήμα του με τίτλο «Φαινόμενα και Διοσημεία» περιγράφονται ποιητικά οι αστερισμοί και ουράνια φαινόμενα με κατεσπαρμένους στο έργο ύμνους, θρύλους και μύθους. Ο Άρατος έγραψε κι άλλα έργα όπως «Ύμνοι και παίγνια», «Συνθέσεις φαρμάκων», «Επικήδεια, επιστολές, ηθοποιίες» κ.α. καθώς και επιγράμματα απο τα οποία 2 αποδίδονται στον ίδιο και περιλαμβάνονται στην Παλατινή Ανθολογία.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΔΙΟΣΗΜΙΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Σῆμα δέ τοι κείνης ὥρης καὶ μηνὸς ἐκείνου
Σκορπίος ἀντέλλων εἴη πυμάτης ἔτι νυκτός.
305Ἤτοι γὰρ μέγα τόξον ἀνέλκεται ἐγγύθι κέντρου
Τοξευτής· ὀλίγον δὲ παροίτερος ἵσταται αὐτοῦ
Σκορπίος ἀντέλλων, ὁ δ' ἀνέρχεται αὐτίκα μᾶλλον.
Τῆμος καὶ κεφαλὴ Κυνοσουρίδος ἀκρόθι νυκτὸς
ὕψι μάλα τροχάει· ὁ δὲ δύεται ἠῶθι πρὸ
310ἀθρόος Ὠρίων, Κηφεὺς δ' ἀπὸ χειρὸς ἐπ' ἰξύν.
Ἔστι δέ τοι προτέρω βεβλημένος ἄλλος Ὀιστὸς
αὐτὸς ἄτερ τόξου· ὁ δέ οἱ παραπέπταται Ὄρνις
ἀσσότερος βορέω, σχεδόθεν δέ οἱ ἄλλος ἄηται
οὐ τόσσος μεγέθει, χαλεπός γε μὲν ἐξ ἁλὸς ἐλθὼν
315νυκτὸς ἀπερχομένης· καί μιν καλέουσιν Ἀητόν.
Δελφὶς δ' οὐ μάλα πολλὸς ἐπιτρέχει Αἰγοκερῆϊ
μεσσόθεν ἠερόεις· τὰ δέ οἱ περὶ τέσσαρα κεῖται
γλήνεα, παρβολάδην δύο πὰρ δύο πεπτηῶτα.
Καὶ τὰ μὲν οὖν βορέω καὶ ἀλήσιος ἠελίοιο
320μεσσηγὺς κέχυται· τὰ δὲ νειόθι τέλλεται ἄλλα
πολλὰ μεταξὺ νότοιο καὶ ἠελίοιο κελεύθου.
Λοξὸς μὲν Ταύροιο τομῇ ὑποκέκλιται αὐτὸς
Ὠρίων. Μὴ κεῖνον ὅτις καθαρῇ ἐνὶ νυκτὶ
ὑψοῦ πεπτηῶτα παρέρχεται, ἄλλα πεποίθοι
325οὐρανὸν εἰσανιδὼν προφερέστερα θηήσασθαι.
τοῖός οἱ καὶ φρουρὸς ἀειρομένωι ὑπὸ νώτῳ
φαίνεται ἀμφοτέροισι Κύων ἐπὶ ποσσὶ βεβηκώς,
ποικίλος, ἀλλ' οὐ πάντα πεφασμένος· ἀλλὰ κατ' αὐτὴν
γαστέρα κυάνεος περιτέλλεται, ἡ δέ οἱ ἄκρη
330ἀστέρι βέβληται δεινῷ γένυς, ὅς ῥα μάλιστα
ὀξέα σειριάει· καί μιν καλέουσ' ἄνθρωποι
Σείριον. Οὐκέτι κεῖνον ἅμ' ἠελίῳ ἀνίοντα
φυταλιαὶ ψεύδονται ἀναλδέα φυλλιόωσαι·
ῥεῖα γὰρ οὖν ἔκρινε διὰ στίχας ὀξὺς ἀίξας,
335καὶ τὰ μὲν ἔρρωσεν, τῶν δὲ φλόον ὤλεσε πάντα.
Κείνου καὶ κατιόντος ἀκούομεν, οἱ δὲ δὴ ἄλλοι
σῆμ' ἔμεναι μελέεσσιν ἐλαφρότεροι περίκεινται.
Ποσσὶν δ'Ὠρίωνος ὑπ' ἀμφοτέροισι Λαγωὸς
ἐμμενὲς ἤματα πάντα διώκεται· αὐτὰρ ὅ γ' αἰεὶ
340Σείριος ἐξόπιθεν φέρεται μετιόντι ἐοικὼς,
καὶ οἱ ἐπαντέλλει, καί μιν κατιόντα δοκεύει.
Ἡ δὲ Κυνὸς μεγάλοιο κατ' οὐρὴν ἕλκεται Ἀργὼ
πρυμνόθεν· οὐ γὰρ τῇ γε κατὰ χρέος εἰσὶ κέλευθοι,
ἀλλ' ὄπιθεν φέρεται τετραμμένη, οἷα καὶ αὐταὶ
345νῆες, ὅτ' ἤδη ναῦται ἐπιστρέψωσι κορώνην
ὅρμον ἐσερχόμενοι, τὴν δ' αὐτίκα πᾶς ἀνακόπτει
νῆα, παλιρροθίη δὲ καθάπτεται ἠπείροιο·
ὣς ἥ γε πρύμνηθεν Ἰησονὶς ἕλκεται Ἀργὼ.
Καὶ τὰ μὲν ἠερίη καὶ ἀνάστερος ἄχρι παρ' αὐτὸν
350ἱστὸν ἀπὸ πρῴρης φέρεται, τὰ δὲ πᾶσα φαεινή,
καί οἱ πηδάλιον κεχαλασμένον ἐστήρικται
ποσσὶν ὑπ' οὐραίοισι Κυνὸς προπάροιθεν ἰόντος.
Τὴν δὲ καὶ οὐκ ὀλίγον περ ἀπόπροθι πεπτηυῖαν
Ἀνδρομέδην μέγα Κῆτος ἐπερχόμενον κατεπείγει.
355Ἡ μὲν γὰρ Θρῄκος ὑπὸ πνοιῇ βορέαο
κεκλιμένη φέρεται, τὸ δέ οἱ νότος ἐχθρὸν ἀγινεῖ
Κῆτος ὑπὸ Κριῷ τε καὶ Ἰχθύσιν ἀμφοτέροισι
βαιὸν ὑπὲρ Ποταμοῦ βεβλημένον ἀστερόεντος.
Μετάφραση:
Σημάδι για την εποχή αυτή και για τον μήνα αυτόν
ας είναι ο Σκορπιός, που θα σηκωθεί σύντας τελειώσει η νύχτα.
Τώρα ο Τοξότης το μεγάλο του τόξο κοντά στο κέντρο
τεντώνει κι απ’αυτόν λίγο πιο μπρος στέκει ο Σκορπιός την ώρα,
που ανατέλλει κ’ ύστερα απ’αυτόν αμέσως ανεβαίνει
ετότε, που και της Κυνόσουρας η κεφαλή στης νύχτας
τον τελειωμό στο πιο ψηλότερο σημείο της τροχάζει,
σύναστρος τότε κι ο Ωρίωνας πριν την ημέρα δύει
κι απ’το χέρι την οσφύ δείχνεται κι ο Κηφέας.
Πιο κείθε ένα άλλο βέλος βρίσκεται εκτοξευμένον όχι
απο τόξον και σ’ αυτόν κοντά φτεροκοπάει κι ο Κύκνος,
που ’ναι πολύ πιο βορειότερα. Κ’ είναι κοντά του κι άλλο
όχι πολύ μεγάλο φτερωτό, μα, που μηνάει κιντύνους
σύντας αργοκίνητο προβάλλει απ’τον γιαλό την ώρα,
που ξεψυχάει η νύχτα η σκοτεινή κι Αετόν όλοι τον λένε.
Κι άλλος αστερισμός ο Δέλφινας μέτριου μεγέθους τρέχει
κατόπιν απο τον Αιγόκερο σκοταδερός στην μέση
τέσσερα αστέρια, δυο παράλληλα, δυο που δρομούν μαζί του
τον περικυκλώνουν διασπαρμένα μεταξύ του βορείου πόλου
και του ήλιου την πορεία, κ’ είναι κι άλλα π’ ανατέλλουν κάτω
στον νότιο τον πόλο ανάμεσα και στου ήλιου τις στράτες.
Ο ίδιος ο Ωρίωνας λοξά κάτωθε απο του Ταύρου
πηγαίνει την τομήν, αδύνατον δεν είναι να τον βλέπεις
κοιτάζοντας μιά νύχτα ξάστερη σύντας στα ύψη εκείνος
περνάει τ’ ουρανού, και θα πειστείς αν ρίξεις ένα βλέμμα
στον ουρανό ψηλά και θα τον δεις έξοχον μέσα στ’ άλλα.
Τέτοιος φαίνεται απο την ράχη του πίσω την υψωμένη
κι ο Σκύλος, ο φρουρός του, που στα δυο τα πόδια του επάνω
στηρίζεται, αυτός είναι εύστροφος αλλά δεν είναι κι όλος
λαμπρός κ’ είναι η κοιλιά του σκοτεινή, όμως
ψηλά ένα αστέριστην φοβερή του κάτω σαγονιά τον σημαδεύει, που ’ναι
ολόφλογο, και που οι άνθρωποι τον Σείριο τ’ ονομάζουν,
όταν ανατέλλει με τον ήλιο σύγχρονα δεν γίνεται
ν’ αποφύγουν την πύρη του οι φυτειές, τα φύλλα τους καίγονται.
Γρήγορα τα μακραίνει κι εύκολα ρουφάει τον χυμό τους
κι άλλα τα σκλήρυνε κι απ’ τον φλοιό γύμνωσεν άλλα πάλι.
Τον νοιώθεις κι όταν δύει, γύρω του τρέχουνε κι άλλα αστέρια,
που σημειώνουνε τα μέλη του, μα λάμπουνε πιο λίγο.
Κάτω απ’τα δυό πόδια τ’ Ωρίωνα είναι ο Λαγός, που πάντα
διώκεται επίμονα απ’ τον Σείριο, που φαίνεται να τρέχει
οπίσωθέ του, ανατέλλοντας, όταν εκείνος δύει.
Στου Σκύλου του μεγάλου την ουρά σύρεται απο την πρύμνα
το πλοίον η Αργώ, που ασυνήθιστην ακουλουθεί πορεία.
Στραμμένη προς τα πίσω προχωρεί σαν πλοίο, που οι ναύτες
όταν λιμάνι θέλουν νά ’μπουν, γυρίζουν προς τα πίσω
την πλώρη και το σπρώχνουν όλοι τους πίσω και τοτ’ εκείνο
σε λιγάκι οπισθοκινούμενο τόπον στεριάς αγγίζει.
Έτσι του Ιάσονα το πλοίον, η Αργώ, από την πρύμνα
σύρεται κ’ είναι σκοτεινόχρωμη κι ανάστερη στο μέρος,
που το κατάρτι στερεώνεται και φωτεινή όλη η άλλη.
Και το τιμόνι της το αχρείαστο στεριώθηκε στα πόδια
τα πισινά του Σκύλου, που δρομεί μπρος πάντοτε απο κείνη.
Την Αντρομέδα πάλι, αν και μακριά δρομεί, μεγάλο κήτος
ορμάει για να την καταπιεί. Γιατί πλάγια παραδέρνει,
απ’ τις πνοές του βόρειου του θρακιά, ενώ πάλιν ο νότος
εξαποστέλνει εναντίον της το φοβερό το κήτος,
που κάτω απ’ τον Κριό και τους Ιχθείς και λίγο απ’ το Ποτάμι
πάνω τ’ αστεροδιακόσμητο είναι στερεωμένον.
19. ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ (295-215 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας ποιητής, σύγχρονος του Πτολεμαίου του Ευεργέτου. Γεννήθηκε περίπου το 295 π.Χ. στην Ναύκρατη της Αιγύπτου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια, όπου είχε την διεύθυνση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, και ο ίδιος ήταν βιβλιοθηκάριος, γραμματικός και επικός ποιητής.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΑ»
Αρχαίο κείμενο:
ἦ ῥα περιφραδέως, ἐπὶ δὲ σχεδὸν ᾔνεον ἄμφω.
οὐδ᾽ ἄρα Μηδείης θυμὸς τράπετ᾽ ἄλλα νοῆσαι,
μελπομένης περ ὅμως· πᾶσαι δέ οἱ, ἥντιν᾽ ἀθύροι
950 μολπήν, οὐκ ἐπὶ δηρὸν ἐφήνδανεν ἑψιάασθαι,
ἀλλὰ μεταλλήγεσκεν ἀμήχανος· οὐδέ ποτ᾽ ὄσσε
ἀμφιπόλων μεθ᾽ ὅμιλον ἔχ᾽ ἀτρέμας, ἐς δὲ κελεύθους
τηλόσε παπταίνεσκε παρακλίνουσα παρειάς.
ἦ θαμὰ δὴ στηθέων ἐάγη κέαρ, ὁππότε δοῦπον
955 ἢ ποδὸς ἢ ἀνέμοιο παραθρέξαντα δοάσσαι.
αὐτὰρ ὅ γ᾽ οὐ μετὰ δηρὸν ἐελδομένῃ ἐφαάνθη,
ὑψόσ᾽ ἀναθρῴσκων ἅ τε Σείριος Ὠκεανοῖο,
ὃς δ᾽ ἤτοι καλὸς μὲν ἀρίζηλός τ᾽ ἐσιδέσθαι
ἀντέλλει, μήλοισι δ᾽ ἐν ἄσπετον ἧκεν ὀιζύν·
960 ὣς ἄρα τῇ καλὸς μὲν ἐπήλυθεν εἰσοράασθαι
Αἰσονίδης, κάματον δὲ δυσίμερον ὦρσε φαανθείς.
ἐκ δ᾽ ἄρα οἱ κραδίη στηθέων πέσεν, ὄμματα δ᾽ αὔτως
ἤχλυσαν, θερμὸν δὲ παρηίδας εἷλεν ἔρευθος·
γούνατα δ᾽ οὔτ᾽ ὀπίσω οὔτε προπάροιθεν ἀεῖραι
965 ἔσθενεν, ἀλλ᾽ ὑπένερθε πάγη πόδας. αἱ δ᾽ ἄρα τείως
ἀμφίπολοι μάλα πᾶσαι ἀπὸ σφείων ἐλίασθεν.
τὼ δ᾽ ἄνεῳ καὶ ἄναυδοι ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν,
ἢ δρυσὶν ἢ μακρῇσιν ἐειδόμενοι ἐλάτῃσιν,
αἵ τε παρᾶσσον ἕκηλοι ἐν οὔρεσιν ἐρρίζωνται
970 νηνεμίῃ, μετὰ δ᾽ αὖτις ὑπὸ ῥιπῆς ἀνέμοιο
κινύμεναι ὁμάδησαν ἀπείριτον· ὣς ἄρα τώγε
μέλλον ἅλις φθέγξασθαι ὑπὸ πνοιῇσιν ἔρωτος.
Μετάφραση:
Εμίλησε με σωφροσύνη και με σύνεση·
συμφώνησαν μεμιάς και οι δύο.
Η καρδιά όμως της Μήδειας δεν ξεκολλούσε, άλλο δεν σκεφτόταν,
έστω και αν έπαιζε. Και όποτε άρχιζε να παίζει κάτι,
ό,τι και αν ήταν, τίποτα δεν την έθελγε ούτε την έτερπε πολλή ώρα.
Άξαφνα σταματούσε αμήχανη.
Ούτε στιγμή δεν μπορούσε να καθηλώσει το βλέμμα της
πάνω στις δούλες, έστρεφε ανήσυχη το πρόσωπο
και κοίταζε μακριά τους δρόμους.
Πολλές φορές εράγισε η καρδιά μέσα στα στήθια της,
όταν δεν γνώριζε αν ο ήχος που έτρεχε πλάι της
ήτανε από βήματα ή τον άνεμο.
Όμως σε λίγο, ενώ την έφλεγε ο πόθος,
εφανερώθη εμπρός της, ίδιος ο Σείριος
που αφήνει τον Ωκεανό και ανεβαίνει ψηλά στον ορίζοντα,
που είναι χάρμα να τον βλέπεις όταν ανατέλλει υπέρλαμπρος,
φέρνει όμως ανείπωτη συμφορά στα κοπάδια.
Έτσι εστάθη εμπρός της ο Αισονίδης, εξαίσιος να τον κοιτάζει,
όμως ήρθε και ξύπνησε το μαρτύριο του ολέθριου πάθους.
Η καρδιά της πέταξε από τα στήθη της, τα μάτια της σκοτείνιασαν,
στα μάγουλά της απλώθηκε ζεστή πορφύρα·
δεν είχε δύναμη να σηκώσει τα γόνατά της,
να προχωρήσει εμπρός ή πίσω,
τα πόδια της καρφώθηκαν στο χώμα.
Οι δούλες όλες απομακρύνθηκαν ήδη από κοντά τους.
Εκείνοι άφωνοι και αμίλητοι έστεκαν μόνοι, πρόσωπο με πρόσωπο·
έμοιαζαν με δρυς ή έλατα πανύψηλα
που ριζωμένα πάνω στα όρη, ασάλευτα στην αρχή
μέσα στη νηνεμία, έπειτα παίρνουν να κινούνται
από τις ριπές του ανέμου και ηχούν ακαταπαύστως.
Έτσι και αυτοί είχαν να πουν πολλά καθώς τους παρέσερναν
οι πνοές του Έρωτα.
(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)
20. ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (285-194 π.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας διδακτικός ποιητής απο την Κλάρο της Κολοφώνας, μαθηματικός, γεωγράφος, αστρονόμος, γεωδαίτης, ιστορικός και φιλόλογος. Θεωρείται ο πρώτος που υπολόγισε το μέγεθος της Γης και κατασκεύασε ένα σύστημα συντεταγμένων με παράλληλους και μεσημβρινούς. Ακόμα κατασκεύασε έναν χάρτη του κόσμου όπως τον θεωρούσε. Για τις θεωρίες του περί γεωγραφίας κατηγορήθηκε αργότερα από τον Στράβωνα, ότι δεν παρείχε τις αναγκαίες αποδείξεις. Από τα ποικίλα έργα του δεν σώθηκε κανένα εκτός από λίγους τίτλους, όπως «Χρονογραφίαι», «Γεωγραφικά», «Περί της Αρχαίας κωμωδίας», «Καταστερισμοί» και «Περί Μεσοτήτων».
21. ΕΥΦΟΡΙΩΝ Ο ΧΑΛΚΙΔΕΥΣ (276-187 π.Χ.)
Γιος του Πολύμνητου, ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής και επιγραμματοποιός με καταγωγή από τη Χαλκίδα. Πέρασε σημαντικό μέρος της ζωής του στην Αθήνα, όπου και κατόρθωσε να συγκεντρώσει μεγάλο πλούτο. Έγραψε μυθολογικά έπη (όπως το Θρᾷξ), ερωτικές ελεγείες, επιγράμματα, καθώς και ένα σατιρικό ποιήμα (Άραι, «κατάραι») κατά τα πρότυπα του έργου Ήβης του Καλλίμαχου του Κυρηναίου.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΘΡΑΞ»
...η Πανδώρα, δώρο κακό, εκούσιος των ανθρώπων πόνος.
Ο Άρης να τους μοιράσει στη ζυγαριά του το μισθό τους
και τον παγερό πάλι αφήνοντας πόλεμο
στους ανθρώπους την Ειρήνη να στείλει που φέρνει τα πλούτη
και στην αγορά να στήσει την Θέμιδα, που το καλό ανταμείβει,
μαζί και τη Δίκη, που γοργά το γέρικοσηκώνει το πόδι της,
αγριεμένη με τα έργα των ανθρώπων που επιβλέπει.
Αυτών που βέβαια τους θεούς εξοργίζουν και διαστρέφουντους νόμους τους
ή αλαζονικά στους αδύναμους γονείς τους φέρονται,
περιφρονώντας των ζωντανών τις παραινέσεις και των πεθαμένων,
ή παραβαίνουν τα φιλόξενα γεύματα και τραπέζια του Δία.
Ούτε καν ο πιο ελαφρός των ανέμων που φυσούν ακατάπαυστα
εύκολα δεν μπορεί να ξεφύγει τα ευκίνητα πόδια της Δίκης, όταν εκείνη σκιρτά.
Κι ούτε ποτέ στα νησιά Εχινάδεςμε τα πλοία θα ενσκήπτανε
του Αμφιτρύωνακαι του Κέφαλου οι σύντροφοι
και η Κομαιθώποτέ δεν θα έκοβε την χρυσή τρίχα απ' τους κροτάφους
του πατερα της, για να γίνει το αγρίμι άταφος τάφος της,
αν με βόδια κλεμμένα δρόμο οι Τηλεβόεςδεν άνοιγαν,
που μέσω θαλάσσης έφυγαν απ' τον Αρσίνο.
Κιούτε οι [ ] θα σκέφτονταν να παν,
ούτε να βρουν ανάμεσα στα χόρτα τα ίχνη της αγελάδας απ' την Αχαΐα,
αν o [ ] με το δόρυ δεν έκοβε [ ]
Γι' αυτό ελπίζω με χειρότερο τρόπο να γεράσει
αυτός που το λαρύγγι σου στο αίμα πλημμύρισε, κακόμοιρε.
Ελαφρύ για σένα το χώμα και βαρύς ο έπαινος που θ' απλώσουν επάνω σου.
Χαίρε, αν βέβαια και στον Άδη υπάρχει στ' αλήθεια κάποια χαρά.
22. ΡΙΑΝΟΣ Ο ΚΡΗΣ (275-195 π.Χ.)
Ήταν Έλληνας ποιητής και γραμματικός, κάτοικος της Κρήτης και φίλος του Ερατοσθένη. Έγραψε επίσης επιγράμματα, έντεκα από τα οποία σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία και στον Αθήναιο και δείχνουν κομψότητα και ζωντάνια.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΑ»
...γιατί πολύ μακριά
δεν κάθονται άπρακτοι οι εχθροί απ' την δική μας χώρα
και αν στην ακοή τους φτάσει ο θόρυβος
του θρήνου, του στεναγμού μας του κακόφωνου,
αμέσως εναντίον μας θα φτάσουν αναρίθμητοι
και τότε ούτε ο άριστος απ' τους ημίθεους τον όλεθρό μας θα αποτρέψει.
... (οι εχθροί μας θα φτάσουν περνώντας)
γοργά πάνω απ' την πολύ απόκρημνη έδρα του Δίααθόρυβα, σιωπηλά.
Κρύψτε λοιπόν μες στην καρδιά τους σκοπούς σας,
για να αποφύγετε ήσυχοι την επιδρομή,
μέχρι να ετοιμάσουμε τον στόλο για αναχώρηση,
ελπίζοντας να μην μας αρπάξουν και μας ρίξουν στα βράχια οι θύελλες.
Αμέσως μετά αφήνοντας το απόκρημνο Ρίον,
την πατρίδα μας, θα αναζητήσουμε μια ξένη γη,
και πάνω σε αρχαία θεμέλια θα πυργώσουμε (μια πολιτεία καινούργια)...
«ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ»

Πυρραία την λέγαν κάποτε οι παλαιότεροι
από την Πύρρα την αρχαία, την σύζυγο του Δευκαλίωνα,
μετά Αιμονία απ' τον Αίμονα, που ο Πελασγός
άριστο γιο τον γέννησε. Κι ο Αίμονας πάλι γέννησε τον Θεσσαλό,
που απ' αυτόν τη μετονόμασαν σε Θεσσαλία οι λαοί της.
23. ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ Ο ΚΟΛΟΦΩΝΙΟΣ (2ος αιώνας π.Χ.)
Ήταν Έλληνας μαθηματικός, φαρμακοποιός, γεωπόνος, βοτανολόγος, ιατρός και γραμματικός. Γεννήθηκε στην Κλάρο, κοντά στην Κολοφώνα, γιος του Δαμαίου, όπου η οικογένειά του ήταν υπεύθυνη από γενιά σε γενιά για το ιερατείο του Απόλλωνα, υπήρξε και ο ίδιος ιερεύς του Απόλλωνα. Άκμασε κατά την βασιλεία του Αττάλου Γ' της Περγάμου. Ήταν σύγχρονος του Αράτου και του Θεοκρίτου. Από έναν αρκετό αριθμό βιβλίων που έγραψε τόσο σε πρόζα όσο και σε έμμετρο στίχο, μόνο δύο διασώζονται ολόκληρα, τα «Θηριακά» και τα «Αλεξιφάρμακα» καθώς επίσης και 3 επιγράμματα που αποδίδονται στον ίδιο που σώζονται στην Παλατινή ανθολογία.
24. ΝΟΥΜΗΝΙΟΣ Ο ΑΠΑΜΕΥΣ (2ος αιώνας π.Χ.)
Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του μεσοπλατωνισμού (2ος αιώνας π.Χ.. Η σκέψη του άσκησε μεγάλη επίδραση στον Πλωτίνο, τον Πορφύριο και τους χριστιανούς στοχαστές. Ο Νουμήνιος γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας, όπου και δίδαξε στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Ήταν πλατωνικός και πυθαγόρειος ταυτόχρονα. Αναφέρονται τίτλοι επτά έργων του από τα οποία όμως έχουν σωθεί μόνο κάποια αποσπασμάτα. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του είναι το «Περί Αγαθού» και το «Περί αφθαρσίας ψυχής».
ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.
25. ΣΕΡΒΙΛΙΟΣ ΔΑΜΟΚΡΑΤΗΣ (1ος αιώνας μ.Χ.)
Ρωμαίος γιατρός που ονομάστηκε Σερβίλιος επειδή ήταν απελεύθερος του Σερβιλίου οίκου. Ο Πλίνιος και ο Γαληνός τον εγκωμίαζαν. Έγραψε πολλά έργα, κυρίως φαρμακολογικά σε ιαμβικούς τίχους όπως, «Φιλίατρος», «Πυθικός» κ.α. εκ των οποίων μόνο αποσπάσματα έχουν διασωθεί.
26. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΠΕΡΙΗΓΗΤΗΣ (1ος ή 2ος αιώνας μ.Χ.)
Αλεξανδρινός γεωγράφος, γνωστός και ως Δ. ο Χαρακηνός (από τον τόπο καταγωγής του). Έγραψε το έργο «Οικουμένης Περιήγησις» σε 1.187 εξάμετρους στίχους, το οποίο αποτελούσε μια γεωγραφία του τότε γνωστού κόσμου. Οι πληροφορίες γύρω από την καταγωγή και το πρόσωπό του είναι αβέβαιες και συγκεχυμένες.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Φίλτατοι δ’ εἰσὶν οἱ ἐρῳδιοὶ τοῖς ἀνθρώποις
καὶ προσημαίνουσιν εὐδίαν τε καὶ χειμῶνα,
μάλιστα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος,
ὅθεν ἂν μέλλῃ σφοδρότατος ἄνεμος πνεῖν,
ἐπὶ τοῖς στήθεσι τὰς κεφαλὰς κατακλίνοντες.
Ναύτης γοῦν οὐκ ἂν ποτε ἑκὼν ἐρῳδιὸν ἀποκτείνειεν,
ἐπειδὴ πιστεύονται τοῖς ἁλιεῦσιν ἐν τῇ θαλάττῃ σημαίνειν
ὁπόσα τοῖς θηραταῖς ἐπὶ τῆς γῆς οἱ ἱέρακες.
Φασὶ δ’ αὐτούς, καὶ ἡνίκα μία τροφὴ πᾶσι ἦν τοῖς ὀρνέοις,
πρώτους βορὰν ἐκ τῶν ὑδάτων εὑρεῖν,
καὶ παρ’ αὐτῶν τοὺς λοιποὺς πάντας ἐκδιδαχθῆναι·
ἐπὶ δὲ τῇ τέχνῃ μεγαλαυχήσαντας
καὶ οὐδ’ αὐτὸν εἰπόντας ὑπὲρ νήξεως ἐρίζειν δύνασθαί σφίσι τὸν Ποσειδῶνα
τὴν ἐπιστήμην ἀποβαλεῖν τοῦ θεοῦ μηνίσαντος.
Μετάφραση:
Οι ερωδιοί είναι πολύ αγαπητοί στους ανθρώπους
και φανερώνουν από πριν και την καλοκαιρία και την κακοκαιρία,
κυρίως προς εκείνο το μέρος από όπου ενδεχομένως
πρόκειται να πνεύσει πάρα πολύ σφοδρός άνεμος
γέρνοντας προς τα κάτω τα κεφάλια τους.
Ο ναύτης βέβαια δε θα σκότωνε ποτέ με τη θέλησή του έναν ερωδιό,
επειδή είναι κοινή πεποίθηση ότι προλέγουν στους ψαράδες
όσα προλέγουν στους κυνηγούς τα γεράκια στην ξηρά.
Λένε ακόμη γι’ αυτούς, κι όταν ήταν μία η τροφή για όλα τα πουλιά,
πρώτοι αυτοί βρήκαν τροφή από τα νερά,
και ότι απ’ αυτούς διδάχτηκαν όλα τα υπόλοιπα πουλιά·
επειδή όμως περηφανεύτηκαν για το εύρημά τους
και επειδή ισχυρίστηκαν για το κολύμπι ότι ούτε ο ίδιος ο Ποσειδώνας
δεν μπορούσε να συναγωνιστεί μαζί τους
λένε ότι έχασαν την ικανότητά τους αυτή, επειδή ο θεός οργίστηκε.
27. ΟΠΠΙΑΝΟΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν αρχαίος Έλληνας ποιητής από την Ανάζαρβο της Κιλικίας, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Οππιανός συνέγραψε στα τέλη της βασιλείας του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου το ποίημα «Αλιευτικά» (δηλαδή αναφερόμενα στο ψάρεμα) σε 5 βιβλία, που σώζεται ακόμα. Το αφιέρωσε στον Μάρκο Αυρήλιο, ο οποίος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε του δώρησε ανά ένα χρυσό νόμισμα για κάθε στίχο του (οι στίχοι ήταν περίπου 3500).
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΑΛΙΕΥΤΙΚΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Σπογγοτόμων δ᾽ οὔ φημι κακώτερον ἄλλον ἄεθλον
ἔμμεναι, οὐδ᾽ ἄνδρεσσιν ὀιζυρώτερον ἔργον.
οἱ δ᾽ἤτοι πρῶτον μέν, ὅτ᾽ἐς πόνον ὁπλίζωνται,
615 βρώμῃ τ᾽ ἠδὲ ποτοῖσιν ἀφαυροτέροισι μέλονται,
ὕπνῳ τ᾽ οὐχ ἁλιεῦσιν ἐοικότι μαλθάσσονται.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ εὔγηρυν ἐφοπλίζητ᾽ ἐς ἀγῶνα,
μολπῆς εὐφόρμιγγος ἔχων Φοιβήιον εὖχος·
πᾶσα δέ οἱ μέλεται κομιδή, πάντῃ δὲ φυλάσσει,
620 πιαίνων ἐς ἄεθλα λιγυφθόγγου μέλος αὐδῆς,
ὢς οἵ γ᾽ἐνδυκέως κομιδὴν εὔφρουρον ἔχουσι,
ὄφρα σφι πνοιή τε μένῃ ποτὶ βυσσὸν ἰοῦσιν
ἀσκηθής, προτέροιο δ᾽ ἀναψύξωσι πόνοιο.
Μετάφραση:
Πιο μαρτυρικό απ τ’ άθλημα των σφουγγαράδων κι άλλο πιο άθλιο
έργο για ανθρώπους, λέω με βεβαιότητα πως άλλο δεν υπάρχει.
Αυτοί, λοιπόν, σαν ετοιμάζονται, με τα όπλα τους τον πόνο να σηκώσουν,
Νοιάζονται πρώτα να ’χουνε μόνο τα πιο λαφριά φαγώσιμα και ποτά
και μαλθακοί δεν γίνονται απ’ τον ύπνο τον πολύ σαν τους ψαράδες
κι έπειτα, όταν ο άντρας παίρνει τον οπλισμό του, έτοιμος για τον αγώνα,
με γλυκόηχο τραγούδι. Σαν από μελωδική κιθάρα, προσεύχεται στον Φοίβο
να έχει καλή σοδειά και να τον προστατεύει από κάθε αναπάντεχο κακό
και πλουτίζει την αξιοβράβευτη της λυγερόφθογγης φωνής του μελωδία.
Κι όταν αυτοί κρατάνε σφρουγγαρότοπο και τον φυλάγουνε σαν δράκοι
προσεύχονται η ανάσα τους να ‘χει μεγάλη αντοχή στα βάθη σαν κατεβαίνουν
και να ξανάβρουν τη ζωντάνια τους από τον πόνο που περάσαν.
28. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ Ο ΣΙΔΗΤΗΣ (2ος αιώνας μ.Χ.)
Γιατρός και ποιητής από τη Σίδη της Παμφυλίας. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου (161-180) και έγραψε 42 βιβλία ιατρικού περιεχομένου, με τον τίτλο «Ιατρικά». Από αυτό το έργο, το οποίο γράφτηκε σε δακτυλικούς εξάμετρους στίχους, σώζονται τρία αποσπάσματα που τιτλοφορούνται Περί Ιχθύων, Περί λυκανθρωπίας και Περί σφυγμών.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΠΕΡΙ ΙΧΘΥΩΝ»
Αρχαίο κείμενο:
Ευ δε και ειναλίων εδάην φύσινιήτειραν...
Στίχοι 44-46
Τρίγλα μεν ανθεμόεσσα πυρός ριπήσικαείσα συν μέλιτι ξανθώ,
καυαναυγέας άνθρακας έλκει ριζόθεν,
οι πνείουσι φόβον κρυερού θανάτοιο...
Στίχοι 70-73
Ηπαρ δ' αυ τε χολή τε φιλοσκοπέλου θύννοιο ουκ εα όρνυσθαι
θαμινάς τρίχας εν βλεφάροισιν, νυσσούσας ευτ' αν κε τριχηλάβω εξερύσειας.
Ειναλίου δ' ίπποιο χολή ατάλαντος υαίνης.
Στίχοι 92-98
Σκορπίου ειναλίου δε πολυσχοίνων από κύρτων αυτίκ' ενί κρητήρσι
βεβριθόσιν ηδέος οίνου πνιγομένου, πόμα κείνο πιών βροτός,
ου μέλαν ήπαρ ή σπλην αλγύνει πολυώδυνον,
άτρεμας ίσχει παν δέμας, αχθήεντος αναπνεύσας καμάτοιο.
Σμάριδες αυ λείαι μυρμηκώνετα κάρηνα ρηιδίως θαμινάς τ' ακροχορδώνας εξακέουσι.
Μετάφραση:
Και στους ενάλιους οργανισμούς υπάρχει θεραπευτική φύση
Στίχοι 44-46
το χρωματιστό σαν λουλούδι μπαρμπούνι,
αν καεί με ριπές φωτιάς, μαζί με ξανθό μέλι,
τραβά τους μαύρους άνθρακες που προκαλούν
τον κρύο φόβο του θανάτου, από τη ρίζα τους...
Στίχοι 70-73
Το συκώτι και η χολή του τόνου που προτιμά τους σκοπέλους,
δεν θα αφήσουν να μπερδευτούν οι πυκνές τρίχες των βλεφάρων
και να τρυπούν (το μάτι) ακόμη κι αν τις βγάλεις με την τριχολαβίδα.
Η χολή του θαλασσίου ίππου σε κάνει ισοδύναμο με ύαιαν.
Στίχοι 92-98
Τον θαλασσινό σκορπιό που ψαρεύεται με πολύσχοινα δίχτυα,
αν τον πνίξουμε σε κρατήρα γεμάτο με γλυκό κρασί
κι αυτό το πόμα το πιει κάποιος,
το μαύρο συκώτι και ο σπλήνας δεν θα νιώσουν πόνο,
ήρεμο θα κρατήσει όλο το σώμα και θα αναπνεύσει από το βαρύ κάματο.
Οι γυαλιστερές μαρίδες, το γεμάτο μυρμηγκιές κεφάλι
και τις τόσο συχνές ακροχορδώνες θα τα θεραπεύσει με ευκολία.
29. ΣΩΤΗΡΙΧΟΣ (3ος αιώνας μ.Χ.)
Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής από την Λιβύη. Έζησε την εποχή του Διοκλητιανού, για τον οποίο και έγραψε εγκώμιο. Το σπουδαιότερο έργο του είναι το μυθολογικό έπος «Βασσαρικό», σε τέσσερα βιβλία.
30. ΚΟΙΝΤΟΣ Ο ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ (3ος αιώνας μ.Χ.)
Ήταν Έλληνας επικός ποιητής και γραμματικός, του οποίου το έργο «Τα μεθ' Όμηρον» συνεχίζει την διήγηση του Τρωικού Πολέμου μετά τα όσα αφηγείται η Ιλιάδα.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΤΑ ΜΕΘ’ ΟΜΗΡΟΝ»
Όταν όμως μες στα τείχη της Τροίας όλοι μπήκανε
τότε ανήλεοι χυθήκαν στου Πρίαμου την πόλη
ασθμαίοντας και την ορμήν αναπνέοντας τον Άρη,
Όλη την πόλη απ ' τους νεκρούς γεμάτη του πολέμου
βρήκαν και με στεναχτερή φωτιά παντού τα σπίτια
άνιερα να καίγουνται κι αφάνταστα ευφραινόνταν,
Όρμησαν κατά των Τρώων με κακά στον νου τους μύρια'
ο Άρης κ' η στεναχτερή Ενυώ λυσσιάζανε,
Παντού ετρέχαν αίματα απ ' τους σκοτωμένους Τρώες
κι ' από τους ξενόγλωσσους συμμάχους των' πολλοί τους
στην πόλη μέσα σ' αίματα κοίτουνταν δαμασμενοι
από τον κρύο θάνατο κι άλλοι πέφταν πάνω τους
ανασαίνοντας ακόμα ' άλλοι πάλιν τ ' άντερά τους
μες στην χούφτα των χεριών τους κρατώντας τα γυρνούσαν
στο σπίτι τους πανάθλιοι' κι άλλοι με κομμένα πόδια
σούρνουνταν γύρω στους νεκρούς ακατάσχετα βογγώντας,
Άλλοι, που στην σκόνη θέλαν να πολεμούν ακόμη
κοπήκανε τα χέρια τους μαζί με τα κεφάλια
κι άλλοι πού 'φευγαν στα νώτα με δόρατα χτυπιούνταν,
πού αντίκρυ βγαίναν στα βυζιά και γι άλλους πάλι φτάναν
στην μέση, ή πάνω απ ' τ ' αχαμνά διαπερνώντας τα, όπου
τ' Άρη του ακούραστου η αιχμή είναι πιό πονοφόρα,
Παντού στην πόλη των σκυλιών τα ουρλιαχτά ακουγόνταν,
Βόγγοι αντρών φονευομένων άθλιοι σκορπίζουνταν
κι άπαυα τα σπίτια όλης της πόλης αvταxoύσανε,
Γυναικών σπαραξικάρδιος θρήνος την πόλη γέμισε
μοιάζοντας γερανών κραυγήν άμα ιδούν πετούμενον
ψηλά στον αγέρα αγυούπα κι αφού καμιά δεν έχουν
δύναμην αξιόλογη στα στήθη από Φόβο
στ ' όρνιο το ιερό, κρα-κρα γοργοπέτοντας αφήνουν'
έτσι κ' οι Τρωάδες άλλες απ ' αλλού θρηνολογούσαν,
άλλες ανασηκωμένες στην κλινοστρωμή τους, κι άλλες
στην γη πάνω αναπηδούσαν, κι ούτε για να καλύψουν
τα θλιβερά κεφάλια τους γνοιάζουνταν, αλλά θρηνούσαν
σκεπάζοντας τα μέλη τους μόνο με πουκαμίσα
κι άλλες τους ούτε κάλυμμα ούτε άλλο τρανό πέπλο
βάζαν και σ' αμηχανία από των οχτρών τον Φόβο
βρίσκουνταν και καρδιότρεμαν και τ ' απόκρυφά τους μέλη
έκρυβαν, οι ταλαίπωρες, με γοργά χέρια και άλλες
μαδούσανε την κόμη τους κι άλλες στηθοκοπιούνταν
θρηνολογώντας άπαυα ' κι άλλες τους των οχτρών τους
την χλαλοή υπομένανε θέλοντας τους άντρες τους
να βοηθήσουν και τους γιους των, που σκοτώνουνταν στην μάχη'
γιατί απεριόριστο τους έδινε η ανάγκη θάρρος.
Εκλαίγαν τα μικρά παιδιά και δεν κοιμούνταν,
που δεν ξέραν να μιλάνε και δεν τα τρυγούσαν έγνοιες.
****************
Πηγές:
https://eleysis69.wordpress.com
http://www.tritsibidas.gr
https://el.wikipedia.org
http://www.greek-language.gr
http://www.ygeiaonline.gr
http://noctoc-noctoc.blogspot.gr
http://www.pi.ac.cy
http://www.diadrastika.com
http://greek_greek.enacademic.com
http://archtheatro.blogspot.gr
http://www.artble.com
http://thrall45.rssing.com
http://www.rusechan.org
http://heterophoton.blogspot.gr
http://www.ehow.co.uk
http://www.royalathena.com
https://commons.wikimedia.org
https://www.pinterest.com
http://4oktovriou.blogspot.gr
http://www.astrologicon.org
http://users.sch.gr
https://repository.kallipos.gr
http://santo-rinios.blogspot.gr
https://sarantakos.wordpress.com
http://www.davidrumsey.com
http://archaia-ellada.blogspot.gr
http://www.artribune.com
http://jesscatdraws.blogspot.gr
https://endlesswondershield.wordpress.com/histoire-de-la-magie/hdm-selon-with/